Ο λαίμαργος σκύλος

0

Συγγραφέας: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΔΡΙΑΝΗΣ | Κατηγορία 2. Ιστορίες, παραμύθια, ποιήματα κ.ά. | , στις 19-05-2014

Ο λαίμαργος σκύλος

Μια καλοκαιρινή μέρα, ένα σκυλί τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης, όταν ξαφνικά μια δυνατή μυρωδιά γαργάλισε τα ρουθούνια του.

-Μμμμ, τι υπέροχη μυρωδιά είναι αυτή! Μουρμούρισε κι άρχισε να μυρίζει με την μουσούδα του δεξιά και αριστερά. Η πείνα του έκανε την κοιλιά του να γουργουρίζει δυνατά κι η μυρωδιά του φαγητού τον ξετρέλαινε.

Κάτω από μια σκάλα, ένα μικρό άσπρο κουταβάκι κρατούσε με τα δόντια του ένα λαχταριστό κομμάτι κρέας και παιδευόταν να το φάει. Μ’ ένα πήδημα ο σκύλος στάθηκε μπροστά στο αδύναμο κουτάβι. Άρχισε να γρυλίζει με τόση δύναμη και φοβέρα που το καημένο το κουταβάκι άφησε το κρέας και έτρεξε να κρυφτεί.

-Περίφημα τα κατάφερα, σκέφτηκε ο σκύλος. Ας φύγω όμως γρήγορα από ‘δω μην τυχόν έρθει η μάνα του μικρού κι έχουμε καβγάδες.

Άρπαξε με τα δόντια του το κρέας και ξεκίνησε να βρει μια ήσυχη γωνιά για ν’ απολαύσει το φαγητό του. Την ώρα που περπατούσε σε μια γέφυρα, πάνω από ένα ποτάμι, βλέπει κάτω στο νερό ένα σκύλο να κρατάει στο στόμα του ένα ζουμερό κομμάτι κρέας.

-Ποπό! Σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα, σκέφτηκε αμέσως ο λαίμαργος. Θα γαβγίσω δυνατά να τρομάξει κι αυτός κι έτσι θα φάω δυο κομμάτια κρέας για σήμερα!

Χωρίς δεύτερη σκέψη άρχισε να γαβγίζει αγριεμένα στον σκύλο κάτω στο νερό.

-Αχ λαχτάρα μου! Γρύλισε με παράπονο κι έμεινε να κοιτάζει πάνω από την γέφυρα που ήταν.

 Όταν άνοιξε το στόμα του να γαβγίσει, το κρέας έπεσε στο νερό και με το πλαφ, χάθηκε και ο άλλος σκύλος! Το κρέας παρασυρμένο από το ποτάμι έφυγε μακριά!

Ο αχόρταγος γάβγισε στον ίδιο του τον εαυτό του, που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό, γιατί η απληστία του τον έκανε να χάσει και το αληθινό κρέας.

Αποστόλης Σαπέτκο

Πηγή: Αύγουστος (οι δώδεκα μήνες του χρόνου)

 

Ο Γιάννης και το καπέλο του

0

Συγγραφέας: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΔΡΙΑΝΗΣ | Κατηγορία 2. Ιστορίες, παραμύθια, ποιήματα κ.ά. | , στις 19-05-2014

Ο Γιάννης και το καπέλο του

Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το λέγανε Γιάννη. Ο Γιάννης είχε πολλούς φίλους. Ένας από τους φίλους του ο Γιώργος του είπε να πάνε για σάντουιτς σε ένα κοντινό χωρίο στην Ψηλή Ράχη.

Ο Γιάννης συμφώνησε με τον Γιώργο κι έτσι κανόνισαν το ραντεβού τους. Σκέφτηκαν πως θα χρειαστεί να πάρουν το λεωφορείο για να πάνε στο γειτονικό χωριό. Έπρεπε λοιπόν να κανονίσουν με ποιο δρομολόγιο θα φύγουν και με ποιο θα επιστρέψουν. Μάλιστα έπρεπε να κανονίσουν να έχουν μαζί τους χρήματα για τα εισιτήριά τους αλλά και για να αγοράσουν το αγαπημένο τους σάντουιτς.

Αφού τακτοποίησαν όλα αυτά τα θέματα ο Γιώργος είπε στον Γιάννη να πάρει οπωσδήποτε μαζί του και ένα καπέλο γιατί στο μέρος που θα πήγαιναν θα είχε πολύ ήλιο.

Πράγματι ο Γιάννης πήγε στο σπίτι του να ετοιμαστεί. Τελευταία στιγμή όμως δεν έβρισκε το καπέλο του. Έψαξε παντού στο δωμάτιό του αλλά δεν το βρήκε πουθενά. Μετά ρώτησε την μαμά του και τον μπαμπά του μήπως το έχουν δει πουθενά. Η μαμά και ο μπαμπάς του είπαν πως μπορεί να του το πήρε ο αδελφός του. Μ’ αυτά και με ‘κείνα όμως η ώρα πέρασε και ο Γιάννης έχασε το ραντεβού με τον φίλο του, γιατί η ώρα πέρασε και δεν προλάβαινε το λεωφορείο.

Δεν πειράζει Γιάννη! Ίσως μια άλλη φορά.

Το καπέλο του Γιάννη ήταν ΒΕΝ ΤΕΝ και γι’ αυτό του το είχε πάρει ο αδελφός του. Ο Γιάννης δεν μάλωσε με τον αδελφό του. Απλά πήρε το καπέλο του και πήγε με τον φίλο του για σάντουιτς την επόμενη μέρα.

Αποστόλης Σαπέτκο

Ο παππούς

0

Συγγραφέας: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΔΡΙΑΝΗΣ | Κατηγορία 2. Ιστορίες, παραμύθια, ποιήματα κ.ά. | , στις 19-05-2014

Ο παππούς

Κάποτε ήταν ένας παππούς που ήταν πλούσιος και είχε ένα βασιλικό σπίτι σαν παλάτι!

Μια φορά πήγε στο καφενείο. Όταν γύρισε από εκεί του φάνηκε πως το σπίτι ήταν άδειο. Πλησίασε πιο κοντά για να δει καλύτερα και είδε ξαφνικά να βγαίνουν από μέσα μπαλόνια, κορδέλες, χαρτιά που έγραφαν «χρόνια πολλά». Ξαφνικά βγήκαν μέσα από το σπίτι οι φίλοι του κρατώντας μια τούρτα και όλοι μαζί του είπαν χρόνια πολλά.

Ο παππούς είχε γενέθλια και το είχε ξεχάσει. Τον πήγανε οι φίλοι του μια βόλτα στον Μάη, ένα δασάκι που ήταν έξω από το χωριό. Εκεί έψησαν σουβλάκια, μπριζόλες κτλ. Κάνανε σαντουιτσάκια, φάγανε και διασκεδάσανε. Το βραδάκι πήγανε όλοι στα σπίτια τους και κοιμήθηκαν ήσυχα και καλά.

Στον ύπνο του ο παππούς έβλεπε όμορφα όνειρα. Έβλεπε τα παιδιά του, τα εγγόνια του και την γυναίκα του που την είχε χάσει. Μάλιστα έβλεπε πως ήταν ευτυχισμένος για πάντα με την γυναίκα του. Ο παππούς δεν ήθελε να ξυπνήσει από αυτό το όμορφο όνειρο που του φαινόταν τόσο αληθινό!

Αποστόλης Σαπέτκο

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων