ΣΤΗ ΣΤΑΝΗ

Κάτω  από  κάπα  μάλλινη  νύχτα  καταλαγιάζω

και  τα  ποδάρια  στο  έδαφο  το  βράδυ  γονατώ.

Έχω  για  πάπλωμα  άχυρα  και  τώρα  που  κουρνιάζω

στις  φτέρνες  μου,  τ’ ανάλαφρα  τα  χώματα  πατώ.

 

Ποτέ  μου  δεν  ξαπόστασα,  δε  γνώρισα  βοήθεια

κι  ούτε  ποτέ  μου  θέλησα  να  παραπονεθώ.

Του  αλόγου  εκαβαλίκεψα  τη  σέλα  και  στα  στήθια

καημό  να  τρέχω  στο  άτι  μου,  μαζί  του  να  χαθώ.

 

Τρέχω  με  δύναμη  πολύ  στον  «Κόκκινο»  καβάλα

κι  ακούω  τα  βελάσματα,  θαρρώ  πως  σειέται  η  γη.

Πάω  στη  στρούγκα  γι’  άρμεγμα  κι  από  το  πρώτο  γάλα

γιομίζω  την  καρδάρα  μου  κι  αφήνω  το  τραγί.

 

Και  τώρα  που  σουρούπωσε,  τα  πρόβατα  στη  στάνη

κλείνω  κι  αφήνω  ελεύθερα  στη  νύχτα  τα  σκυλιά.

Οι  καραμούζες  βλέπουνε  το  σκιάχτρο  στο  μποστάνι

κι  από  το  φόβο  κόβεται  το  κράξιμο,  η  λαλιά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Θέλω  να  φύγω  μάνα  μου,  Θέλω  να  ταξιδέψω,

να  ιδώ  άλλους  μακρινούς  και  πάλι  να  γυρίσω

κοντά  σας   στα  γεράματα,  εδώ  με  σας  να  ζήσω

κι  όλα  της  ζήσης  τα  όνειρα  μαζί  σας  να   πιστέψω.

 

Σε  χαιρετώ  μανούλα  μου,  σε  χαιρετώ  και  σένα

ζωή  και  σας  υπόσχομαι  να  ρθω  σε  λίγα  χρόνια,

με  τα  μαλλιά  κατάλευκα  που  θα  ’ναι  όπως  τα  χιόνια.

Σκέψεις  θα  φέρνω  μακρινές  για  σας  από  τα  ξένα.

 

Πριν  φύγω  κάτι  θα  σας  πω  κι  ακούστε  με   για  λίγο:

Τη  γη  μην  αφήσετε  μονάχη  της  να  σβήνει,

μην  την  αφήσετε  άβουλη,    στα  μάτια  και  στη  δίνη,

έρμαιο  του  ανήθικου  ερχομού.  Τώρα  μπορώ  να  φύγω.

 

Γυρίζω  με  τα  κάτασπρα  μαλλιά  μου  και  τα  γένια

φέρνω  τα  οράματα  σωρό,  τις  σκέψεις  μου  σας  φέρνω,

μα  δε  γνωρίζω  αν  είστε  σεις  και  μόλις  καταφέρνω

να  βρω  μια  στάλα  απ’  των  παλιών  καιρών  μου  την  ευγένεια.

 

Νομίζω  πως  ξεχάσατε,  δεν  ξέρετε  που  πάτε,

αφήσατε  σας  σκέπασε  το  χώμα  και  πατάτε

κορμιά    από  ανθρώπους  άξιους.  Στις  φλέβες  σας  κοιμάται

αδιάφορο  το  αίμα  σας.  Συμφέροντα  κοιτάτε.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

 

 

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

Ο ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΗΡΩΑΣ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ΓΡΑΦΕΙ  Ο  ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

 

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ  ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ

  Ο  ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ    ΜΕΓΑΛΟΣ  ΗΡΩΑΣ

  (Πολλούς  ήρωες  αξίζει  να τους  γνωρίζουμε   και  να  τους  τοποθετούμε  στη  θέση  που  τους  αξίζει  στην  τοπική  μας  ιστορία.  Το  διήγημα  που  είναι  βασισμένο  σε  αληθινά  στοιχεία  αναφέρεται  στον  Γεράσιμο  Ραυτόπουλο,  ο  οποίος  πολέμησε στους  Βαλκανικούς  πολέμους  1912-1913  και  διακρίθηκε  και  στο  χωριό  μου,  το  Σαραντάπορο.   Γεννήθηκε  το  1900  στο  Φισκάρδο(συγκεκριμένα στον οικισμό τότε των Μεσοβουνίων)  της  Κεφαλονιάς  και  εργαζόταν  στο  σπίτι  ενός  πλούσιου,  στην  Πύλο.  Η  μητέρα  του  έμενε  στον  Πειραιά  και  ο  πατέρας  του  ήταν  αρτοποιός   στην  Ύδρα).

 

«Η  πατρίδα,  μας  καλεί  σ’  επιστράτευση.  Χρειάζομαι  τα  χρήματα  για  να  φύγω»   είπε  στ’  αφεντικό  του  και  μόλις  πληρώθηκε,   έφυγε  αμέσως  στην  Αθήνα  όπου  παρουσιάστηκε  στο  στρατολογικό  γραφείο,  το  οποίο  κατακλύζονταν  με  εθελοντές  απ’ όλη  την  Ελλάδα  και  την  ομογένεια.

«Εσύ  μικρέ  τι  δουλειά  έχεις  εδώ;  Ο  πόλεμος  είναι  μόνο  για  άντρες. Έχεις  χρόνια  μπροστά  σου  για  να  καταταγείς  στο  στρατό»  είπαν  στο  δωδεκάχρονο  αγόρι,  το  οποίο  χωρίς  να  απογοητευθεί,  πήγε  στον  σταθμό  του  Πειραιά  και  χώθηκε  κρυφά  στο  βαγόνι  με  τους  στρατιώτες  με  προορισμό  τη  Λάρισα.  Φτάνοντας  στη  Λάρισα,  παρακάλεσε  τον  Διοικητή  του  18ου  Συντάγματος  της  6ης  Μεραρχίας  να  τον  εντάξει  στη  δύναμή  του.  Ο  Διοικητής  τον  δέχτηκε  για  το  βοηθητικό  προσωπικό  μόνο,  χωρίς  να  του  δώσει  όπλο,  όπως  ακριβώς  έκανε  και  ο  Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης  μ’  εκείνο  το  βυζασταρούδι  του  1821,  που  του  είχε  πει: «Εμένα  Καπετάνιε  δεν  δεν  θα  μου  δώκεις  ντουφέκι;»

Οι  Έλληνες  στρατιώτες  πέρασαν  τα  ελληνοτουρκικά  σύνορα  και   στις  6  Οκτωβρίου μπήκαν  στην  Ελασσόνα.  Ο  Γεράσιμος  άρπαξε  το  όπλο,  τύπου  «Μαρτίνι»,  απ’  τα  χέρια  ενός  Τούρκου  στρατιώτη  παίρνοντας  το  βάπτισμα  του  πυρός, προκαλώντας  το  θαυμασμό  και  του  ίδιου  του  τού  Διοικητή.

«Μπράβο  Γεράσιμε.  Θ’  ακούει  τ’  όνομά  σου  ο  Ταξίν Πασάς  και  θα  τρέμει.  Οι  Τούρκοι  υποχώρησαν  για  τα  στενά  του  Σαρανταπόρου.  Ο  Γερμανός  στρατηγός  Φον  Ντερ  Γκολτς  είπε  πως  το  Σαραντάπορο  είναι  απόρθητο  φρούριο   κι  εκει   θα  γίνει  ο  τάφος  μας.  Θα  τους  δείξουμε  όμως.  Η  9η  Οκτώβρη  και  η  μάχη  στο  Σαραντάπορο  θα  είναι  μάχη  καθοριστικής  σημασίας  για  την  πατρίδα  μας.  Εμπρός  λοιπόν  για  την  Ελευθερία!  Όπλο  έχεις,  ψυχή  έχεις.  Για  πόσο  θα  είμαστε  ακόμη  σκλάβοι  των  ξένων;»

Χίλια  εννιακόσια  δώδεκα  και  μάχες

σε  δύσβατα  στενά,  σώμα  με  σώμα.

Στο  Σαραντάπορο  βογκούν  οι  ράχες.

Των ξένων  σκλάβοι για  πόσο  ακόμα;

 

Χίλια  εννιακόσια  δώδεκα,  σελίδα

ένδοξη  γράφεται  στην  ιστορία.

Σε  Κρήτη,  Ήπειρο,  νησιά,  η  πατρίδα

βροντοφωνάζει:  «Ελευθερία».

 

Μπαίνει  ο  Γεράσιμος  ευθύς  στη  μάχη,

Θάρρος  ηρώων  περίσσιο  υπάρχει.

Εμπρός  Γεράσιμε  για  νέα  νίκη

να  μπούμε πρώτοι  Θεσσαλονίκη!

 

Το  βράδυ  της  9ης  Οκτώβρη,  τον  καλεί  πάλι  ο  Διοικητής  του. «Είσαι  άξιος  πολεμιστής  μικρέ. Το  καινούριο  μας  όπλο,  αυτό  το  Μάνλιχερ,  είναι  το  δώρο  σου. Σου  αξίζει  και  θα  σου  χρειαστεί. Οι  Τούρκοι  μπορεί  να  έγιναν άφαντοι  από  το  Σαραντάπορο,  αλλά  έχουμε  κι  άλλα μέρη  ακόμη  να  λευτερώσουμε».

                                Χίλια  εννιακόσια  δώδεκα,  Ελασσόνα,

Γκλίγκοβο,  Γιαννιτσά,  Θεσσαλονίκη.

Οι  Έλληνες,  στη  μάχη,  στον  αγώνα,

  από  τη  μια  περνούν,  στην  άλλη  νίκη.

 

Δεν  πέρασαν  λίγες  μέρες  κι  ενώ  ο  ελληνικός  στρατός  προχωρούσε  στη  Μακεδονία  από  νίκη  σε  νίκη,  πέντε  Βούλγαροι   πιάνουν, στο  Κιλκίς,  το  μικρό  ελληνόπουλο  αιχμάλωτο  και  προσπαθούν  να  το  δέσουν.  Χωρίς  να  τα  χάσει  ο  Γεράσιμος,  βγάζει  με   θάρρος  το  «Μάνλιχερ»,  σημαδεύει   και  σκοτώνει  τους  τρεις  απ’  αυτούς   ενώ  οι  άλλοι  δύο  τρέπονται  πανικόβλητοι  σε  φυγή.   Ο  μικρότερος  Έλληνας  μαχητής   πολεμούσε  λυσσαλέα  και  όταν  είδε  έναν  τραυματισμένο  Εύζωνα  που  κινδύνευε  να  σκοτωθεί  από  τους  Τούρκους,  μπήκε  ανάμεσα  στα  πυρά  και  τον  μετέφερε  σε  ελληνικά  χέρια  για  να  του  παρασχεθούν  οι  πρώτες  βοήθειες.  «Για την ανδραγαθία  σου  και  για  τα  κατορθώματά   σου,   η  πατρίδα  σε  προάγει  σε  Δεκανέα»  ήταν  τα  λόγια  του  Διοικητή  του,  που  συνέχισε:  « Τις ιστορίες των  Βαλκανικών  πολέμων  θα  τις μαθαίνουν  σαν  παραμύθια  οι  επόμενες  γενιές  κι  εσύ  θα  είσαι  ο  μικρότερος   Έλληνας  υπαξιωματικός  και  ο  αληθινός  ήρωας  των  παραμυθιών  τους  ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ  ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΣΤΟΝ ΓΕΡΑΣΙΜΟ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟ
Γεράσιμε Ραυτόπουλε, μικρέ Μεσοβουνιώτη,
ήρωα δωδεκάχρονε που εχάρισες τη νιότη
στο κάλεσμα της λευτεριάς κι ήσουν λοχίας νέος,
στο μπόι έμοιαζες παιδί, στη μάχη άντρας γενναίος.

Σε πόλεμους Βαλκανικούς για την ελευθερία,
παρασημοφορήθηκες για θάρρος και γι’ αντρεία
κι ήσουν ο νεαρότερος υπαξιωματικός μας,
όταν μαζί σου η λευτεριά απλώνονταν εμπρός μας.

Στην Ελασσόνα από ’ξαρχής, δάφνης κλωνί εφάνη,
στο Σαραντάπορο έπλεξες της δόξας το στεφάνι,
το τίμησες στο Λαχανά, το εφόρεσες στην κόμη,
δαφνοστεφανοστόλιστο το χώμα σου ακόμη.
Δημήτρης Ντάλλας

ΠΗΓΕΣ

http://www.army.gr/default.php?pname=IstorikoMaxhsISarantaporou&la=1

http://www.kefalonitikanea.gr/2013/08/blog-post_2129.html#.VDqosGd_sbA

http://www.ellinikoarxeio.com/2010/11/o-gerasimos-raftopoulos-ellinikos.html#ixzz28Dn3AhSu

ΙΣΤΟΡΙΑ   ΣΤ΄  ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

ΓΛΩΣΣΑ  Β’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΟΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ, ΟΛΟΙ ΙΣΟΙ

 

Άλλη  γλώσσα  μιλάει,

μα…   μιλάει  με  το  στόμα,

διαφέρει  στο  χρώμα

και  μου  λες  πως  πατάει

ίδια  γη,  ίδιο  χώμα.

 

 

Η  δική  του  θρησκεία,

κι  ο  Θεός  του   διαφέρει,

δεν  του  σφίγγω  το  χέρι

κι  ας  μπορούσε  η  ηλικία

πιο  κοντά  να  μας  φέρει.

 

Είμαι  ίδιος  μου  είπες,

με  τον  άγνωστο  νέο,

στις  χαρές  και  στις  λύπες

ίδιο  αέρα  αναπνέω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

15-10-2014

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

το προξενιό

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Την  Πασχαλιά,  στον  τόπο  μας  γίνονταν  και  πολλά  προξενιά.  Την  πρωτοβουλία  την  έπαιρναν  συνήθως οι  ίδιοι  οι  γονείς  του  γαμπρού  ή  έστελναν  την  προξενήτρα,  λογαριάζοντας  βεβαίως  και  τη  σχετική  προίκα  της  νύφης.  Η  μεταφορά  ενός  τέτοιου  προξενιού  στη σκηνή,  από  τους  μαθητές  του  Δημοτικού   Σχολείου  Βλαχογιαννίου, μας  συνδέει  και  μας  προξενεύει  όλους  εμάς  με  την  παράδοση.

 

 

 

 

ΣKΗΝΗ  1η

(Οι γονείς  του γαμπρού  Βαγγιλί  και  Κωσταντής  συζητούν  καθισμένοι  σε  καρέκλες,  έχοντας  μπροστά  τους  το  σοφρά)

Βαγγιλί:

Του  πιδί  μας,     Κουσταντή, απουλύθκη  απού  φαντάρους. Πρέπει  να  του  διαλέξουμι  καμιά νύφη.

Κωσταντής:   Σι  γιόμπσι καμία του  μάτι  ιδώ  στου  χουριό;

Βαγγιλί

Του  κουρίτσι  τΝικόλα,  μι  φαίνιτι  ότπρέπει  για του γιόκα μας. Κιντάει,  γνιέθει,  υφαίνει,  ζμώνει,  ανοίγει  φύλλου,  κι   κάθι  φουρά  που  πιρνώ  απού  κει,  τνέχει   πάντα  σκουπιζμένη  τναυλή.

Κωσταντής:

 Ιξόν  απ’  αυτά  που  είπις  Βαγγιλί,  είνι  κι  απού  καλή  οικουγένεια  κι  έχει  κι   προίκα.

 Θα  στείλουμι  ντΔισπούλου  ντπρουξινήτρα, που  τα  φέρι  καλά  φούρλα  κι  άμα  τα  συμφουνέσουμι  να  του  πάρουμι  του  κουρίτσι.  (Κωσταντής  και  Βαγγιλί  φεύγουν  από  τη  σκηνή)

…………………………………………………………………

 

ΣΚΗΝΗ  2η

(Η  Δισπούλου  βρίσκεται  στο  σπίτι  της  νύφης  και  συζητά  με  τους  γονείς  της,  το  Νικόλα  και  τη  Χρυσούλου)    

Δισπούλου: 

Απουλές  Νικόλα  πιρνούσα  ιψές  απ’  τουν  άλλου  του  μαχαλά  κι  μιέκανι  νόημα    η  Βαγγιλί,  η  Κωσταντάκινα,  να  πάου  στου  σπίτιτς.  Όπους  τούφιρι  η  κουβέντα  μ’  είπαν  πως  θελν  τθυγατέρας  για  νύφη.  Του  πιδίτς  είνι  απ’  τα  καλύτιρα  στου  χουριό.

Φλάγει  του  κουπάδι,  ουργώνει,  κουρεύει,  αρμέγει  κι  έβγαλι  κι  ντΔιυτέρα  δημοτικού. Στα  νύχια  τουν  παένει  του  χουρό. (κοιτάζει  προς  τη  Χρυσούλου  τη γυναίκα  του Κωσταντή  και  συνεχίζει) Θα  τούιδις  κισύ  Χρυσούλου  πως  του  παένει  του  Τσιάμκου.

Χρυσούλου:

  Πως…τούιδα…πως  δεν  τούιδα.  Άμα  θελν  οι  άντροι  ιμένα  κανένας  λόγους  δε  μι  πέφτει.

Νικόλας:

Μι όλη  γκαρδιάμας  Δισπούλου.  Στείλτις  ταχιά  μαζί  μι  τουν  παπά  για  να  φκιάσει  του  προικουσύμφουνου  κι  αρκεί  να  τα  βρούμι.(Φεύγουν  όλοι  από  τη  σκηνή)

…………………………………………………………………..

 

ΣΚΗΝΗ  3η

( Στο  σπίτι  της  νύφης  βρίσκεται  ο  παπάς,  ο  πατέρας  του  γαμπρού   Κωσταντής  και  οι  γονείς  της  Νικόλας  και  Χρυσούλου)

Παπάς:

(Γράφει  διαβάζοντας)

Εν  ονόματι  της  Αγίας  Τριάδας,  προστάτιδος  του  χωρίου  Βλαχογιαννίου,  προικίζεται  η  μεγαλυτέρα  θυγατήρ  του  Κωσταντή  Κοντοφέτσιου  με:

(Κοιτάει  το  Νικόλα  και  λέει)

 Πέστα  Νικόλαε  να  τα  καταγράψω.

Νικόλας:

(Ο  Νικόλας  λέει  και  σε  κάθε  πρότασή  του,    ο  παπάς  επαναλαμβάνει  την  τελευταία  λέξη)

Ένα  εικόνισμα  των  Δωδεκαποστόλων  σε  χοντρό  ξύλο.

Τρία  ολόγερα  και  μπουγαδιασμένα  αϊπανουφόρια.

Ενάμισυ  ζευγάρι  μάλλινα  σκούνια  κι  ώσπου  να  γίνει  ο  γάμος  θα  γίνουν  δύο.

Ένα  ζευγάρι    παπούτσια,  κατάγερα  και  ένα  δεύτερο   ζευγάρι  μπαλωμένο.

Είκοσι  πέντε  οριές  λάστιχο  για  βρακοζούνα.

Μία  κατσαρόλα  αλουμινένια,  δύο  ταψιά  και  μία  μπραγάτσα.  Το  μεγαλύτερο  από  τα  ταψιά  και η  μπραγάτσα είναι  μπακιρένια,  ενθύμιο  απντμπάμπου Τζιβούλου.

Μία  πήλινη  λαήνα  και  δύο  πήλινα  φλιτζάνια  του  καφέ.

Δυο  γκιούμια.

Πέντε  κότες.

Όλα  τα  αυγά  από  τις  υπόλοιπες  κότες  θα  δίδονται για  τον  γαμπρό,  ως  την  Κυριακή  του  γάμου  και  μετά  ας  τα  αυγατίσει  ο  ίδιος.

 Έναν  κόκουτα,  δυο  σκλια  και  τριάντα  πρόβατα.

Ένα  πεντακουσιάρκο  και  το  μισό  χουράφι  στ’  Αμπέλια.

Κωσταντής:

 A!  Όλα  κι  όλα.  Ιδώ τα  χαλάμι.  Του  θέλουμι  ουλόκληρου  του  χουράφι.  Οι  κιροί  είνι  δύσκολοι.

Νικόλας: 

Έχω  κι  άλλα  πιδιά  για  παντρειά.  Άμα  στου  δώσου  όλου  του  χουράφι  κόψι  μι  τουλάχιστου  του  πιντακουσσιάρκου.

 Κωσταντής:

  Σβήστου  παπά.

Παπάς:

Βάλι  Νικόλα  τνυπουγραφής  ιδώ  που  λέει  η  πιθιρός.

(Οι  συμπέθεροι  Κωσταντής- Νικόλας- Χρυσούλου,  δίνουν  τα  χέρια  και  λένε)

Άιντε  να  μας  ζήσουν.

Παπάς:

 Η  Αγία  Τριάς  πάντοτε  στο  πλευρό  όλων  μας.  Η  ώρα  η  καλή.

Χρυσούλου: 

Να  πάμε  να του   πούμι  κι  στα  πιδιά.

 

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΕΝ ΛΑΡΙΣΗ 2013

ΕΝ  ΛΑΡΙΣΗ  2013

 

Καπνός  εις  την  Νεάπολιν,  στο  Αλκαζάρ  καπνός,

στην  πόλιν,  στα  περίχωρα ,  εμαύρισε  ο  ουρανός.

Τα  σωματίδια  άνωθεν   πολλοί  έχουν  μετρήσει

και  πρόβλημα,  αποφάνθησαν,  υπάρχει   εν  τη  Λαρίση.

 

Απ’  το  βαθύ  τον  ύπνο  του,  ξυπνώ  και  το  Σουρή,

να  γράψει  ένα  ποίημα  για  σόμπα  και  μπουρί.

Παρέστη  ο  Γιώργης  νοερώς  και  μεταξύ  των  φίλων,

μου  έδωσε  το  ποίημα  περί  των  καυσοξύλων.

 

Γραπτώς  τους  στίχους,  μου  έδωσε  και  μού  ’πε  μυστικά,

καπνίζουν  περισσότερον  ξύλα  βουλγαρικά.

Στη  Λάρισα  ετόνισε  και  εις  την  επαρχία,

τα  δάση  θα  εκλείψουνε  κι  από  τα  Δασαρχεία.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ

ΠΟΙΗΜΑ  ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ  ΣΗΜΑΙΑΣ

(σημαιοφόρου  Βλαχογιαννίου)

 

 

Μου  δίνετ’ ένα  σύμβολο  ιερό

σημαία  ελληνική  για  να  κρατήσω.

Την  ιστορία  του  έθνους,  το  σταυρό,

έχω  βαθύ  το  χρέος  να  τιμήσω.

 

Στο  Βλαχογιάννι  αξέχαστη  η  στιγμή,

στο  χώρο  της  Αγίας  Τριάδας,

ώρα  μεγάλη  κι  ύψιστη  τιμή

που  παίρνω  τη  σημαία  της  Ελλάδας.

 

Απ’  των  ηρώων  τα  κόκαλα  πανί,

σταλμένο  σ’  άγιο  κι  ευλογημένο  χώρο,

σημαία  μου  λευκή  και  γαλανή,

τι  περηφάνια!  που  μου  λέν’ σημαιοφόρο!

 

Δ.ΝΤΑΛΛΑΣ

7-10-2013

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

Ο ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ

Τις  πινακίδες  έδωσες  γιατί  έμεινες  ταπί

κι  αγόρασες  ποδήλατο  να  κάνεις  προκοπή.

Τη  Λάρισα  διέσχιζαν  του  ποδηλάτου  οι  ζάντες

και  στον  ποδηλατόδρομο  έκαναν  άκρη  οι  πάντες.

 

Στον  γύρο  εδήλωνες  παρών  τον  ποδηλατικό

και  τ’  όχημά  σου,  έλεγες,  είναι  φανταστικό.

Ως  ποιητής,  τα  έβαλα  με  σας  τους  ποδηλάτες,

γιατί  τρομοκρατήσατε  στην  πόλη  μας  τις  γάτες.

 

Ο  γάτος  ενός  γείτονα  εγλίτωσε  στο  τσακ

από  ελιγμούς  απότομους  και  ξαφνικά  ζικ  ζακ.

Θα  ρθουν  οι  αγριόγατοι,  θα  σας  τα  κάνουν  βίδες,

θα  ψάχνετε  στη  Λάρισα  να  βρείτε  τις  βαλβίδες.

 

Στη  στάση  που  περίμενα,  να  πάρω  το  αστικό,

περνούσες  με  ποδήλατο  απ’  το  Δικαστικό

κι  ερέθισμα  ήταν  κι  αφορμή  των  παρακάτω  στίχων,

αφού  δεν  ασχολήθηκα  ποτέ  περί  λαστίχων.

 

Πρωί  και  βράδυ  από  μπροστά,  περνάς  καμαρωτά,

κορδώνονται  τα  λάστιχα  που  είναι  φουσκωτά,

να  με  πατήσεις  κόντεψες  και  ούτε  καλημέρα.

Η  τρόμπα  θα  σου  φούσκωσε  και  το  μυαλό  με  αέρα.

 

Στην  Κούμα,  στον  πεζόδρομο,  πού  βρέθηκε  καρφί;

Το  πάτησες,  δεν  πρόλαβες  να  πάρεις  τη  στροφή

κι  εκεί  στη  Ρούσβελτ,  δεξιά,  στα  κάστανα,  στις  ρόκες,

περίμενες  τα  λάστιχα  πως  θα  πατούσαν  πρόκες; 

(συνεχίζεται)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΝΤΑΛΛΑΣ

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΓΑΛΗΝΗ

ΓΑΛΗΝΗ

 

Τα  μάτια  επνίγηκαν  στο φως,  όταν  η  χάρη,

άνθη  σκορπούσε  ολόλευκα  στο  φύσημα  του  αέρα.

Σιώπασαν  όλα γύρω  μου  και  ξάφνου  πέρα  ως  πέρα

θείο  της  γης  και  του  ουρανού  αντήχησε  τροπάρι.

 

Ήταν  το  χώμα  ευωδιαστό  με  ανθούς  γιομάτο

σαν  άρχισε  ο  άνεμος  σιγά  να  ξεμακραίνει.

Βαθειά  φωνή,  αγγελική,  το  σώμα  μου  ανασταίνει,

τώρα  που  ακούω  της  άνοιξης  το  τραγούδι  απάνου  ως  κάτω.

 

Κι  όταν  το  βλέμμα  μου  απαλό  στον  ίσκιο  στέκει,

βλέπω  τα  κρίνα  αμάραντα,  τον  ήλιο  εμπρός  μου,

σε  όλες  να  δείχνει  τις  ψυχές  την  ομορφιά  του  κόσμου

κι  εγώ  στου  ήλιου  το  άγιο  φως  να  κάθουμαι  παρέκει.

 

Η  ελπίδα  μένει  σιωπηλή,  στη  σκέψη  μόνη

κι  ο νους  μου  ακούει  τους  ψαλμούς   που  φέρνει  η  φύση.

Οι  κόγχες  μου  τα  αδύναμα  τα  μάτια  μου  έχουν  κλείσει

και  το  σκοτάδι,  τη  σκιά, την  ήρεμή  του  απλώνει.

 

Τα  φύλλα  εσκόρπισαν  στη  γη  γλυκιά  του  εδάφου

πνοή  του  κόσμου  αέρινη,  στα  στήθεια  μου  τον  πόθο

με  τους  ανθρώπους  τους   θνητούς  να  ζω  και  πότε  νιώθω

στη  μοναξιά  μου,  τα  όνειρα,  πέτρα  να  κλει  του  τάφου.

 

Λουλούδια  σκόρπια  στην  ψυχή,  η  αυγή  μου  δίνει

και  στη  σιωπή  μου  εφάνηκε  το  απέραντο  στη  μέρα

φως  και  του  ήχου  το  άγγελμα  που  από  χρυσή  φλογέρα,

παίρνει  τη  θλίψη  από  τη  γη  και  τη  χαρά  του  αφήνει.

 

Στο  πρόσωπό  μου  η  θύμηση,   στο  νου  μου  η  ζάλη,

βλέπουν  στη  ζήση  άσπρα  πουλιά,  πετούν  στο  αγέρι.

Ήσυχα  η  πλάση  τα  όνειρα,  στον  ύπνο  μου  θα  φέρει

και  θα  καθίσει  ανάλαφρη  η  ζωή  στο  προσκεφάλι.

 

Τώρα  που  η  μέρα  χάνεται  και  το  σκοτάδι,

σβήνει  τα  αστέρια  από  το  νου,  τον  ήλιο  από  τη   σκέψη,

στα  σπλάχνα  μου  εσταμάτησε,  στα  μάτια  έχει  στερέψει

η  ανάσα  μου  και  τη  θωριά  μπροστά  μου  βλέπω  του  Άδη.

 

Έρημοι  οι  δρόμοι,  σκοτεινοί,  στη  γη  οι  μεγάλη

λύπη  μου  ολούθε  απλώνεται,  στα  σωθικά  μου  μένει

η  ελπίδα  κι   ανασταίνεται  η  πολυαγαπημένη

ζωή  μου  από  το  λήθαργο  και  σβηέται  η  θλίψη  πάλι.

Δ.ΝΤΑΛΛΑΣ

πανελλήνιος  μαθητικός  έπαινος  1981

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο

ΕΛΑΣΣΟΝΑ

Είσαι  λαμπερή  το  βράδυ,

σαν  στολίδι,  σαν  πετράδι,

σαν  της  θάλασσας  γοργόνα,

όμορφή  μου  Ελασσόνα.

 

Την  ημέρα  ξεπροβάλλεις,

μέσα  στη  ζωή  της  πάλης,

για  να  δεις  και  για  να  δείξεις

τις  μεγάλες  εξελίξεις.

 

Κει  ψηλά,  σα  δεις  τον  ήλιο,

στήνεις  μπρος  του  το  βασίλειο

και  σκορπάς  χαρά  και  γέλιο,

της  πατρίδας  το  θεμέλιο.

 

Στον  εργάτη,  στον  αγρότη,

δίνεις  δύναμη  και  νιότη,

ώσπου  σε  σκεπάσει  πάλι

νύχτα  δίχως  βιοπάλη.

Δημήτρης  Ντάλλας  1975

Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία | Γράψτε σχόλιο