Βλέπετε το ιστορικό της κατηγορίας 'Πολιτιστικά' κατηγορία.

Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30 στη «Λέσχη του Βιβλίου» (Αναστασιάδη 2) ― είσοδος μόνο με πρόσκληση.

Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30 στη «Λέσχη του Βιβλίου» (Αναστασιάδη 2) ― είσοδος μόνο με πρόσκληση.

 

Το 6° Γενικό Λύκειο Αγρινίου και το βιβλιοπωλείο «Λέσχη του Βιβλίου» της Αλεξάνδρας Μοσχονά οργανώνουν την εκδήλωση λόγου και μουσικής με τον τίτλο: «Έρωτα, ανίκητε…» (Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30, στο υπόγειο της «Λέσχης του Βιβλίου», οδός Αναστασιάδη 2).

Ο μουσικός και συνθέτης Γιάννης Ψειμάδας και η παιδαγωγός και αφηγήτρια Νίκη Κάπαρη θα μας ταξιδέψουν στα μονοπάτια του έρωτα μέσα από αρχαίους μύθους, λαϊκά παραμύθια και επιλεγμένα λογοτεχνικά κείμενα (αρχαία τραγωδία, Βοκκάκιο, ποίηση), συνοδευμένα από ήχους, μουσική και τραγούδια.

Ο Γιάννης Ψειμάδας συνεργάζεται φέτος με τη θεατρική ομάδα του 6ου Γενικού Λυκείου για τη μελοποίηση των λυρικών μερών της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Σύγνεφα» (Νεφέλαι), η οποία ανεβαίνει σε απόδοση και διασκευή του Χάρη Ταμπάκη (Σύγνεφα).

Η εκδήλωση οργανώνεται στα πλαίσια της προσπάθειας για την οικονομική ενίσχυση της θεατρικής ομάδας. Γι’ αυτόν το λόγο η είσοδος θα επιτραπεί μόνον σε όσες ή όσους φέρουν προσκλήσεις. Οι προσκλήσεις θα διατεθούν μόνον από το σχολείο και πριν από την εκδήλωση, έναντι χορηγίας. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν στο τηλέφωνο του σχολείου (2641044712) ή να απευθύνονται για κρατήσεις στη «Λέσχη του Βιβλίου» (2641023927).

Θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον κύριο Γιάννη Ψειμάδα για τη δημιουργικότητα με την οποία περιέβαλε τη θεατρική μας απόπειρα, καθώς και την κυρία Νίκη Κάπαρη, η οποία έρχεται να συμβάλει με τον τρόπο της στην πορεία αυτή. Ευχαριστούμε θερμά την κυρία Αλεξάνδρα Μοσχονά, η οποία παραχώρησε αφιλοκερδώς το χώρο του βιβλιοπωλείου της για την εκδήλωση και η οποία πάντοτε αγκαλιάζει πρόθυμα κάθε ανάλογη πρωτοβουλία.

 

«Παραμυθοσέντουκο»

Η Νίκη Κάπαρη και ο Γιάννης Ψειμάδας δημιούργησαν το 2000 την ομάδα «Παραμυθοσέντουκο». Ερευνούν και συλλέγουν ελληνικά λαϊκά παραμύθια, τα οποία ζωντανεύει μέσα από την αφήγησή της η Νίκη Κάπαρη και τα σχολιάζει, μουσικά και ηχητικά, ο Γιάννης Ψειμάδας. Αγαπούν να δείχνουν τη δουλειά τους κυρίως σε βιβλιοθήκες και μουσεία, γιατί θεωρούν τους χώρους αυτούς ιδιαίτερα ζωντανούς και θέλουν να φέρνουν μικρούς και μεγάλους σε επαφή με την παράδοση και τον πολιτισμό που οι χώροι αυτοί διαφυλάσσουν, αποπνέουν και εμπνέουν.

Από το 2006 έως σήμερα συνεργάζονται με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου σχεδιάζουν και παρουσιάζουν τη σειρά παραστάσεων με τον γενικό τίτλο: «Το παραμύθι της Κυριακής στο Μουσείο». Πρόκειται για παραστάσεις με αφήγηση αρχαίων μύθων που σχετίζονται με κάποιο από τα εκθέματα του Μουσείου. Το 2006-2009 παρουσίασαν στο Μουσείο Κοσμήματος Ηλία Λαλαούνη το πρόγραμμα «Τα παραμύθια του κόσμου», βασισμένο στα εκθέματα της μόνιμης συλλογής και των περιοδικών εκθέσεων του Μουσείου. Το 2009, με αφορμή το Παγκόσμιο Έτος Αστρονομίας, συνεργάστηκαν με τη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδου σχεδιάζοντας και παρουσιάζοντας την αφηγηματική παράσταση «Των αστεριών οι μύθοι».

Arman-Poubelle-1961

 

Λόγοι Διονυσίου Σουρλή,
Ιατρού Παθολόγου

 

Αξιότιμε κύριε εκδότα,

Παρακαλώ συγχωρήσατέ μου που καταχρώμαι τον χρόνο και την προσοχήν σας, καθότι δεν επιδίδομαι συχνάκις εις την τριβήν των δημοσίων λόγων και αντιδικιών. Αρκούμαι κατά κανόνα εις τας μικροπρεπείς προστριβάς και διενέξεις εντός του οι­κογενειακού κύκλου, μεριμνών επισταμένως μη διαρρεύσωσι αύται εκτός των ορίων της οι­κί­ας ημών, ως πράττει κάθε ευσυνείδητος συ­μπο­λίτης και οικογενειάρχης.

Ωστόσο, αφενός η ιδιότης μου του ιατρού πα­­θολόγου ― έστω και ανενεργός εξαιτίας προ­σφάτου συνταξιοδοτήσεως ― και αφε­τέ­ρου η ετέρα ιδι­ότης μου, του ενεργού πολί­του ― την οποία αρνούμαι πεισματικώς να απεμπολήσω ―, με παρώθησαν από κοινού να σας απευθύνω την πα­ρού­σαν επιστολήν διαμαρτυρίας, η οποί­α πολύ αμ­φι­βάλ­λω εάν εντέλει θέλει αποβή εις προ­σωπικόν μου όφε­λος. Και ο έχων ώτα ακού­ειν ακουέτω.

Γνωρίζετε, υποθέτω, ότι δεδομένης της α­πέλ­πιδος κα­τα­στά­σεως εις την οποία έχει πε­ρι­έλ­θει το ελληνικόν κρά­τος, η απόμαχος τάξις των συνταξιούχων, της οποίας πλέον τελώ άρ­τι γαλουχηθέν μέ­λος, διεξάγει αγώναν άνι­σον, προκειμένου να δι­α­τηρήση την φυσικήν πα­ρουσίαν της μεθ’ ημών και να αναβάλη την πρώ­ιμον αναχώρησίν της από τον μά­ταιον ε­τού­τον βίον των μνημονίων και των μνη­μοσύ­νων. Εις τον αυτόν αγώνα συ­ρό­μενος και ο γρά­φων, ως ιατρός, δύναμαι να γνω­ρίζω ότι από τα υγιεινότερα των μέτρων δι­α­τηρήσεως της οργανικής υγείας αποτελούν οι ημε­ρή­σιοι πε­ρί­πα­τοι κατά τας εξοχάς, καθώς συ­νι­στού­σε αρ­χαιόθεν και ο συνάδελφος Ακου­με­νός (5ος αι. π.Χ.). Το αυτό δε πράττουσι πλή­θος συμπο­λί­ται, αγόμενοι και φερόμενοι κατά την οδόν του Αγίου Ιωάννου του Ρηγανέως ή κα­τά τας άλλας παραπλεύρους οδούς, τας διακλαδιζομέ­νας επί της περιοχής του Τροχού. Ο υποφαινόμενος δε προτιμώ την πλήρην τέ­λε­σιν του κύ­κλου Αγρίνιον – Τροχός – Άγ. Ιω­άν­νης – Αγρί­νι­ον, διά το μάκρος μα και το ευάρεστον της φυ­σικής δι­αδρομής.

Φευ! Οποία αγα­νά­κτησις! Εάν τις κατεγίνετο να παραστήση συ­νο­πτι­κώς το κα­τά­ντη­μα της πα­τρίδος και των εν αυτή αν­θρώ­πων, δεν ήθελεν εύρη πα­ρα­στατικοτέραν αυτής το­πιογραφίαν. Διότι από το ση­μείον της υπεραγοράς «Λί­δλ» και εκεί­θεν, άρ­χεται το βασίλειον της αυθαιρεσίας και της εγκαταλείψεως, όπου κυριαρχούν τα κάθε λο­γής διεσπαρμένα απόβλητα, καταβάλλοντας αυ­θω­ρεί την όποιαν ορθήν ιδέ­αν περί πολιτι­σμού ή δημοσίου χώρου εν­δέχεται να δι­α­θέ­τει ο συνειδητός πο­λί­της. Πέ­ρα από κάθε λογής διεσπαρμένες συ­σκευασίες, πέρα από τα οι­κοδομικά υλικά και τα σακίδια αγορών, εις τον προ­χθεσινόν μου πε­ρίπατον συνήντησα παραπεταμένον εν κυλι­ό­μενον κάθισμα γραφείου, ο ιδιο­κτή­της του οποί­ου προφανώς δεν ηδύνατο να επινοήσει άλ­λην τινα μέθοδον απαλλαγής από την παρουσίαν του, παρά την πυρπόλησιν αυτού πα­ραπλεύρως της δημοσίας οδού!

Εντούτοις η αυθαιρεσία ― και η άνοια, επιτρέψατέ μοι ― δεν λή­γουν εδώ. Στρέψας τις εις την κυρίαν οδόν του οικισμού «Τροχός» αντικρύζει τας κατη­ρε­φείς παριάς της κοίτης του χειμάρρου της «Ερη­μήτιδος», όπου διαδοχικά προβάλλουν σχηματισθέντες σωροί παντοίου είδους απορριμμάτων. Πα­τρο­παράδοτον έθιμον των παροικούντων των Ερη­μήτιδαν, ως φαί­νεται, αποτελεί η απόρριψις των αποβλήτων των εις την κοίτην του χειμάρρου, ο οποί­ος χρησιμεύει κατά περίστα­σιν ως απορριμματαγωγόν, δεδομένου ότι με την πρώτην νεροποντήν το ρεύμα θα παρα­σύ­ρει τα κατακρημνισθέντα αντικείμενα περαιτέ­ρω, ως και τη λεκάνην της Λυσιμαχείας. Η απο­τρό­παιος ταύ­τη εικόνα συμπληρούται με την αυθαίρετον εναπόθεσιν παντοίων απορριμμάτων κα­τά μή­κος της οδού ήτις συν­δέει τον οικισμόν του Τρο­χού μετά της οδού του Ρηγανέως, ετέρα δε εστία ρυπάνσεως δη­μιουργείται ακριβώς επί της διασταυρώσεως η οποία έπεται του ιδιω­τι­κού αθλη­τι­κού γηπέ­δου των «Ελπίδων». Δια του λόγου το αληθές, συ­νοδεύω την παρού­σαν επι­στο­λήν μου με φωτογραφι­κάς αποτυπώσεις αι οποίαι ελή­φθη­σαν δια φο­ρη­τής τη­λεφω­νι­κής συ­σκευ­ής κα­τά τας εξορμήσεις μου ανά τα εν λό­γω χωρία. Ως διεπί­στω­σα κατόπιν συ­ντό­μου αυτοψίας, εις ορισμένα σημεία και επί των πρα­νών του χειμάρρου έχουν απορρριφθεί εσμός χάρ­τινων εντύπων, οικοσκευαί, μεταλλικά στοιχεία οροφοκατασκευής, προϊό­ντα εκδο­ράς ζώων (!!!), τα συνήθη οικοδομικά υλι­κά και λοιπά και λοιπά μνημεία αδιαφορίας και περ­ιφρο­νή­σεως του φυσικού και κοινω­νι­κού πε­ριβάλλοντος.

Κατόπιν τούτων των λυπηρών διαπιστώ­σε­ων, επιτρέψατέ μοι να επισημά­νω τα εξής: α) Οι εν λόγω εστίες ρυπάνσεως δεν ε­δημιουρ­γή­θη­σαν προσφάτως αλλά αποτε­λούν έργον μακρο­χρό­νου και επαναλαμβα­νο­μέ­νης και δι­εστραμ­μέ­νης συ­μπεριφοράς, ήτις εργάζεται μάλ­λον εις την βάσιν εθι­μι­κού δι­καί­ου, δίκαιον ορι­ζό­με­νον κα­τά τρό­πον αυθαίρετον και σκαι­όν ― άρα ου­χί δί­και­ον. Εκ τοιαύτης αδικοπραγίας εντέλλεται όπως μη λοιδορώμεν αδια­κρί­τως τα μνη­μο­νιώδη δεινά δια πάσαν βάσανον και πά­σαν διαστροφήν, προβάλλοντες εις εαυ­τούς το οικτρόν προ­σω­πεί­ον του θύματος, ώστε να επιτύχωμεν την άφε­σιν των προσβο­λών άτινας δι­ε­πρά­ξαμεν, και εισέτι διαπράττο­μεν, κατά του δη­μο­σίου συμφέροντος και εις δό­ξαν της αυ­θαι­ρε­σίας ημών. Ένιοι κλέπτουσι, ένιοι ρυπαίνουσι, ημείς ανεχόμεθα και επο­μέ­νως φέρομεν ευθύνην.

β) Αναρωτάταί τις διατί, παρά την μα­κρο­χρόνια πα­γίωσιν της καταστάσεως, παρά την εξό­φθαλ­μον παραβίασιν και προσβολήν του δη­μο­σίου χώ­ρου, παρά την αδήριτον ανάγκην προστα­σίας των υδά­τι­νων πόρων και διαδρομών, ουδέ­ποτε αι Αρχαί δεν εκινήθησαν δια τα δέοντα, προ­κειμένου να συ­νε­τί­σω­σι τους παραβάτας και να εξαλεί­ψω­σι το φαι­νόμενον. Ηλίου φαει­νό­τερον θεωρώ ότι οι αυθαίρετοι απο­βλη­τό­λο­φοι της Ερημίτιδος γει­τνιάζουν με ιδι­ο­κτη­σίας εκ των οποίων τροφοδοτούνται τα­κτι­κώς και αδιαλείπτως διά παντός είδους υλικών. Τι πράτ­τει η Υπηρεσία Καθαριότητος και Πε­ριβάλ­λο­ντος του Δήμου; Τι πράτ­τει η Δημοτική ή άλ­λη α­στυ­νομική αρχή επ’ αυτού;

γ) Επιτρέψατέ μου, εξάλλου, να υπογραμμίσω την ευ­θύνην του ιατρικού δυναμικού της πό­λε­ως, και δη του Ιατρικού Συλλόγου, ευθύνη και μέ­ρι­μνα του ο­ποί­ου θα όφειλε επίσης να αποτελεί η υγιεινή του αστικού και του περιαστικού περι­βάλ­λοντος. Πώς ανεχόμεθα, αγαπητοί συ­νά­δελ­φοι, επί τόσα έτη τοιαύτην διαγωγήν, η ο­ποία μόνον κινδύνους εγκυμονεί δια την δη­μο­σί­αν υγείαν; Διατί επιτρέπομεν ως θεαταί να μα­κροη­με­ρεύ­η τοιαύτη πρακτική και δεν καθιστά­μεθα πο­λέμιοι της αβελτηρίας των Αρχών και αντίπαλοι της παραβατικότητος τινων αχα­ρα­κτή­ρι­στων ιθαγενών; Θα αναμένομεν τα πρώ­τα κρού­σματα επιδημίας, θα αναμένομεν τας πρώ­τας εκτεταμένας πυρκαϊάς ή την μη αναστρέψιμον μό­λυνσιν των υδάτων δια να δρά­σωμεν; Απαντήσατέ μοι.

δ) Ευλόγως αναρωτάταί τις κατόπιν αυτών δια­τί οι παροι­κού­ντες τας διαφόρους εστίας ρυ­πάν­σεως, αφενός οι ε­παγ­γελματίαι της δημο­σί­ας οδού ― ήτοι οι ιθύ­νο­ντες της υπε­ρα­γο­ράς «Λίδλ», ο κα­τερ­γα­ζό­μενος εί­­δη αλουμι­νί­ου επιχειρηματίας, οι ιδιοκτήται του α­θλη­τι­κού κέ­ντρου των «Ελ­πί­δων» και του παιδικού σταθ­μού «Μαγικός Αυ­λός» και λοιποί ― αφετέρου οι κά­τοι­κοι του οι­κι­σμού Τροχού, των οποίων η υγεί­α και η περιουσία πρωτίστως υποβαθμίζονται ή κιν­δυ­νεύουν, ανέ­χο­νται το φαινόμενον και δεν δι­α­μαρτύρονται εντόνως και δεν το καταπολεμούν.

Κύριε εκδότα, μην έχετε αμφιβολίαν. Κοστί­ζο­μεν τόσα πολ­λά εις δανειοδοτήσεις, διότι πράττομεν τόσα ολίγα και εξ αυτών τα πλείστα ασκόπως, δια την κοι­νω­νίαν και το μέλλον αυτής. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνετε, ό,τι θα ηδύ­να­το να αποτελέσει έξο­χον περί­πα­τον αναψυχής δια τους ταλαι­πώ­ρους κατοικούντας την τσιμεντούπολιν του Α­γρι­νίου, μεταβάλλεται ταχυρρύθμως εις υ­περ­με­γέ­θη κά­δο απορριμμάτων και ελεεινή χα­βού­ζα. Ό,τι θα διετίθετο λίαν ευκόλως ίνα μετα­σκευ­ασθή εις τόπον χλοερόν, τό­πον α­να­ψύ­ξε­ως παρα­κεί­μενον του πολεοδομικού συγκρο­τή­μα­τος Αγρινίου και περιχώρων ― εννοώ την κοί­τιν και το περιβάλλον της Ερημήτιδος ― εγκαταλείπεται αδιαφόρως εις τας αυθαι­ρέτους πρα­κτικάς ο­ρι­σμένων πλην, αλίμο­νον, αρκε­τών, ώστε το όνειδος να συσσω­ρεύ­ε­ται και να πληθαίνει ανεμπό­δι­στον.

Κύριε εκδότα, δια της επιστολής ταύτης θε­ω­ρώ ότι δεν εκπληρώ ειμή μόνον έν καθήκον τα­πει­νόν και ελάχιστον, ως πολίτης και δη ια­τρός. Προτί­θε­μαι ωστόσο να κινηθώ και να ανα­ζητήσω πε­ραι­τέ­ρω ευθύνας, κρίνων και απο­τιμών λόγους και έργα προσώπων. Δεν απο­κλεί­ω δε να ευρεθούν και οι συνοδοιπο­ρού­ντες εις την οδόν ταύ­την ― εις την οποίαν θέλω να πιστεύω ότι συνοδεύετε και υμείς ―, οδός η οποία άγει επέκεινα της παλαιάς και εφθαρ­μέ­νης Ψωροκωσταίνης, εις κοινωνίαν υπευθύνων και ελευθέρων πολιτών.

Συγχωρήσατέ μοι παρακαλώ υστάτως το αρχαΐζον φθέγ­μα και την έκτα­σιν.

Ταπεινός συμπολίτης σας,
Διονύσιος Σουρλής,
Συνταξιούχος Ιατρός Παθολόγος

 

Υστερόγραφον: Η εικών συνοδεύουσα το κείμενον απεικονίζει σύνθεσιν του εικαστικού Αρμάνου (Arman) από τη σειρά «Απορριμματοδόχοι» (γαλλιστί: «Poubelles»), εν έτει 1961.

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες στην Πλάκα. Φωτογραφία του Α. Καρτιέ-Μπρεσόν (Αθήνα, 1953).

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες στην Πλάκα. Φωτογραφία του Α. Καρτιέ-Μπρεσόν (Αθήνα, 1953). Αντίστιξη τριών πολιτισμικών εποχών.

* Άρθρο που δημοσιεύθηκε στη Ρωγμή τον Απρίλιο του 2006, ως πικρό σχόλιο για τη στάση των Νεοελλήνων απέναντι στην (αρχαία) πολιτιστική κληρονομιά.

 

«O Δ/ντής Aρχαιοτήτων του Yπουργείου Πολιτισμού κ. Λ. Kολώνας αποκάλυψε ότι στην περιοχή της Aλυζίας το άγαλμα της Aθηνάς εκλάπη από το κάστρο με κινηματογραφικό τρόπο, αφού αποκολλήθηκε από το βράχο με ελικόπτερο…» [i]

 

«…O Πρόεδρος της Iστορικής και Aρχαιολογικής Eταιρίας κ. Π. Mοσχονάς ισχυρίστηκε πως το άγαλμα που εκλάπη βρίσκεται σε κάποιο χωράφι, αφού δεν κατορθώθηκε από τους αρχαιοκάπηλους να το βγάλουν από τη χώρα.» [ii]

 

Aναμφίβολα, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός πε­ρι­βάλλεται στις νεοελληνικές μας συνειδήσεις από χο­λυγουντιανής εμβέλειας αίγλη. Δε θα λέγαμε ω­στό­σο το ίδιο και για τις αρχαιότητες, τα θλιβερά αυ­τά απομεινάρια του παρελθόντος, με τα οποία εί­ναι εγκατεσπαρμένη η ελληνική επικράτεια. Σπεύδω αμέ­σως να διευκρινίσω το κατά τα άλλα ενδιαφέρον αυτ­ό οξύμωρο.

Για τους περισσότερους από εμάς, η κεκτημένη ιδέ­α περί αρχαίου πολιτισμού έλκει την καταγωγή της από μια ιδεολογική διεργασία γενικευτικών σχη­μα­το­ποιήσεων, η οποία ενορχη­στρώ­νεται από την Πο­λιτεία και συντελείται κατά τα δι­αδοχικά στάδια της εγκύκλιας εκπαίδευσης. Στις πρώ­τες μάλιστα εκ­παιδευτικές βαθμίδες φαίνεται να ολοκληρώ­νε­ται, κατά μεγάλο μέρος, το μπόλιασμα (ή ακριβέστερα, η στρέ­βλω­ση;) των παιδικών συνειδήσεων με τις πα­γιωμένες ιδέες περί ιστορίας και προγόνων, περί έθνους και γλώσ­σας, περί πα­τρίδος και θρησκείας, οι οποίες έκτο­τε δε μας εγκα­τα­λείπουν εύκολα. Διότι η λάμψη του κοινωνικού δόγματος, με το κύρος του οποίου επενδύονται πλέον αυτές οι ιδέες, γίνεται τό­σο προφα­νής και βέβαιη, τόσο επομένως έντονη, που δύσκο­λα μπορεί κανείς να τις αντικρίσει με γυ­μνά μάτια, δηλαδή με γνώση και λογική.

Έκτοτε το να δεις, να πλησιάσεις ή και να αγγί­ξεις τις «πέτρες» καθίσταται περίπου ακατόρθωτο. Για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί να παρατηρήσει την κοινή συμπεριφορά. Περ­νάμε δί­πλα τους σα βο­λί­δες με τα αυτοκίνητά μας και τις αγνο­ούμε. Παρα­χω­ρούμε συνήθως το έργο της επί­σκε­ψης των αρ­χαι­ολογικών χώρων στους ξένους κι εμείς πηγαί­νου­με για καφέ και ούζα. Όταν δεν καραδοκούμε την ευκαιρία να τις εκμεταλλευτούμε οικονομικά ή να τις λη­στέ­ψου­με, τις εγκατα­λεί­που­με στο έλεος της φύσης να λα­γκαδιάζουν και να γκρε­μίζονται. Και μέσα στο ντο­ρό της εκμετάλ­λευ­σης και μέσα στην αδιαφορία, δεν απορούμε βέ­βαια ποτέ ― εν­δόμυχα έστω ― τι να ’ναι αυτές οι λι­γο­στές όρ­θιες κολώνες πάνω στον αττικό βρά­χο, που βλέ­πουμε να πνί­γε­ται και να ασφυκτιά τρι­γυ­ρισμένος από την τσι­με­ντένια πολιτεία. Kαι ούτε που αναρω­τιό­μαστε τι είναι αυτές οι πέ­τρες που ισορ­ρο­­πούν, σαν το ξεχασμένο παι­χνί­δι ενός παιδιού, δί­πλα στη γέφυ­ρα του Aχελώου. Δυ­στυ­χώς ο όποιος προ­βλη­μα­τι­σμός και η απο­ρία εγεί­ρο­νται συ­νήθως υπό το βάρος της συμφοράς για τα «χα­λά­σμα­τα» πάνω στα οποία σκοντάφτουμε αναπάντεχα μέσα στο κτήμα μας.

Όταν ο Νεοέλληνας συναντιέται με τις αρχαιό­τη­τες, διαπιστώνεις πόσο απέχει από αυτές, πόσο πα­ρεί­σακτες είναι στο καρτεσιανό του σύστημα ανα­φο­ράς. Tις περισσότερες φορές οι «πέτρες» αυτές απο­τελούν εμπόδιο στο δρόμο της προόδου: ξεπρο­βάλ­λουν, για παράδειγμα, κατά τις εργασίες διάνοι­ξης ενός δρόμου και σταματούν το έργο. Ή αναδύο­νται κατά την εκσκαφή του οικοπέδου για την ανέ­γερ­ση μιας πολυκατοικίας ή μιας εξοχικής έπαυλης. Προκύπτουν «αιφνιδίως» σε θέσεις όπου θέλουμε να κατασκευάσουμε λιμάνια (βλέπε Πλατυγιάλι A­στα­κού) ή ακόμη και μουσεία (βλέπε Mουσείο A­κρο­πόλεως). Άλλες φορές πάλι χρησιμεύουν ως ευ­και­ρι­ακό οι­κο­νομικό πρόσοδο: είναι δυστυχώς γνω­στό ότι η αρχαιοκαπηλία έχει μακρά παράδοση ανα­σκα­φών στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, με κύριο προ­ορι­σμό των κλοπιμαίων τη γειτονική Iταλία αλλά και την Aθήνα.[iii]

Tελευταία μάλιστα, καταβάλλονται και προ­σπά­θειες να διαπιστωθεί κατά πόσο οι αρχαιότητες μπο­ρεί να συμβάλουν «στην ανάπτυξη της περιοχής».[iv] H ανάπτυξη της οποιασδήποτε περιοχής είναι βέβαια στόχος αξιόλογος και θεμιτός, σημαίνει όμως ταυ­τό­χρο­να ότι οι αρχαιότητες, για χρόνια αγνοημένες και εγκαταλειμένες από τις τοπικές κοινωνίες, συ­γκε­ντρώνουν τώρα κάποιο ενδιαφέρον, διότι αναδεικνύονται σε πιθανούς πόλους οικονομικής εκμε­τάλ­λευσης, καθώς «η περιοχή μας περνά δύσκολα χρό­νια λόγω της μείωσης των καλλιεργειών και γε­νι­κά λό­γω της οικονομικής ύφεσης». Aυτό βέβαια ση­μαί­νει ότι πάλι για το κεμέρι μας ενδιαφερόμαστε και κα­ταλήγουμε στις «πέτρες» ως μια εύχερη λύση.

Φοβάμαι λοιπόν πως η πραγματικότητα είναι δει­νή. Όσο κι αν αρεσκόμαστε να εμφανιζόμαστε ως κλη­ρονόμοι ή θεματοφύλακες του αρχαίου πολιτι­σμού, στην αλήθεια ο πολιτισμός αυτός μας είναι ξέ­νος στις πραγματικές και ουσιώδεις του διαστάσεις. Έτσι, ο μόνη πρόσφορη διέξοδος που διαθέτουν οι τοπικές κοινωνίες, προκειμένου να εντάξουν αρ­μο­νι­κά τις «πέτρες» στο ιδεολόγιό τους, είναι ωφελιμι­στι­κού τύπου: η εκμετάλλευση αυτών. Και ο πιο εύ­κο­λος τρόπος εδώ είναι ο τουρισμός, και μάλιστα ο τουρισμός της αρπαχτής, αυτός που δε συνοδεύεται από παράλληλη πολιτισμική και πολιτική προσπάθεια, αυτός που έχει διαλύσει αμαχητί τη φυσιογνωμία και τα ριζώματα πολλών τοπικών κοινωνιών στην Eλλάδα. Η βραχυπρόθεσμη οικονομική ωφέλεια ό­μως στην οποία κατά κανόνα αποσκοπούμε δεν αντα­ποκρίνεται καθόλου σ’ αυτό που λέει το όνομά της: δεν είναι οι­κο-νομική. Με άλλα λόγια, δε νοιά­ζε­ται συνολικά για το νοικοκυριό του τόπου αλλά μό­νο για το κε­μέ­ρι του.

Τζάμπα τόση ιστορία και τόσα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, τόσες γιορτές και φανφάρες για το «έν­δοξο παρελθόν» και τον «χρυσούν αιώναν του Πε­ρικλέους». Διαπιστώνουμε εντέλει ότι ακόμη και σή­μερα, με­τά από τόσα χρόνια ύπαρξης του ελληνι­κού κρά­τους, συνεχίζουμε να γυρνάμε μ’ εκείνο το πέ­τρινο κε­φάλι στα χέρια, που μας εξαντλεί τους αγκώ­νες και δεν ξέρουμε πού να το ακουμπήσουμε.[v] Ή μήπως πλέον αυτό τουλάχιστον το έχουμε λύσει;

 

03-04-2006, για τη Pωγμή

 


[i]               Tο Ξηρόμερο. Tριμηνιαία έκδοση της Oμοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Ξηρομέρου, τεύχος 87 (Aπρίλιος-Iούνιος 2005), σελ. 7.

[ii]               όπ.π..

[iii]               Bλέπε σχετικά το πολύ κατατοπιστικό βιβλίο του B. Παπακωνσταντίνου με τίτλο Eγχειρίδιο αρχαιοκαπηλίας. Aθήνα: Eκδόσεις Περίπλους (2003).

[iv]               Tο Ξηρόμερο… σελ. 1.

[v]               Aναφορά στο Mυθιστόρημα Γ΄ του Γ. Σεφέρη.