“Απ΄τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά”

 

657429764 122278042526211165 251556688870733584 nStenoma 2

Η ανταπόκριση των χωριανών στην πρόσκληση του σχολείου στην εκδήλωση εορτασμού της Εθνικής Επετείου της Επανάστασης του 1821, μας δίνει χαρά και δύναμη να συνεχίζουμε να οργανώνουμε  και να προσφέρουμε ως Σχολείο, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας, εκδηλώσεις μνήμης, όχι μόνο από υπηρεσιακή υποχρέωση, αλλά με την πρόθεση να συνδεθούμε με την τοπική μας ιστορία και να διερευνήσουμε το ένδοξο παρελθόν της πατρώας γης των βουνών μας.

Τα ιερά βουνά μας φυλάσσουν ακόμη τα ταμπούρια, τα λημέρια και τις σπηλιές των κλεφτών. Των ορεσίβιων εκείνων κτηνοτρόφων, που υπήρξαν οι πρώτοι ανυπότακτοι  μαχητές των προεπαναστατικών χρόνων. Οι άνδρες των βουνών μας με την απροσκύνητη και θυσιαστική τους ζωή, άνοιξαν τον αιματοβαμμένο δρόμο της επανάστασης, με το ολόθερμο σύνθημα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ.

Γνωρίζοντας τη δράση των κλεφτών στον τόπο μας, με τη μαθήτρια της Ε΄ Τάξης Γεωργία Μπανιά, ερευνήσαμε, καταγράψαμε και συνθέσαμε τα δεδομένα, έτσι που καταλήξαμε να αφιερώσουμε την φετινή μας εκδήλωση εορτασμού της Εθνικής Επετείου της Επανάστασης του 1821, στον χαρισματικό πρωτοκαπετάνιο των κλεφτών, τον Σαρακατσάνο των Αγράφων, Αντώνη Μακρυγιάννη ή Κατσαντώνη.

Άνδρας των βουνών,  υπήρξε και παραμένει πραγματικός ηγέτης του έθνους μας. Από τσελιγκόπουλο στο Μάραθο, μεταμορφώθηκε σε οπλαρχηγό των βουνών. Γνώριζε άριστα την πολεμική τέχνη της κρυπτείας, που δίκαια αναγνωρίστηκε ως αρχηγός της Εθνικής Επανάστασης, όταν το 1807 συναντήθηκε με πρωτοβουλία του Καποδίστρια στα Επτάνησα με τους Έλληνες πολέμαρχους, έτσι που το Κλέφτικο Σώμα του Κατσαντώνη, να αποκαλείται σήμερα ακόμα από τους ιστορικούς μελετητές, Στρατιωτική Ακαδημία του Κλεφτοπόλεμου.

Δείτε την παρουσίαση της αφιερωματικής ομιλίας από την εκπαιδευτικό Βασιλική Λάππα:


Λήψη αρχείου

ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ : ο κορυφαίος του κλεφταρματολισμού                                            

Ο πιο ένδοξος και κλέφτης των Αγράφων, πρωτότοκος  γιός του αρχιτσέλιγκα Γιάννη Μακρυγιάννη και της Αρετής, γεννήθηκε στο Μύρεσι (Μάραθο) των Αγράφων. Αδέρφια του ήταν ο Γιώργος Χασιώτης, ο Κώστας Λεπενιώτης και ο Χρήστος Κούτσικος. Είχε και μια αδερφή η οποία σύμφωνα με την παράδοση φόρεσε ανδρική ενδυμασία και έγινε και αυτή κλέφτης.

Για την ετοιμολογία του προσωνύμιου του «Κατσαντώνη» διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονταν την πιο αληθοφανή, πως προέρχεται, δηλαδή, από την παρακαλεστική φωνή της μάνας του όταν ήταν μικρός ακόμα, αποφάσισε και επέμενε να γίνει κλέφτης, που του λέγε «κάτσε Αντώνη, κάτσε Αντώνη».

Γέννημα θρέμμα της Αγραφιώτικης Σαρακατσάνικης κουλτούρας, ακολουθεί την οικογένεια, που κάθε χρόνο για λίγους μήνες διαβιεί στα χειμαδιά στο Βάλτο. Το 1802 στη Λεπενού όπου ξεχείμαζαν οι Μακρυγιανναίοι, θα πιαστεί άδικα από απόσπασμα του Αλή Πασά, με την σκηνοθετημένη κατηγορία της ζωοκλοπής. Επρόκειτο για προδοσία από τους τοπικούς κοτζαμπάσηδες, που δεν χώνευαν αυτόν τον υπερήφανο νέο και τον αρχιτσέλιγκα πατέρα του, ως «ξενόφερτους» στην περιοχή τους.

Η κράτησή του, για λίγες μέρες, ώσπου να καταβληθούν από τον πατέρα του  λύτρα για την απελευθέρωσή του, συνοδεύτηκε από βασανιστήρια. Η ταπεινωτική αυτή μεταχείριση για τον νεαρό άνδρα, στάθηκε σημαδιακή και αποφασιστική για την μελλοντική του πορεία και την πολεμική του δράση. Αποτέλεσε την αφετηρία ηθικής αγανάκτησης, που ζητούσε ικανοποίηση με εκδίκηση, όπως το επέβαλε ο κώδικας της Σαρακατσάνικης κουλτούρας και της κλεφτουριάς.

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή του, παραφύλαξε και σκότωσε τον βασανιστή του Μπουλούμπαση, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Διωκόμενος πλέον, θα φτάσει στα Άγραφα και θα ενταχθεί στον νταϊφά του νουνού του καπετάν Δίπλα. Τον υποδέχθηκε αυτός και οι κλέφτες του με ξεχωριστό ενθουσιασμό. Την απόφασή του αυτή ήρθε να σφραγίσει για πάντα ένα ακόμη σημαδιακό γεγονός. Για λόγους εκδίκησης στο φόνο του Μπουλούμπαση, ο Αλή Πασάς θα προβεί στη σύλληψη των γονέων του. Ζητά την παράδοση του κλέφτη γιού τους που μόλις είχε βγει στο κλαρί. Βασανίζει και εκτελεί το ζευγάρι με πνιγμό στα νερά της λίμνης.

Η δοκιμασία της οικογένειας οδηγεί τα αδέρφια στην ένοπλη πάλη και η εκδίκηση κινητοποιεί κάθε προσπάθεια και αυτοθυσία. Όπου πήγαινε με τους κλέφτες του ξεσήκωνε κόσμο σε πόλεις και χωριά, εμψύχωνε τους σκλάβους, προετοιμάζοντας για γενικό ξεσηκωμό. Οι τούρκοι για να εκδικηθούν, έκαψαν ολόκληρο το χωριό του το Μάραθο. Ο Κατσαντώνης σύντομα κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 80 γενναία παλικάρια, όλα σχεδόν, από τα Άγραφα. Αν οι ανάγκες το απαιτούσαν, μπορούσε ακόμα και 250 παλικάρια να προσκαλέσει και να τον ακολουθήσουν.

Ήταν μικρόσωμος, είχε εξωτερικό αδύνατου ανδρός και η φωνή του ήταν βαθύφωνος και μειλίχιος, εξαιρετικά ευκίνητος και ελαφρόσωμος, μας πληροφορεί ο Fauriel. Γρήγορη αντίληψη και ευφυία, αστραφτερή ματιά, πλούσια μαύρα μαλλιά και υποβλητική φωνή. Στο πρόσωπό του η κοινωνία των σκλαβωμένων  ρωμιών που ζούσε σε μια διαρκή κρίση, στερημένη την ελευθερία, με ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, βρήκε τον ήρωα που με την προσωπικότητά του και την αγωνιστικότητά του εξέπεμπε παντού ένα λυτρωτικό μήνυμα.  Η μορφή του ξεσηκώνει και παρηγορεί, πως όπου να ΄ναι θα έρθει το ποθούμενο, η εξέγερση που θα φέρει τη λευτεριά.

Με την ασύγκριτη πολεμική δράση του έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων και των Κοτσαμπάσηδων, αλλά και προστάτης των υπόδουλων χριστιανών συμπατριωτών του. Είναι από τους ελάχιστους που δεν υπέκυψε στις προτάσεις του Αλή Πασά να γίνει αρματολός, δεν προσκύνησε, δεν συμβιβάστηκε.

Η φήμη του Κατσαντώνη ξαπλώθηκε σε ολάκερη την Ελλάδα. Το όνομά του έγινε θρύλος. Η δράση του αναγνωρίστηκε ιδιαίτερα στην κλεφταρματολική  Συνέλευση της Λευκάδας το 1807, όπου ανακηρύχθηκε ως «Πολέμαρχος» δηλαδή αρχηγός όλων των κλεφτών. Η συνέλευση αυτή δίκαια χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο σημαντικά προεπαναστατικά γεγονότα.

Η πρώτη σύγκρουση του Κατσαντώνη με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά έγινε στην Κρύα Βρύση Κλειτσού το 1805, που η  ομάδα του κατατρόπωσε δύναμη 300 υπό τον Ιλάμπεη, τον οποίο και σκότωσε ο ίδιος ο Κατσαντώνης. Ο Αλή Πασάς ενοχλημένος από το γεγονός έστειλε στο Ξηρόμερο 150 άνδρες υπό τον Γουσούφ Αράπη που συνέλαβαν 5 πρόκριτους με την κατηγορία ότι βοηθούσαν τον Κατσαντώνη. Εκείνος μετά από σφοδρή μάχη στην Κεχρινιά Βάλτου εξόντωσε όλη σχεδόν τη δύναμη σκοτώνοντας  145 και τον αρχηγό. Λέγεται ότι αυτοί που γλίτωσαν στάλθηκαν στον Πασά για να μολογήσουν τα γεγονότα. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου κατανίκησε τον δερβέναγα Αλούς Μπεράτη στη θέση Μαλαματέικο Λημέρι του Βάλτου.

Τον Ιούλιο του επόμενου καλοκαιριού του 1806 στη θέση «Πουλιού τη Βρύση» κοντά στην Κρέντη Κερασόβου, συνέτριψε δύναμη 500 Τουρκαλβανών υπό τον Χασάν Μπελούση. Σκοτώθηκαν 30 από τους Τουρκαλβανούς και 3 από τη δύναμη του Κατσαντώνη, ενώ ο ίδιος ο Χασάν Μπελούσης κατέφυγε στον Άγιο Αιμιλιανό της Παλαιοκατούνας. Σύμφωνα με τοπική παράδοση ο Κατσαντώνης είχε αυτό το παρεκκλήσι της Τατάρνας, όπως και το μοναστήρι, γύρισμά του, και με τα παλικάρια του γλεντούσαν στην κοντινή θέση Καλόερος με ψητά και τραγούδια, που τα άφησαν στη μέση. Μετά τη μάχη συνέχισαν το γλέντι με περισσότερη όρεξη.

Ο μελετητής Δημ. Λουκόπουλος  γράφει σχετικά «τούτο το μέρος βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά των Αγράφων. Είναι εκεί που ανεβαίνεις από τον Αγραφιώτη, τον παραπόταμο του Αχελώου, για να πας στο Κεράσοβο. Μια δεκαριά σπίτια ξωτάρικα, σε παραόμορφον διάσελο, με κήπους και δένδρα που τα κρατάει καταπράσινα το νερό της βρύσης του Πουλιού

Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στη θέση Μαλατέικο Λημέρι του Βάλτου νίκησε τον Αλούς Μπεράτη και τους 400 Αρβανίτες του, από τους οποίους σκοτώθηκαν 40. Από τα Αγραφιώτες κλέφτες χάθηκαν μόνο 2.

Στην επόμενη σύγκρουση τον Οκτώβριο του 1806, στη θέση Ληστής του Βάλτου, εναντίον του Μπεκήρ Τζογαδούρου σκοτώθηκαν 20 Τουρκαλβανοί και 2 κλέφτες. Πληγώθηκαν 3 και ο Κατσαντώνης που έσπασε το μηρό του και μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα για νοσηλεία για ένα τρίμηνο.

Το Μάη του 1807 ο Αλή Πασάς έδωσε εντολή στον διαπρεπέστερο των δερβεναγάδων του, τον Βεληγκέκα, να συντρίψει με κάθε τρόπο την κλέφτικη εξέγερση στα Άγραφα, ώστε να ξεμπερδέψει με τον θρυλικό πια πρωτοκλέφτη που ξεσήκωνε τους ραγιάδες.

Ο Βεληγκέκας, που ήταν ο φοβερότερος διώκτης των Ελλήνων, προπορευόμενος των άλλων, με 30 τζοχανταραίους, έχοντας δίπλα του τον Γιάννη Ράγκο, τον γραμματέα του Αλή, πλησίαζε στα λημέρια του Κασταντώνη. Φτάνοντας κοντά τον αναγνώρισε με τα κιάλια του ο κλέφτης Καραϊσκάκης που τότε ακολουθούσε τον Κατσαντώνη.

Σύμφωνα με το αιφνιδιαστικό σχέδιο του Κατσαντώνη, πυροβολήθηκε ο Βεληγκέκας από όλα τα παληκάρια μαζί και έπεσε νεκρός. Η ομάδα του αιφνιδιάστηκε και τράπηκε σε άτακτη φυγή. Επι τόπου σκοτώθηκαν 10 Αρβανίτες και ο Γιάννης Ράγκος τραυματίστηκε στο σαγόνι. Σύμφωνα με τον Φραγκίστα που ήταν παρών, ο Βεληγκέκας ετάφη σε χωράφι του χωριού Χρύσω. Για τον τάφο αυτό γράφει και ο Λουκόπουλος στο βιβλίο του «Στα βουνά του Κατσαντώνη» και ο Πάνος Βασιλείου μας βεβαιώνει ότι το 1929 που πέρασε από εκεί υπήρχε ακόμα το μνήμα του.

Ο Κατσαντώνης συνέχισε τις αντικρούσεις κατά των Τουρκαλβανών, δίνοντας κι άλλες νικηφόρες μάχες, όπως στου Γρεβενού το διάσελο στους Κτημένιους το Ιούνιο του 1807 και στο Γεφύρι του Μανώλη, όπου σκοτώθηκε ο νουνός του Βασίλης Δίπλας.

Η τελευταία σημαντική μάχη του πρωτοκαπετάνιου δόθηκε τον Ιανουάριο του 1808 στη Σπνάσα (Νεραϊδα) εναντίον του Χασάν Μπελούση, ο οποίος υπέστη μεγάλη πανωλεθρία. Από τους 300 μαχητές του σκοτώθηκαν 40 . Από δε τους Κατσαντωναίους  σκοτώθηκε 1 και τραυματίστηκαν 4.

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου 1808, αρρώστησε σε βαθμό που δεν μπορούσε να μετακινηθεί μόνος του, έτσι ο εμπειρικός γιατρός που πάντα τους ακολουθούσε, τον συμβούλεψε να πάει στη Λευκάδα, που υπήρχαν ευρωπαίου γιατροί για να τον θεραπέψουν. Πράγματι με πολλές δυσκολίες και προφυλάξεις κατάφεραν να πάνε στη Λευκάδα, όπου με την φαρμακευτική αγωγή που του προφέρθηκε ανάκαμψε. Επιστρέφοντας όμως στα αγαπημένα του βουνά, αρρώστησε και πάλι, μάλλον από ευλογιά, έτσι που χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Στα μέσα του καλοκαιριού του 1808 ανέθεσε την αρχηγία του κλέφτικου σώματος στον αδερφό του Κώστα Λεπενιώτη και ό ίδιος έχοντας τον αδερφό του Γιώργο Χασιώτης το πλευρό του και 4 με 5 παλικάρια ως φύλαξη, αποσύρθηκε σε μια σπηλιά, κοντά στο χωριό Μοναστηράκι των Αγράφων.

Στη σπηλιά αυτή, ύστερα από προδοσία, οδηγήθηκε το απόσπασμα 400 Τουρκαλβανών υπό τον Άγο Μουχουρτάρη, που περικύκλωσε τα δύο αδέρφια, χωρίς καμία ελπίδα εξόδου. Ο Γιώργος Χασιώτης κουβάλησε τον ανήμπορο αδερφό του στην πλάτη ως και το μοναστήρι του Αη Γιάννη κοντά στην Κρέντη, όπου διανυκτέρευσε το σώμα και υποχρέωσε τους καλογέρους να δώσουν ένα γάιδαρο για τη μεταφορά του ασθενούς. Αγωνιούσαν να φτάσουν γρήγορα πέρα από τον Μέγδοβα, προχωρώντας προς το Καρπενήσι, ώστε να μην τους φτάσουν οι κλέφτες Κατσαντωναίοι, πριν φτάσουν εκεί. Από τη φυλακή στο Καρπενήσι, η εντολή ήταν να οδηγηθούν στα Τρίκαλα, έδρα του Καζά, και από εκεί στα Γιάννενα, στα μπουντρούμια του Αλή.

Ο αδερφός του Κώστας Λεπενιώτης, μας γράφει ο Φραγκίστας, σύντροφος και βιογράφος του Κατσαντώνη, «μετά το θάνατο του Κατσαντώνη ονομάστηκε από τους εναπομείναντες συντρόφους του εν τω άμα αρχηγός».  Στη μάχη που έγινε το  Μάη του 1809 στην τοποθεσία Παπαδιά, ανάμεσα στα χωριά Δομιανοί, Τέρνοβο (σημερινό Παπαδιά), Παυλόπουλο και Στένωμα, διέλυσε το πολυάριθμο ασκέρι του δερβέναγα Σουλεϊμάν Τότη και σκότωσε και τον ίδιο. Συνέχισε να πολεμάει τον Αλή και στο τέλος, άνθρωπος όργανο του Πασά, ο Νικοθέος, θα τον παγιδεύσει και θα τον σκοτώσει στο Φουρνά, κι έτσι θα διαλυθεί και το Κατσαντωνέικο ασκέρι.

Ο Κατσαντώνης με τα ηρωικά του κατορθώματα και το μαρτυρικό του θάνατο πέρασε στην ιστορία ως θρύλος και τραγούδι, ως ποίηση, ως μυθιστόρημα, ως θέατρο και λογοτεχνία, ως λαϊκό ανάγνωσμα γενεών  και γενεών. Μπορεί δίκαια ο τόπος που γεννήθηκε και ανδρώθηκε, τα βουνά των Αγράφων και οι Σαρακατσαναίοι να υπερηφανεύονται για αυτόν και την οικογένειά του. Όπως κι εμείς σήμερα νιώθουμε υπερηφάνεια, ως Ευρυτάνες, για τον ήρωα Κατσαντώνη, ωστόσο η επαναστατική του δράση και ο ηρωισμός του, με το φωτοστέφανο του μαρτυρικού του θανάτου, ανήκει σε ολόκληρο το έθνος.

Ο Κατσαντώνης είναι ταυτισμένος με τη Ρωμιοσύνη. Όχι μόνο έδωσε τη ζωή του θυσία στο όραμα της λευτεριάς της, αλλά έδειξε και το δρόμο για την κατάκτησή της. Υπήρξε ο Ρήγας Φεραίος των Βουνών, ο πρωτοκαπετάνιος της εξέγερσης, που λίγα χρόνια μετά το θάνατό του, οδήγησε στον Αγώνα  της Ανεξαρτησίας.

Η μαθήτρια Γεωργία Μπανιά απήγγειλε το ποίημα του Αρ. Βαλαωρίτη «Κατσαντώνης».

Ο Κατσαντώνης

 

Εσείς όπου τον είδετε ψηλά στα κορφοβούνια,

σταυραητοί και πέρδικες, ξηφτέρια, χελιδόνια,

ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.

Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου, κλάψτε.

Ένας παπάς τον πρόδωκε! Μαχαίρι να του γένη

η κοινωνιά που το ’βαψε τ’ αφορεσμένο στόμα,

θηλειά κι αστρίτης στο λαιμό τ’ άγιο του πετραχήλι,

να μη βρεθή πνευματικός να τον ξεμολογήση

κι αγαπημένα δάκτυλα τα μάτια του να κλείσουν!

 

Το γκαρδιακό τ’ αδέρφι του, ο Γιώργος ο Χασώτης,

έξυπνος ακουρμαίνεται, κοιμάτ’ ο Κατσαντώνης.

Η ευλογιά τον έψησεν, η θέρμη τον ανάφτει.

 

– Ξύπν’, αδερφέ μου, ξύπνησε στον ώμο να σε πάρω·

πλακώσανε οι λιάπιδες και θα μας πιάσουν σκλάβους.

– Τρέχ’, αδερφέ μου, γλίτωσε, μη με ψυχοπονιέσαι.

Κι αν μ’ αγαπάς και πιθυμάς να πάω φχαριστημένος,

κόψε μου το κεφάλι μου μη μου το πάρ’ ο Αράπης

και φέρ’ το πάνω στ’ Άγραφα, και διάλεξ’ ένα βράχο

και δος του το να το φορή, κορφή του να το κάμη,

να το φορή, να το βαστά σαν περικεφαλαία.

Έλ’, αδερφέ μου, γλήγορα, γλήγορα να με κόψης

να πάγω κει ψηλά ψηλά, να φύγω δώθε μέσα,

νάρχονται μαύρα σύγνεφα, νάρχοντ’ αστροπελέκια

να μου θυμάνε το καπνό, να μου θυμάν’ τη λάμψι

του τουφεκιού μου, π’ ορφανό στα χέρια σου θα μείνη.

Να τ’ αγαπάς, να το φιλής, να τόχεις σαν αδέρφι.

 

Ο Γιώργος εκατάλαβε πως τ’ ανεβαίν’ η θέρμη,

τον άρπαξε στον ώμο του κι απ’ τη σπηλιά πετιέται.

Επήρε τον ανήφορο, στο ξάγναντο προβαίνει,

εξήντα βλέπει Τσάμιδες που τον εκυνηγούσαν.

Κάθε φορά που σίμωναν, έστενε μετερίζι

του Κατσαντώνη το κορμί κι άδειαζε τ’ άρματά του.

Χαρά στη μάνα πόκανε παιδιά τέτοια λιοντάρια!

Έτσι κυνηγηθήκανε τα δυο πιστά τ’ αδέρφια,

όσο που βγήκε ο αυγερινός κι αχνίσανε τ’ αστέρια.

Τότε λαβώθηκε βαριά ο Γιώργος στο ποδάρι,

και τους επιάσαν ζωντανούς, στα Γιάννινα τους φέραν.

 

Και μιαν αυγή στον Πλάτανο, που από μικρό κλωνάρι

εχόντρυνε κι επλάτυνε, βυζαίνοντας το γαίμα,

την ώρα τους την ύστερη, βαριά σιδερωμένα

του Βάλτου, του Ξερόμερου τα δυο θεριά προσμένουν.

Χίλιων λογιώνε σύνεργα, δαυλιά, σφυρί κι αμόνι

σκόρπια στο χώμα βρίσκονται κι εκείνοι τα τηράνε.

Ο Γιώργος σαν κ’ εδάκρυσε για το γλυκό του αδέρφι.

Του Κατσαντώνη μια ματιά, κ’ εστρέφεψε το δάκρυ.

Κι εκεί που διηγούντανε τονα τ’ αδέρφι στ’ άλλο

τα περασμένα νιάτα τους, την κρύα τη βρυσούλα,

το φόβο του Αλήπασα, του Γκέκα τη λαχτάρα,

έξαφν’ αστράφτ’ ένα σπαθί και γέρν’ ένα κεφάλι:

«Χριστός ανέστη, πλάκωσα!» φωνάζ’ ο Κατσαντώνης

κι ένα φιλί, στερνό φιλί από μακρά τού ρίχνει.

 

Μες στα κλαριά του πλάτανου, μες στα χλωρά τα φύλλα

σα νάταν στο λημέρι της, εκρύφτηκ’ η ψυχή του,

κι εκύτταζε τον αδερφό που τόνε μαρτυρεύουν.

Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι

κι αρχίσανε με το σφυρί να τόνε πελεκάνε.

Σκλήθραις πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μελούδια·

νεύρα, κομμένα κρέατα σέρνονται σαν ξεσκλίδια,

και κειος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:

 

Χτυπάτε, πελεκάτε με·

σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας,

φωτιά, σφυρί κι αμόνι.

 

Μιαν ώρα πελεκούσανε, τα χέρια τους δειλιάζαν,

οι γύφτοι βαρεθήκανε και το λαιμό του κόβουν.

Ανοιγοκλούσ’ ο λάρυγγας, μαύρο πετά το γαίμα

και μες στον κόκκινό του αφρό, μες στη βραχνή γαργάρα

μισοκομμέν’ ακούονται του τραγουδιού τα λόγια:

 

Χτυπάτε, πελεκάτε με·

σκυλιά, τον Κατσαντώνη

δεν τον τρομάζει Αλήπασας,

φωτιά, σφυρί κι αμόνι.

 

Ο πλάτανος, σαν ένιωσε στη ρίζα του το γαίμα,

αλαίμαργα το ρούφηξε να μη το πιει το χώμα,

κι εστοίχειωσε κι εθέριεψε κι άπλωσε τα κλωνάρια

τόσο χοντρά κι’ ατάραγα και τόσο φουντωμένα,

που τάβλεπ’ ο Αλήπασας τη νύχτα στ’ όνειρό του

κ’ εφώναζε κ’ ελάμπαζε μην έλθ’ εκείν’ η μέρα

που τα κλαριά του πλάτανου την Πόλι θα πλακώσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *