Σταυρός-Πτελοπούλα
Άστατος ο Μάρτης. Μια βγαίνει ο ήλιος και ο ουρανός λάμπει, μια μαζεύονται σύννεφα και ξαφνικά αρχίζει να βρέχει.
Με αφορμή λοιπόν τον άστατο καιρό που επικρατεί σχεδόν όλο το Μάρτη και στα πλαίσια του προγράμματος που υλοποιούν οι τάξεις Α΄και Β΄ «Ένα ρολόι για τις τέσσερις εποχές: Άνοιξη» πραγματοποιήσαμε τις παρακάτω δραστηριότητες:
π.χ. «Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης
Κι αν τύχει και θυμώσει μες στο χιόνι θα μας χώσει.»
ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ ΤΟΥΣ
Οι δώδεκα μήνες τον παλιό καιρό ήταν αδέλφια. Είχαν ένα βουτσάκι γεμάτο κρασί και είχε κείνο το βουτσάκι δώδεκα πίρους. Μια μέρα είπαν να μοιράσουνε το κρασί και να πάρει ο καθένας τον πίρο του. Οι πίροι ήταν ο ένας πάνω από τον άλλο.
Την ώρα που μοιράζανε, ο γέρο-Μάρτης, πονηρός, είπε στους άλλους: «Αφήστε σ’ εμένα τον κάτω πίρο, γιατί είμαι γέροντας και δεν μπορώ ν’ ανεβαίνω ψηλά.»
Οι άλλοι δεν καταλάβανε την πονηριά του και τον αφήκανε. Μα ο καλός σου ο γέρο-Μάρτης άνοιξε αμέσως τον πίρο του κι άρχισε να κουτσοπίνει μοναχός του, ενώ οι άλλοι φυλάγανε το μερτικό τους και δεν το πίνανε.
Κάποτε όμως πήγανε κι οι άλλοι μήνες ν’ ανοίξουν ο καθένας τον πίρο του για να πιούνε. Ανοίγει ο ένας, τίποτα κρασί, ανοίγει ο άλλος, τίποτα. Όλοι ανοίξανε τους πίρους τους και κανενός δεν έβγαινε κρασί, αλλά του γερο-Μάρτη κάτι έβγανε ακόμα. Τότε κι αυτοί οι κουτοί κατάλαβαν πως τους εγέλασε ο γέρος και τους ήπιε το κρασί και τον πιάσανε το φίλο και του τράβηξαν ένα ξύλο, που είπε αμάν.
Από τότε λοιπόν ο Μάρτης, όταν θυμάται τη δουλειά που σκάρωσε στ’ αδέρφια του, που τους ήπιε δηλαδή τα κρασί, γελάει, κι ο καιρός ξαστερώνει. Όταν όμως θυμάται και το ξύλο που ‘φαγε, κλαίει, και τότες είναι που βρέχει.
Λαϊκή παράδοση
(από τη συλλογή Δ. Λουκάτου)
Αφήστε μια απάντηση