Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, μια παρέα παιδιών μεγάλωνε ξέγνοιαστα σε μια γειτονιά που τα σπίτια της ακουμπούσαν το ένα στο άλλο. Μπροστά τους περνούσε ένα αυλάκι και κάθε σπίτι είχε μια “γέφυρα” που το ένωνε με το δρόμο. Όταν έβρεχε το αυλάκι που συνήθως ήταν στεγνό γέμιζε νερό.
Αυτό ήταν το σύνθημα για να αρχίσουν τα ταξίδια.
Τα παιδιά έφτιαχναν καραβάκια και τα άφηναν να ταξιδέψουν. Εκείνα περνούσαν ένα γεφυράκι, δύο γεφυράκια, στο τρίτο συνήθως βούλιαζαν.
Το νερό που έρχονταν με ορμή τα έκανε να μοιάζουν με πραγματικά καράβια που έπεσαν σε τρικυμία.
Τα χάρτινα καραβάκια κλυδωνίζονταν και στροβιλίζονταν πάνω στο νερό γεμίζοντας ενθουσιασμό τα παιδιά.
Κάποια, πιο περήφανα και πιο πεισματάρικα από τα άλλα, συνέχιζαν το ταξίδι μέχρι που χάνονταν από τα μάτια τους, κάνοντάς τα να ονειρεύονται μακρινά ταξίδια για τα πεισματάρικα καράβια. Σκάρωναν περίπλοκες ιστορίες και δεν απογοητεύονταν όταν τα περισσότερα βούλιαζαν. Έσκιζαν φύλλα από τα τετράδιά τους κι έφτιαχναν άλλα. Όσο είχαν φύλλα, είχαν καράβια, όσο είχαν καράβια είχαν ιστορίες, όσο είχαν ιστορίες έκαναν ταξίδια. Και πάντα κάποιο παιδί θύμιζε στα υπόλοιπα τους στίχους του Παπαντωνίου:
“Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;”
Κι αντηχούσε όλη η γειτονιά από τις παιδικές φωνές που “φώναζαν” όσο πιο δυνατά μπορούσαν το ποίημα στα δικά τους καραβάκια.
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Και να που έφτιαξα πάλι καράβια.
Τα νερά δεν είναι ορμητικά, αλλά γαλήνια μέσα στη γυάλα που τα έκλεισα κι αυτά πάλι βουλιάζουν. Βρέχεται το χαρτί, βαραίνει, τα καράβια αρχίζουν να γέρνουν, γεμίζουν νερό και πάνε να ακουμπήσουν πάνω στις πέτρες σα για να ξεκουραστούν.
Αρμενίζουν μόνο για λίγο, αλλά με γεμίζουν χαρά όπως τότε.
Φτιάχνουμε ένα χαρτόνι καραβάκι όπως και τα παιδιά της ιστορίας μας.