Αρχική » έμμεση διδασκαλία (indirect instruction)

Αρχείο κατηγορίας έμμεση διδασκαλία (indirect instruction)

Οκτώβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπ    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Kατηγορίες

Κατάκτηση εννοιών (concept attainment)

Πρόκειται για έμμεση στρατηγική διδασκαλίας που χρησιμοποιεί τη διαδικασία δομημένης έρευνας (structured inquiry) και στηρίζεται στο έργο του J. Bruner. Οι μαθητές καλούνται να ανακαλύψουν τα κοινά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ή κατηγορίας στοιχείων που έχουν μπροστά τους. Συγκρίνοντας παραδείγματα που περιέχουν ή δεν περιέχουν τα χαρακτηριστικά της έννοιας που αναζητούν, βοηθιούνται να μαντέψουν για ποια έννοια πρόκειται.

Με τη μέθοδο αυτή οι μαθητές διευκρινίζουν ιδέες και σημεία περιεχομένου. Μέσα από παραδείγματα και αντιπαραδείγματα οι μαθητές συμμετέχουν στο σχηματισμό μιας έννοιας. Οι μαθητές που αντιλαμβάνονται την έννοια νωρίτερα από τους υπόλοιπους, καλούνται να προσφέρουν τα δικά τους παραδείγματα και αντιπαραδείγματα, ώστε να βοηθήσουν τους συμμαθητές τους να την αντιληφθούν και οι ίδιοι. Οι μαθητές αποκτούν δεξιότητες αναγνώρισης σχέσεων ανάμεσα σε παραδείγματα και στοιχεία. Καταφέρνουν να συνδέσουν αυτό που ήδη ξέρουν με αυτό που πρόκειται να διδαχθούν και μαθαίνουν να εντοπίζουν μια έννοια μέσα από έναν αριθμό παραδειγμάτων της, εμπλουτίζοντας έτσι τη γνώση τους για αυτήν, ώστε να την συγκρατήσουν καλύτερα.

Ο διδάσκων επιλέγει και ορίζει μια έννοια και τα χαρακτηριστικά της (π.χ. θηλαστικά που ζουν στη θάλασσα). Βρίσκει παραδείγματα και αντιπαραδείγματα (π.χ. δελφίνι, φάλαινα – καρχαρίας, άνθρωπος). Στη συνέχεια παρουσιάζει τη διαδικασία στους μαθητές, μαζί με τα παραδείγματα και τη λίστα των χαρακτηριστικών (π.χ. ορίζει μια περιοχή στον πίνακα για τα παραδείγματα και μια άλλη για τα αντιπαραδείγματα, χαράζοντας δύο στήλες. Παρουσιάζει το πρώτο παράδειγμα, εντάσσοντάς το στη στήλη με τα παραδείγματα και το πρώτο αντιπαράδειγμα, εντάσσοντάς το στη στήλη με τα αντιπαραδείγματα. Επαναλαμβάνει τη διαδικασία δίνοντας τρία παραδείγματα και τρία αντιπαραδείγματα. Ζητάει από τους μαθητές να εντοπίσουν τα κοινά στοιχεία των παραδειγμάτων. Συνεχίζει να δίνει παραδείγματα και αντιπαραδείγματα, αλλά τώρα ζητάει από τους μαθητές να τα εντάξουν στις δύο στήλες του πίνακα. Επίσης μπορεί να ζητήσει από τους μαθητές που φαίνεται να έχουν αντιληφθεί για ποια έννοια πρόκειται, να του δώσουν αυτοί δικά τους παραδείγματα ή αντιπαραδείγματα). Όταν οι περισσότεροι μαθητές έχουν αντιληφθεί για ποια έννοια πρόκειται, προχωράει στον ορισμό της και γράφονται τα χαρακτηριστικά της πάνω από τη στήλη του πίνακα με τα παραδείγματα (π.χ. θηλαστικά που ζουν στη θάλασσα). Στη συνέχεια οι μαθητές δίνουν επιπρόσθετα παραδείγματα και αντιπαραδείγματα και αξιολογούν την διαδικασία που προηγήθηκε.

Η μέθοδος αυτή μπορεί να γίνει στον πίνακα, στο χαρτί ή με τη βοήθεια προβολέα με τη όλη την τάξη ή με μικρές ομάδες. Είναι προτιμότερο οι μαθητές να φτάσουν από μόνοι τους στον εντοπισμό και την διατύπωση της έννοιας, παρά ο διδάσκων να την αποκαλύψει εξ αρχής. Η μέθοδος μπορεί να έχει παραλλαγές, όπως παρουσίαση εξ αρχής όλων των παραδειγμάτων ή παρουσίαση παραδειγμάτων και αντιπαραδειγμάτων χωρίς να ενημερωθούν οι μαθητές ποια είναι παραδείγματα και ποια αντιπαραδείγματα ή οι μαθητές να διατυπώνουν παραδείγματα για μια έννοια που ήδη έχουν μάθει. Οι μαθητές αξιολογούνται από την συμμετοχή τους στην διαδικασία διάκρισης των παραδειγμάτων και των αντιπαραδειγμάτων, την εγκυρότητα των δικών τους παραδειγμάτων, την δυνατότητα ορισμού της έννοιας και χρήσης της σε δικά τους παραδείγματα.

χρήσιμη πηγή: http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/cattain/index.html

Εννοιολογικοί χάρτες (concept maps)

Ένας εννοιολογικός χάρτης χρησιμοποιείται για τη συλλογή, εξερεύνηση και ανταλλαγή πληροφορίας και γνώσης. Αποτελείται από κόμβους (nodes), κελιά (cells) που περιέχουν έννοιες, στοιχεία, ή ερωτήσεις, και συνδέσμους. Οι σύνδεσμοι φέρουν  τίτλο που εξηγεί τη σχέση ανάμεσα στους κόμβους και δείχνουν την κατεύθυνσή τους με βέλος που δείχνει την κατεύθυνση της σχέσης και μπορεί να διαβαστεί σαν μια πρόταση, π.χ.

Από Η δομή του σύμπαντος

ο χάρτης είναι από τη διεύθυνση:

http://web.archive.org/web/20060524112734/cmap.ihmc.us/Publications/ResearchPapers/TheoryCmaps/TheoryUnderlyingConceptMaps.htm

Οι εννοιολογικοί  χάρτες προσφέρουν κατανόηση σε ένα σώμα γνώσης,  εξερεύνηση, συλλογή και διαμοιρασμό νέας πληροφορίας  και διευκολύνουν το σχεδιασμό της δομής και τη συγγραφή γραπτών κειμένων, ιστοσελίδων, παρουσιάσεων με πολυμέσα, δυνατών λύσεων σε ένα πρόβλημα κλπ.

Αρχικά  γίνεται επιλογή και επικέντρωση σε ένα θέμα και μετά αναγνώριση σχετικών λέξεων ή φράσεων – κλειδιών. Οι έννοιες ιεραρχούνται από τις πιο αφηρημένες και περιεκτικές στις πιο συγκεκριμένες και ειδικές. Ομαδοποιούνται οι έννοιες που λειτουργούν σε παρόμοιο επίπεδο αφαίρεσης και αυτές που συσχετίζονται στενά και τακτοποιούνται  σε διαγραμματική παρουσίαση. Συνδέονται με γραμμές που φέρουν τίτλους με δηλώσεις.

Βασικές ερωτήσεις είναι: ποια είναι η κεντρική λέξη, έννοια, ερευνητική ερώτηση ή πρόβλημα γύρω από την οποία θα χτιστεί ο χάρτης; Ποιες είναι οι έννοιες, στοιχεία, περιγραφικές λέξεις ή αποκαλυπτικές ερωτήσεις που μπορώ να συνδέσω με την έννοια, το θέμα, την ερευνητική ερώτηση ή το πρόβλημα;

Προτείνεται η top-down προσέγγιση από το γενικό στο ειδικό ή η χρήση προσέγγισης χαλαρών συνδέσεων κόμβων που προκύπτουν από καταιγισμό ιδεών και μετά η ανάπτυξη συνδέσεων και σχέσεων. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά χρώματα και σχήματα σε κόμβους και συνδέσμους για την αναγνώριση διαφορετικών τύπων πληροφορίας, ή τη διάκριση της παλιάς από τη νέα πληροφορία.  Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί το σχήμα του σύννεφου σε έναν κόμβο όταν πρόκειται για ερώτηση.

Χρήσιμη πηγή: http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/conceptmap/index.html

Για μεταφόρτωση του λογισμικού εννοιολογικής χαρτογράφησης, κλικ εδώ.

Σχηματισμός εννοιών (concept formation)

Με τη μέθοδο αυτή οι μαθητές συνδέουν στοιχεία και πληροφορίες και βλέπουν τις μεταξύ τους σχέσεις, ώστε να μπορούν να ανακαλέσουν και να διακρίνουν ιδέες, να αναγνωρίζουν ομοιότητες και διαφορές, να κάνουν γενικεύσεις ή να δίνουν ορισμούς και να αιτιολογούν την κατηγοριοποίηση δεδομένων και στοιχείων.

Ο διδάσκων παρουσιάζει στους μαθητές δεδομένα για μια συγκεκριμένη έννοια, που προέρχονται από δική του έρευνα ή από αναζήτηση των μαθητών. Οι μαθητές εντάσσουν την πληροφορία σε ομάδες με τίτλο η κάθε μία, δικαιολογώντας την ένταξή τους σε αυτές. Για την κατηγοριοποίηση της πληροφορίας ακολουθείται κάποιο σχήμα ή μοντέλο που βασίζεται σε κοινά χαρακτηριστικά.  Έτσι, κατανοούν τις έννοιες, συμμετέχοντας ενεργά στην μάθησή τους αλλά και δημιουργώντας νέες και διευρυμένες σημασίες του κόσμου που τους περιβάλλει και εντάσσοντας σε κατηγορίες, αλλά και υποκατηγορίες, αν είναι εφικτό, πληροφορίες, γεγονότα και στοιχεία του.

χρήσιμη πηγή: http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/formation/index.html

Συγγραφή πληροφοριακού κειμένου

Η συγγραφή ενός κειμένου που ενημερώνει ή εξηγεί αποτελεί σπουδαία μαθησιακή εμπειρία. Έχοντας γνωρίσει διάφορες πηγές και έντυπο υλικό οι μαθητές καλούνται να οργανώσουν τις δικές τους ιδέες και απόψεις και να διαμορφώσουν προσωπικό κείμενο που στοχεύει στην ενημέρωση. Έτσι, αναπτύσσουν δεξιότητες ανάγνωσης, κατανόησης αλλά και συγγραφής, οργάνωσης και τακτοποίησης της σκέψης τους σε σωστή σειρά.

Οι μαθητές θα πρέπει να έρχονται σε επαφή με κείμενα από όλους τους επιστημονικούς τομείς, ώστε να γνωρίσουν τη διαφορετική δομή και οργάνωση των ιδεών τους. Το θέμα συγγραφής του κειμένου, που μπορεί να πάρει και συνεργατική μορφή, προέρχεται από την κοινή εμπειρία των μαθητών, τα ενδιαφέροντά τους ή κάποιο θέμα ενός μαθήματος. Αφού ο διδάσκων συμφωνήσει με τους μαθητές στον καθορισμό απαιτήσεων του θέματος, ακολουθεί καταιγισμός ιδεών (brainstorming) και καταγραφή-κατηγοριοποίηση ιδεών και γνώσεων γύρω από το θέμα. Οι μαθητές καθορίζουν το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται το κείμενο που θα γράψουν και υιοθετούν το ανάλογο ύφος. Καταγράφουν σε σειρά τις βασικές ιδέες, τις οποίες υποστηρίζουν με λεπτομέρειες. Μπορούν συλλογικά να ετοιμάσουν ένα προσχέδιο εντάσσοντας χαρτογραφημένες ιδέες σε προτάσεις και παραγράφους. Διαβάζουν το προσχέδιο και συζητούν για την καθαρότητα και την σαφήνεια των ιδεών που περιέχει, αναθεωρώντας το και συμπληρώνοντας τις προτάσεις των μαθητών. Ετοιμάζοντας το τελικό έγγραφο οι μαθητές λαμβάνουν υπόψη το σκοπό που εξυπηρετεί και τους ανθρώπους που πρόκειται να το διαβάσουν. Μπορεί το κείμενο να συνοδεύεται από εικόνες και να παρουσιαστεί η τελική έκδοση στο κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Ο εκπαιδευτικός μπορεί να διαπιστώσει το βαθμό ικανότητας των μαθητών να οργανώνουν και να μεταφέρουν πληροφορίες μέσω του γραπτού λόγου, αλλά και την γνώση δομών κειμένων που στόχο έχουν την ενημέρωση-πληροφόρηση.

Βασικά μοντέλα οργάνωσης επεξηγηματικών κειμένων μπορεί να είναι η περιγραφή χαρακτηριστικών και η παρουσίαση παραδειγμάτων, η χρονική ακολουθία γεγονότων, η σύγκριση θεμάτων, η παρουσίαση αιτιών και αποτελεσμάτων ενός φαινομένου ή ενός προβλήματος και των πιθανών λύσεων.

Είναι χρήσιμο οι μαθητές πρώτα να έχουν ευκαιρίες να εκφράζονται προφορικά και μετά να προχωρούν στη συγγραφή ενός κειμένου.

χρήσιμη πηγή: http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/writinginform/index.html

Αναστοχαστική Συζήτηση (Reflective Discussion)

Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο  καλούνται οι μαθητές να στοχαστούν και να μιλήσουν σχετικά με αυτό που παρατηρούν, ακούνε ή διαβάζουν. Ύστερα από την παρουσίαση υλικού (αρχείο ήχου ή βίντεο, εμπειρίες, κείμενο, εικόνες) ο εκπαιδευτικός ζητάει από τους μαθητές να αναρωτηθούν πάνω σε αυτό το υλικό και να αναδιηγηθούν πληροφορίες και γεγονότα που είδαν ή άκουσαν, ώστε να διευκρινιστεί το επίπεδο κατανόησης και τα συναισθήματά τους. Επίσης, με ερωτήματα επιχειρεί να βοηθήσει τους μαθητές να συσχετίσουν το υλικό που γνώρισαν με εμπειρίες από την ζωή τους, διαμορφώνοντας έτσι διαφορετικές ερμηνείες για την ίδια πληροφορία ή γεγονός.

Ο στόχος της αναστοχαστικής συζήτησης είναι η διεύρυνση της κατανόησης και το κέντρισμα της σκέψης των μαθητών, καθώς καλούνται να ερμηνεύσουν, να υποθέσουν, να συνοψίσουν, να συμπεράνουν και να αξιολογήσουν επιλογές τους, αλλά και να μοιραστούν τις δικές τους σκέψεις, τα αισθήματα και τις εμπειρίες τους με την υπόλοιπη τάξη.

Αρχικά οι μαθητές καλούνται να απαντήσουν σε ερώτηση ανοικτού τύπου (open-ended), στην οποία δεν υπάρχει μόνο μια σωστή απάντηση. Επίσης μπορούν να διατυπώνουν συμπεράσματα με βάση τα στοιχεία που έχουν ή να ερμηνεύουν αυτό που παρατηρούν, ακούνε ή διαβάζουν. Η πρώτη ερώτηση αναφέρεται στην κατανόηση του κυρίως θέματος ή του σκοπού του υλικού. Επιπρόσθετες ερωτήσεις από τον διδάσκοντα ή τους μαθητές φέρνουν στο φως περισσότερες προσωπικές ερμηνείες. Μέσα από τη συζήτηση οι μαθητές συνδέουν γεγονότα ή χαρακτήρες με τις δικές τους εμπειρίες.

Ο εκπαιδευτικός μπορεί να αξιολογήσει τους μαθητές παρακολουθώντας το ποσοστό συμμετοχής τους στη συζήτηση και την ποιότητα ερμηνειών και απαντήσεων που δίνουν. Μπορεί να διαπιστώσει το βαθμό ικανότητας των μαθητών να εκφράζουν τις ιδέες, τα αισθήματα και τις σκέψεις τους, να υποβάλλουν διευκρινιστικές ερωτήσεις, να ακούνε με προσοχή και να σέβονται τις απόψεις και τις γνώμες των άλλων.

χρήσιμη πηγή:

http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/reflectivediscussion/index.html

Διδασκαλία με έρευνα (inquiry-based learning)

Με την διδασκαλία που στηρίζεται στην έρευνα, οι μαθητές ενεργοποιούνται πάνω στα ενδιαφέροντα, τα προβλήματα που έχουν νόημα για αυτούς, τις υπάρχουσες γνώσεις τους και την περιέργειά τους. Διατυπώνουν υποθέσεις και συμπεράσματα, αφού πρώτα ελέγχουν τις σχέσεις ανάμεσα στα δεδομένα του προβλήματος που μελετούν.

Βασικό στοιχείο αυτής της μεθόδου είναι η υποβολή ερωτημάτων και η εύρεση δυνατών λύσεων, στα πλαίσια της αποκλίνουσας σκέψης. Οι μαθητές μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι καμία γνώση δεν είναι σταθερή και αμετακίνητη, αλλά θα πρέπει να υπόκειται σε συνεχή έλεγχο, όταν μάλιστα προκύπτουν νέα, άγνωστα μέχρι πρότινος, δεδομένα.

Στην παραγωγική έρευνα (deductive inquiry) με αφετηρία γενικές αρχές οι μαθητές οδηγούνται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που μπορούν να υπαχθούν σε αυτές. Ο δάσκαλος παρουσιάζει τις γενικευμένες αρχές και οι μαθητές καλούνται να τις εφαρμόσουν και να ερευνήσουν την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Αντίθετα, στην επαγωγική έρευνα (inductive inquiry) οι μαθητές παρατηρούν συγκεκριμένα γεγονότα και με υποθέσεις προσπαθούν να διατυπώσουν ένα γενικευμένο μοντέλο ερμηνείας τους, καταλήγοντας σε γενικευμένες αρχές. Η προσωπική παρατήρηση του μαθητή συνδυάζεται με τις παρατηρήσεις των συμμαθητών του, διασταυρώνεται και επανελέγχεται.

Σύμφωνα με τον Karen Sheingold (1987) η έρευνα περιλαμβάνει:

α) το σχηματισμό ενός προβλήματος ή ενός ερωτήματος

β) την αναζήτηση και συλλογή πηγών και πληροφορίας για την επίλυσή του

γ) την νοηματική επεξεργασία της πληροφορίας

δ) την ανάπτυξη κατανόησης, άποψης ή «απάντησης» στο ερώτημα.

Για να είναι αποτελεσματική η εμπειρία της μάθησης με έρευνα οι μαθητές θα πρέπει να στηρίζονται σε υπάρχουσες γνώσεις και εμπειρίες, να επιλέγουν θέματα που να ταιριάζουν στα ενδιαφέροντά τους, να εξερευνούν ποικιλία πηγών (βιβλία, χάρτες, ιστοσελίδες, βίντεο, αρχεία ήχου, φωτογραφίες κλπ.), να μοιράζονται τις πληροφορίες τους με κοινό, να αξιολογούνται τόσο στην διαδικασία όσο και στο τελικό προϊόν και τέλος να αυτοαξιολογούνται και να αξιολογούν τους συμμαθητές τους, τις πηγές τους και το δάσκαλό τους.

Η έρευνα μπορεί να είναι:

Ελεγχόμενη (controlled): όταν ο δάσκαλος επιδιώκει τη συμμετοχή των μαθητών σε συγκεκριμένες δραστηριότητες για την παραγωγή συγκεκριμένων μαθησιακών στόχων. Αυτές μπορεί να είναι η αξιολόγηση πηγών, η σύγκριση προτεινόμενων λύσεων σε ένα πρόβλημα κλπ.

Καθοδηγούμενη (guided): όταν ο μαθητής μπορεί να επιλέξει τις πηγές που θα χρησιμοποιήσει, αλλά το τελικό παραγόμενο προϊόν του είναι προκαθορισμένης μορφής (π.χ. μια έκθεση, μια παρουσίαση).

Διαμορφωμένη (modeled): οι μαθητές επιλέγουν τα θέματα, τις διαδικασίες και τη μορφή του τελικού προϊόντος, συνεργαζόμενοι με τον εκπαιδευτικό.

Ελεύθερη (free): οι μαθητές εργάζονται ανεξάρτητα, διατυπώνοντας ερωτήματα με νόημα, εξετάζοντες διαφορετικές λύσεις και συνάγοντας συμπεράσματα.

Για να είναι αποτελεσματική η εμπειρία της μάθησης με έρευνα οι μαθητές θα πρέπει να στηρίζονται σε υπάρχουσες γνώσεις και εμπειρίες, να επιλέγουν θέματα που να ταιριάζουν στα ενδιαφέροντά τους, να εξερευνούν ποικιλία πηγών (βιβλία, χάρτες, ιστοσελίδες, βίντεο, αρχεία ήχου, φωτογραφίες κλπ.), να μοιράζονται τις πληροφορίες τους με κοινό, να αξιολογούνται τόσο στην διαδικασία όσο και στο τελικό προϊόν και τέλος να αυτοαξιολογούνται και να αξιολογούν τους συμμαθητές τους, τις πηγές τους και το δάσκαλό τους.

χρήσιμες πηγές:

http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/inquiry/index.html

http://virtualinquiry.com/inquiry/inquiry7.htm

http://virtualinquiry.com/inquiry/inquiry1a.htm 

Μελέτη Περιπτώσεων (Case Studies)

Πρόκειται για σενάρια ή αφηγηματικές ιστορίες που αναφέρονται σε γεγονότα υποθετικά ή πραγματικά, με στοιχεία προσομοίωσης, που προσφέρονται για ανάλυση και συζήτηση. Σκοπό έχουν να φέρουν τους μαθητευόμενους μπροστά σε μια προβληματική κατάσταση ώστε να κινητοποιήσουν το ενδιαφέρον τους για έρευνα, ανάλυση και πρόταση υποψηφίων λύσεων. Οι μαθητές, εξαιτίας των διαφορετικών προοπτικών τους, διαφοροποιούνται κυρίως όταν τα ζητούμενα είναι αμφιλεγόμενα. Τέτοια θέματα μπορούν  να αφορούν π.χ. στο μάθημα της ιστορίας τις συνθήκες που επηρέασαν συγκεκριμένες αποφάσεις πολιτικών προσώπων, στο μάθημα της βιολογίας ηθικά διλήμματα που γεννά η αποκωδικοποίηση του γενετικού κώδικα κλπ.

 Οι μαθητευόμενοι εμπλέκονται σε διαδικασίες έρευνας και αναστοχαστικής συζήτησης, αναπτύσσοντας ανώτερες νοητικές δεξιότητες της σκέψης (higher order thinking). Η μελέτη περιπτώσεων επιτρέπει την εφαρμογή γνώσεων και δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί, μεταφέροντας την υπευθυνότητα από τον εκπαιδευτικό στο μαθητή, που κατά συνέπεια υιοθετεί ενεργότερο ρόλο, επιχειρώντας να βρει ρεαλιστικές και σίγουρες λύσεις σε σύνθετα και αμφιλεγόμενα προβλήματα. Ο εκπαιδευτικός μπορεί ταυτόχρονα να προχωράει σε παροχή κατευθύνσεων και διαμορφωτική αξιολόγηση (formative assessment).

Η μελέτη περίπτωσης μπορεί να εφαρμοστεί στα πλαίσια ολόκληρης της τάξης ή μικρών ομάδων ή και σαν ατομική άσκηση. Η μέθοδος αυτή προσφέρεται περισσότερο σε μαθητές που έχουν αναπτύξει αφηρημένη σκέψη (δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση). Χρησιμεύει ως σύνδεσμος της μεθόδου διάλεξης και της διδασκαλίας με επίλυση προβλήματος. Στα προτεινόμενα σενάρια των περιπτώσεων οι εκπαιδευτικοί μπορούν να περιέχουν ιδέες και υπαινιγμούς που θα κατευθύνουν αποτελεσματικά στους μαθητές σε ενδεικνυόμενες λύσεις. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να αξιολογήσει την ποιότητα της έρευνας που έκαναν οι μαθητές, την ποιότητα και την οργάνωση των επιχειρημάτων, το εφικτό των προτεινόμενων λύσεων, την ομαδικότητα και το επίπεδο συνεργασίας κλπ.

Χρήσιμες πηγές:

http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/casestd/index.html http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/casestd/caselist.html  

Επίλυση Προβλήματος (Problem Solving)

Η Έμμεση διδασκαλία (Indirect Instruction) είναι μια μαθητοκεντρική διδασκαλία που επιδιώκει την ενεργή συμμετοχή των μαθητών σε δραστηριότητες παρατήρησης, έρευνας, διατύπωσης υποθέσεων και συμπερασμάτων. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού εστιάζεται στην διευκόλυνση, υποστήριξη και παροχή μαθησιακών πόρων, φροντίζοντας την απρόσκοπτη συμμετοχή των μαθητών του σε μαθησιακές ευκαιρίες και προσφέροντας κατάλληλη ανατροφοδότηση.

Μια μέθοδος έμμεσης διδασκαλίας είναι η Επίλυση Προβλήματος (Problem Solving). Οι μαθητές, αφού γνωρίσουν όλες τις βασικές πτυχές ενός προβλήματος, αναζητούν μέσα από πολλές και ποικίλες προτεινόμενες λύσεις εκείνη που τεκμηριωμένα είναι η προσφορότερη.

Με τη μέθοδο αυτή επιχειρείται αρχικά καλός ορισμός ενός προβλήματος που δεν έχει προκαθορισμένο τρόπο επίλυσης και στη συνέχεια διευκρινίζονται οι προδιαγραφές που θα πρέπει να πληρούν οι προτεινόμενες από τους μαθητές λύσεις. Οι μαθητές χωρίζονται σε ομάδες, διατυπώνουν και αναλύουν το πρόβλημα, ορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης των προτεινόμενων λύσεων, προτείνουν λύσεις και προχωρούν στην επίλυσή του.

Αρχικά καταγράφουν τα γνωρίσματα του προβλήματος, δίνοντας έμφαση στις μορφές εμφάνισης και τις συνέπειές του για τους ανθρώπους και προσπαθούν να εξηγήσουν γιατί υφίσταται το πρόβλημα. Στη συνέχεια ορίζουν τα κριτήρια για την επίλυσή του και ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας του μπορούν να τα εντάξουν σε κατηγορίες όπως α) τι πρέπει και β) τι θέλω. Ακολουθεί καταιγισμός ιδεών με προτεινόμενες λύσεις που θα πρέπει να πληρούν τα συμφωνηθέντα κριτήρια. Από αυτά οι μαθητές καταγράφουν τελικά ένα σχέδιο δράσης, συμπεριλαμβάνοντας και τους απαραίτητους πόρους για την επίλυση του προβλήματος.

χρήσιμες πηγές:

http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/indirect.html & http://olc.spsd.sk.ca/DE/PD/instr/strats/psolving/index.html

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων