Ηχολόγιο – echologium – ɯnıƃoloɥɔǝ – οιγόλοχΗ

Ηχητικό ιστολόγιο του Δημήτρη Σαρρή, Εκπαιδευτικού (ΠΕ 16), ΒΑ Οικονομίας, ΒΑ, ΜΑ Πολιτισμού

Άρθρα με ετικέτα λογοτεχνία

Σώπα δάσκαλε ν’ ακούσουμε το πουλί

Ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σχολείου και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής που
είχε έρθει εφέτος από το χωριό δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο. «Σώπα δάσκαλε», φώναξε, «σώπα δάσκαλε ν’ ακούσουμε το πουλί.»

(Από το «Αναφορά στο Γκρέκο»
του Νίκου Καζαντζάκη).

 

 

«Οι άνθρωποι του ήχου και της μουσικής, πρέπει να εστιάζουν πραγματικά στο άκουσμα, στο ηχοτοπίο, να μην αγνοούν τους ήχους, αφού αυτοί είναι οι «ειδικοί». Στα ζητήματα του ήχου, προέχει να δόσουμε έμφαση στην εκπαίδευση, στα παιδιά, στην αγωγή» μας είπε.


Να εστιάσουμε, λοιπόν, στην «αγωγή του ήχου» – θα συνοψίσω, μετά αυτήν την ελεύθερη απόδοση και από μνήμης αναφορά στα λόγια που μας είπε ο Murrey Schafer, στο 1ο Συνέδριο Ακουστικής Οικολογίας, στην Κέρκυρα.

Ο Schafer μας παρότρυνε, λοιπόν, ανοιχτά να κάνουμε την ουσιαστική στροφή στον ήχο, πρώτα απ’ όλα μέσα στην τάξη.

«Σώπα δάσκαλε ν’ακούσουμε το πουλί», είναι μια σχεδόν εμβληματική φράση, που μου παρέδωσε με πολλή μέριμνα, όταν πρωτοψηλάφιζα το θέμα, ο Γιάννης, εξαιρετικός δάσκαλος (για όλους μας), διδάκτορας της Μουσικής Εκπαίδευσης.

Ο μικρός καζαντζακικός ήρωας, που την άρθρωσε, αξίωσε τότε με ευθύτητα το ηχοτοπίο του. Στον ίδιο χώρο – το σχολείο – τώρα μας προτείνεται να επανέλθουμε «θεσμικά» στον ήχο. Να μην αγνοήσουμε τους ήχους του «χωριού» μας, κυρίως τώρα που διανθίστηκαν καθώς – o McLuhan το είπε από το ’60 – το χωριό μας έγινε «πλανητικό»…

Οι «λαϊκοί» στίχοι της… λαϊκής

Υπάρχει στη λαϊκή αγορά λαϊκή δημιουργία; Δεν υπήρξε φορά που να πέρασα σε μια λαϊκή αγορά και στα διαλαλήματα της πραμάτειας να μην άκουγα, στίχους, δίστιχα, παροιμίες, εκφράσεις και, συχνά, ποίηση. Είναι οι λέξεις και οι φράσεις που ακούγονται στην λαϊκή αγορά πολιτισμικό αγαθό; Κουλτούρα; Για παράδειγμα, στις διαλαλήσεις αλλά και στα μαύρα ταμπελάκια η λέξη «μπανάνα» έχει σχεδόν αντικατασταθεί από τη λέξη «άρωμα». Γιατί άραγε; είναι προφανές ποιο είναι το προϊόν (μπανάνα) οπότε αφιερώνουμε την ταμπέλα για να προβάλλουμε το προσόν του (άρωμα); Μήπως ως ήχημα το «άρωμα» προτιμείται για τους φθόγγους του, τις αναλογίες συλλαβών και φωνηέντων, και είναι τελικά προτιμότερη λέξη, αισθητικά; Απ’ την άλλη υπάρχουν κι άλλα «αρωματικά» φρούτα, χωρίς αυτό να προβάλλεται. Μήπως προκειμένου να αποβληθεί ο «καρναβαλικός» χαρακτήρας του φρούτου (μπανάνα) και οι ξεσαλωτικοί συνειρμοί, χρησιμοποιείται μια λέξη κομψή και φινετσάτη για τις αισθήσεις (άρωμα); Ωστόσο, το «αγγούρι» από τους ίδιους πωλητές αναγράφεται ως «αγγούρι». Εκτός αν γι’ αυτό δεν ισχύουν οι επιφάσεις της καρναβαλικής γλώσσας, όντας εγχώριο και οικείο στη γλώσσα μας.

Απ’ την άλλη είναι χρησιμοποιημένο ήδη καρναβαλικά από την παράδοση και τις παροιμίες. Μήπως οι πωλητές θέλουν να «απαλλάξουν» το αρωματικό φρούτο «μπανάνα» από τον προφανή συνειρμό, τον αναπόφευκτο ωστόσο για το «αγγούρι»; Αν πραγματικά μπορούμε να συζητούμε στην κόψη του «καρναβαλικού» και του σατυρικού με το «καθωσπρέπει» και τον κόσμο του εμπορίου, τότε βρισκόμαστε ενώπιον ενός θαυμαστού στοιχείου, που ενυπάρχει στη ζωντανή φωνή της λαϊκής αγοράς. Οι διαλαλητές επινοούν τις έξυπνες φράσεις τους για να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους, άνδρες φωνακλάδες ως επί των πλείστων, που απευθύνονται σε ένα – κυρίως – γυναικείο κοινό. Αναπόφευκτα πειραχτικοί, προσπαθούν να κεντρίσουν, παράλληλα με το πείραγμα, με μια απίστευτη κομψότητα που δεν θα αποτρέψει – αντίθετα θα δελεάσει – την πελάτισσα προς τον πάγκο με την πραμάτεια. Αυτοσχεδιασμός, σύνθεση και δημιουργία με τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου. Ολόκληρη συλλογή φράσεων και παραλλαγών θα μπορούσε να γίνει. Με θεματικές ανά φρούτο, ομάδα φρούτων ή λαχανικών και σπανίως ψαρικών, οικιακών ειδών, αυγών ή άλλων μεμονωμένων προϊόντων. Μόλις όμως γίνει η (κατά)γραφή, θα χαθεί ο πλούτος και η ενέργεια της προφορικότητας.

Έτσι συμβαίνει πάντα με τον ήχο και το νόημά του: χάνεται μόλις ολοκληρωθεί. Ακολουθεί η απόλαυση, η καλή διάθεση, η ενέργεια που μας μεταδίδει, ποτέ όμως ξανά ο ήχος. Και είναι πολλά τα στοιχεία του ζωντανού ήχου που όσο περίτεχνα και δυναμικά εμφανίζονται δίπλα στα αυτιά μας την ώρα που διαλέγουμε φρούτα και λαχανικά, τόσο απαρατήρητα και παρασκηνιακά περνούν από τη ζωή μας (χωρίς βέβαια η αφάνεια αυτή να χρειάζεται να αξιολογηθεί!). Οι διαλαλητές έχουν εξαιρετική τεχνική, ώστε να διαλαλούν με δυνατή φωνή, όλη μέρα, κάθε μέρα και να μην βραχνιάζουν. Φωνές που αναδύονται από τον πάτο του πνεύμονα και δονούν την στοματική κοιλότητα για να διαπεράσουν με την ιδιαίτερη χροιά και την μελωδική τους διακύμανση τις συστοιχίες των πάγκων απ’ άκρη σ’ άκρη. Ρυθμικές επαναλήψεις των τιμών, ποικιλία μοτίβων και παραλλαγών, εκτινάξεις φωνηέντων και στιχομυθίες σε φωνητικά κομμάτια ενός μοναδικού αυτοσχεδιασμού. Και όπως κάθε πολιτισμικό αγαθό, στον χώρο της προφορικότητας και του ήχου, η λαϊκή δημιουργία αυτή, της λαϊκής αγοράς, είναι εύθραυστη, χρειάζεται ενέργεια και συναίσθημα για να υπάρξει, ξεγλιστρά δίπλα μας όπως ο ήχος…