Αρχική » μοντέλα επεξεργασίας της πληροφορίας (processing inform

Αρχείο κατηγορίας μοντέλα επεξεργασίας της πληροφορίας (processing inform

Οκτώβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Kατηγορίες

Μοντέλο της συνεκτικής (synectics)

Το μοντέλο αυτό επιδιώκει την βελτίωση της ικανότητας επίλυσης προβλήματος (problem-solving), την δημιουργική έκφραση, την ενσυναίσθηση (empathy) και την βαθύτερη γνώση των κοινωνικών σχέσεων. Η διαδικασία της δημιουργικής σκέψης μπορεί να εφαρμοστεί από όλους τους ανθρώπους στην καθημερινή τους ζωή και εργασία, όχι μόνο στον χώρο της τέχνης, αλλά σε όλους τους τομείς, τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο.

Το μοντέλο της συνεκτικής στηρίζεται στη χρήση μεταφορών που εξαρτώνται από την προϋπάρχουσα γνώση του μαθητή και τον βοηθούν να συνδέσει ιδέες από οικείο περιεχόμενο με ιδέες από το νέο περιεχόμενο ή να δει οικείο περιεχόμενο από μια νέα προοπτική. Οι αναλογίες μπορούν να είναι προσωπικές (ταύτιση του μαθητή με το περιβάλλον ή με στοιχεία του προβλήματος), ευθείες (απλή σύγκριση δύο αντικειμένων ή εννοιών) ή συμπιεσμένη σύγκρουση (compressed conflict (οξύμωρο σχήμα, συνδυασμός δηλαδή στοιχείων που είναι εντελώς διαφορετικά).

Υπάρχουν δύο στρατηγικές που εξυπηρετούν αυτό το μοντέλο. Η πρώτη (ανανέωση) επιχειρεί να κάνει το οικείο ξένο, παρουσιάζοντας παλιές ιδέες ή προβλήματα με έναν διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη (εξοικείωση με κάτι ξένο) επιχειρεί να προσδώσει περισσότερο νόημα και σημασία σε ανοίκειες, νέες ιδέες.

Οι φάσεις της πρώτης στρατηγικής είναι οι εξής:

α) Περιγραφή της παρούσας κατάστασης – προβλήματος. Οι μαθητές περιγράφουν την κατάσταση όπως την βλέπουν τη δεδομένη στιγμή.

β) Ευθεία αναλογία. Οι μαθητές κάνουν ευθείες αναλογίες, επιλέγουν μία και την περιγράφουν σε βάθος.

γ) Προσωπική αναλογία. Οι μαθητές γίνονται η αναλογία που επέλεξαν στην προηγούμενη φάση.

δ) οξύμωρο σχήμα. Με βάση τις προηγούμενες αναλογίες, οι μαθητές προχωρούν στη διατύπωση οξύμωρων εννοιών και επιλέγουν ένα ζευγάρι.

ε) ευθεία αναλογία. Γενικεύουν και επιλέγουν μια άλλη ευθεία αναλογία.

στ) επανεξέταση του αρχικού προβλήματος. Οι μαθητές επανέρχονται στην αρχική κατάσταση  χρησιμοποιώντας την τελευταία αναλογία

Οι φάσεις της δεύτερης στρατηγικής είναι:

α) ουσιαστική εισαγωγή. Ο εκπαιδευτικός δίνει πληροφορίες για το νέο θέμα.

β) ευθεία αναλογία. Ο εκπαιδευτικός κάνει ευθεία αναλογία και καλεί τους μαθητές να την περιγράψουν.

γ) προσωπική αναλογία. Ο εκπαιδευτικός ζητάει από τους μαθητές να κάνουν προσωπική αναλογία

δ) σύγκριση αναλογιών. Οι μαθητές αναγνωρίζουν και ερμηνεύουν την ομοιότητα ανάμεσα στο νέο υλικό και την ευθεία αναλογία.

ε) ερμηνεία διαφορών. Οι μαθητές βρίσκουν τα σημεία που η αναλογία δεν ταιριάζει.

στ) εξερεύνηση. Οι μαθητές επανεξετάζουν το αρχικό θέμα με τους δικούς του όρους.

ζ) παραγωγή αναλογίας. Οι μαθητές παράγουν τις δικές τους ευθείες αναλογίες και ερμηνεύουν τις ομοιότητες και τις διαφορές.

πηγή: Joyce Bruce, Marsha Weil & Calhoun Emily (2000), Models of teaching, 6th ed., Boston: Allyn and Bacon, σελ. 215-235.

Μοντέλο εκπαίδευσης στην έρευνα (inquiry training)

Πρόκειται για ένα μοντέλο που επιδιώκει οι μαθητές να έρθουν σε επαφή με περίεργες και δυσερμήνευτες καταστάσεις και να προσπαθήσουν με ερωτήσεις ολικής άγνοιας (δηλαδή που απαντώνται μόνο με ένα «ναι» ή ένα «όχι») να συλλέξουν δεδομένα, να επαληθεύσουν ιδιότητες και σχέσεις μεταβλητών του προβλήματος και να προβούν σε ερμηνεία του. Οι ερωτήσεις μπορούν να αφορούν στη φύση ή την ταυτότητα των πραγμάτων, τη φύση ή τη συχνότητα ενεργειών, την κατάσταση των αντικειμένων ή του συστήματος μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ή την συμπεριφορά των πραγμάτων υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Με το μοντέλο αυτό βελτιώνουν δεξιότητες συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών και δημιουργικής σκέψης, επιχειρώντας να ερμηνεύσουν γιατί τα πράγματα συμβαίνουν με τον τρόπο που φαίνεται να συμβαίνουν. Κατά συνέπεια, διαπιστώνουν τον προσωρινό και μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της γνώσης.

Το μοντέλο έχει τα εξής στάδια:

inquiry-training1.gif 

Το πιο δύσκολο και ουσιαστικό μέρος αυτού του μοντέλου είναι ο μετασχηματισμός από τον εκπαιδευτικό του περιεχομένου του μαθήματος σε μια κατάλληλη προς διερεύνηση και διατύπωση υποθέσεων προβληματική κατάσταση. Θα πρέπει να απαντάει στις ερωτήσεις των μαθητών μόνο με «ναι» ή «όχι», ζητώντας την επαναδιατύπωση μη έγκυρων ερωτήσεων και παροτρύνοντας τους μαθητές να ελέγξουν τις υποθέσεις τους.

πηγή: Joyce Bruce, Marsha Weil & Calhoun Emily (2000), Models of teaching, 6th ed., Boston: Allyn and Bacon, σελ. 175-189.

Μοντέλο επιστημονικής έρευνας (scientific inquiry)

Το μοντέλο της επιστημονικής έρευνας επιδιώκει να εμπλέξει τους μαθητές στην επίλυση ενός αυθεντικού προβλήματος που εντάσσεται στον ευρύτερο χώρο της επιστημονικής έρευνας, αναγνωρίζοντας εννοιολογικές και μεθοδολογικές δυσκολίες και επινοώντας τρόπους υπέρβασής τους. Με τη χρήση αυτού του μοντέλου οι μαθητές διαπιστώνουν τη διαδικασία παραγωγής και ελέγχου της γνώσης και συνειδητοποιούν τα όρια και τις εξαρτήσεις της. Γνωρίζουν όχι μόνο τα προϊόντα της επιστήμης, αλλά και τη φύση και τις μεθόδους της έρευνας.

Το μοντέλο της επιστημονικής έρευνας περιλαμβάνει τις παρακάτω φάσεις:

α) οι μαθητές αρχικά γνωρίζουν την περιοχή έρευνας.

β)  στη συνέχεια δομούν το πρόβλημα.

γ) αναγνωρίζουν το πρόβλημα στην έρευνα

δ) και τέλος διατυπώνουν εικασίες και υποθέσεις για τους τρόπους επίλυσης του προβλήματος

 scientific_inquiry.jpg

Η αναγνώριση των δεδομένων ενός προβλήματος δεν αρκεί. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να ενθαρρύνει τους μαθητές του να παράγουν υποθέσεις και τεκμηριωμένες ερμηνείες των δεδομένων και των πληροφοριών που ερευνούν. Η εξασφάλιση πλούσιων και κατάλληλων πηγών έρευνας και η παροχή σαφών μεθοδολογικών διαδικασιών και λειτουργιών είναι ουσιώδη για την επιτυχία αυτού του μοντέλου διδασκαλίας.

πηγή: Joyce Bruce, Marsha Weil & Calhoun Emily (2000), Models of teaching, 6th ed., Boston: Allyn and Bacon, σελ. 161-174

Το μοντέλο της επαγωγικής σκέψης (inductive-thinking model)

Το μοντέλο αυτό στοχεύει στη διδασκαλία κατηγοριοποίησης δεδομένων και σχηματισμού εννοιών, δηλαδή δεξιότητες ανώτερης τάξης (higher-order thinking) και αναλυτικοσυνθετικής σκέψης. Στους μαθητές παρουσιάζονται δεδομένα τα οποία καλούνται να τα οργανώσουν σε εννοιολογικά συστήματα, γενικεύοντας και διατυπώνοντας υποθέσεις, προβλέψεις και ερμηνείες.

Στις στρατηγικές  της επαγωγικής σκέψης περιλαμβάνονται ο σχηματισμός εννοιών (concept formation), η ερμηνεία δεδομένων (interpretation of data) και η εφαρμογή αρχών (application of principles).

inductive_thinking.jpg

Στον σχηματισμό εννοιών περιλαμβάνονται α) η αναγνώριση και απαρίθμηση δεδομένων σχετικών με ένα θέμα β) η ομαδοποίησή τους σε κατηγορίες με κοινά χαρακτηριστικά και γ) η διατύπωση τίτλων για τις κατηγορίες. Ερωτήσεις χρήσιμες είναι:  Τι είδες, άκουσες ή σημείωσες; Ποια ταιριάζουν μεταξύ τους και με ποια κριτήρια; Πώς θα ονόμαζες αυτές τις ομάδες;

 Στην ερμηνεία δεδομένων περιλαμβάνονται η αναγνώριση σημαντικών σχέσεων και η διαφοροποίησή τους β) η εξερεύνηση των σχέσεων (συσχετισμός κατηγοριών και σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος) και γ) η δημιουργία συμπερασμάτων και γενικεύσεων. Ερωτήσεις χρήσιμες είναι: Τι σημείωσες, είδες ή ανακάλυψες; Γιατί συνέβη αυτό; Τι σημαίνει αυτό; Τι μπορείς να συμπεράνεις;

Στην εφαρμογή των αρχών περιλαμβάνονται: α) η πρόβλεψη συνεπειών και η ερμηνεία ανοίκειων φαινομένων με υποθέσεις, αναλύοντας τη φύση του προβλήματος και ανασύροντας σχετική γνώση β) η ερμηνεία και υποστήριξη των προβλέψεων και υποθέσεων και γ) η επαλήθευση των προβλέψεων. Χρήσιμες ερωτήσεις είναι: Τι θα συνέβαινε…; Γιατί νομίζεις ότι θα συνέβαινε αυτό; Τι χρειάζεται για να ισχύει αυτό γενικά;

πηγή: Joyce B., Weil M., (2000), Models of Teaching, Boston, Allyn and Bacon, σελ. 127-141

Απομνημόνευση (memorization)

memorization.jpgΗ απομνημόνευση συχνά αδόμητων και άσχετων μεταξύ τους πληροφοριών αποτελεί σχεδόν καθημερινή πρακτική της σχολικής ζωής, κυρίως στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η βελτίωση της ικανότητας απομνημόνευσης εξοικονομεί χρόνο μελέτης και διευκολύνει την αποθήκευση και τακτοποίηση της πληροφορίας.

Στις μεθόδους απομνημόνευσης περιλαμβάνεται η μέθοδος σύνδεσης λέξης (link-word method), η οποία απευθύνεται σε μαθητές που πρέπει να αποστηθίσουν πληροφορίες μη οικείες. Οι μαθητές συνδέουν τις νέες, μη οικείες πληροφορίες αρχικά με πληροφορίες που ήδη γνωρίζουν και στη συνέχεια προσπαθούν με αυτό που ήδη γνωρίζουν να συνδέσουν τη σημασία της νέας, μη οικείας πληροφορίας. Οι συνδέσεις αυτές προσφέρουν πλουσιότερο νοητικό πλαίσιο και η διαδικασία της σύνδεσης αυξάνει τη γνωστική δραστηριότητα, ώστε να «αγκιστρωθεί» καλύτερα η νέα πληροφορία και να παραμείνει στη μνήμη.

Τεχνικές για την βελτίωση της μνημονικής ικανότητας είναι:

  • η προσοχή, η συγκέντρωση και η ετοιμότητα.

  • η σύνδεση της νέας πληροφορίας με την ήδη υπάρχουσα (η λέξη «πώμα» μπορεί να συνδεθεί με τη λέξη «πώμα».

  • οι διαδοχικές συνδέσεις ιδεών με εικόνες έτσι ώστε να δημιουργείται μια φανταστική ιστορία (που μπορεί μάλιστα να είναι πολύ αστεία, γελοία, παράλογη).

  • η σύνδεση μιας έννοιας μη απτής και ορατής από κάτι απτό και ορατό

  • η χρήση λέξεων κλειδιών (key words).

Στη διδασκαλία το μοντέλο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί με τις παρακάτω φάσεις:

α) παρακολούθηση του υλικού (τεχνικές όπως υπογράμμιση, δημιουργία λίστας, αναδιατύπωση και παράφραση, αντανάκλαση με σύγκριση ιδεών)

β) δημιουργία συνδέσεων με υλικό οικείο (χρήση λέξεων-κλειδιών για περίπλοκες παραγράφους ή αποσπάσματα, υποκατάστατων λέξεων-σε περιπτώσεις αφηρημένων εννοιών)

γ) επέκταση αισθητικών εικόνων (τεχνική συνδέσεων με εικόνες αστείες ή και γελοίες ή υπερβολικές, κωμικές δραματοποιήσεις)

δ) εξάσκηση ανάκλησης της πληροφορίας

πηγή: Joyce B., Weil M., (2000), Models of Teaching, Boston, Allyn and Bacon

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων