Arman-Poubelle-1961

 

Λόγοι Διονυσίου Σουρλή,
Ιατρού Παθολόγου

 

Αξιότιμε κύριε εκδότα,

Παρακαλώ συγχωρήσατέ μου που καταχρώμαι τον χρόνο και την προσοχήν σας, καθότι δεν επιδίδομαι συχνάκις εις την τριβήν των δημοσίων λόγων και αντιδικιών. Αρκούμαι κατά κανόνα εις τας μικροπρεπείς προστριβάς και διενέξεις εντός του οι­κογενειακού κύκλου, μεριμνών επισταμένως μη διαρρεύσωσι αύται εκτός των ορίων της οι­κί­ας ημών, ως πράττει κάθε ευσυνείδητος συ­μπο­λίτης και οικογενειάρχης.

Ωστόσο, αφενός η ιδιότης μου του ιατρού πα­­θολόγου ― έστω και ανενεργός εξαιτίας προ­σφάτου συνταξιοδοτήσεως ― και αφε­τέ­ρου η ετέρα ιδι­ότης μου, του ενεργού πολί­του ― την οποία αρνούμαι πεισματικώς να απεμπολήσω ―, με παρώθησαν από κοινού να σας απευθύνω την πα­ρού­σαν επιστολήν διαμαρτυρίας, η οποί­α πολύ αμ­φι­βάλ­λω εάν εντέλει θέλει αποβή εις προ­σωπικόν μου όφε­λος. Και ο έχων ώτα ακού­ειν ακουέτω.

Γνωρίζετε, υποθέτω, ότι δεδομένης της α­πέλ­πιδος κα­τα­στά­σεως εις την οποία έχει πε­ρι­έλ­θει το ελληνικόν κρά­τος, η απόμαχος τάξις των συνταξιούχων, της οποίας πλέον τελώ άρ­τι γαλουχηθέν μέ­λος, διεξάγει αγώναν άνι­σον, προκειμένου να δι­α­τηρήση την φυσικήν πα­ρουσίαν της μεθ’ ημών και να αναβάλη την πρώ­ιμον αναχώρησίν της από τον μά­ταιον ε­τού­τον βίον των μνημονίων και των μνη­μοσύ­νων. Εις τον αυτόν αγώνα συ­ρό­μενος και ο γρά­φων, ως ιατρός, δύναμαι να γνω­ρίζω ότι από τα υγιεινότερα των μέτρων δι­α­τηρήσεως της οργανικής υγείας αποτελούν οι ημε­ρή­σιοι πε­ρί­πα­τοι κατά τας εξοχάς, καθώς συ­νι­στού­σε αρ­χαιόθεν και ο συνάδελφος Ακου­με­νός (5ος αι. π.Χ.). Το αυτό δε πράττουσι πλή­θος συμπο­λί­ται, αγόμενοι και φερόμενοι κατά την οδόν του Αγίου Ιωάννου του Ρηγανέως ή κα­τά τας άλλας παραπλεύρους οδούς, τας διακλαδιζομέ­νας επί της περιοχής του Τροχού. Ο υποφαινόμενος δε προτιμώ την πλήρην τέ­λε­σιν του κύ­κλου Αγρίνιον – Τροχός – Άγ. Ιω­άν­νης – Αγρί­νι­ον, διά το μάκρος μα και το ευάρεστον της φυ­σικής δι­αδρομής.

Φευ! Οποία αγα­νά­κτησις! Εάν τις κατεγίνετο να παραστήση συ­νο­πτι­κώς το κα­τά­ντη­μα της πα­τρίδος και των εν αυτή αν­θρώ­πων, δεν ήθελεν εύρη πα­ρα­στατικοτέραν αυτής το­πιογραφίαν. Διότι από το ση­μείον της υπεραγοράς «Λί­δλ» και εκεί­θεν, άρ­χεται το βασίλειον της αυθαιρεσίας και της εγκαταλείψεως, όπου κυριαρχούν τα κάθε λο­γής διεσπαρμένα απόβλητα, καταβάλλοντας αυ­θω­ρεί την όποιαν ορθήν ιδέ­αν περί πολιτι­σμού ή δημοσίου χώρου εν­δέχεται να δι­α­θέ­τει ο συνειδητός πο­λί­της. Πέ­ρα από κάθε λογής διεσπαρμένες συ­σκευασίες, πέρα από τα οι­κοδομικά υλικά και τα σακίδια αγορών, εις τον προ­χθεσινόν μου πε­ρίπατον συνήντησα παραπεταμένον εν κυλι­ό­μενον κάθισμα γραφείου, ο ιδιο­κτή­της του οποί­ου προφανώς δεν ηδύνατο να επινοήσει άλ­λην τινα μέθοδον απαλλαγής από την παρουσίαν του, παρά την πυρπόλησιν αυτού πα­ραπλεύρως της δημοσίας οδού!

Εντούτοις η αυθαιρεσία ― και η άνοια, επιτρέψατέ μοι ― δεν λή­γουν εδώ. Στρέψας τις εις την κυρίαν οδόν του οικισμού «Τροχός» αντικρύζει τας κατη­ρε­φείς παριάς της κοίτης του χειμάρρου της «Ερη­μήτιδος», όπου διαδοχικά προβάλλουν σχηματισθέντες σωροί παντοίου είδους απορριμμάτων. Πα­τρο­παράδοτον έθιμον των παροικούντων των Ερη­μήτιδαν, ως φαί­νεται, αποτελεί η απόρριψις των αποβλήτων των εις την κοίτην του χειμάρρου, ο οποί­ος χρησιμεύει κατά περίστα­σιν ως απορριμματαγωγόν, δεδομένου ότι με την πρώτην νεροποντήν το ρεύμα θα παρα­σύ­ρει τα κατακρημνισθέντα αντικείμενα περαιτέ­ρω, ως και τη λεκάνην της Λυσιμαχείας. Η απο­τρό­παιος ταύ­τη εικόνα συμπληρούται με την αυθαίρετον εναπόθεσιν παντοίων απορριμμάτων κα­τά μή­κος της οδού ήτις συν­δέει τον οικισμόν του Τρο­χού μετά της οδού του Ρηγανέως, ετέρα δε εστία ρυπάνσεως δη­μιουργείται ακριβώς επί της διασταυρώσεως η οποία έπεται του ιδιω­τι­κού αθλη­τι­κού γηπέ­δου των «Ελπίδων». Δια του λόγου το αληθές, συ­νοδεύω την παρού­σαν επι­στο­λήν μου με φωτογραφι­κάς αποτυπώσεις αι οποίαι ελή­φθη­σαν δια φο­ρη­τής τη­λεφω­νι­κής συ­σκευ­ής κα­τά τας εξορμήσεις μου ανά τα εν λό­γω χωρία. Ως διεπί­στω­σα κατόπιν συ­ντό­μου αυτοψίας, εις ορισμένα σημεία και επί των πρα­νών του χειμάρρου έχουν απορρριφθεί εσμός χάρ­τινων εντύπων, οικοσκευαί, μεταλλικά στοιχεία οροφοκατασκευής, προϊό­ντα εκδο­ράς ζώων (!!!), τα συνήθη οικοδομικά υλι­κά και λοιπά και λοιπά μνημεία αδιαφορίας και περ­ιφρο­νή­σεως του φυσικού και κοινω­νι­κού πε­ριβάλλοντος.

Κατόπιν τούτων των λυπηρών διαπιστώ­σε­ων, επιτρέψατέ μοι να επισημά­νω τα εξής: α) Οι εν λόγω εστίες ρυπάνσεως δεν ε­δημιουρ­γή­θη­σαν προσφάτως αλλά αποτε­λούν έργον μακρο­χρό­νου και επαναλαμβα­νο­μέ­νης και δι­εστραμ­μέ­νης συ­μπεριφοράς, ήτις εργάζεται μάλ­λον εις την βάσιν εθι­μι­κού δι­καί­ου, δίκαιον ορι­ζό­με­νον κα­τά τρό­πον αυθαίρετον και σκαι­όν ― άρα ου­χί δί­και­ον. Εκ τοιαύτης αδικοπραγίας εντέλλεται όπως μη λοιδορώμεν αδια­κρί­τως τα μνη­μο­νιώδη δεινά δια πάσαν βάσανον και πά­σαν διαστροφήν, προβάλλοντες εις εαυ­τούς το οικτρόν προ­σω­πεί­ον του θύματος, ώστε να επιτύχωμεν την άφε­σιν των προσβο­λών άτινας δι­ε­πρά­ξαμεν, και εισέτι διαπράττο­μεν, κατά του δη­μο­σίου συμφέροντος και εις δό­ξαν της αυ­θαι­ρε­σίας ημών. Ένιοι κλέπτουσι, ένιοι ρυπαίνουσι, ημείς ανεχόμεθα και επο­μέ­νως φέρομεν ευθύνην.

β) Αναρωτάταί τις διατί, παρά την μα­κρο­χρόνια πα­γίωσιν της καταστάσεως, παρά την εξό­φθαλ­μον παραβίασιν και προσβολήν του δη­μο­σίου χώ­ρου, παρά την αδήριτον ανάγκην προστα­σίας των υδά­τι­νων πόρων και διαδρομών, ουδέ­ποτε αι Αρχαί δεν εκινήθησαν δια τα δέοντα, προ­κειμένου να συ­νε­τί­σω­σι τους παραβάτας και να εξαλεί­ψω­σι το φαι­νόμενον. Ηλίου φαει­νό­τερον θεωρώ ότι οι αυθαίρετοι απο­βλη­τό­λο­φοι της Ερημίτιδος γει­τνιάζουν με ιδι­ο­κτη­σίας εκ των οποίων τροφοδοτούνται τα­κτι­κώς και αδιαλείπτως διά παντός είδους υλικών. Τι πράτ­τει η Υπηρεσία Καθαριότητος και Πε­ριβάλ­λο­ντος του Δήμου; Τι πράτ­τει η Δημοτική ή άλ­λη α­στυ­νομική αρχή επ’ αυτού;

γ) Επιτρέψατέ μου, εξάλλου, να υπογραμμίσω την ευ­θύνην του ιατρικού δυναμικού της πό­λε­ως, και δη του Ιατρικού Συλλόγου, ευθύνη και μέ­ρι­μνα του ο­ποί­ου θα όφειλε επίσης να αποτελεί η υγιεινή του αστικού και του περιαστικού περι­βάλ­λοντος. Πώς ανεχόμεθα, αγαπητοί συ­νά­δελ­φοι, επί τόσα έτη τοιαύτην διαγωγήν, η ο­ποία μόνον κινδύνους εγκυμονεί δια την δη­μο­σί­αν υγείαν; Διατί επιτρέπομεν ως θεαταί να μα­κροη­με­ρεύ­η τοιαύτη πρακτική και δεν καθιστά­μεθα πο­λέμιοι της αβελτηρίας των Αρχών και αντίπαλοι της παραβατικότητος τινων αχα­ρα­κτή­ρι­στων ιθαγενών; Θα αναμένομεν τα πρώ­τα κρού­σματα επιδημίας, θα αναμένομεν τας πρώ­τας εκτεταμένας πυρκαϊάς ή την μη αναστρέψιμον μό­λυνσιν των υδάτων δια να δρά­σωμεν; Απαντήσατέ μοι.

δ) Ευλόγως αναρωτάταί τις κατόπιν αυτών δια­τί οι παροι­κού­ντες τας διαφόρους εστίας ρυ­πάν­σεως, αφενός οι ε­παγ­γελματίαι της δημο­σί­ας οδού ― ήτοι οι ιθύ­νο­ντες της υπε­ρα­γο­ράς «Λίδλ», ο κα­τερ­γα­ζό­μενος εί­­δη αλουμι­νί­ου επιχειρηματίας, οι ιδιοκτήται του α­θλη­τι­κού κέ­ντρου των «Ελ­πί­δων» και του παιδικού σταθ­μού «Μαγικός Αυ­λός» και λοιποί ― αφετέρου οι κά­τοι­κοι του οι­κι­σμού Τροχού, των οποίων η υγεί­α και η περιουσία πρωτίστως υποβαθμίζονται ή κιν­δυ­νεύουν, ανέ­χο­νται το φαινόμενον και δεν δι­α­μαρτύρονται εντόνως και δεν το καταπολεμούν.

Κύριε εκδότα, μην έχετε αμφιβολίαν. Κοστί­ζο­μεν τόσα πολ­λά εις δανειοδοτήσεις, διότι πράττομεν τόσα ολίγα και εξ αυτών τα πλείστα ασκόπως, δια την κοι­νω­νίαν και το μέλλον αυτής. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνετε, ό,τι θα ηδύ­να­το να αποτελέσει έξο­χον περί­πα­τον αναψυχής δια τους ταλαι­πώ­ρους κατοικούντας την τσιμεντούπολιν του Α­γρι­νίου, μεταβάλλεται ταχυρρύθμως εις υ­περ­με­γέ­θη κά­δο απορριμμάτων και ελεεινή χα­βού­ζα. Ό,τι θα διετίθετο λίαν ευκόλως ίνα μετα­σκευ­ασθή εις τόπον χλοερόν, τό­πον α­να­ψύ­ξε­ως παρα­κεί­μενον του πολεοδομικού συγκρο­τή­μα­τος Αγρινίου και περιχώρων ― εννοώ την κοί­τιν και το περιβάλλον της Ερημήτιδος ― εγκαταλείπεται αδιαφόρως εις τας αυθαι­ρέτους πρα­κτικάς ο­ρι­σμένων πλην, αλίμο­νον, αρκε­τών, ώστε το όνειδος να συσσω­ρεύ­ε­ται και να πληθαίνει ανεμπό­δι­στον.

Κύριε εκδότα, δια της επιστολής ταύτης θε­ω­ρώ ότι δεν εκπληρώ ειμή μόνον έν καθήκον τα­πει­νόν και ελάχιστον, ως πολίτης και δη ια­τρός. Προτί­θε­μαι ωστόσο να κινηθώ και να ανα­ζητήσω πε­ραι­τέ­ρω ευθύνας, κρίνων και απο­τιμών λόγους και έργα προσώπων. Δεν απο­κλεί­ω δε να ευρεθούν και οι συνοδοιπο­ρού­ντες εις την οδόν ταύ­την ― εις την οποίαν θέλω να πιστεύω ότι συνοδεύετε και υμείς ―, οδός η οποία άγει επέκεινα της παλαιάς και εφθαρ­μέ­νης Ψωροκωσταίνης, εις κοινωνίαν υπευθύνων και ελευθέρων πολιτών.

Συγχωρήσατέ μοι παρακαλώ υστάτως το αρχαΐζον φθέγ­μα και την έκτα­σιν.

Ταπεινός συμπολίτης σας,
Διονύσιος Σουρλής,
Συνταξιούχος Ιατρός Παθολόγος

 

Υστερόγραφον: Η εικών συνοδεύουσα το κείμενον απεικονίζει σύνθεσιν του εικαστικού Αρμάνου (Arman) από τη σειρά «Απορριμματοδόχοι» (γαλλιστί: «Poubelles»), εν έτει 1961.