Κακόβατος – Αρχαιολογία
Ονομασία
Το όνομά του κατά την πιο δόκιμη άποψη προέρχεται από το επίθετο κακός και το ρήμα βαίνω, υπονοεί
δε τον αδιάβατο ή δυσκολοδιάβατο τόπο. Τούτο έχει την ακόλουθη εξήγηση: κατά την Τουρκοκρατία η
περιοχή ήταν ακατοίκητη εξαιτίας του εκτεθειμένου τοπίου και της μη παροχής καμιάς ασφάλειας, τόσο
στις διαθέσεις του κατακτητή, όσο και στις από τη θάλασσα επιδρομές πειρατών ή Ενετών και
Γενουατών τυχοδιωκτών. Οι Έλληνες είχαν αποσυρθεί σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές μακριά από
τις παραλίες, πράγμα που συνετέλεσε στην εγκατάλειψη των γαιοκτημάτων, με συνέπεια την ανάπτυξη
δασώδους βλάστησης που κατέστησε την περιοχή αδιάβατη.
Κλίμα
Το κλίμα είναι υγρό ιδιαίτερα το χειμώνα, ενώ το έδαφος αρκετά πλούσιο, αφού έχει σχηματισθεί από
προσχώσεις των χειμάρρων Καλίδονας και Ανηλίου που ενώνονται στο ύψος της Εθνικής Οδού Πύργου –
Κυπαρισσίας, διαρρέοντας στη συνέχεια τον Κακοβατίτικο κάμπο στα νότια του χωριού.
Ιστορία
Το χωριό είναι κτισμένο πάνω στους αμμόλοφους που αναφέρει ο Όμηρος και οι μεταγενέστεροι
ιστορικοί, περιηγητές και αρχαιολόγοι (Στράβων, Παυσανίας, Πολύβιος, Δαίρπφελδ), στην αμμουδερή
Πύλο του Νέστορα. Και εκεί που οι Πύλιοι του Νέστορα έβοσκαν τις παχυλές αγελάδες και τα
γιδοπρόβατά τους και κυνηγούσαν στα δάση, μαθαίνοντας ταυτόχρονα τη πολεμική τέχνη, τώρα οι
Κακοβατίτες αγρότες καλλιεργούν παραγωγικά φυτά και δέντρα με σύγχρονα μηχανήματα και
εγκαταστάσεις.
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού εγκαταστάθηκαν στο σημερινό Κακόβατο μετά το τέλος της
Τουρκοκρατίας και ήσαν ορεινοί Ολύμπιοι και Αρκάδες, όλοι τους βοσκοί το επάγγελμα που έστησαν τις
πρώτες κατοικίες τους (καλύβες από χόρτα) και σιγά σιγά ημέρεψαν τον τόπο από την άγρια βλάστηση.
Σε αυτές τις καλύβες και τη γύρω περιοχή είχε στήσει το λημέρι του για αρκετό καιρό, κατά το έτος 1833,
το κίνημα ενάντια στην Αντιβασιλεία του Όθωνα, όπως αναφέρουν χρονικογράφοι της εποχής, ο
παράξενος εκείνος <<ληστής>> Γιώργης Κοντοβουνήσιος, αμείλικτος εκδικητής του κατατρεγμένου
λαού μας και από εδώ απένειμε τη δικαιοσύνη του, τιμωρώντας την αδικία που είχαν αναγάγει σε κράτος
οι Βαυαροί και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους.
Το χωριό ιδρύθηκε το έτος 1947, όταν πια είχαν συγκεντρωθεί σε μόνιμη διαμονή αρκετοί από τους
προγόνους των σημερινών κατοίκων του: Αντωνόπουλος από Στεμνίτσα, Τσαρουχάς από Μυρώνεια,
Καλλιφείδας Θεοδωρόπουλος από Μίνθη, πρώτοι κάτοικοι και στη συνέχεια Διαμαντόπουλος,
Μιχαλόπουλος, Σταματόπουλος, Κωνσταντινόπουλος, Ανθούλης, Αγγελόπουλος, Χύμης, Σπηλιόπουλος,
Παπαδήμας, Καραπαναγιώτης από Μίνθη, Χριστόπουλος, Χριστοδουλόπουλος, Πούρνος, Σακκάς,
Δούκας από Καλίδονα, Κολλιαδήμας, Κατερίνης από Ανήλιο, Τάγαρης, Κουρούβανης από Φιγαλία,
Κωνσταντόπουλος από Μάκιστο, Αθανάσουλας, Ζαφειράκης από Μυρώνεια, Μπουκουβάλας από Αετό
Μεσσηνίας, Μπηλιώνης, Ψαρογιαννακόπουλος από Ταξιάρχες.
Τα έτη 1886 – 1888 δύο μεγάλοι σεισμοί κατέστρεψαν ολόκληρο το χωριό, αλλά αποτέλεσαν και την
αφετηρία της ανασυγκρότησής του.
Στις αρχές του εικοστού αιώνα παρατηρήθηκε μεγάλη έφεση στα γράμματα και στις επιστήμες, ενώ
μεγάλη ανάπτυξη παρουσίασε το εμπόριο, κυρίως εξαιτίας της μεγάλης παραγωγής σταφίδας, πρώτου
τότε εθνικού μας προϊόντος. Ενδεικτικό του πλούσιου εμπορίου είναι το γεγονός ότι στο χωριό έδρευε
τελωνειακή αρχή (τελωνοσταθμαρχείο), είχε την έδρα της η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών
Αρηνοφιγαλίας, λειτουργούσε οινοπαραγωγικό εργοστάσιο με μεγάλες εξαγωγές που γίνονταν με πλοία,
τα οποία προσέγγιζαν στη παραλία και φόρτωναν από το εργοστάσιο με σωλήνες, λειτουργούσαν
αλευρόμυλοι και ελαιουργείο. Επίσης είχε την έδρα του το κρατικό μονοπώλιο αλατιού που προμήθευε
τις περιοχές Αρήνης, Ανδρίτσαινας, Φιγαλίας και Σκιλλουντίας, ενώ η δημιουργία του σιδηροδρομικού
σταθμού, περί τα έτη 1903 – 04, έδωσε μεγάλη ώθηση στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων, σε συνάρτηση
με την ίδρυση του Γεωργικού Συνεταιρισμού του χωριού που είναι από τους αρχαιότερους της περιοχής.
Ανατολικά του χωριού και σε απόσταση 1000 περίπου μέτρων βρίσκεται ο λόφος του Νέστορα, που η
σκαπάνη του Γερμανού αρχαιολόγου Δαίρπφελδ το έτος 1907 έφερε στην επιφάνεια, από συλημένους
τάφους, πολλά αρχαία ευρήματα, τα περισσότερα των οποίων βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της
Αθήνας. Το σπουδαιότερο από αυτά είναι το χρυσό δαχτυλίδι – σφραγίδα του Νέστορα, που αποτέλεσε
για πολλά χρόνια, μέχρι το 1965, αντικείμενο μελέτης, αναφορικά με τη γνησιότητά του. Το δαχτυλίδι
τούτο (δακτύλιος σφραγιστήρ, κατά τον ιστορικό Παύλο Καρολίδη), παριστά σύμπλεγμα από ψυχές,
χρυσαλίδες και γρυπόμορφες γυναίκες, στοιχεία που συνέτειναν στην αμφισβήτηση της γνησιότητάς του,
σε σχέση με το Νέστορα και τον μυκηναϊκό πολιτισμό, γιατί πουθενά δεν είχαν βρεθεί σε
κρητομυκηναϊκά ευρήματα παρόμοιες παραστάσεις. Το έτος 1965 όμως ο αρχαιολόγος Γιάννης
Σακελλαράκης ανακάλυψε στις Αρχάνες της Κρήτης, σε ασύλητο βασιλικό τάφο δαχτυλίδι που φέρει
μεταξύ άλλων δύο πεταλούδες και μια χρυσαλίδα, γεγονός που απέδειξε τη γνησιότητα του δαχτυλιδιού
του Νέστορα κι έφερε στην επικαιρότητα τη θεωρία του αρχαιολόγου Άρθουρ Έβανς, ο οποίος είχε
αγοράσει το δαχτυλίδι του Νέστορα στο Κακόβατο και δημοσίευσε το 1922 μελέτη, στην οποία
υποστήριζε ότι στο δαχτυλίδι απεικονίζονται τα διαδοχικά στάδια της μύησης ενός ζεύγους νεκρών στα
μυστήρια του κάτω κόσμου και η αθανασία που επιτυγχάνουν. Ως προς τα λοιπά ευρήματα τα πιο
σημαντικά είναι οι ευμεγέθεις πίθοι από κεραμεική, που κατά τον καθηγητή Σπύρο Μαρινάτο, είναι οι
καλύτεροι από τους ανακαλυφθέντες σε άλλες ανασκαφές, γεγονός που σε συνάρτηση με τους θολωτούς
τάφους, τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Πύλος του Νέστορα παρά το Κακόβατο, υπήρξε σπουδαίο
κέντρο Μυκηναϊκού πολιτισμού.
Αρχαιολογικός Χώρος Κακόβατου
Σημαντική μυκηναϊκή θέση αποτελεί ο αρχαιολογικός χώρος του Κακοβάτου. Εκεί ανεσκάφησαν τρεις
θαλαμωτοί τάφοι και ένας οχυρωμένος οικισμός.
Βρίσκονται τέσσερα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της σημερινής, ομώνυμης κοινότητος. Εχουν
κατασκευασθεί στην κορυφή και την κλιτύ ενός λοφίσκου από τον οποίο μπορεί κανείς να κατοπτεύσει
όλη την πεδιάδα της Ζαχάρως. Η ανασκαφή διεξήχθη στις αρχές του αιώνα (1907-1908) από τον
W.Doerpfeld. Οι τάφοι βρέθηκαν συλημένοι και κατεστραμμένοι από τους κατοίκους, οι οποίοι
χρησιμοποιούσαν τους λίθους των θόλων για την παραγωγή ασβέστη. Οι κάτοικοι ονόμαζαν και
αποκαλούν ακόμη και σήμερα την περιοχή, “Μάρμαρα” .Και οι τρείς τάφοι είναι επιβλητικοί, μεγάλων
διαστάσεων και μπορούν να συγκριθούν με αργολικά και μεσσηνιακά ανάλογα (τάφοι Ατρέα, Αιγίσθου,
Περιστεριάς). Παρά τη σύληση και την εκτεταμένη καταστροφή τους βρέθηκαν αρκετά αντικείμενα το
οποία πιστοποιούν τη δύναμη, τον πλούτο και την ευημερία των κατοίκων της εποχής.
Συγκεκριμένα:
•Αμφορείς μεγάλων διαστάσεων με διακόσμηση με θέματα από το θαλάσσιο ή φυτικό κόσμο
(αργοναύτες, χταπόδια, άνθη παπύρου, φύλλα κισσού), επηρεασμένοι από την μινωική Κρήτη.
•Χάλκινα ξίφη, χτένια και δισκάρια από ελαφαντόδοντο, χρυσά αντικείμενα, λίθινα αγγεία.
•Ψήφοι από κεχριμπάρι που εισαγόταν από τη μακρινή Βαλτική.
Ο οικισμός ήταν οχυρωμένος με ισχυρό τείχος. Εντός του υπήρχαν πολλές οικίες και ένα κτίριο μεγάλων
διαστάσεων και βιοτεχνικού – αποθηκευτικού χαρακτήρα, καθώς βρέθηκαν εκεί αναρίθμητα πιθάρια,
πολλά από τα οποία περιείχαν αποξηραμένους καρπούς.
Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με τους στίχους της Οδύσσειας οδήγησαν τον Γερμανό αρχαιολόγο να
πιστέψει ότι η Πύλος του Νέστορα είχε κτισθεί εκεί.
Τρείς θολωτοί τάφοι Κακόβατου
Στον Κακόβατο, κοντά σε μυκηναϊκό οικισμό, έχουν βρεθεί τρεις θολωτοί τάφοι.

