Το χιούμορ στα εικονογραφημένα βιβλία
Κ. Μαστροθανάσης, Π. Καπλάνη
Τόμος 3, τεύχος 3, Αύγουστος 2006
Virtual School, The sciences of Education Online,
http://www.auth.gr/virtualschool/3.3/Praxis/MastrothanassisKaplaniHumor.html
Οι παραπομπές στα άρθρα που δημοσιεύει το Virtual School, The Sciences of Education Online, πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις παραπάνω πληροφορίες.
…στον κόσμο αυτόν παίζεται ένα μεγάλο παιχνίδι και ίσως να έπρεπε, στο τέλος, να υιοθετήσουμε τη στάση των βουδιστών Ζεν, οι οποίοι, μετά από πολλά χρόνια επώδυνης πνευματικής προσπάθειας για την ανακάλυψη της Σημασίας, αρχίζουν ξαφνικά να γελάνε. κι εδώ βρίσκεται η έκλαμψή τους, τουλάχιστον σε δεύτερο επίπεδο: αρχίζουν να γελάνε.[Ευγ. Ιονέσκο, «Αναζητήσεις», Μτφρ. Μ. Σκάρα, εκδ. Ροές: 1986, σελ. 17]
Καθημερινά επιβεβαιώνουμε, από το μεγάλο αριθμό των νέων βιβλίων που κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ότι το παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο γνωρίζει μεγάλη άνθηση και παρουσιάζει αξιόλογη βελτίωση τόσο στην εμφάνισή του, όσο και στο περιεχόμενό του συγκριτικά με παλιότερες εποχές. Νέες τεχνικές εκτύπωσης με λέιζερ, στα τέλη του εικοστού αιώνα, οργάνωσαν πιο αποδοτικά τη διαδικασία παραγωγής βιβλίων και επέτρεψαν στο εικονογραφημένο βιβλίο να συνεχίσει να αναπτύσσεται ως μορφή τέχνης (Σιβροπούλου, 2004i:25). Παράλληλα, δίνεται ολοένα και περισσότερο σημασία στην συμβολή του καλού παιδικού βιβλίου στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού, αλλά και στον πλουτισμό των γνώσεων και του λεξιλογίου του. Επίσης η αισθητική δομή μιας εικονογράφησης στο παιδικό βιβλίο δημιουργεί στο παιδί χώρους φαντασίας, μέσα από τους οποίους μπορεί να αναπτύξει διαφοροποιημένες από την πραγματικότητα παραστάσεις (Κιτσαράς, 1993:47). Τα εικονογραφημένα βιβλία είναι τα πρώτα βιβλία των παιδιών και αποτελούν αισθητικά, μορφωτικά και διδακτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν κατάλληλα από γονείς και παιδαγωγούς.
Ως κριτήριο για την κατάλληλη επιλογή κάποιου, αποτελούν τα χαρακτηριστικά των εικόνων σε συνδυασμό με την αισθητική και παιδαγωγική αξία ολόκληρου του βιβλίου (Υ.Π.Ε.Π.Θ., 2003,49). Είναι αυτονόητο ότι επειδή απευθύνεται σε παιδιά πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον τους και να συντελεί στην ανάπτυξη τους. Λόγω αυτής της σημασίας, το παιδικό βιβλίο έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, που το παιδί βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Οι μελέτες που έχουν γίνει ως τώρα πάνω στο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνες που εξετάζουν τον εκπαιδευτικό ρόλο του εικονογραφημένου βιβλίου, στη δεύτερη αυτές που αναφέρονται στη σημειολογική θεωρία και στην τρίτη αυτές που αφορούν τις τεχνικές και τα μέσα του εικονογραφημένου βιβλίου (Σιβροπούλου, 2003:xi-xii). Στην πρώτη βασική κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τις έρευνες των: Tucker (1981), της Cianciolo (1985), της Kiefer (1988), του Αντ. Μπενέκου (1981,1990, 1995, 1998) και του Γ. Κιτσαρά (1993, 1995). Ο Tuckerπροβαίνει σε μία ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση του εικονογραφημένου βιβλίου και η Cianciolo επισημαίνει πως όταν οι εικόνες συνοδεύουν το κείμενο, επιτυγχάνεται η ανάπτυξη του λεξιλογίου, η εκμάθηση της γλώσσας, η ανάπτυξη της φαντασίας και η επέκταση της εμπειρίας του αναγνώστη του παιδικού βιβλίου. Επίσης, η Kieferέδειξε ότι οι εικόνες στα παιδικά βιβλία μπορεί να επεκτείνουν το νόημα του κειμένου, με την ανάπτυξη μιας θεωρίας της σχετικά με το ύφος. Όσο αφορά τους έλληνες μελετητές και ερευνητές της παιδικής λογοτεχνίας, ο Μπενέκος και ο Κιτσαράς εστιάζονται περισσότερο στην εκπαιδευτική λειτουργία του εικονογραφημένου βιβλίου.
Στην δεύτερη κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τις έρευνες του Βλαχόπουλου (1990), του Nodelman (1988) και του Moebius (1990). Ο Βλαχόπουλος αναφέρεται στη θέση που κατέχει η εικόνα μέσα στο κείμενο, ο Nodelmanεπισημαίνει ότι είναι ειρωνική η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και στην εικόνα και τέλος, ο Moebiusτονίζει τις μεταβλητές που παίζουν ρόλο στις εικονογραφημένες ιστορίες.
Στην τρίτη κατηγορία θα μπορούσαμε να εντάξουμε το έργο του Παρμενίδη (1986, 1988, 1990), των MacCannκαιRichard (1973), του Shulevitz (1985), του Stewing (1992, 1995) και του Ασωνίτη (2001). Εδώ το ενδιαφέρον εστιάζεται στις τεχνικές και τα μέσα του εικονογραφημένου βιβλίου.
Σε όλα τα είδη του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου δεν πρέπει να λείπει το χιούμορ. Το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο αγαπά το χιούμορ, επιδιώκει το γέλιο και μάχεται να διασκεδάσει το κοινό (Γιαννικοπούλου, 2004). Τα σχήματα, τα χρώματα, το παιχνίδι με τις λέξεις, τις συνθέσεις, τις ποικίλες πλοκές και το ανακάτεμα της πραγματικότητας με την φαντασία δημιουργούν ευκαιρίες για ένα χαμόγελο, για ένα χιουμοριστικό διάλειμμα (Σιβροπούλου, 2004:215).
Σύμφωνα με τον Τριανταφυλλίδη, το χιούμορ είναι η ικανότητα με την οποία αντιμετωπίζει κανείς την πραγματικότητα με εύθυμη διάθεση, παρουσιάζοντας τις διάφορες καταστάσεις με φαινομενική σοβαρότητα και αδιαφορία, κάτω από την οποία κρύβεται η σάτιρα και η άκακη ειρωνεία. Το χιούμορ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Το γέλιο δραστηριοποιεί περιοχές του εγκεφάλου και επηρεάζει την ψυχολογική κατάσταση, τη σωματική υγεία και την κοινωνικότητα. Ακόμη, σύμφωνα με έρευνες του πανεπιστημίου του Stanford της Καλιφόρνιας (Neuron, 2003:1041), ενεργοποιεί λειτουργικές μονάδες του εγκεφάλου όπως τον επικλινή πυρήνα που βρίσκεται στα κέντρα επιβράβευσης του εγκεφάλου, δημιουργώντας έτσι ευφορία και μια καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Η τέχνη να γελάμε μας οπλίζει με επιπλέον δυνατότητες να αντιμετωπίζουμε την σκληρή πραγματικότητα που μας περιβάλλει (Κανατσούλη, 1993:19). Πρέπει να καλλιεργηθούν τα παιδιά για την αυριανή τους αισιόδοξη και σωστή στάση απέναντι στην αγχώδη και καταθλιπτική κοινωνία, στα προβλήματα της ζωής και της κοινωνίας που θα ζουν. Το χιούμορ, εκτός από διανοητικό παιχνίδι και γρίφος, αποτελεί και ξέσπασμα του ανθρώπου. Το παιδί εκτιμά ιδιαίτερα και έχει ανάγκη το χιούμορ που το ανακουφίζει ψυχολογικά. Οι κωμικές καταστάσεις, κυρίως αυτές που καταλήγουν στην απεκφόρτιση και στην επίτευξη ψυχικής ισορροπίας, ενθουσιάζουν και ευεργετούν τον ανήλικο αναγνώστη του εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου (Γιαννικοπούλου, 2004). Επίσης το χιούμορ παραβάλλεται, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, με τη δημιουργικότητα. Ορισμένοι ερευνητές, όπως η κ. Σάλλα-Δοκουμετζίδη (Αλβανούδη κ.α., 1998:9), προσθέτουν το χιούμορ στα κύρια γνωρίσματα της δημιουργικότητας.
Παρακάτω θα κάνουμε μια διάκριση των σχετικών με το αστείο εννοιών, θα αναφερθούμε στις μορφοποιήσεις του κωμικού και θα παραθέσουμε ορισμένες σημαντικές απόψεις για την ευχαρίστηση που προσφέρει το γέλιο, επισημαίνοντας τις σκοπιές κάτω από τις οποίες εξετάζεται. Άλλοτε ως διασκεδαστικό, ανακουφιστικό, εκτονωτικό και άλλοτε ως επιθετικό και εχθρικό.
Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις γύρω από το κωμικό και το γέλιο. Ο Ανρί Μπεργκσόν (Bergson, 1998:119) τοποθετεί το κωμικό ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Θεωρεί το γέλιο ως επανορθωτικό λειτούργημα της αλυγισίας, η οποία αντιτάσσεται στο νόμο της κινητικότητας καιτης ανανέωσης της ζωής. Σημειώνει, επίσης, ότι απαραίτητο στοιχείο για την πρόκληση του γέλιου είναι η επιθετικότητα (Κανατσούλη, 2000:4) και η συναισθηματική αμεριμνησία ή «αναισθησία της καρδιάς», που συνυπάρχει, κατά κανόνα με το γέλιο. Τα στοιχεία που συνθέτουν το κωμικό είναι η αδεξιότητα, η αμηχανία, ο αυτοματισμός, η μηχανική αλυγισία, η επανάληψη κινήσεων, η κιβδηλεία της πραγματικότητας από τη φαντασία καθώς και τα μειονεκτήματα που απευθύνονται στη σκέψη.
Ο Αλέξανδρος Μπαιν ορίζει το κωμικό ως εξευτελισμό. «Το κωμικό γεννιέται, όταν ένα πράγμα, που άλλοτε το σεβόμασταν, τώρα μας το παρουσιάζουν ως μέτριο και ταπεινό» (Κανατσούλη, 1993:104)
Ο Νίτσε, Γερμανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα, γράφει για τη γένεση του γέλιου: «…Όταν κανείς στοχαστεί ότι ο άνθρωπος επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ήταν ένα ζώο που ζούσε κάτω από το φόβο, και ότι κάθε αιφνίδιο, απροσδόκητο σήμαινε γι’ αυτόν να είναι έτοιμος για πάλη, έτοιμος για θάνατο…δεν είναι να απορεί ότι σε κάθε αιφνίδιο, απροσδόκητο στο λόγο και την πράξη, όταν παρουσιάζεται απότομα χωρίς κίνδυνο και ζημιά, ο άνθρωπος ανακουφίζεται και μεταπίπτει στο αντίθετο του φόβου: το συμμαζεμένο ον, που τρέμει από φόβο, ορθώνεται γρήγορα και ξεδιαλύεται απλόχωρα- ο άνθρωπος γελάει…» (Ματακιάς, 1993:356).
Ο Τζιάνι Ροντάρι, διαποτισμένος από τις φιλοσοφίες των σουρεαλιστών (1985), διαφεντεύεται ότι, «το γέλιο είναι το καλύτερο όπλο για να αποτινάξουμε τον ζυγό της υποκρισίας. Μαστιγώνοντας τις συμβατικότητες, υπογραμμίζοντας το γελοίο, επαναστατούμε κατά της υπάρχουσας στάσης των πραγμάτων. Έτσι το χιούμορ γίνεται ηθική στάση, στάση ζωής» (Κανατσούλη, 1993:71).
Ήδη από την αρχαιότητα, ο Πλάτωνας είχε ορίσει το κωμικό ως αυτάρεσκο αίσθημα ανωτερότητας, το οποίο νιώθουμε αποκλειστικά εμείς οι άνθρωποι. Σχεδόν πάντα γελάμε με κωμικοτραγικές καταστάσεις, όπως το πέσιμο, το γλίστρημα ή κάποια άλλα αστεία ατυχήματα κάποιων ανθρώπων και επειδή θεωρούμε τον εαυτό μας πιο έξυπνο μας διασκεδάζουν οι ατυχίες των συνανθρώπων μας.
Ο Ραφαηλίδης γράφει για τη σχέση κωμικού-τραγικού, «Άλλωστε δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό. Τα όρια τα εφεύραν οι φιλόλογοι για λόγους μεθοδολογικούς και μόνο. Σε μια διαλεκτική αντίληψη του κόσμου (και της τέχνης) το κωμικό κυοφορείται μέσα στο τραγικό και το τραγικό μέσα στο κωμικό. Το δάκρυ και το γέλιο είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τόσο, που θα μπορούσε να παραφράσει κανείς το γνωστό ρητό και να πει, «κλαίει ο μωρός καν τι μη θλιβερόν η». Κι αυτοί που κλαίνε αναίτια είναι πιο μωροί απ’ αυτούς που γελούν αναίτια. Διότι αυτοί που γελούν αναίτια είναι μόνο βλάκες. Ενώ αυτοί που κλαίνε αναίτια είναι και βλάκες και ψυχοπαθείς. Και, βέβαια, το ένα κακό είναι προτιμότερο απ’ τα δύο…» (Ματακιάς, 1993:357). Ακόμη, σε αφιέρωμα στον περιοδικό τύπο, υπάρχει η εξής αναφορά για το χιούμορ «Το χιούμορ είναι κωμικό με ακατάσχετη τάση προς το τραγικό ή το αντίστροφο» (Ραφαηλίδης, 1985:17).
Ο Φρόυντ πίστευε ότι με το χιούμορ αποφεύγουμε τα εμπόδια που επιβάλλονται από τον «πολιτιστικό λογοκριτή». Με το γέλιο μετατρέπεται η επαναστατική μας συνείδηση σε επαναστατική πρακτική (Κανατσούλη, 1993:24)
Στο δοκίμιό του περί γέλιου ο Charles Baudelaire παραθέτει μια συγκροτημένη άποψη, ανάγοντάς το στην ευρύτερη σφαίρα του κωμικού. Το σύνηθες γέλιο είναι διαβολικής καταγωγής, σημαδεμένο από το κακό, σημείο της πτώσης από την παραδείσια μακαριότητα. Ο άνθρωπος, πεπεισμένος για την ανωτερότητά του έναντι του άλλου, επιχαίρει για τις αδυναμίες του συνανθρώπου του, δαγκώνει και τιμωρεί με το γέλιο του. Διακρίνει το σύνηθες, διττό, κωμικό, και το απόλυτο, ενιαίο και αθώο κωμικό της υψηλής αισθητικής. Στο εκδικητικό, μοχθηρό και σατανικό γέλιο αντιπαρατίθεται το ποιητικό γέλιο, το σεραφικό μειδίαμα της αθωότητας(Baudelaire, 2000).
Σύμφωνα με τον Goleman η θεώρηση των πραγμάτων από διαφορετική σκοπιά, κάτι που αναφέρεται σαν «γνωσιακή αναπαλαίωση», αποτελεί ένα ισχυρό αντίδοτο στην κατάθλιψη, και το χιούμορ είναι αυτό ακριβώς, η θεώρηση των πραγμάτων από διαφορετική σκοπιά (Λαλούμης, 2005).
Το γέλιο, ως αποτέλεσματου αστείου, διαφέρει ως προς την ένταση και τη διάρκεια του, είναι αυθόρμητο και συχνά δημιουργείται από τις σκέψεις που κάνει ο άνθρωπος. Από τη μία τα μικρά παιδιά, είναι πολύ ευαίσθητα στο γνήσιο χιούμορ, τους είναι προφανές και εύκολο, μιας και γίνονται «πρωταγωνιστές της υπερβολής» (Σιβροπούλου, 2004:53). Από την άλλη το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες1 αναγνώστες παιδικών βιβλίων. Όπως ο καθένας μας αντιλαμβάνεται διαφορετικά την πραγματικότητα, ακριβώς το ίδιο ισχύει και για την κωμικότητα. Επίσης το χιούμορ του κειμένου ή και της εικόνας αποδεικνύεται πολυεπίπεδο με τα παιδιά να ανακαλύπτουν κωμικά συμβάντα διαφορετικά από εκείνα των ενηλίκων (Γιαννικοπούλου, 2004). Πέρα όμως από τις αντιδράσεις του κάθε υποκειμένου, κάποιες καταστάσεις μας κάνουν να γελάμε περισσότερο από κάποιες άλλες επειδή διαθέτουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το χιούμορ βασίζεται και εμπεριέχει το στοιχείο της έκπληξης. Για να δημιουργηθεί η έκπληξη, πρέπει να υπάρχει πρωτοτυπία και να αποφεύγονται οι στερεότυπες και κοινές σκέψεις (Αλβανούδη κ.α., 1998). Έτσι εξηγείται γιατί μας διασκεδάζουν περισσότερο τα απρόβλεπτα και τα αυθόρμητα κωμικά επεισόδια παρά οι προσχεδιασμένες κωμικές καταστάσεις. Μέσα στον εγκέφαλό μας υπάρχει μια νοητική δομή η οποία αποτελεί τη σύνθεση όλων των προηγούμενων εμπειριών μας. Όταν οι πληροφορίες που φτάνουν σ” εμάς δε συμφωνούν μ” αυτό το νοητικό πρότυπο, τότε τις αντιλαμβανόμαστε ως ανακολουθία. Όταν κάτι δηλαδή που διαβάζουμε ή βλέπουμε είναι παράδοξο ή όταν μια φαινομενικά ανόητη απάντηση κρύβει επιδέξια ένα διπλό βαθύτερο νόημα μας προκαλείται γέλιο. Το θεμελιώδες αυτό χαρακτηριστικό της αντιφατικότητας και της ανακολουθίας το είχε εντοπίσει ο Aριστοτέλης ήδη από την αρχαιότητα. Αυτό όπως και τα παρακάτω που εκθέτουμε αποτελούν κάποιες από τις τεχνικές του λόγου που προκαλούν γέλιο. Η υπερβολή, η ασυνεννοησία, η προσωποποίηση, η απομυθοποίηση, το ξεγέλασμα, η αμφίεση, η ειρωνεία είναι και αυτές κάποιες από τις τεχνικές που μπορούν να έχουν ανάλογο αποτέλεσμα.
Σε χιουμοριστικά βιβλία χρησιμοποιείται συχνά η προσωποποίηση, δηλαδή να δίνεται ανθρώπινη υπόσταση και χαρακτηριστικά σε άψυχα αντικείμενα ή ζώα. Εντάσσονται σε ένα γενικότερο κλίμα ανθρωπομορφισμού και αποκτούν και αυτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Η σύνδεση της πραγματικότητας με τη διαστρεβλωμένη της εκδοχή προκαλεί γέλιο. Ας φανταστούμε για παράδειγμα μία κότα να περπατά “καμαρωτή, καμαρωτή” στο δρόμο για το σπίτι της έπειτα από μια βόλτα με τις φίλες τις. Αρκετές φορές τα αποτελέσματα είναι πραγματικά κωμικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με την απομυθοποίηση. Εδώ παρουσιάζεται η ανώμαλη προσγείωση του ανθρώπινου ιδανικού, ο κατακόρυφος εξευτελισμός του (Κανατσούλη, 1993:35). Θεωρούμε επίσης, πολύ πιο κωμικό ένα περιστατικό όταν έχει θύματα υψηλά ιστάμενα ή δημόσια πρόσωπα και τις Αρχές.
Κωμικά αποτελέσματα επιτυγχάνονταικαι με τις ηχοποιΐες (τα «γκλου-γκλου», «πλατσ-πλατς» κ.ά. ήχους), λόγω της έκπληξης που προκαλούν και του παράλογου στοιχείου που ενυπάρχουν σε αυτές, καθώς και εξαιτίας των κωμικών καταστάσεων που συνοδεύουν (Υ.Π.Ε.Π.Θ., 2003:168) αλλά και με τα λογοπαίγνια, που δημιουργούνται επάνω σε λέξεις που έχουν περισσότερες από μία σημασίες ή αμφισβητείται η σημασία τους. Το ίδιο επισημαίνει και ο Τσουκόφσκι (Χορτιάτη,1994:76), υποστηρίζοντας ότι τα παιδιά είναι γλωσσικές ιδιοφυΐες και αρέσκονται στο να παίζουν με ήχους και λέξεις, για να γίνει η προέκταση του παιχνιδιού διασκέδαση και γέλιο.
Κατά την υπερβολή γίνεται διόγκωση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ή των νοημάτων και δημιουργείται όταν διογκώσουμε τα όρια μιας σύγκρισης. Συχνά το αποτέλεσμα είναι κωμικό. Όπως σημειώνει η Lukens: «Έχουμε συνηθίσει τόσο την υπερβολή ως χιούμορ, που σπάνια την αναγνωρίζουμε ως σχήμα λόγου» (Σιβροπούλου, 2004:98). Κωμικότερη, σε σχέση με το αντίστοιχο κείμενο, παρουσιάζεται και η εικονιστική αποτύπωση μιας λεκτικής υπερβολής που σε προφορικό επίπεδο περνά μάλλον απαρατήρητη εξαιτίας της συχνής χρήσης της (Γιαννικοπούλου, 2004).
Η αμφίεση ή η μεταμφίεση μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί στο παιδικό βιβλίο ως ένα κωμικό εύρημα. Η υπερβολή στην ενδυμασία, το πρόσωπο που την φορά, όπως και οι εντυπώσεις που μπορεί να δεχτεί ο θεατής από την ενδυμασία, ενισχύουν αυτό το σκοπό είτε μέσω της εικόνας, είτε μέσω του κειμένου, είτε από συνδυασμό αυτών.
Η ασυνεννοησία βασίζεται στη διαφορετική χρήση της γλώσσας, ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα συνομιλούντα άτομα. Περίπτωση ασυνεννοησίας προκύπτει όταν παρανοείται νοηματικά η ίδια ακουστική λέξη από δύο πρόσωπα, την οποία το ένα την εκλαμβάνει μεταφορικά και το άλλο κυριολεκτικά. Η μέθοδος της ασυνεννοησίας είναι μια κλασική μέθοδος κατασκευής χιουμοριστικού στοιχείου στο παιδικό βιβλίο και δημιουργείται με το παιχνίδι μεταφοράς και κυριολεξίας (Κανατσούλη, 1993:34). Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι επίσης όταν το κείμενο εκφράζεται μεταφορικώς και η εικόνα κυριολεκτεί, αρκετές φορές και (παρ)ετυμολογώντας (Γιαννικοπούλου, 2004). Βέβαια μπορεί να ισχύσει και το αντίθετο, με την εικόνα να εκφράζεται μεταφορικώς και το κείμενο να κυριολεκτεί. Η αντίθεση αυτή μπορεί να εξελιχθεί και σε ειρωνεία όταν αμβλύνονται τα όρια μεταξύ φαινομένου και πραγματικότητας. Τέλος και το ξεγέλασμα λειτουργεί χιουμοριστικά μιας και μας βάζει σε ανώτερη θέση από το θύμα της συνωμοσίας.
Όπως προαναφέραμε, το περιεχόμενο του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου μπορεί να αποδίδεται είτε μόνο με το κείμενο, είτε μόνο με τις εικόνες, είτε με κείμενο και εικόνες εκ παραλλήλου (Κανατσούλη, 1999:241). Έτσι και το χιουμοριστικό περιεχόμενο μιας ιστορίας μπορεί να αποδοθεί με αυτούς τους τρόπους.
Ας αναφέρουμε τώρα ορισμένες μορφές χιούμορ που μπορεί να συναντήσουμε στο παιδικό βιβλίο. Το λεγόμενο «ταμπού χιούμορ» που σχετίζεται με αστεία που αφορούν λειτουργίες του οργανισμού και το γυμνό ενθουσιάζει κυρίως τα παιδιά. Αρκεί η παρουσία ενός γυμνού σώματος στο οποίο θα κρύβονται τα απόκρυφα σημεία για να αναλυθούν οι μικροί αναγνώστες σε γέλια. Επίσης, το «ακραιφνώς σκατολογικό χιούμορ» (Γιαννικοπούλου, 2004). Εδώ το χιούμορ πηγάζει από λειτουργίες όπως η αφόδευση, η ούρηση κ.ά
Το μικρό παιδί έχει την ανάγκη να εκφραστεί, να επικοινωνήσει, να ψυχαγωγηθεί, αλλά και να μάθει. Το χιούμορ είναι ένα ασφαλές μέσο για να διασκεδάσει στο παιδί φοβίες και δισταγμούς στη συνδιαλλαγή του με ένα κόσμο ξένο ή και ανάλογα με το δείκτη της παιδικής του ευαισθησίας, εχθρικό (Κανατσούλη, 1993:29). Έτσι εμφανίζεται η αισιοδοξία που συμβάλλει στη σωματική και ψυχική υγεία του αναπτυσσόμενου παιδιού. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονται οι κοινωνικές αξίες και οι κοινωνικοί κανόνες συμπεριφοράς, οι οποίοι επιδρούν στο παιδί (Κιτσαράς, 1993:59). Τα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία εξαιτίας της περιβαλλοντικής τους λειτουργίας βοηθούν το παιδί να φέρει κοντά του ταυτόχρονα κοινωνικές αναπαραστάσεις νόμων και συμπεριφορών και μέσα από την αναπαραγωγή κοινωνικών στερεότυπων συμβάλουν στο να δομήσει το παιδί την αντίληψη του κόσμου με την βοήθεια στερεοτύπων (Κιτσαράς, 1993:104).
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη περιήγηση στον κόσμο του γέλιου, θα λέγαμε ότι οι δρόμοι που ακολουθεί το αστείο στο παιδικό βιβλίο είναι πολλοί, περίπλοκοι αλλά και ταυτόχρονα ελκυστικοί. Μια ελληνική παροιμία υποστηρίζει ότι το γέλιο δίνει ζωή. Ο κλάδος της ψυχολογίας υποστηρίζει ότι το χιούμορ απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το σίγουρο όμως είναι ότι το χιούμορ είναι ένας τρόπος για την προσέγγιση του ψυχικά αλλά και οργανικά καλύτερου. Συνεπώς το χιούμορ δίνει ποιότητα στην ανθρώπινη ζωή, διευρύνοντας έτσι και την προσπάθεια ειδικά του αναπτυσσόμενου παιδιού «να ερμηνεύσει ή απλώς να δεχτεί τον κόσμο γύρω του» (Κανατσούλη, 1993:115).
Βιβλιογραφία
Ι. Ελληνόφωνη
- Ακριτόπουλος, Α. (1994). ‘Παιδί και βιβλίο, μια σύγχρονη θεώρηση της πολύπλευρης σχέσης’ στο Ακριτόπουλος Α. Άρθρα και μελετήματα για την παιδική λογοτεχνία, Θεσσαλονίκη:Typoffset B. Κουρκούλης & Σία, σελ. 1-12
- Αλβανούδη, Ζ., Γρόσδος, Στ., Καλλιμάνη Ευ., Κολέτος, Γ., Ντάγιου, Ευ.,& Τσακαλίδου, Α. (1998). ‘Μορφές επικοινωνίας και παιδική δημιουργικότητα’ στο Εικονικό Σχολείο (ηλεκτρ. Περιοδ.), τομ.1, τεύχ.2, http://www.auth.gr/virtualschool/1.2/Praxis/Albanoudi.html
- Αναγνωστόπουλος, Β. (1987). Θέματα παιδικής λογοτεχνίας, Α΄ ανιχνεύσεις, Αθήνα:Καστανιώτη
- Ασωνίτης, Π. (2001). Η εικονογράφηση στο βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας. Αθήνα:Καστανιώτη
- Γιαννικοπούλου, (2004). ‘Το χιούμορ της εικόνας στο εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο’, στο Κείμενα (ηλεκτρ. Περιοδ.), http://keimena.ece.yth.gr
- Ζαφειρόπουλος, Κ., Ψαρρού, Μ. (2001). Επιστημονική έρευνα. Αθήνα:Τυπωθήτω
- Ιχνευτής (2001) Βιβλία και στατιστικές. Αθήνα 2003
- Κανατσούλη, Μ. (1993). Ο μεγάλος περίπατος του γέλιου. Αθήνα:Έκφραση
- Κανατσούλη, Μ. (1999). ‘εικονογράφηση στο παιδικό λογοτεχνικό βιβλίο:μια διαφορετική προσέγγιση των στοιχείων της αφήγησης σε μία λογοτ. ιστορία’ στο Αποστολίδου, Β. (επιμ.). Λογοτεχνία και εκπαίδευση, Αθήνα, Τυπωθήτω, σελ. 241-250
- Κανατσούλη, Μ. (2000). ‘Πολιτική ορθότητα και παιδική λογοτεχνία’ στο Εικονικό Σχολείο (ηλεκτρ. Περιοδ.), τομ. 2, τεύχ.1, http://www.auth.gr/virtualschool/2.1/TheoryResearch/Kanatsouli.html
- Κιτσαράς, Γ. (1993). Το εικονογραφημένο βιβλίο στη νηπιακή και πρωτοσχολική ηλικία. Αθήνα:Παπαζήση
- Λαλούμης, Δ. (2005). Ηγεσία με χιούμορ. www.dratte.gr/ARTHRA/humanagement.htm
- Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική ψυχολογία. Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα
- Ματακιάς, Α. (1993). Λεξικό εννοιών. Αθήνα:Πελεκάνος
- Μπενέκος, Α. (1990). ‘Παιδευτικές λειτουργίες του εικονογραφημένου βιβλίου: Αναζητήσεις, διακρίσεις, αξιολογήσεις’, Διαβάζω, τεύχος 248, σελ. 32-36 και 53-54.
- Μπεργκσόν, Α. (1998). Το γέλιο, Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού. (μτφ. Β. Τομανάς). Αθήνα:Εξάντας-Νήματα
- Μποντλέρ, Τ. (2000). Περί της ουσίας του γέλιου και γενικά περί του κωμικού στις πλαστικές τέχνες. (μτφ. Τσιριμώκου Λίζης) Αθήνα:Αγρά
- Νάκας, Θ. (2004) Γλωσσοφιλολογικά Δ’ – Μελετήματα για τη γλώσσα και την λογοτεχνία, Αθήνα:Επτάλοφος ΑΒΕΕ
- Οικονομίδου, Α. (2001). ‘Εικονογραφημένα παιδικά βιβλία: Αφηγηματικοί πειραματισμοί’, στο Μ. Μ. Τζαφεροπούλου (Επιμ.). Η Συγγραφή και η Εικονογράφηση, τόμ. Α’, Αθήνα, Καστανιώτης, σελ. 284-301.
- Παπαστάμου, Σ. (2001). Εισαγωγή στη κοινωνική ψυχολογία. Τομ. Α. Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα
- Ραφαηλίδης, Β.(1985). ‘Η γέννηση του χιούμορ από το πνεύμα του αστείου’, Διαβάζω, τεύχος 124, σελ. 16-19
- Ροντάρι, Τ. (1985). Γραμματική της φαντασίας, Πώς φτιάχνουμε ιστορίες για παιδιά. (μτφ. Μ. Βερτσώνη – Κοκόλη και Λ. Αγγουρίδου – Στρίντζη). Αθήνα:Τεκμήριο
- Σάλλα-Δοκουμετζίδη, Τ. (1996). Δημιουργική φαντασία και παιδική τέχνη. Αθήνα:Εξάντας.
- Σιβροπούλου, Ρ. (2004i). Ταξίδι στον κόσμο των εικονογραφημένων μικρών ιστοριών. Αθήνα:Μεταίχμιο
- Σιβροπούλου, Ε. (2004ii). ‘Η ιστορία του εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου μετά τον Κομένιο’, Μακεδνόν, τεύχος 13, σελ. 17-26
- Τριανταφυλλίδης on-line. Ηλεκτρονικό λεξικό, http://ermis.kombos.edu.gr/lexika/Triantafyllidis/Triantafyllidis/htm.
- Τριβιζάς, Ε. (1994). ‘Τα νήματα του χιούμορ στο μαγικό χαλί της φαντασίας’, Διαβάζω, τεύχος 336, σελ. 57-61.
- Τριβιζάς, Ε. (1993). ‘Το χιούμορ και το παράλογο στην παιδική λογοτεχνία’, Λέξη, τεύχος 118, σελ. 667-677
- Υ.Π.Ε.Π.Θ. (2003). Λογοτεχνία προσχολικής ηλικίας. Αθήνα:Ο.Ε.Δ.Β.
- Χορτιάτη, Θ. (1994). ‘Παιχνίδια λεκτικής φαντασίας και λεκτικό χιούμορ’, Διαβάζω, τεύχος 336, σελ. 74-76
ΙΙ. Ξενόγλωσση
- Huck, C., Hepler, S., Hickman, J. (1987). Children’s Literature in the Elementary School. New York:Holt, Rinehart and Winston
III. Ηλεκτρονικά περιοδικά
- Neuron (Δεκέμβριος 2003), “Humor Modulates the Mesolimbic Reward Centers”, Vol. 40, 1041-1048, www.neuron.org
IV.Αφιερώματα περιοδικών εκδόσεων
- Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 336 (αφιέρωμα στο χιούμορ)
- Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 124 (αφιέρωμα στο χιούμορ)
- Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 217 (αφιέρωμα στα κόμικς)
1 Η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι πάντα δεσμετική στο αναγνωστικό κοινό. Σύμφωνα με άποψη της Α. Οικονομίδου μια προσεκτική ανάγνωση πολλών παιδικών βιβλίων, και ιδιαίτερα εικονογραφημένων, αποκαλύπτει πως οι δημιουργοί των βιβλίων λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και τον ενήλικα, ο οποίος στην ουσία επιλέγει, για λογαριασμό των παιδιών, διαβάζει και ίσως σχολιάζει τα παιδικά βιβλία. Κατά συνέπεια οι ιστορίες τους απευθύνονται, σε διαφορετικούς βαθμούς, και σε κάποιον ενήλικα αναγνώστη (Τζαφεροπούλου, 2001:298, Οικονομίδου, 2000:58).




























































