Βλέπετε το ιστορικό της κατηγορίας 'Δημοσιογραφία' κατηγορία.

Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30 στη «Λέσχη του Βιβλίου» (Αναστασιάδη 2) ― είσοδος μόνο με πρόσκληση.

Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30 στη «Λέσχη του Βιβλίου» (Αναστασιάδη 2) ― είσοδος μόνο με πρόσκληση.

 

Το 6° Γενικό Λύκειο Αγρινίου και το βιβλιοπωλείο «Λέσχη του Βιβλίου» της Αλεξάνδρας Μοσχονά οργανώνουν την εκδήλωση λόγου και μουσικής με τον τίτλο: «Έρωτα, ανίκητε…» (Σάββατο, 5 Μαρτίου, ώρα 20:30, στο υπόγειο της «Λέσχης του Βιβλίου», οδός Αναστασιάδη 2).

Ο μουσικός και συνθέτης Γιάννης Ψειμάδας και η παιδαγωγός και αφηγήτρια Νίκη Κάπαρη θα μας ταξιδέψουν στα μονοπάτια του έρωτα μέσα από αρχαίους μύθους, λαϊκά παραμύθια και επιλεγμένα λογοτεχνικά κείμενα (αρχαία τραγωδία, Βοκκάκιο, ποίηση), συνοδευμένα από ήχους, μουσική και τραγούδια.

Ο Γιάννης Ψειμάδας συνεργάζεται φέτος με τη θεατρική ομάδα του 6ου Γενικού Λυκείου για τη μελοποίηση των λυρικών μερών της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Σύγνεφα» (Νεφέλαι), η οποία ανεβαίνει σε απόδοση και διασκευή του Χάρη Ταμπάκη (Σύγνεφα).

Η εκδήλωση οργανώνεται στα πλαίσια της προσπάθειας για την οικονομική ενίσχυση της θεατρικής ομάδας. Γι’ αυτόν το λόγο η είσοδος θα επιτραπεί μόνον σε όσες ή όσους φέρουν προσκλήσεις. Οι προσκλήσεις θα διατεθούν μόνον από το σχολείο και πριν από την εκδήλωση, έναντι χορηγίας. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν στο τηλέφωνο του σχολείου (2641044712) ή να απευθύνονται για κρατήσεις στη «Λέσχη του Βιβλίου» (2641023927).

Θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον κύριο Γιάννη Ψειμάδα για τη δημιουργικότητα με την οποία περιέβαλε τη θεατρική μας απόπειρα, καθώς και την κυρία Νίκη Κάπαρη, η οποία έρχεται να συμβάλει με τον τρόπο της στην πορεία αυτή. Ευχαριστούμε θερμά την κυρία Αλεξάνδρα Μοσχονά, η οποία παραχώρησε αφιλοκερδώς το χώρο του βιβλιοπωλείου της για την εκδήλωση και η οποία πάντοτε αγκαλιάζει πρόθυμα κάθε ανάλογη πρωτοβουλία.

 

«Παραμυθοσέντουκο»

Η Νίκη Κάπαρη και ο Γιάννης Ψειμάδας δημιούργησαν το 2000 την ομάδα «Παραμυθοσέντουκο». Ερευνούν και συλλέγουν ελληνικά λαϊκά παραμύθια, τα οποία ζωντανεύει μέσα από την αφήγησή της η Νίκη Κάπαρη και τα σχολιάζει, μουσικά και ηχητικά, ο Γιάννης Ψειμάδας. Αγαπούν να δείχνουν τη δουλειά τους κυρίως σε βιβλιοθήκες και μουσεία, γιατί θεωρούν τους χώρους αυτούς ιδιαίτερα ζωντανούς και θέλουν να φέρνουν μικρούς και μεγάλους σε επαφή με την παράδοση και τον πολιτισμό που οι χώροι αυτοί διαφυλάσσουν, αποπνέουν και εμπνέουν.

Από το 2006 έως σήμερα συνεργάζονται με το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου σχεδιάζουν και παρουσιάζουν τη σειρά παραστάσεων με τον γενικό τίτλο: «Το παραμύθι της Κυριακής στο Μουσείο». Πρόκειται για παραστάσεις με αφήγηση αρχαίων μύθων που σχετίζονται με κάποιο από τα εκθέματα του Μουσείου. Το 2006-2009 παρουσίασαν στο Μουσείο Κοσμήματος Ηλία Λαλαούνη το πρόγραμμα «Τα παραμύθια του κόσμου», βασισμένο στα εκθέματα της μόνιμης συλλογής και των περιοδικών εκθέσεων του Μουσείου. Το 2009, με αφορμή το Παγκόσμιο Έτος Αστρονομίας, συνεργάστηκαν με τη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Ευγενίδου σχεδιάζοντας και παρουσιάζοντας την αφηγηματική παράσταση «Των αστεριών οι μύθοι».

Occupatio

Η χορεύτρια πάνω στον ταύρο της Wall Street αποτέλεσε σύμβολο του σύγχρονου κινήματος των καταλήψεων με ταυτόχρονη παραπομπή στα αρχαία ταυροκαθάψια.

 

Καταλήψεις και αντιλήψεις

Ανταπόκριση από την ψυχορραγούσα δημόσια εκπαίδευση

 

Δεν είναι λίγες οι στρεβλώσεις από τις οποί­ες υπο­φέρει η ελληνική κοινωνία στην κα­θημερινή της πολιτεία, παρότι μας βολεύει συ­νήθως να εγκα­λού­με άλλους «δια πάσαν νό­σον και πά­σαν μαλακίαν». Το οδυνηρό δε του πράγ­μα­τος δυσχεραίνει τη νη­φά­λια και σφαι­ρι­κή εκτί­μησή του, όσο κι αν επιθυμεί κα­νείς να θέ­σει την χείραν επί των τύπων των ή­λων. Αλ­λά αυτό θα ήθελα να αποτολμήσω επί του πα­ρό­ντος, μολονότι διακινδυνεύω να επι­σύ­ρω επ’ εμού τα βέλη οικείων και αλλο­τρί­ων.

Η κατάληψη ως μορφή κοινωνικής διαμαρ­τυ­ρίας θε­ωρείται ότι έχει καθιερωθεί με κάποια ευρύτητα αποδοχής στη συνείδηση του λαού, κυρίως μέσα από την ανα­γνώριση και τον αφηρωισμό της εξέ­γερ­σης του Πολυ­τε­χνείου το 1973, ως κορυ­φαί­ας πρά­ξης δι­α­μαρ­τυρίας ενάντια στο στυγνό κα­θεστώς των Απρι­λιανών δικτατόρων. Με αυτή τη σημαί­νου­σα αφετηρία και κατά τη διάρκεια της μεταπο­λιτευ­τι­κής περιόδου, το φοιτητικό κί­νη­μα αξιοποίησε με αξιόλογη επιτυχία τη μέ­θο­δο των καταλήψεων στις διάφορες διεκδι­κήσ­εις του, με προεξάρχουσα την αντίδραση στο νόμο 815 / 1978, ο οποίος προέβλεπε πε­ρι­ο­ρι­σμούς κατά την εξέλιξη των σπουδών στην ανώτατη εκπαίδευση.

Θα πρέπει να ση­μει­ωθεί επίσης ότι η κατά­λη­ψη ως μέθοδος δι­εκδίκησης δεν προτασσόταν από τις επί­ση­μες κομματικές οργα­νώ­σεις νεολαίας. Γι’ αυτό ση­μα­τοδοτούσε μία έκ­φρα­ση αδέ­σμευ­του και ακη­δε­μό­νευτου πολι­τι­κού αγώνα, ο οποίος υποστη­ρί­χθη­κε σε με­γά­λο βαθμό από νεολαίους ορμώμενους από τον αναρχισμό αλλά συνεπήρε σε διαδικασίες ρι­ζο­σπα­στικοποίησης και μεγάλη με­ρίδα προ­ο­δευ­τι­κών φοι­τητών που αντιδρούσαν στην άνω­θεν πολι­τι­κή και ιδεολογική καθοδήγηση των κομματικά προ­σκεί­με­νων φοιτητικών οργανώσεων.

Μετά την επικράτηση της φοιτητικής αντί­στα­σης και την απόσυρση του νόμου 815/1978, η μέ­θο­δος της κατάληψης είχε πλέον καθιε­ρω­θεί στη συ­νεί­δη­ση της νεολαίας ως η προ­σφο­ρότερη και αποτελε­σμα­­τικό­τε­ρη μέθοδος δι­αμαρτυ­ρί­ας. Ένα πρώτο κύ­μα κατα­λή­ψεων στα Πολυκλαδικά Λύκεια της χώρας (1986) και κυρίως το μεγάλο κύμα καταλήψεων ενά­ντια στην επιχειρηθείσα συντηρητική πα­ρέμ­βα­ση του 1990-1991 (νόμος Κοντογιαννό­που­λου), καθιέ­ρω­σε τη μέθοδο της κατάληψης σχολικών κτιρίων ως αποτελεσματικό τρό­πο διεκδίκησης και για το μα­θη­τικό κίνημα. Ταυτό­χρο­να η μαζι­κό­τητα του κι­νή­ματος αυτού ώθησε τις κομ­μα­τικές νε­ολαίες να αντιμετωπίσουν με διαλλα­κτι­κό­τη­τα τέτοιου είδους επι­λογές και ταυτό­χρο­να νο­μι­­μο­ποίησε τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πρακτική στη συ­νεί­δηση της υπόλοιπης κοι­νω­νίας, κα­θώς η παραβίαση της νομιμότητας δε συνά­ντη­σε ου­σιαστική πολιτική και κοινωνική αντί­δρα­ση.[1]

Από τότε έως σήμερα οι καταλήψεις σχολι­κών μο­νάδων έχουν αναχθεί σε κανόνα της μα­θη­τικής έκ­φρασης διαμαρτυρίας. Το γεγο­νός ότι ως πρα­κτι­κή δε συναντούν παρά με­μο­νωμένες αντιδράσεις, ενώ το αντίτιμο που κα­λούνται να πληρώσουν οι μα­θη­τές είναι η απώ­λεια περιπάτου, έχει καταστήσει τις κατα­λή­ψεις ανα­με­νό­μενη και σχεδόν εθιμική πρά­ξη κάθε σχολική χρονιά, υπονομεύοντας κατ’ αυ­τόν τον τρόπο το όποιο πο­λιτικό νόημα μπορεί να έχει η έσχατη κα­τα­φυ­γή στην παρα­βί­αση της νομι­μό­τητας ως έκφραση δι­αμαρ­τυ­ρίας.

Η παραβίαση της νομιμότητας ωστόσο δεν είναι κά­τι απλό: πλήττει συστηματικά έναν θε­σμό ο οποί­ος προβλέπεται από το δημο­κρα­τι­κό πολίτευμα της χώ­ρας και προσβάλλει όσους καλούνται να τον υπη­ρε­τήσουν ενώ­πιον του κοινωνικού συνόλου. Διό­τι οδηγεί ανα­πό­φευ­κτα στην υποτίμηση της λειτουρ­γί­ας του δημόσιου σχολείου, άρα και του έρ­γου των αν­θρώ­πων που εργάζονται γι’ αυτό. Ίσως λοι­πόν η ηθική φθορά του σχολικού θε­σμού και κατά συ­νέ­πεια της δημοκρατικής νομιμότητας να απο­τελεί το μεί­ζον πρόβλημα που προ­κα­λεί­ται από την άκριτη και συστη­μα­τική διενέρ­γεια καταλήψεων.

Όσες αντιδράσεις υπάρχουν στο φαινό­με­νο αυ­τό εκπορεύονται είτε από πολίτες και εκ­παι­δευ­τι­κούς που πρόσκεινται πολιτικά στον συντηρητικό χώ­ρο είτε από όσους αντι­με­τωπίζουν με σκεπτικισμό την ελαφρότητα με την οποία οι μαθητές ή οι φοι­τη­τές στα­μα­τούν τη λει­τουρ­γία των εκπαιδευτικών μο­νά­δων. Όταν ο γρά­φων (προσκείμενος στον αρι­­στε­ρό πολιτικό χώ­ρο) έθιξε προ δύο ετών το ζήτημα σε γε­νική συνέλευση της τοπικής ένω­σης καθη­γη­τών, η απάντηση που πήρε από την οικεία αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα ήταν ότι «δεν πα­ρεμ­βαί­νουμε στο μα­θητικό κί­νημα».

Ωστόσο το να μην παρεμβαίνεις μετά λόγου γνώ­σης εί­ναι κατά τη γνώμη μου μέρος του προ­βλή­μα­τος που ζει αυτή η χώρα. Το να επιτρέ­πεις ελαφρά τῃ καρδίᾳ να γίνεται η παραβί­α­ση του νόμου κα­νό­νας και όχι ένα έσχατο μέ­σο διαμαρτυρίας απο­κα­λύ­πτει ένα ηθικό και πο­λιτικό ζήτημα πάνω στο οποίο θα πρέπει να σκε­φτούμε πολύ σοβαρά, τόσο η εκ­παι­δευ­τι­κή κοινότητα όσο και οι υπόλοιποι κοινωνικοί πα­ρά­γο­ντες. Θα πρέπει επίσης να σκεφτούμε επι­τέ­λους με συστηματικό και υπεύθυνο τρό­πο τι θα πρέ­πει να προσφέρει στην κοινωνία και πώς θα πρέ­πει να λειτουρ­γεί το δημο­κρα­τι­κό σχολείο, ένα σχολείο το οποίο θα προε­τοι­μάζει και μελ­λοντικούς πο­λί­τες, οι οποίοι θα έχουν επί­γνωση των πρά­ξε­ών τους, ώστε να είναι σε θέση να αποφασίζουν υπεύθυνα.

Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που θα εγκα­λού­σα τους εκπαιδευτικούς για ολιγωρία απένα­ντι στο κα­τά­ντημα της δημόσιας εκπαίδευ­σης, θα εγκαλούσα εξί­σου την Πολιτεία, για τον αναχρονιστικό, ευκαι­ρι­α­κό και ενίοτε ασυ­νάρ­τητο τρόπο με τον οποίο επι­μέ­νει να αντιμετωπίζει το καίριο αυ­τό ζή­τη­μα, τη μόρ­φωση της νέας γενιάς, αν είναι πραγματι στόχος η μόρ­φω­ση και όχι κάτι άλλο.

Για να μη μακρηγορήσω άλλο, σήμερα που βρέ­θη­κα πάλι μπροστά στην αμπαρωμένη αυλόπορτα του σχο­λείου με τους μαθητές να βαλλίζουν τη σφαί­ρα στο προ­αύ­λιο, αναλογίστηκα πάλι πικρά ότι οι κα­λύ­τε­ροι από αυ­τούς θα βρε­θούν σε λίγα χρό­νια στη Γερ­μανία ή κά­που αλ­λού, κι ότι αυτοί που θα μεί­νουν εδώ θα εί­ναι άξιοι της κατωφερούς αυτής μοί­ρας, η οποία επιτρέπει ανά πάσα στιγμή την άρση της έννομης δημοκρατίας και επιβάλλει με τη συλ­λο­γική ανοχή την αυθαιρεσία.

 

[1] Δες και Δ. Σκλαβενίτη, «Καταλήψεις σχολείων: μια νέα μορφή κινητοποίησης.» Το Βήμα [Νέες εποχές] 16-11-2014, σελ. 2¹4-3¹5.

 

Συνεισφορά στο θρήνο και στη διαμαρτυρία για τις δολοφονίες στο γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo.

Συνεισφορά στο θρήνο και στη διαμαρτυρία για τις δολοφονίες στο γαλλικό περιοδικό Charlie Hebdo.

Σχόλιο για την έκπτωση της δημοκρατίας και την έξαρση των εθνικιστικών και φασιστοειδών στοιχείων στην πολιτική ζωή της χώρας.

Δημοσιεύθηκε στον «Μαχητή» στις 17-10-2013.

 

Ο Τσαρλς Τσάπλιν ως «Ο μεγάλος δικτάτορας» (1940). Οποιαδήποτε σχέση με πρόσωπα ή πράγματα δε θα πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματική.

Ο Τσαρλς Τσάπλιν ως «Ο μεγάλος δικτάτορας» (1940). Οποιαδήποτε σχέση με πρόσωπα ή πράγματα δε θα πρέπει να θεωρηθεί συμπτωματική.

 

 Τενεκεδένια δύση

 ή Οι καθ’ ημάς ρίζες της αντιδημοκρατικής ύβρεως

Ο Λάζαρος και ο Τάκης συναντιούνται καμ­μιά φο­ρά στον καφενέ ― εκ­παι­δευ­τικοί γαρ. Ο Τάκης πα­λιό στέλεχος του ΠαΣοΚ, καπάτσος άνθρωπος και με ριζωμένες θρη­σκευ­τι­κές πεποι­θή­σεις, γυμναστής στην ειδι­κό­τη­τα. Ο Λάζαρος, από την πλευ­ρά του, εκ γε­νετής προ­σκεί­με­νος στη Ν. Δη­μο­κρα­τία, άνθρωπος λαϊ­κός, με πα­γι­ωμένη α­ντί­λη­ψη για το πώς λειτουργούν τα πράγ­ματα στο ρω­μέ­ϊκο, κατ’ ε­πάγ­γελμα θεολόγος. Και οι δύο δι­ευ­θυντές σχο­λεί­ων.

Κάποια μέρα πέρυσι δια­σκέδαζαν μαζί και προ­σπα­θούσαν να δι­α­­κω­μω­δήσουν ένα επίκαιρο γε­γο­νός, επανα­λαμ­βά­νο­ντας την αρχαι­ο­φανή λέ­ξη «ε­γέρ­θητω». Η ευ­τρά­πε­λη ωστόσο αναδιήγηση του γε­γο­νό­τος στην υπόλοιπη παρέα τίποτε το διασκεδαστι­κό δεν προσέφερε. Το θλι­βε­ρό μάλιστα, στην προκείμε­νη πε­ρί­πτω­ση, δεν ήταν απλά η δι­α­πί­στωση ότι αναφαί­νονται σι­γά-σιγά και επι­βάλ­λο­νται οι απε­χθείς θι­α­σώ­τες του φασι­στο­ει­δούς αυ­ταρ­χισμού. Το πιο πι­κρό και ο­λέ­θρι­ο εί­ναι να διαπι­στώ­νεις με πόσο απα­ρά­δεκτα επι­πόλαιο και ανερμάτιστο τρόπο προσλαμβάνει ο μέ­σος Έλλη­νας τέ­τοιου είδους εξε­λί­ξεις. Πώς γί­νε­ται άραγε να συμ­βαί­νει αυ­τό;

Η εύκολη απάντηση θα ήταν να ισχυριστεί κα­νείς ότι είναι θέμα παιδείας, όπως συχνά-πυκνά προ­τεί­νου­με ως απάντηση στους μαθητές μας, όταν τίθε­νται υπό κρίση ανάλογης δυσκολίας κοι­νω­νικά ζητή­μα­τα. Τι στο καλό, όμως; Τόσος σο­σι­α­λι­σμός πέ­ρα­σε από πάνω μας, τόσες και τό­σες φουρ­νιές μαθητών στεί­λαμε στα Πανεπι­στή­μια, τό­σες επέτειοι γιορ­τά­στη­καν με συ­γκί­νηση και μέ­νος αντιφασι­στι­κό, για να καταλήξουμε εντέλει πού; Να επιβάλλο­νται οι φα­σιστοειδείς στις γειτο­νιές ως κράτος εν κρά­τει κι εμείς να γελάμε!

Ασφαλώς, θα αντιτείνει κανείς, διότι τόση εκ­παί­δευ­ση δε σημαίνει αυτομάτως και ισόποση παι­δεί­α, πα­ναπεί, διαμόρφωση της ψυχής κατά το ανθρω­πί­νως αγα­θό και ελεύθερο και σώφρον. Δηλο­νό­τι η ελ­λη­νική εκπαίδευση εξυπηρετεί κυ­ρί­ως στην παρα­γω­γή υπο­ψηφίων σπουδαστών, αστοχεί όμως ως προς την καλλιέργεια αρχών: ηθικών, πολιτικών, γνω­στι­κών. Και αυτό βέβαια από μόνο του είναι αι­σχρό να το πα­ρα­δέχεται κανείς. Μα αν έχει απο­τύ­χει σε μεγάλο βαθ­μό η εκπαίδευση, τό­τε πώς θα μπο­ρέσουμε να ξε­φύ­γου­με από αυτή τη δί­νη;

Κάποιοι εξ ευωνύμων απαντούν ότι δε θα μπο­ρέ­σου­με να ξεφύ­γουμε ποτέ από τη φασιστοειδή Σκύλ­λα, όσο μας γυροφέρνει η Χάρυβδη του μνημο­νι­α­κού ολο­κλη­ρωτισμού. Ας παραδεχτούμε ότι, πράγ­ματι, η οι­κο­νομική πίεση που ασκείται αυτή την πε­ρίοδο στον ελ­ληνικό λαό επιβάλλεται με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ολοκληρωτικά και ότι υπονομεύει ευ­θέως τη δη­μοκρατία και την ελευθερία του, υπό τον μαν­δύ­α της δημοσιοοικονομικής εξυγίανσης. Σύμ­φωνα με την καί­ρια ανάλυση της Άννας Άρεντ (Η κα­τα­γω­γή του ολοκληρωτισμού, 1951), απα­ραί­τη­το συστα­τι­κό του «κλασικού» ολοκληρωτισμού εί­ναι η «ψυχο­λο­γία του διαρκούς πολέμου», η ο­ποί­α επιβάλλεται από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εναντίον του ίδιου τους του λαού. Μόνο μια τέ­τοια ψυχική δι­α­μόρ­φω­ση μπορεί να στηρίξει αβία­στα τη διαρκή ανησυχία και ταυτόχρονα τη διαρκή συρρί­κνω­ση του κοινω­νι­κού οργανισμού. Σ’ αυτό το σημείο έχουμε φτάσει με την ανοχή μεγάλου μέρους της κοινωνίας και αυ­τές οι περίφημες «θυσίες», για τις οποίες επαι­νού­μα­στε, είναι κυρίως θυσίες συνανθρώπων, οι οποίοι κα­τα­δικά­ζο­νται στην απόγνωση προκειμένου να σω­θού­με εμείς οι υπό­λοιποι.

Αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι αιρουμένου του μνη­μο­νίου αίρεται ταυτόχρονα και η κακοδαιμονία που μας βα­σανίζει; Πολύ αμφιβάλλω γι’ αυτό, και δυ­στυ­χώς οι ενδείξεις συνηγορούν. Οι γνωστές περι­πτώ­σεις των δύ­ο «δωροφάγων», πρώην αντι­προ­έ­δρων του ΠαΣοΚ, κα­θί­στα­νται πλέον εύγλωτ­τες για το επίπεδο της αστικής δη­μο­κρα­τί­ας που λει­τούρ­γη­σε στα χρόνια της Μετα­πο­λί­τευ­σης, όταν η ευ­νοιο­κρα­τία και η κομματοκρατία, η δια­φθο­ρά και η ασυ­δο­σία ευδοκίμησαν σ’ ένα περιβάλλον ευ­ωχίας, σπα­τά­λης και ανούσιας «ποντικοτρεχάλας»[1]. Αν σ’ αυτά προ­σθέ­σουμε την κομ­ματικά κατευθυνόμενη χει­ρα­γώ­γηση κάθε πη­γαίας πολιτικής έκφρασης ― κυ­ρίως της συν­δι­κα­λι­στικής ― και τη γενικευμένη αναξιοκρατία, το αποτέλεσμα σή­με­ρα είναι αφε­νός να αισθανόμαστε ένα είδος «δη­μο­κρατικής κό­πω­σης» και αφε­τέρου να ωχριούμε μπρο­στά στον πα­ρα­παίοντα μη­χανισμό πολιτικής καθοδήγησης που στή­θηκε απέ­ναντί μας. Εντέλει, πολ­λοί απλοϊκοί συ­μπο­λίτες κα­ταλήγουν να αισθάνονται δέος ή γοη­τεία για τον κυ­νισμό, την ωμό­τη­τα και τη βι­αιότητα με την οποία αντι­με­τω­πίζουν τα πά­σης φύ­σεως προ­βλή­ματα οι τάχαμου «ρηξικέλευθοι» φασιστοειδείς.

Αυτοί ωστόσο αποτελούν το έκζεμα της πο­λι­τι­κής μας ασθένειας και όχι το φάρμακο. Την ίδια την ασθένεια, κατά τη γνώμη μου, την απο­τε­λούν κυ­ρίως όσοι διαχειρίζονται καθ’ υπόδειξη αλλά και όσοι ανέχονται τις συνθήκες του ολοκληρωτισμού. Μέ­ρος του προβλήματος επίσης συνιστά η προβλη­μα­τική λειτουργία των ελλη­νι­κών μέ­σων ενημέ­ρω­σης, τα οποία αυτόν τον καιρό επι­στρα­τεύ­ουν τις γνω­στές τους κοινοτοπίες περί «αβγών φι­διού» και ξυ­λεύουν πάνω στη σορό του Π. Φύσ­σα, στο­χεύ­ο­ντας έτσι, όχι τόσο τους φασι­στο­ει­δείς, αλ­λά τα ανεπιθύμητα ποσοστά τους. Στον αντί­πο­δα, μέ­ρος του προ­βλή­ματος παραμένει η κατ’ επίφαση δη­μο­κρα­τι­κό­τη­τα ενός συνδικαλι­σμού ο οποίος λει­­τουρ­γεί ακόμη κα­τά κομματική παραγγελία και εν ονό­μα­τι ενός αδι­ά­φορου ή αμέτοχου πολιτικού σώ­ματος. Μέ­ρος μάλιστα του προβλήματος απο­τε­λεί ακόμη και η μικρή ομά­δα μαθη­τών που μπορεί για πολλο­στή συνε­χό­με­νη μέρα να αποκλείει την είσοδο στο σχο­λείο, τούτη τη φορά με το πρόσχημα της δολοφο­νίας του Π. Φύσ­σα. Έχει κανείς την εντύπωση πως όσο πρό­στυχοι γι­νό­μα­στε εμείς, άλλο τόσο πρό­στυ­χα μπο­ρούν να γί­νουν και τα παιδιά μας.

Μήπως λοιπόν το ουσιαστικό πρόβλημα έγκει­ται σε έναν διαδεδομένο τύπο αλαζονείας και ξι­πα­σιάς, ο οποίος έχει πλήξει τις τελευταίες δεκαετίες το Πα­νελ­λή­νιο; Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κα­νείς τα σημάδια: εντοπίζονται κυρίως σε συμπε­ρι­φορές συλ­λήβδην περιφρόνησης και απαξίωσης των δημό­σι­ων αγαθών και θεσμών, των δημόσιων φο­ρέων και προσώπων, σε συμπεριφορές αυθαιρεσίας. Και πώς να μην ενταθεί το φαινόμενο, από τη στιγμή που το ίδιο το πολιτικό σύστημα δεν έχει παύσει ούτε στιγ­μή να εκτρέφει και να καλύπτει διακρίσεις και προ­νό­μια, όπως έκανε πάντα; Άρρητα αλλά έμπρακτα, η πε­ριφρόνηση και η απαξίωση προ­βάλ­λονται στο σύ­νο­λο της κοινωνίας από τον μη­χα­νι­σμό της εξου­σίας, υποβιβάζοντας τον απλό πολίτη σε συνεργό του εγκλήματος. Άλλωστε, «μαζί δεν τα φάγαμε»;

Αν είναι έτσι, δεν νομίζω ότι από τον κύ­κλο της φαυ­λό­τητας και της ύβρεως μπορεί κανείς να δρα­πε­τεύ­σει εύκολα, ιδίως όταν ο ίδιος συ­νε­χί­ζει να τον συντηρεί, ιδίως όταν έχει συμβάλει στη δη­μι­ουρ­γία του από πολύ νωρίς. Ως συνήθως, μπο­ρού­με εύκολα να στοχεύουμε στην κορυφή του παγό­βου­νου, προσπαθώντας να πείσουμε ότι πράτ­τουμε ευ­θαρ­σώς το καθήκον μας. Όταν το ίδιο το παγό­βου­νο όμως το αποτελούν ο Λάζαρος και ο Τάκης, κα­θώς και όλοι εμείς οι υπόλοιποι, τότε τι θα μπο­ρού­σε άραγε να γίνει; Πόσοι από εμάς, ιδίως αριστε­ρό­φρονες και επίδοξοι κυβερνή­τες, θα τολμήσουν να εντάξουν την αυτοκριτική στον δημόσιο λόγο, ανα­ζη­τώ­ντας ξανά τα θεμέλια της ελευ­θε­ρίας, της δη­μο­κρα­τίας και της παιδείας μέσα από πιο σώφρονα και συνολική σκόπευση; Αλήθεια, πόσοι από εμάς νοιά­ζο­νται και μπορούν να αντι­με­τω­πί­σουν τη σκιώ­δη πλευ­ρά του εαυτού τους;

Δυστυχώς, στο ηθικό και πολιτικό αυ­τό ερώ­τη­μα, το οποίο καθορίζει την ποιότητα του πο­λιτεύματος αλλά και το μέλλον του ελ­λη­νι­κού λα­ού, δεν υπάρ­χει ακόμη ευ­οί­ω­νη πολιτική απάντη­ση. Όσο για τους φα­σι­στο­ειδείς που βγήκαν στην επιφάνεια, εκεί θα πα­ρα­μεί­νουν, όσο ο ελληνικός λαός δεν αναλαμ­βά­νει τις ευθύνες της δημοκρατίας του με περισ­σό­τε­ρη έγνοια και επίγνωση.

 

 Χάρης Ταμπάκης

05-10-2013

Δημοσιεύθηκε στον Μαχητή στις 17-10-2013


[1] «rat’s race»: έκφραση που είχε διαδοθεί ευρύτατα στις Η.Π.Α. μετά το 1950 και που προσδιόριζε τον τρόπο ζωής που κυριαρχείται από την προσπάθεια όλων να ανεβούν την ιεραρχία και την κλίμακα της κατανά­λω­σης.

Σχόλιο μετά από δημοσιεύματα του «Βήματος» κατά της προκηρυχθείσας απεργίας των εκπαιδευτικών κατά τον Μάιο του 2013.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του «Βήματος» (24-05-2013) και στον «Μαχητή» (29-05-2013).

 

 

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, σε ρόλο εκπαιδευτικού…

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, σε ρόλο εκπαιδευτικού…

 

Υπέρ ανωνύμου του εκπαιδευτικού

 και κατά κηνσόρων της δημοσιολογίας

 

Το παρόν κείμενο συνιστά απόβρασμα ψυ­χής, αν επιτρέπεται η έκφραση. Τουτέστιν, γρά­φε­ται εν είδει α­ντι­λό­γου, με­τά τα όσα διαδραματίστηκαν και λέ­χθη­καν γύρω από την α­πο-­κη­ρυγμένη πλέον απεργία των εκ­παι­δευ­τι­κών. Επιδιώκει ευθέως να προ­βλη­ματίσει τους εχέφρο­νες πολίτες. Τους υπό­λοι­πους ας τους ξε­χά­σουμε, που λέει κι ο Αι­σχύ­λος.

Όσοι ανήκου­με στον εκπαιδευτικό κλάδο και συμ­μετείχαμε ε­νεργά στα τεκταινόμενα, αισθανθήκαμε έντο­να την α­πα­ξιωτική μετα­χεί­­ρι­ση, ακόμη και τη σπίλωση που επεφύ­λα­ξαν τα δημο­φι­λέστερα μέσα ενημέρωσης ― και όχι μόνο ― α­πέ­ναντι στην απόφαση απερ­γι­α­κής κινητο­ποί­η­σης του κλάδου εν μέσω Πα­νελλαδικών Εξε­τά­σε­ων. Μεταχείριση η ο­ποί­α ξέφυγε από τους κανόνες της αντι­κει­με­νι­κής ενημέρωσης και μετήλ­θε όρους πολι­τι­κής προπα­γάν­δας, όπως συχνά συμ­βαί­νει στην ωραία μας πα­τρίδα. Οι βασικοί άξονες του κατηγορητηρίου ήταν ότι «οι εκπαι­δευ­τι­κοί αρνούνται να δουλέψουν δύο ώρες πα­ρα­πάνω» και ότι «εκβιάζουν με όμηρους τους μα­θητές».

Από τα πολλά δείγματα δημόσιας καταλα­λιάς στέκομαι στο πρόσφατο άρθρο του Στ. Ψυ­χά­ρη στο Βήμα (19-05-2013), που ουσια­στι­κά αποτελεί μνημό­συ­νο του προ πενή­ντα ε­τών δασκάλου του, στη με­τα­κα­τοχική Αθήνα, ο οποίος «δεν είχε καιρό για απερ­γίες», διότι από τα χαράματα ετοίμαζε το πρω­ινό των μα­θη­τών του. Ο κ. Ψυχάρης ει­κά­ζει ότι αν κάτι τέ­τοιο απαιτούνταν από τους εκ­παι­δευ­τικούς σή­μερα θα γινόταν το πρόσελ­θε και ιδέ, αμφι­σβη­τώντας έτσι ευθέως τον πα­τρι­ωτισμό τους. Στο οπισθόφυλλο πάλι της ίδιας έκδο­σης του Βήμα­τος, ο κ. Ι. Πρε­τε­ντέ­ρης θεωρεί ότι με τη ματαί­ω­ση της α­περ­γίας των εκπαι­δευ­τικών «ηττήθηκε το χθες», όπου επαγ­γελ­μα­τικές ομάδες προέ­βαλ­λαν ιδιοτελείς διεκδικήσεις κινούμενες από στενά συ­ντε­χνι­α­κά συμ­­φέ­ροντα.

Τα πράγματα φαίνεται να συσκοτίζονται. Ο πρώ­τος ανα­πο­λεί και τιμά το εκπαιδευτικό πα­ρελ­θόν ― που δεν είχε και απεργίες ―, ενώ ο δεύ­τερος λοιδορεί το απεργιακό παρελθόν ― με­ταξύ των άλλων, υ­πο­θέ­τω, και το παρελθόν των εκπαιδευτικών, με τις μεγάλες απεργίες του 1998 και του 1987, τότε, που ο φερώνυ­μος ΓΑΠ είχε κατέλθει πλησίον των ιθαγε­νών, κο­μί­ζων «προίκαν δια την παιδεί­αν», όπως διατεί­νο­νταν τα άλλοτε σοσιαλίζοντα μέ­σα ενη­μέ­ρωσης του κ. Ψυχά­ρη.

Για να περιπλέξω ακόμη περισσότερο τη χρο­­νική προοπτική του αναγνώστη, θα ανα­φέ­ρω ότι σήμερα, 21η του Μάη, εθαύμασα στο τη­λε­ο­πτι­κό δελτίο, συνταγής «ΜΕΓΚΑ», τις λεγόμενες «τά­ξεις του μέλλοντος», τις ο­ποί­ες εγκαι­νί­ασε ο αδελ­φός του Πρωθυ­πουρ­γού στο Αμε­ρικανικό Κολλέγιο Αθηνών. Δια­θέ­τουν, λέ­ει, πολυ­χρη­στι­κούς πίνακες και πλή­θος άλλα ηλεκτρονικά μα­ραφέτια και εγκα­τα­στά­σεις, με τη βοήθεια των οποίων, υ­πο­θέτω, θα εκ­παιδευτεί η μελλο­ντι­κή ηγεσία της χώρας…, για να έρθει μετά από κά­μποσα χρό­νια να μου πε­ρικόψει, με περι­σπού­δα­στο ύφος, την ό­ποια συνταξούλα θα δεήσει η πα­τρί­δα να μου χο­ρηγήσει.

Πόσο μηδαμινός αισθάνεται κανείς ανά­με­σα στο φτωχικό ― πλην τιμημένο ― παρελ­θόν, το άθλιο παρόν και το τεχνολογικά υ­πέρ­τε­ρο μέλ­λον… Οπωσδήποτε, δε χορηγήσαμε πρωινό στα παι­διά και δε βοηθήσαμε με τα χέ­ρια μας να χτι­στούν σχολικές αίθουσες στα χω­ριά της δύ­σμοι­ρης ελληνικής επαρχίας, όπως γινόταν σε άλλες εποχές ― λόγου χά­ρη, στην εποχή των μα­ρα­θωνομάχων της με­τα­πολεμικής Αθήνας, τα ήθη (και τις συν­θή­κες;) της οποίας αναπολεί ο κ. Ψυχάρης.

Προσωπικά βέβαια ως εκπαιδευτικός αι­σθά­νομαι ε­κεί­νον τον φθόνο του κεραμέα, δι­ό­τι συμμε­ρί­ζο­μαι το ρηθέν ότι η μεγαλύτερη ηθική ανταμοιβή του δασκάλου είναι να τον μνη­μο­νεύ­ουν με ζέση οι μαθητές του, όπως πράτ­τει ο κ. Ψυ­χάρης. Υπάρχει όμως και μια υπέρ­τε­ρη ικανοποίηση για έναν δάσκαλο, ίσως πε­ρισ­σότερο με­στή και πιο βαθιά, μυ­στι­κό του επαγ­γέλματος: να πράττουν οι μαθη­τές του όπως πράττει εκείνος, κι ακόμη κα­λύ­τε­ρα. Δεν ξέρω αν ο κ. Ψυχάρης θα ήταν πρό­θυ­μος να ετοιμάζει ο ίδιος το πρωινό των συ­ντα­κτών του, για να χρησιμοποιήσω μιαν ίσως αφελή ανα­λογία, ή αν τους προσφέρει, έστω, πρω­ινό στη δουλειά. Γνωρίζω όμως ότι, πάρα πο­λύ δια­κρι­τικά, αρκετοί Σύλλογοι Διδα­σκό­ντων στην περιοχή Αιτωλοακαρνανίας συ­νει­σφέ­ρουν οικονομικά, για να συμπαρασταθούν σε άπορες οικογένειες. Γνωρίζω του­λάχιστον ότι Λύκειο της περιοχής κατόρ­θω­σε να συ­γκε­ντρώσει περίπου δύο τό­νους λάδι το­πικής πα­ρα­γω­γής, το οποί­ο δι­έ­θεσε σε ιδρύ­ματα προ­στα­σίας της παιδικής ηλικίας. Γνω­ρίζω, επίσης, ότι η Β΄ ΕΛΜΕ Αιτ/νίας διορ­γ­ά­νωσε και φέτος στο Αγρίνιο πρό­γραμμα ενισχυ­τι­κών μαθημάτων με εθε­λο­ντική συμμετοχή κα­θηγητών. Για να μην ανα­φέρω τους εκπαι­δευ­τικούς οι οποίοι συμ­μετέχουν σε αντίστοι­χο πρόγραμμα υπό την αιγίδα της ανεπίσημης Εκκλησίας. Και ας με συγ­χωρέσετε διότι οι πε­ριορισμένες γνώσεις μου δεν επαρκούν για να αναδείξουν την ευρύτερη κοινωνική προ­σφο­ρά των εκπαιδευ­τι­κών ανά την επικρά­τεια.

Όσο για την εκπαιδευτική προσφορά, αν χρει­ά­ζεται επαλήθευση, ας στρα­φεί ο καθέ­νας και ας εξετάσει μόνο τα κάθε είδους προ­γράμ­μα­τα που εκτελούνται εθελοντικά με ευ­θύ­νη των εκπαιδευτικών στα σχολεία. Ας κοι­τά­ξει τη συμ­μετοχή των σχολείων στο Μαθη­τι­κό Θεα­τρι­κό Φεστιβάλ που διοργανώνεται τα τελευ­ταί­α χρόνια στον Δήμο Αγρινίου ― μια πολύ πε­ρι­ορισμένη πολιτιστικά περιοχή ― και ας λάβει, αν μη τι άλλο, υπό­ψη του ότι πέ­ρυ­σι όλοι οι εκ­παι­δευτικοί αγωνιστήκαμε χω­ρίς βιβλία και φέ­ρα­με εις πέρας τη χρονιά χω­ρίς να δημι­ουρ­γη­θεί  πρόβλημα στις περιβόητες Πανελ­λα­δικές Ε­ξετάσεις, για τις οποί­ες τόσο κό­πτε­ται η ελληνική κοι­νωνία και «στις οποίες κρί­νε­ται το μέλλον των παι­διών», όπως λέει η δημοσιογραφική προ­πα­γάν­δα. Το επιπλέον δί­ω­ρο πιστεύετε ότι μας πεί­ραξε;

Η ελληνική κοινωνία δεν πρέπει να έχει αμ­φιβολία ότι η πλει­ο­νό­τητα των εκπαιδευ­τι­κών πράττει στο ακέραιο το ηθικό και εκπαι­δευ­τικό καθήκον της, όχι τόσο απέναντι στην κα­θεστωτική πατρίδα του κ. Ψυχάρη και του κ. Πρε­τεντέρη, του κ. ΓΑΠ και του κ. Σαμαρά, αλ­λά απέναντι στην πατρίδα που βλέπουμε και αντι­μετωπίζουμε ζωντανή καθημερινά μπρο­στά μας: τα παιδιά των Ελλήνων πολιτών και των αν­θρώπων που εργάζονται τίμια σ’ αυ­τόν τον τό­πο. Και μπορώ συ­γκρατημένα να ισχυ­ριστώ ότι τα παιδιά αυτά έχουν να παίρ­νουν πα­ρα­δείγ­ματα προσφοράς τέτοια που δύ­σκολα μπο­ρεί να εντοπίσει κανείς σε άλλον κλά­δο του επά­ρατου δημόσιου τομέα.

Εμείς λοιπόν, οι ανάξιοι εκπαιδευτικοί, θε­ω­ρή­σαμε ότι, μαζί μ’ εμάς, πλήττεται και η πα­τρί­δα αυτή με τα τελευταία μνημονιακά μέ­τρα. Διό­τι, απλούστατα, η αύξηση του ωρα­ρίου δεν εξυ­πηρετεί κανέναν καθαυτό εκπαι­δευ­τικό στό­χο, πέρα από την εξοικονόμηση χρη­μάτων για την ικανοποίηση άλλων ανα­γκών, στο πλαί­σιο βέβαια της δημοσιο­νο­μι­κής προσαρμογής στην οποία εμείς συμμε­τεί­χα­με ως μισθωτοί εξαρχής με δυσβά­στα­κτο κό­στος.

Τώρα πλέον που, νομοτελειακά, περισσό­τε­ροι συνάδελφοι θα αντιμετωπίσουν βιο­πο­ρι­στι­κό πρόβλημα, τοποθετούμενοι σε όλο και μα­κρι­νότερα σχολεία, ας ρωτήσει ο κ. Ψυ­χά­ρης τους εκπαιδευτικούς από τα Γιάννενα και την Αχαΐα που ήδη οι περισσότεροι με­τα­κι­νούνται καθη­με­ρι­νά και αχά­ραγα προς άλ­λους νομούς, αν είναι διατε­θει­μένοι να ετοι­μά­ζουν και το πρω­ι­νό των μα­θη­τών τους. Δια­φο­ρετικά, ας ρωτήσει τους αναπληρωτές εκ­παι­δευτικούς που θα βρε­θούν χω­ρίς δουλειά, αν είναι πρόθυμοι να του κά­νουν το χα­τίρι.

Ας αναρωτηθούν επιτέλους και οι γονείς και οι μα­θη­τές μας ποιος ο σκοπός των Πα­νελ­λαδικών Εξε­τάσεων, αν προωθούνται μέ­τρα που υποδαυλίζουν την ανεργία και καταρ­ρα­κώνουν το βι­ο­τικό επίπεδο, μαζί και την αξι­ο­πρέπεια ση­μα­ντι­κού μέρους των πανε­πι­στη­μιακών πτυχιούχων αυτής της χώρας. Ή μή­πως ο κ. Πρε­τε­ντέ­ρης αμείβεται με τα 600-800 ευρώ που λαμ­βά­νουν οι νεότεροι εκπαι­δευ­τικοί, για να μας αρ­νεί­ται και το δικαίωμα της απερ­γί­ας; Κατά τα άλλα, νοιάζεται κανείς για την ου­σιαστική αναβάθμιση του ελληνι­κού εκ­παι­δευ­τικού συστήματος;

Δε βλέπετε ότι τώρα που ο περίφημος «Ε­θνι­κός Διά­λογος για την Παι­δεία» φαίνεται να πή­γε στράφι (μαζί με τα υπο­λο­γιστάκια του κου Σπηλιωτόπουλου), τώρα που οι «δι­αδρα­στι­κοί πίνακες» της κας Διαμαντο­πού­λου α­πο­τελούν ξεχασμένη υποσημείωση στα αρ­χεί­α του ου­το­πι­κού σο­σι­α­λι­σμού, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην «αξιο­λό­γη­ση» των καθη­γη­τών για να μπουν τα πράγ­μα­τα σε τάξη. Δη­λα­δή, να με­τρή­σου­με πόσες βι­ντεοπρο­βολές ετοιμάζουν το μήνα, πόσα προ­γράμ­μα­τα επε­ξερ­γάζονται το χρόνο και, γε­νικότερα, πό­σο δρα­στη­ρι­ο­ποι­ούνται εκτός μαθήματος. Είναι και αυτό μια κάποια λύσις, όπως θα έλεγε ο ποι­η­τής, διότι η καθαυτό εκπαιδευτική προ­σφο­ρά δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος.

Παρεμπιπτόντως, δε γνωρίζω αν οι κκ. Πρε­τε­ντέρης και Ψυχάρης, ΓΑΠ και Σαμαράς, Δια­μα­ντοπούλου και λοιποί, έχουν την ευ­τυ­χία να εί­ναι γονείς, υποψιάζομαι όμως ότι τα τέκνα τους δε θα τα εμπιστεύονται στην ευ­θύ­νη του κά­θε τυχαίου δημόσιου λειτουργού αλλά θα τα κα­τευθύνουν προς τις «τάξεις του μέλ­λοντος», εκεί που η παρεχόμενη εκπαί­δευ­ση στοχεύει σε επίπεδο αντάξιο της ψηφι­α­κής εποχής και της δικής τους εικονικής πραγ­ματικότητας ― η οποία εντέλει δε θα έχει ανά­γκη κανέναν δάσκαλο για να διδάξει τα δέ­οντα. Οπότε τέρμα και τα πρωινά στα παι­διά και οι οχληρές απερ­γί­ες.

Υμείς δε, θα πρέπει να έχετε πάρει χα­μπά­ρι ότι οι απο­φά­σεις που αυτοί λαμβάνουν από και­ρό, έχουν ως αποτέλεσμα να ρίχνουν πολ­λές απελπισμένες οικογένειες στις αγκά­λες του «Καιάδα», όπως ημείς διαπιστώνουμε κα­θη­μερινά στα σχολεία, δίνοντας μια δική μας, απέλπιδα μάχη.

Χάρης Ταμπάκης

Φιλόλογος, DEA Πανεπιστημίου Παρισίων Δ΄ (Σορβόννη),
Υποψήφιος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων,
όλα με έξοδα της Πολιτείας.

 

Υ.Γ. Τώρα με την υποχρεωτική αργία, κ. Ψυ­χά­ρη μου, ούτε κουραμπιέ δεν μπορώ να δώ­σω σε μα­θητή. Αν πάθει πονόκοιλο και με μη­νύ­σει ο πατέρας του, πάω χαμένος. Άσε που έχω απο­φα­σίσει να μην ξαναπατήσω πια σε σχολική εκ­δρομή.

 

Arman-Poubelle-1961

 

Λόγοι Διονυσίου Σουρλή,
Ιατρού Παθολόγου

 

Αξιότιμε κύριε εκδότα,

Παρακαλώ συγχωρήσατέ μου που καταχρώμαι τον χρόνο και την προσοχήν σας, καθότι δεν επιδίδομαι συχνάκις εις την τριβήν των δημοσίων λόγων και αντιδικιών. Αρκούμαι κατά κανόνα εις τας μικροπρεπείς προστριβάς και διενέξεις εντός του οι­κογενειακού κύκλου, μεριμνών επισταμένως μη διαρρεύσωσι αύται εκτός των ορίων της οι­κί­ας ημών, ως πράττει κάθε ευσυνείδητος συ­μπο­λίτης και οικογενειάρχης.

Ωστόσο, αφενός η ιδιότης μου του ιατρού πα­­θολόγου ― έστω και ανενεργός εξαιτίας προ­σφάτου συνταξιοδοτήσεως ― και αφε­τέ­ρου η ετέρα ιδι­ότης μου, του ενεργού πολί­του ― την οποία αρνούμαι πεισματικώς να απεμπολήσω ―, με παρώθησαν από κοινού να σας απευθύνω την πα­ρού­σαν επιστολήν διαμαρτυρίας, η οποί­α πολύ αμ­φι­βάλ­λω εάν εντέλει θέλει αποβή εις προ­σωπικόν μου όφε­λος. Και ο έχων ώτα ακού­ειν ακουέτω.

Γνωρίζετε, υποθέτω, ότι δεδομένης της α­πέλ­πιδος κα­τα­στά­σεως εις την οποία έχει πε­ρι­έλ­θει το ελληνικόν κρά­τος, η απόμαχος τάξις των συνταξιούχων, της οποίας πλέον τελώ άρ­τι γαλουχηθέν μέ­λος, διεξάγει αγώναν άνι­σον, προκειμένου να δι­α­τηρήση την φυσικήν πα­ρουσίαν της μεθ’ ημών και να αναβάλη την πρώ­ιμον αναχώρησίν της από τον μά­ταιον ε­τού­τον βίον των μνημονίων και των μνη­μοσύ­νων. Εις τον αυτόν αγώνα συ­ρό­μενος και ο γρά­φων, ως ιατρός, δύναμαι να γνω­ρίζω ότι από τα υγιεινότερα των μέτρων δι­α­τηρήσεως της οργανικής υγείας αποτελούν οι ημε­ρή­σιοι πε­ρί­πα­τοι κατά τας εξοχάς, καθώς συ­νι­στού­σε αρ­χαιόθεν και ο συνάδελφος Ακου­με­νός (5ος αι. π.Χ.). Το αυτό δε πράττουσι πλή­θος συμπο­λί­ται, αγόμενοι και φερόμενοι κατά την οδόν του Αγίου Ιωάννου του Ρηγανέως ή κα­τά τας άλλας παραπλεύρους οδούς, τας διακλαδιζομέ­νας επί της περιοχής του Τροχού. Ο υποφαινόμενος δε προτιμώ την πλήρην τέ­λε­σιν του κύ­κλου Αγρίνιον – Τροχός – Άγ. Ιω­άν­νης – Αγρί­νι­ον, διά το μάκρος μα και το ευάρεστον της φυ­σικής δι­αδρομής.

Φευ! Οποία αγα­νά­κτησις! Εάν τις κατεγίνετο να παραστήση συ­νο­πτι­κώς το κα­τά­ντη­μα της πα­τρίδος και των εν αυτή αν­θρώ­πων, δεν ήθελεν εύρη πα­ρα­στατικοτέραν αυτής το­πιογραφίαν. Διότι από το ση­μείον της υπεραγοράς «Λί­δλ» και εκεί­θεν, άρ­χεται το βασίλειον της αυθαιρεσίας και της εγκαταλείψεως, όπου κυριαρχούν τα κάθε λο­γής διεσπαρμένα απόβλητα, καταβάλλοντας αυ­θω­ρεί την όποιαν ορθήν ιδέ­αν περί πολιτι­σμού ή δημοσίου χώρου εν­δέχεται να δι­α­θέ­τει ο συνειδητός πο­λί­της. Πέ­ρα από κάθε λογής διεσπαρμένες συ­σκευασίες, πέρα από τα οι­κοδομικά υλικά και τα σακίδια αγορών, εις τον προ­χθεσινόν μου πε­ρίπατον συνήντησα παραπεταμένον εν κυλι­ό­μενον κάθισμα γραφείου, ο ιδιο­κτή­της του οποί­ου προφανώς δεν ηδύνατο να επινοήσει άλ­λην τινα μέθοδον απαλλαγής από την παρουσίαν του, παρά την πυρπόλησιν αυτού πα­ραπλεύρως της δημοσίας οδού!

Εντούτοις η αυθαιρεσία ― και η άνοια, επιτρέψατέ μοι ― δεν λή­γουν εδώ. Στρέψας τις εις την κυρίαν οδόν του οικισμού «Τροχός» αντικρύζει τας κατη­ρε­φείς παριάς της κοίτης του χειμάρρου της «Ερη­μήτιδος», όπου διαδοχικά προβάλλουν σχηματισθέντες σωροί παντοίου είδους απορριμμάτων. Πα­τρο­παράδοτον έθιμον των παροικούντων των Ερη­μήτιδαν, ως φαί­νεται, αποτελεί η απόρριψις των αποβλήτων των εις την κοίτην του χειμάρρου, ο οποί­ος χρησιμεύει κατά περίστα­σιν ως απορριμματαγωγόν, δεδομένου ότι με την πρώτην νεροποντήν το ρεύμα θα παρα­σύ­ρει τα κατακρημνισθέντα αντικείμενα περαιτέ­ρω, ως και τη λεκάνην της Λυσιμαχείας. Η απο­τρό­παιος ταύ­τη εικόνα συμπληρούται με την αυθαίρετον εναπόθεσιν παντοίων απορριμμάτων κα­τά μή­κος της οδού ήτις συν­δέει τον οικισμόν του Τρο­χού μετά της οδού του Ρηγανέως, ετέρα δε εστία ρυπάνσεως δη­μιουργείται ακριβώς επί της διασταυρώσεως η οποία έπεται του ιδιω­τι­κού αθλη­τι­κού γηπέ­δου των «Ελπίδων». Δια του λόγου το αληθές, συ­νοδεύω την παρού­σαν επι­στο­λήν μου με φωτογραφι­κάς αποτυπώσεις αι οποίαι ελή­φθη­σαν δια φο­ρη­τής τη­λεφω­νι­κής συ­σκευ­ής κα­τά τας εξορμήσεις μου ανά τα εν λό­γω χωρία. Ως διεπί­στω­σα κατόπιν συ­ντό­μου αυτοψίας, εις ορισμένα σημεία και επί των πρα­νών του χειμάρρου έχουν απορρριφθεί εσμός χάρ­τινων εντύπων, οικοσκευαί, μεταλλικά στοιχεία οροφοκατασκευής, προϊό­ντα εκδο­ράς ζώων (!!!), τα συνήθη οικοδομικά υλι­κά και λοιπά και λοιπά μνημεία αδιαφορίας και περ­ιφρο­νή­σεως του φυσικού και κοινω­νι­κού πε­ριβάλλοντος.

Κατόπιν τούτων των λυπηρών διαπιστώ­σε­ων, επιτρέψατέ μοι να επισημά­νω τα εξής: α) Οι εν λόγω εστίες ρυπάνσεως δεν ε­δημιουρ­γή­θη­σαν προσφάτως αλλά αποτε­λούν έργον μακρο­χρό­νου και επαναλαμβα­νο­μέ­νης και δι­εστραμ­μέ­νης συ­μπεριφοράς, ήτις εργάζεται μάλ­λον εις την βάσιν εθι­μι­κού δι­καί­ου, δίκαιον ορι­ζό­με­νον κα­τά τρό­πον αυθαίρετον και σκαι­όν ― άρα ου­χί δί­και­ον. Εκ τοιαύτης αδικοπραγίας εντέλλεται όπως μη λοιδορώμεν αδια­κρί­τως τα μνη­μο­νιώδη δεινά δια πάσαν βάσανον και πά­σαν διαστροφήν, προβάλλοντες εις εαυ­τούς το οικτρόν προ­σω­πεί­ον του θύματος, ώστε να επιτύχωμεν την άφε­σιν των προσβο­λών άτινας δι­ε­πρά­ξαμεν, και εισέτι διαπράττο­μεν, κατά του δη­μο­σίου συμφέροντος και εις δό­ξαν της αυ­θαι­ρε­σίας ημών. Ένιοι κλέπτουσι, ένιοι ρυπαίνουσι, ημείς ανεχόμεθα και επο­μέ­νως φέρομεν ευθύνην.

β) Αναρωτάταί τις διατί, παρά την μα­κρο­χρόνια πα­γίωσιν της καταστάσεως, παρά την εξό­φθαλ­μον παραβίασιν και προσβολήν του δη­μο­σίου χώ­ρου, παρά την αδήριτον ανάγκην προστα­σίας των υδά­τι­νων πόρων και διαδρομών, ουδέ­ποτε αι Αρχαί δεν εκινήθησαν δια τα δέοντα, προ­κειμένου να συ­νε­τί­σω­σι τους παραβάτας και να εξαλεί­ψω­σι το φαι­νόμενον. Ηλίου φαει­νό­τερον θεωρώ ότι οι αυθαίρετοι απο­βλη­τό­λο­φοι της Ερημίτιδος γει­τνιάζουν με ιδι­ο­κτη­σίας εκ των οποίων τροφοδοτούνται τα­κτι­κώς και αδιαλείπτως διά παντός είδους υλικών. Τι πράτ­τει η Υπηρεσία Καθαριότητος και Πε­ριβάλ­λο­ντος του Δήμου; Τι πράτ­τει η Δημοτική ή άλ­λη α­στυ­νομική αρχή επ’ αυτού;

γ) Επιτρέψατέ μου, εξάλλου, να υπογραμμίσω την ευ­θύνην του ιατρικού δυναμικού της πό­λε­ως, και δη του Ιατρικού Συλλόγου, ευθύνη και μέ­ρι­μνα του ο­ποί­ου θα όφειλε επίσης να αποτελεί η υγιεινή του αστικού και του περιαστικού περι­βάλ­λοντος. Πώς ανεχόμεθα, αγαπητοί συ­νά­δελ­φοι, επί τόσα έτη τοιαύτην διαγωγήν, η ο­ποία μόνον κινδύνους εγκυμονεί δια την δη­μο­σί­αν υγείαν; Διατί επιτρέπομεν ως θεαταί να μα­κροη­με­ρεύ­η τοιαύτη πρακτική και δεν καθιστά­μεθα πο­λέμιοι της αβελτηρίας των Αρχών και αντίπαλοι της παραβατικότητος τινων αχα­ρα­κτή­ρι­στων ιθαγενών; Θα αναμένομεν τα πρώ­τα κρού­σματα επιδημίας, θα αναμένομεν τας πρώ­τας εκτεταμένας πυρκαϊάς ή την μη αναστρέψιμον μό­λυνσιν των υδάτων δια να δρά­σωμεν; Απαντήσατέ μοι.

δ) Ευλόγως αναρωτάταί τις κατόπιν αυτών δια­τί οι παροι­κού­ντες τας διαφόρους εστίας ρυ­πάν­σεως, αφενός οι ε­παγ­γελματίαι της δημο­σί­ας οδού ― ήτοι οι ιθύ­νο­ντες της υπε­ρα­γο­ράς «Λίδλ», ο κα­τερ­γα­ζό­μενος εί­­δη αλουμι­νί­ου επιχειρηματίας, οι ιδιοκτήται του α­θλη­τι­κού κέ­ντρου των «Ελ­πί­δων» και του παιδικού σταθ­μού «Μαγικός Αυ­λός» και λοιποί ― αφετέρου οι κά­τοι­κοι του οι­κι­σμού Τροχού, των οποίων η υγεί­α και η περιουσία πρωτίστως υποβαθμίζονται ή κιν­δυ­νεύουν, ανέ­χο­νται το φαινόμενον και δεν δι­α­μαρτύρονται εντόνως και δεν το καταπολεμούν.

Κύριε εκδότα, μην έχετε αμφιβολίαν. Κοστί­ζο­μεν τόσα πολ­λά εις δανειοδοτήσεις, διότι πράττομεν τόσα ολίγα και εξ αυτών τα πλείστα ασκόπως, δια την κοι­νω­νίαν και το μέλλον αυτής. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνετε, ό,τι θα ηδύ­να­το να αποτελέσει έξο­χον περί­πα­τον αναψυχής δια τους ταλαι­πώ­ρους κατοικούντας την τσιμεντούπολιν του Α­γρι­νίου, μεταβάλλεται ταχυρρύθμως εις υ­περ­με­γέ­θη κά­δο απορριμμάτων και ελεεινή χα­βού­ζα. Ό,τι θα διετίθετο λίαν ευκόλως ίνα μετα­σκευ­ασθή εις τόπον χλοερόν, τό­πον α­να­ψύ­ξε­ως παρα­κεί­μενον του πολεοδομικού συγκρο­τή­μα­τος Αγρινίου και περιχώρων ― εννοώ την κοί­τιν και το περιβάλλον της Ερημήτιδος ― εγκαταλείπεται αδιαφόρως εις τας αυθαι­ρέτους πρα­κτικάς ο­ρι­σμένων πλην, αλίμο­νον, αρκε­τών, ώστε το όνειδος να συσσω­ρεύ­ε­ται και να πληθαίνει ανεμπό­δι­στον.

Κύριε εκδότα, δια της επιστολής ταύτης θε­ω­ρώ ότι δεν εκπληρώ ειμή μόνον έν καθήκον τα­πει­νόν και ελάχιστον, ως πολίτης και δη ια­τρός. Προτί­θε­μαι ωστόσο να κινηθώ και να ανα­ζητήσω πε­ραι­τέ­ρω ευθύνας, κρίνων και απο­τιμών λόγους και έργα προσώπων. Δεν απο­κλεί­ω δε να ευρεθούν και οι συνοδοιπο­ρού­ντες εις την οδόν ταύ­την ― εις την οποίαν θέλω να πιστεύω ότι συνοδεύετε και υμείς ―, οδός η οποία άγει επέκεινα της παλαιάς και εφθαρ­μέ­νης Ψωροκωσταίνης, εις κοινωνίαν υπευθύνων και ελευθέρων πολιτών.

Συγχωρήσατέ μοι παρακαλώ υστάτως το αρχαΐζον φθέγ­μα και την έκτα­σιν.

Ταπεινός συμπολίτης σας,
Διονύσιος Σουρλής,
Συνταξιούχος Ιατρός Παθολόγος

 

Υστερόγραφον: Η εικών συνοδεύουσα το κείμενον απεικονίζει σύνθεσιν του εικαστικού Αρμάνου (Arman) από τη σειρά «Απορριμματοδόχοι» (γαλλιστί: «Poubelles»), εν έτει 1961.

Σχόλιο πάνω στην πολιτική και οικονομική κατάσταση της Ελλάδας.

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της ΑΒ (20-06-2011): Το έλλειμμα είναι πολιτικό!

Προσοχή! Το όχημα μεταφέρει πολιτικές υποσχέσεις!
Το έλλειμμα είναι πολιτικό!

 

Ανάμεσα στις πολλές δυσάρεστες συνέπειες που προέκυψαν από τις εξελίξεις στα πράγματα της χώρας κατά την τελευταία διετία θα πρέπει να συ­γκαταλέξουμε και την επιδείνωση του πάθους εκείνου που θα αποκαλούσαμε «λογοπέδη» (σχη­μα­τίζω τη λέξη κατά την «ορ­χι­πέδη»), κατά το οποίο η κυοφορία έγκυρου θεωρητικού λόγου πλήττεται και α­κυ­ρώ­νε­ται από τον στρόβιλο που προκαλούν οι επι­κρα­τούσες συν­θή­κες απαξίωσης και αναξιο­πι­στίας στην τρέχουσα πο­λιτική κατά­στα­ση. Το πά­θος έχει ασφαλώς δι­πλή αιτία: Στην εσωτερική του διάσταση προ­κύ­πτει από την αντι­κεί­με­νη απουσία νοημάτων και στό­χων που να συ­ντάσ­σουν και να ενεργοποιούν κοι­νωφελώς κά­ποια ση­μα­ντι­κή με­ρί­δα (έστω) της πο­λιτικής κοι­νό­τη­τας. Στην εξωτε­ρι­κή του διάστα­ση προκύπτει από τη στέρη­ση μέ­ρους της κυρι­αρ­χι­κής μας δυνατότητας για πολι­τι­κή αυτο­τέ­λεια, ε­ξαι­τίας του καθεστώ­τος επιβολής αποφά­σε­ων και στό­χων από ξένα κέ­ντρα εξουσίας. Ο Πρωθυ­πουρ­γός κ. Γ. Παπανδρέου μάλιστα επεσήμανε από την πρώ­τη στιγμή και με παρ­ρησία τη δεύτερη αυ­τή αλή­θεια ― αποσιωπώντας επι­μελώς όμως την πρώ­τη.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πρόβλημα δεν εί­ναι μόνο θεωρη­τι­κό αλλά και έντονα πολιτικό. Η υ­γι­ής λειτουργία μιας δημοκρατίας στηρίζεται εν πολ­λοίς στον παραγόμενο θεωρητικό και πολιτικό λό­γο που θα ειδοποιήσει, θα εμπνεύσει, θα συ­σπει­ρώ­σει και θα ενεργοποιήσει τους πολίτες προς συ­γκε­κριμένες κατευθύνσεις και επιλογές, έστω κι αν αυτές επιλογές δεν είναι πάντοτε ευχάριστες για όλους.

Δυστυχώς διαπιστώνεται και πάλι ότι η παρού­σα πολιτική ηγεσία αποδεικνύεται σε μεγάλο βαθ­μό αναξιόπιστη και ανίκανη να ανταποκριθεί στις προ­κλήσεις. Και αυτό διότι δεν έχει ακόμη κατα­φέ­ρει να αποτινάξει το στίγμα της πολιτικής αναξι­ο­πι­στίας το οποίο φέρει, κατά τη γνώ­μη μου, από τη στιγ­μή που παραχώρησε μεγάλο μέρος της πολιτικής μας αυτοτέλειας απρογραμμάτιστα και χω­ρίς την έγκριση του λαού. Με άλλα λόγια, έπραξε χω­ρίς να θέ­σει με ευθύτητα τα προβλήματα, τους στό­χους και τις συνέπειες των αποφάσεων ενώ­πι­ον της πο­λι­τι­κής κοινότητας, χωρίς διαβού­λευ­ση και άρα χωρίς τη σχε­τική νομιμοποίηση. Ακόμη και σή­μερα η Κυβέρνηση ε­ξα­κολουθεί να ει­ση­γείται δυσ­βάσταχτα οικονο­μι­κά μέτρα, εξουθενω­τι­κά για πλή­θος πολιτών, τη στιγ­μή που η ίδια πριν έναν χρό­νο διακήρυττε ότι αυ­τά δε θα α­παι­τηθούν. Με απλά λόγια, είναι φα­νε­ρό ότι οι ιθύνοντες είτε α­πέ­τυχαν είτε μας περιπαίζουν συστημα­τι­κά.

Σπεύδω ωστόσο να διευκρινίσω ότι δε συμμερί­ζο­μαι τη στάση των εσχάτως «αγανα­κτι­σμένων πο­λι­τών», οι ο­ποί­οι απαξιώνουν αδιάκριτα πρόσωπα και θε­σμούς. Η όποια προσωπική μου πολιτική αγα­νά­κτη­ση υφί­στα­ται αλ­λά κατάγεται από πολύ πα­λιά και έχει περισσότερο πικρόχολη γεύση, αν και δεί­χνει λιγότερο εκρηκτική. Εκφρά­στηκε συστημα­τι­κά ως διδα­σκα­λί­α, ως ψή­φος δι­α­μαρ­τυ­ρίας, ως αρ­θρο­γρα­φία, ως λο­γο­τε­χνί­α, ως θεω­ρη­τική ε­να­σχό­λη­ση… ακόμη και ως κοινω­νι­κή απομόνωση εν τω μέ­σω κομ­ματικού νεποτισμού ή ρουσφετο­κου­μπα­ροσυγγενοκρατίας.

Θεωρώ λοιπόν ότι ναι μεν τα προ­βλήματα της χώ­ρας έχουν γνώριμες και βα­θιές ιστορικές ρί­ζες αλλά ότι για τη ση­με­ρι­νή κρί­σιμη εκδήλωσή τους θα πρέπει να α­να­τρέ­ξου­με στις παρα­κμι­α­κές κα­τα­στά­σεις που εμπεδώ­θη­καν μετά την πρώ­τη τετραε­τία της μεταπολιτευτικής δια­­κυβέρνησης, ό­ταν η επέλαση των πράσι­νων ή βένετων κομματικών «η­με­τέ­ρων» στον κρα­τι­κό και τον ευ­ρωπαϊκό κορ­βα­νά ε­πε­τράπη χωρίς α­να­σχε­τι­κά μέ­τρα και χωρίς τη δη­­μι­ουργία δομών κοι­νω­νι­κής δι­καιοσύνης, αξιο­κρα­­τί­ας και ανταπο­δο­τι­κό­τη­τας. Αποδειχθήκαμε πολιτικά οικτρά κα­τώ­τεροι των περιστά­σε­ων: με δεδομένη αρχικά μια πλα­τιά λαϊ­κή συσπεί­ρω­ση και με εκπεφρα­σμέ­νη τη βού­ληση για ριζο­σπα­στι­κές αλ­λαγές, η Ελ­λά­δα του ’81 θα μπο­ρούσε να έχει θέσει ισχυρά ε­χέγ­­γυα για το μέλ­λον της. Αντ’ αυτού μας εξώ­θη­σαν στην καταναλωτική  σπα­τά­λη, την υ­πε­ρί­σχυ­ση του κομ­μα­τικού νεποτισμού και της ευνοιοκρατίας, με λίγα λόγια στη διαφθορά, επιτείνοντας έτσι την καθε­στη­κυί­α στρεβλω­μέ­νη αντί­λη­ψη της νεοελληνικής κοι­νω­νίας πε­ρί του πολιτικού αγαθού, περί δη­μο­κρα­τικών διαδι­κα­σι­ών και περί ευρω­παϊ­κής προο­πτι­κής. Και δεν μπορούμε να πούμε ότι ο λα­ός δε συ­ναί­νε­σε στο έγκλημα.

Την επόμενη κιόλας δεκαετία, οδηγηθήκαμε στην ανά­λη­ψη των Ολυμπιακών Αγώνων, λες και δι­α­θέταμε ήδη την οικονομική επιφάνεια ή τον α­πο­τελεσματικό κρα­τι­κό μηχα­νι­σμό για να διαχει­ρι­στού­με μια τέ­τοια επιχεί­ρη­ση. Αφού παρήλθαν τα πα­νηγύρια, απο­μείναμε με τα ρη­μαγ­μέ­να στά­δια, τις εγκα­τα­λε­λειμμένες εγκαταστάσεις που στοί­χι­σαν δισε­κα­τομ­μύρια ― όλα δανεικά ― και με τα σκάρ­τα συ­στή­ματα που μας πούλησαν μέσα από α­θέ­ατες δω­ρο­ληψίες ― για να μη μι­λήσουμε για το εθνικό καραγκιοζι­λί­κι του κου Κε­ντέρη και της κας Θά­νου. Θα έπρεπε, αναλογίζομαι, όλ’ αυτά να είχαν προ­κα­λέ­σει και­ρό πριν κύ­μα­τα λαϊκής αγανάκτησης ή έστω την ταπεινή επίγνωση της φαυλότητας. Αλλά και πάλι δεν μπο­ρώ να πω ότι ο λαός δε συ­ναί­νεσε, όπως ο α­ριστοφανικός Δή­μος, που αρέσκεται στο μα­λακό­τε­ρο μα­ξι­λα­ράκι για τα οπίσθιά του.

Δεν ωφελεί λοιπόν να αγανακτείς εσχάτως, έχο­ντας θέσει τις προτινές επιλογές σου στο απυ­ρό­βλητο. Ο­φεί­λαμε να ήμαστε από πολύν καιρό α­γα­νακτι­σμέ­νοι για την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα και θα επικρατεί για ά­γνω­στο καιρό ακό­μη ― α­κό­μη και τώ­ρα που μιλάμε. Διότι και τώρα οι κρατι­κοί μη­χανισμοί λει­τουρ­γούν για τον πολίτη κυ­ρίως μέ­σω γνωριμιών, δι­ότι η εκπαί­δευ­ση πα­ρα­παί­ει με το δεδομένο σύστημα και το ανεπαρκές προ­σωπικό, διότι κά­ποιοι εξακο­λουθούν να αμοί­βο­νται πλου­σιο­πά­ρο­χα ενώ άλλοι αγωνίζονται για τον επιούσιο και δι­ό­τι το με­γάλο πο­σο­στό της δια­φθο­ράς πα­ρα­μέ­νει ανέγγι­χτο, αν δε δι­ο­γκώ­νεται κιό­λας. Ού­τε τα «κλει­στά επαγ­­γέλ­μα­τα» άνοιξαν ού­τε οι φο­ροφυ­γά­δες νου­θε­τήθηκαν ούτε οι χρη­μα­τισμοί ούτε τα ρου­σφέτια στα­μά­τη­σαν. Όλα αυ­τά τα γνω­ρί­ζει και η χωλή Μα­ρία, ωστόσο δεν την είδαμε να αγα­να­κτεί τό­σον καιρό, με την ψή­φο της έστω…

Και τώρα, εμείς που παρακολουθούσαμε την πο­ρεία προς τον γκρεμό, πώς εί­ναι δυνατό να περι­μέ­νου­με τη σω­τη­ρία από τους ίδιους αν­θρώπους που μας βοή­θη­σαν να πέσουμε σ’ αυτόν;

Κατά τη γνώμη μου, την κατάσταση όπως έχει δι­α­μορφωθεί δεν αρκεί μια κλίκα κυ­βερνητική για να την αντιπαλέψει. Αυτή το μόνο που μπορεί να κά­νει είναι να διαχειριστεί το χρέος των πατε­ρά­δων προς τα δισέγγονά τους. Στη θέση που πε­ρι­ήλ­θαμε απαιτείται νέα σύνταξη και α­ντί­δραση της ί­διας της πολιτικής κοι­νότητας, άρα μια νέα πο­λι­τι­κή συμφωνία με όρους υψη­λής αξιο­πι­στίας και ε­γκυ­ρότητας λόγου, στη βάση της αξιοκρατίας και της κοινωνικής ανα­μόρ­φωσης. Απαιτείται επομέ­νως η διατύ­πω­ση και ικανοποίηση ρηξικέλευθων αι­τημάτων ανά­λο­γης ηθι­κής και πολιτι­κής εμβέ­λει­ας, ώστε να α­να­κτηθεί το απαξιωθέν πολιτικό α­γα­θό. Πρό­κει­ται ακριβώς για εκείνη την πολιτική α­να­σύ­νταξη που τα υπάρχοντα κομ­μα­τικά μορ­φώ­ματα, για δι­άφορους το καθένα λό­γους, α­δυ­να­τούν να ση­μα­τοδο­τή­σουν. Γι’ αυτό παρακο­λου­θού­με την κρί­ση να επι­δεινώ­νε­ται: απουσιάζει ο απο­τε­λε­σμα­τι­κός πο­λι­τικός λόγος που θα εκ­φρά­σει και θα ε­φαρ­μό­σει μια νέα πολιτική πρόταση εν ο­νό­ματι του ελλη­νι­κού λαού.

Εντέλει, το έλλειμμα χρέους και η συνακό­λου­θες αντιδρά­σεις των αγορών φανερώνουν μια πο­λι­τική, οι­κο­νομική και πο­λι­τισμική υστέρηση την οποί­α θα πρέ­πει να α­να­λά­βει ευ­θαρσώς ολόκληρος ο ελλη­νι­κός λα­ός, α­να­θεωρώντας όψιμα τα ιδεο­λο­γικά και πολιτικά του στερεότυπα. Διότι, αν μία ό­ψη του προβλήματος είναι η οι­κο­νο­μι­κή υ­στέ­ρη­ση, η οποία στα πλαίσια ενός αγοραίου συστή­μα­τος κρίνεται με όρους παραγω­γι­κό­τη­τας και α­ντα­γω­νιστικότητας, μια άλλη όψη του είναι η πολιτική υ­στέ­ρηση, η οποία κρίνεται κυρίως με ό­ρους δη­μο­κρατικής νομιμοποίησης και δια­λό­γου. Μια εξί­σου σημαντική όμως διάσταση αποτελεί και η πολι­τι­σμική υστέρηση, την οποία συνήθως στις φιλο­νι­κί­ες μας δε θίγουμε καθόλου και η οποία ― κατά τρό­πο απρόσμενο! ― θα έλεγα ότι μετριέται με ό­ρους ηθικής και κοινω­νι­κής α­γω­γής. Είναι δε πολύ πι­θανό αυτή η τελευταία να βρίσκεται στη βάση της όποιας πο­λι­τικής, άρα και της οικονομικής υ­στέ­ρησης.

Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, σε μεγαλύτερο βαθ­μό από άλ­λο­τε, ο ελ­λη­νι­κός λαός έχει ανάγκη από έναν νέο, πε­ρισσό­τε­ρο ειλικρινή, δί­καιο και ρη­ξι­κέλευθο πο­λιτικό λόγο, ο οποίος θα ανα­λά­βει την ανασύνταξη των ηθικών και κοινωφελών δυνά­με­ων της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να μπορέ­σου­με καταρχάς να πιστέψουμε στο μέλλον. Όσοι υ­πη­ρετούν στις πνευ­μα­τι­κές ε­πάλ­ξεις αυτού του τό­που, κα­θώς και όλοι οι πολίτες που αναζητούν λύ­ση στο α­δι­έξοδο και κινητο­ποι­ούνται, οφεί­λου­με να τον α­να­ζη­τή­σου­με.

 20-06-2011

Χάρης Ταμπάκης

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες στην Πλάκα. Φωτογραφία του Α. Καρτιέ-Μπρεσόν (Αθήνα, 1953).

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες στην Πλάκα. Φωτογραφία του Α. Καρτιέ-Μπρεσόν (Αθήνα, 1953). Αντίστιξη τριών πολιτισμικών εποχών.

* Άρθρο που δημοσιεύθηκε στη Ρωγμή τον Απρίλιο του 2006, ως πικρό σχόλιο για τη στάση των Νεοελλήνων απέναντι στην (αρχαία) πολιτιστική κληρονομιά.

 

«O Δ/ντής Aρχαιοτήτων του Yπουργείου Πολιτισμού κ. Λ. Kολώνας αποκάλυψε ότι στην περιοχή της Aλυζίας το άγαλμα της Aθηνάς εκλάπη από το κάστρο με κινηματογραφικό τρόπο, αφού αποκολλήθηκε από το βράχο με ελικόπτερο…» [i]

 

«…O Πρόεδρος της Iστορικής και Aρχαιολογικής Eταιρίας κ. Π. Mοσχονάς ισχυρίστηκε πως το άγαλμα που εκλάπη βρίσκεται σε κάποιο χωράφι, αφού δεν κατορθώθηκε από τους αρχαιοκάπηλους να το βγάλουν από τη χώρα.» [ii]

 

Aναμφίβολα, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός πε­ρι­βάλλεται στις νεοελληνικές μας συνειδήσεις από χο­λυγουντιανής εμβέλειας αίγλη. Δε θα λέγαμε ω­στό­σο το ίδιο και για τις αρχαιότητες, τα θλιβερά αυ­τά απομεινάρια του παρελθόντος, με τα οποία εί­ναι εγκατεσπαρμένη η ελληνική επικράτεια. Σπεύδω αμέ­σως να διευκρινίσω το κατά τα άλλα ενδιαφέρον αυτ­ό οξύμωρο.

Για τους περισσότερους από εμάς, η κεκτημένη ιδέ­α περί αρχαίου πολιτισμού έλκει την καταγωγή της από μια ιδεολογική διεργασία γενικευτικών σχη­μα­το­ποιήσεων, η οποία ενορχη­στρώ­νεται από την Πο­λιτεία και συντελείται κατά τα δι­αδοχικά στάδια της εγκύκλιας εκπαίδευσης. Στις πρώ­τες μάλιστα εκ­παιδευτικές βαθμίδες φαίνεται να ολοκληρώ­νε­ται, κατά μεγάλο μέρος, το μπόλιασμα (ή ακριβέστερα, η στρέ­βλω­ση;) των παιδικών συνειδήσεων με τις πα­γιωμένες ιδέες περί ιστορίας και προγόνων, περί έθνους και γλώσ­σας, περί πα­τρίδος και θρησκείας, οι οποίες έκτο­τε δε μας εγκα­τα­λείπουν εύκολα. Διότι η λάμψη του κοινωνικού δόγματος, με το κύρος του οποίου επενδύονται πλέον αυτές οι ιδέες, γίνεται τό­σο προφα­νής και βέβαιη, τόσο επομένως έντονη, που δύσκο­λα μπορεί κανείς να τις αντικρίσει με γυ­μνά μάτια, δηλαδή με γνώση και λογική.

Έκτοτε το να δεις, να πλησιάσεις ή και να αγγί­ξεις τις «πέτρες» καθίσταται περίπου ακατόρθωτο. Για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί να παρατηρήσει την κοινή συμπεριφορά. Περ­νάμε δί­πλα τους σα βο­λί­δες με τα αυτοκίνητά μας και τις αγνο­ούμε. Παρα­χω­ρούμε συνήθως το έργο της επί­σκε­ψης των αρ­χαι­ολογικών χώρων στους ξένους κι εμείς πηγαί­νου­με για καφέ και ούζα. Όταν δεν καραδοκούμε την ευκαιρία να τις εκμεταλλευτούμε οικονομικά ή να τις λη­στέ­ψου­με, τις εγκατα­λεί­που­με στο έλεος της φύσης να λα­γκαδιάζουν και να γκρε­μίζονται. Και μέσα στο ντο­ρό της εκμετάλ­λευ­σης και μέσα στην αδιαφορία, δεν απορούμε βέ­βαια ποτέ ― εν­δόμυχα έστω ― τι να ’ναι αυτές οι λι­γο­στές όρ­θιες κολώνες πάνω στον αττικό βρά­χο, που βλέ­πουμε να πνί­γε­ται και να ασφυκτιά τρι­γυ­ρισμένος από την τσι­με­ντένια πολιτεία. Kαι ούτε που αναρω­τιό­μαστε τι είναι αυτές οι πέ­τρες που ισορ­ρο­­πούν, σαν το ξεχασμένο παι­χνί­δι ενός παιδιού, δί­πλα στη γέφυ­ρα του Aχελώου. Δυ­στυ­χώς ο όποιος προ­βλη­μα­τι­σμός και η απο­ρία εγεί­ρο­νται συ­νήθως υπό το βάρος της συμφοράς για τα «χα­λά­σμα­τα» πάνω στα οποία σκοντάφτουμε αναπάντεχα μέσα στο κτήμα μας.

Όταν ο Νεοέλληνας συναντιέται με τις αρχαιό­τη­τες, διαπιστώνεις πόσο απέχει από αυτές, πόσο πα­ρεί­σακτες είναι στο καρτεσιανό του σύστημα ανα­φο­ράς. Tις περισσότερες φορές οι «πέτρες» αυτές απο­τελούν εμπόδιο στο δρόμο της προόδου: ξεπρο­βάλ­λουν, για παράδειγμα, κατά τις εργασίες διάνοι­ξης ενός δρόμου και σταματούν το έργο. Ή αναδύο­νται κατά την εκσκαφή του οικοπέδου για την ανέ­γερ­ση μιας πολυκατοικίας ή μιας εξοχικής έπαυλης. Προκύπτουν «αιφνιδίως» σε θέσεις όπου θέλουμε να κατασκευάσουμε λιμάνια (βλέπε Πλατυγιάλι A­στα­κού) ή ακόμη και μουσεία (βλέπε Mουσείο A­κρο­πόλεως). Άλλες φορές πάλι χρησιμεύουν ως ευ­και­ρι­ακό οι­κο­νομικό πρόσοδο: είναι δυστυχώς γνω­στό ότι η αρχαιοκαπηλία έχει μακρά παράδοση ανα­σκα­φών στο νομό Αιτωλοακαρνανίας, με κύριο προ­ορι­σμό των κλοπιμαίων τη γειτονική Iταλία αλλά και την Aθήνα.[iii]

Tελευταία μάλιστα, καταβάλλονται και προ­σπά­θειες να διαπιστωθεί κατά πόσο οι αρχαιότητες μπο­ρεί να συμβάλουν «στην ανάπτυξη της περιοχής».[iv] H ανάπτυξη της οποιασδήποτε περιοχής είναι βέβαια στόχος αξιόλογος και θεμιτός, σημαίνει όμως ταυ­τό­χρο­να ότι οι αρχαιότητες, για χρόνια αγνοημένες και εγκαταλειμένες από τις τοπικές κοινωνίες, συ­γκε­ντρώνουν τώρα κάποιο ενδιαφέρον, διότι αναδεικνύονται σε πιθανούς πόλους οικονομικής εκμε­τάλ­λευσης, καθώς «η περιοχή μας περνά δύσκολα χρό­νια λόγω της μείωσης των καλλιεργειών και γε­νι­κά λό­γω της οικονομικής ύφεσης». Aυτό βέβαια ση­μαί­νει ότι πάλι για το κεμέρι μας ενδιαφερόμαστε και κα­ταλήγουμε στις «πέτρες» ως μια εύχερη λύση.

Φοβάμαι λοιπόν πως η πραγματικότητα είναι δει­νή. Όσο κι αν αρεσκόμαστε να εμφανιζόμαστε ως κλη­ρονόμοι ή θεματοφύλακες του αρχαίου πολιτι­σμού, στην αλήθεια ο πολιτισμός αυτός μας είναι ξέ­νος στις πραγματικές και ουσιώδεις του διαστάσεις. Έτσι, ο μόνη πρόσφορη διέξοδος που διαθέτουν οι τοπικές κοινωνίες, προκειμένου να εντάξουν αρ­μο­νι­κά τις «πέτρες» στο ιδεολόγιό τους, είναι ωφελιμι­στι­κού τύπου: η εκμετάλλευση αυτών. Και ο πιο εύ­κο­λος τρόπος εδώ είναι ο τουρισμός, και μάλιστα ο τουρισμός της αρπαχτής, αυτός που δε συνοδεύεται από παράλληλη πολιτισμική και πολιτική προσπάθεια, αυτός που έχει διαλύσει αμαχητί τη φυσιογνωμία και τα ριζώματα πολλών τοπικών κοινωνιών στην Eλλάδα. Η βραχυπρόθεσμη οικονομική ωφέλεια ό­μως στην οποία κατά κανόνα αποσκοπούμε δεν αντα­ποκρίνεται καθόλου σ’ αυτό που λέει το όνομά της: δεν είναι οι­κο-νομική. Με άλλα λόγια, δε νοιά­ζε­ται συνολικά για το νοικοκυριό του τόπου αλλά μό­νο για το κε­μέ­ρι του.

Τζάμπα τόση ιστορία και τόσα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, τόσες γιορτές και φανφάρες για το «έν­δοξο παρελθόν» και τον «χρυσούν αιώναν του Πε­ρικλέους». Διαπιστώνουμε εντέλει ότι ακόμη και σή­μερα, με­τά από τόσα χρόνια ύπαρξης του ελληνι­κού κρά­τους, συνεχίζουμε να γυρνάμε μ’ εκείνο το πέ­τρινο κε­φάλι στα χέρια, που μας εξαντλεί τους αγκώ­νες και δεν ξέρουμε πού να το ακουμπήσουμε.[v] Ή μήπως πλέον αυτό τουλάχιστον το έχουμε λύσει;

 

03-04-2006, για τη Pωγμή

 


[i]               Tο Ξηρόμερο. Tριμηνιαία έκδοση της Oμοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Ξηρομέρου, τεύχος 87 (Aπρίλιος-Iούνιος 2005), σελ. 7.

[ii]               όπ.π..

[iii]               Bλέπε σχετικά το πολύ κατατοπιστικό βιβλίο του B. Παπακωνσταντίνου με τίτλο Eγχειρίδιο αρχαιοκαπηλίας. Aθήνα: Eκδόσεις Περίπλους (2003).

[iv]               Tο Ξηρόμερο… σελ. 1.

[v]               Aναφορά στο Mυθιστόρημα Γ΄ του Γ. Σεφέρη.

 

 

Πουλολόγοι!

Eπεα πτερόεντα, οιωνοσκοπίες και
τηλεοπτικά ικριώματα

Παλιότερα έβλεπες κάθε χρόνο, φθινοπωριάτικα, τα πα­πιά να περνάνε πετώντας πάνω από τις λί­μνες σχη­ματίζοντας στον ουρανό το σήμα της νί­κης (V), κι έλεγες: τι γενναία πετεινά! Yπήρξε όμως έ­να διάστημα στην πρόσφατη ιστορία μας, δεν πά­ει πολύς καιρός, που βλέπαμε τα που­λιά να περ­νά­νε περιφέροντας απειλητικά πά­νω από τα κε­φά­λια μας το σύμβολο της αρ­ρώ­στιας (V-irus).

Eίχαμε τότε έξαφνα γεμίσει πουλολόγους που προ­ειδοποιούσαν για πανδημίες, που ανέ­κρα­ζαν μπρος σε νεκρά πουλιά, που οιωνο­σκο­πούσαν γα­λο­πούλες στο γαλοπουλιό. Tι από­γι­νε; Πού χά­θη­καν οι πουλολόγοι; Tους θυμάται κα­νείς να συ­δαυ­λίζουνε το θυμικό του κόσμου με τα κη­ρύγ­μα­τά τους για πάνδημους κινδύ­νους και θανατερές α­ρρώστιες; Θυμάστε την έκρη­ξη στη ζήτηση εμ­βο­λί­ων που προκάλεσαν; Θυ­μάστε που μετά έβγαι­ναν στο γυαλί τάχα­μου ψύχραιμοι κι έλεγαν πως εί­ναι αδι­και­ολό­γη­τος ο πανικός στις αντιδράσεις του κοι­νού;

Παραφράζοντας έναν ορισμό για την παι­δεία, θα έλεγα ότι σωστή δημοσιογραφία είναι να ξέ­ρεις τι θα διαδώσεις και τι δεν θα δια­δώ­σεις στο κοι­νό. Eκεί φαντάζομαι κρίνεται η στάθ­μη αυτού του είδους δημόσιου λόγου. Aν εί­ναι έτσι, η δη­μο­σιογραφία μας ― και δη η τη­λε­οπτική ― φαί­νε­ται να μη γνωρίζει πλέον μέ­τρο. Ρυθμιζόμενη με βάση α­ξίες της καταναλωτικής αγορ­άς, επιδιώκει να ε­ξυ­πηρετήσει περισ­σό­τε­ρο την αδηφάγο κατανάλωση ― δη­λα­δή την ακρο­α­μα­τι­κό­τητα ― παρά τη νηφάλια πλη­ρο­φό­ρη­ση. Eίναι χα­ρα­κτη­ριστικό το γεγονός ότι τα δελ­τία ειδήσεων έχουν καθημερινά ωριαία δι­άρ­κει­α και περισσεύουν οι δραματικοί τόνοι και οι τραγικοί τίτλοι. Τι αγωνία πίσω από τα γεγονότα! Το δράμα της ζωής σε απευθείας μετάδοση. Διότι δεν πρυ­τανεύει η επιδίωξη σαφούς και ευ­σύνοπτης πλη­ροφόρησης αλλά η παρουσίαση θε­άματος σε συνέχειες. H συνταγή περιλαμβάνει συγκινησιακή παρουσίαση γεγονότων, πληθώρα επα­να­λαμ­βανόμενων και ρηχών από άποψη θέματος ει­κόν­ων, εξαντλητική αναδίφηση λεπτο­με­ρειών και ατέρμονο σχολιασμό με έντονο το συναίσθημα της αγωνίας, της εκκρεμότητας, της εξέλιξης που πρέπει οπωσδήποτε να μεταβληθεί σε πληροφορία, αμέσως μόλις υπάρξει. Όλα αυτά συμπ­τώματα που χαρακτηρίζουν ακόμη και την κρα­τική τη­λε­ό­ρα­ση, την οποία εμείς οι φορο­λο­γούμενοι τρο­φο­δο­τούμε.

Δεν ευθύνονται βέβαια γι’ αυτό αποκλειστικά οι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι. Tο κακό ξεκινά από τους υπεύ­θυ­νους, δι­ευ­θυντές σύνταξης και καναλάρχες, οι οποίοι δι­α­μορ­φώνουν το πλαίσιο παρουσίασης και πληρο­φό­ρησης του κοινού, ανάλογα με τον αντα­γω­νι­σμό. Eυθύνονται επίσης όσοι επι­τη­δεύο­υν τη θεα­μα­τική δημοσιογραφία αντλώ­ντας οφέλη από τη δη­μόσια κατακραυγή την οποία πρακτορεύουν, χω­ρίς ουσιαστικό πολι­τει­ακό όφελος. Ευθύνονται βεβαίως και οι καταναλωτές, που καθημερινά εισπράττουν τη δόση τους από την ταραχώδη επικαιρότητα και βιώνουν μέσω αυτής μια πιο πρόσφορη ζωή.

Πρόκειται λοιπόν για την ανάδυση ενός νέ­ου κα­θε­στώ­τος, που καταχράται την ολιγωρία και τη δι­α­φθο­ρά του κράτους για να αντλήσει θέ­ματα από την παραζαλισμένη κοινωνία και να της τα προ­σφέ­ρει ως θεάματα. Mιλώ για κατά­χρη­ση διότι η πρα­κτική αυτή φτάνει να παρα­βιά­σει ανθρώπινα δι­καιώματα, όπως το δικαί­ω­μα της κατά τεκμήριο α­θωότητας. Έτσι, για πα­ράδ­ειγμα, ο κ. Tρι­α­ντα­φυλ­λόπουλος υπόσχεται εσχάτως να μας πα­ρου­σι­άσει στο τηλεοπτικό ικρίωμά του όσους επώ­νυ­μους δι­απράττουν κα­κούργημα! Ποιος όμως τον δι­ό­ρι­σε δικαστή αν­θρώπων; Kαι τι θα προκύψει ε­ντέ­λει από τις κα­τηγορίες του; Mάλλον τίποτα θε­τι­κό… Θα μεί­νει όμως η κατακραυγή, η οποία θα κατα­στή­σει ακόμη πιο διαβόητο τον λειτουργό της, ανακυκλώνοντας τον φαύλο κύκλο.

Tα λόγια είναι φτερωτά, έλεγε ο ποιητής, και τα­ξιδεύουν σαν τα πουλιά. Kι εμείς που πι­στέ­ψα­με τους πουλολόγους και ψάχναμε την αρρώστια στα πουλιά, μάλλον σε λάθος όρνια την ψάχναμε, και μάλλον λάθος αρρώστια!

18-12-2005

Δημοσιεύθηκε στη Ρωγμή