Κατανόηση

Παιδιά με ιδιαίτερες ανάγκες

παιδιά και παιχνίδι

Κάτω από: Χωρίς κατηγορία | ΓΟΥΡΝΙΚΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Παρασκευή, 9 Δεκέμβριος 2016 10:54 πμ |

child-with-dove-pablo-picassoΗ λέξη παιχνίδι προέρχεται από την λέξη παίχτης – παίζω – παις. Με την έννοια παιχνίδι ορίζουμε την κατ’ εξοχήν αυθόρμητη και ενδιαφέρουσα δραστηριότητα των παιδιών που έχει ως στόχο την συναισθηματική τους ευχαρίστηση.

Η ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι ξεκινά από την βρεφική ηλικία και όπως και σε όλα τα αναπτυγμένα θηλαστικά, το παιχνίδι είναι βιολογικά χρήσιμο για τα παιδιά και τα μικρά ζώα και αποτελεί μέσο προετοιμασίας για τις μετέπειτα σημαντικές δραστηριότητες της ζωής του. Τα παιδιά, όπως και τα μικρά ζώα που είναι κοντά σε εμάς, όπως οι πίθηκοι παίζουν και όσο παίζουν, μεγαλώνοντας, μαθαίνουν και κερδίζουν περισσότερα πράγματα. Κανένα όμως ζώο δεν παίζει τόσο ελεύθερα και το πολύ όσο το παιδί.

 

Η επιθυμία και η ικανότητα  του ανθρώπου για παιχνίδι δεν μειώνεται ακόμα και όταν ωριμάσει.

Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες για την αξία του παιχνιδιού:

–          κατά τον Stanley Hall πρόκειται για μια αναπτυξιακή φάση του ανθρώπου από την οποία έχει διέλθει το είδος στην εξελικτική του πορεία

–          κατά τον Freud το παιχνίδι είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να ικανοποιήσει τις ορμές, να εκπληρώσει τις επιθυμίες και να αντιμετωπίσει τις επώδυνες εμπειρίες που τον απειλούν

–          κατά τον Piaget το παιχνίδι θεωρείται ως πράξη αφομοίωσης και όχι συμμόρφωσης στην πραγματικότητα. Το παιδί στο παιχνίδι χειρίζεται τα πράγματα ελεύθερα και αλλοιώνει την πραγματικότητα με σκοπό να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες

–          κατά τον Winnicott είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά να μπορούν να εκφράσουν την επιθετικότητά τους σε ένα περιβάλλον που τους είναι φιλικό και δεν φοβούνται ότι θα τιμωρηθούν γι’ αυτό. Το παιδί αποκτά εμπειρίες με το παιχνίδι. Το παιχνίδι καταλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα της ζωής του παιδιού. Η προσωπικότητα των παιδιών αναπτύσσεται μέσα από τα παιχνίδια τους και όσα επινοούν τα άλλα παιδιά και οι ενήλικες. Εμπλουτίζοντας τον εαυτό τους, τα παιδιά διευρύνουν σταδιακά την ικανότητά τους να βλέπουν τον πλούτο του εξωτερικού πραγματικού κόσμου. Το παιχνίδι είναι μια διαρκής μαρτυρία της δημιουργικότητας, που σημαίνει ζωντάνια. Μέσα από το παιχνίδι το παιδί κάνει φίλους και εχθρούς, ενώ είναι δύσκολο να κάνει φίλους εκτός παιχνιδιού. Το παιχνίδι παρέχει μια οργάνωση για τη μύηση στις συναισθηματικές σχέσεις και έτσι βοηθά στην ανάπτυξη των κοινωνικών επαφών. Το παιχνίδι και άλλες μορφές τέχνης συντελούν στην ενοποίηση και γενική απαρτίωση της προσωπικότητας του παιδιού.

Το παιδί μέσα από το παιχνίδι έχει την ευκαιρία να:

–          δράσει ελεύθερα και αβίαστα

–          ερευνήσει τον υλικό κόσμο

–          αναπτύξει την γλωσσική του ικανότητα

–          εκφράσει τα συναισθήματά του

–          αναπτύξει τις διαπροσωπικές του σχέσεις

–          δημιουργήσει και να μάθει αναπτύσσοντας την σκέψη του και οξύνοντας την κρίση του

–          ζήσει σε ένα κόσμο φανταστικό που μπορεί να εξουσιάσει

–          νοιώσει ευχαρίστηση

Απ’ όλα τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι το παιχνίδι είναι ένα σημαντικό μέσο εξέλιξης καθώς επίσης και ο φυσικός τρόπος για την εκπαίδευση των παιδιών. Το παιχνίδι είναι για τα παιδιά, όπως η εργασία για τους ενήλικες.

Είδη παιχνιδιού

Υπάρχουν έξι κατηγορίες παιχνιδιού που αντιστοιχούν στην φυσιολογική εξέλιξη του παιδιού: το διερευνητικό παιχνίδι, το μιμητικό παιχνίδι, το δημιουργικό παιχνίδι, το φανταστικό παιχνίδι και το παιχνίδι με κανόνες.

Διερευνητικό Παιχνίδι : Ξεκινά από την ηλικία των τριών μηνών με το παιχνίδι των δακτύλων. Προυποθέτει την ωρίμανση του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων μέσα από τα οποία διερευνά τον κόσμο γύρω του. Τα αισθητηριακά παιχνίδια που συνοδεύονται από τα λόγια της μητέρας και του πατέρα ξεκινούν από την κούνια και αφορούν στην όραση, ακοή, αφή, μιμική γλώσσας και πιάσιμο.

Μιμητικό Παιχνίδι: Ξεκινά στην ηλικία των επτά-δέκα μηνών και προυποθέτει την ικανότητα του παιδιού για τον κινητικό έλεγχο του σώματός του, τον χειρισμό των αντικειμένων και την οργάνωση και ερμηνεία των αισθητικών και αισθητηριακών εμπειριών. Ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται και τον λόγο των ενηλίκων. Μέσω του μιμητικού παιχνιδιού το παιδί μαθαίνει σιγά – σιγά να εκτελεί δραστηριότητες που είναι πολύ χρήσιμες για το ίδιο. Επίσης αντιλαμβάνεται ότι οι ενήλικες έχουν διαφορετικούς από αυτό ρόλους, τους οποίους θα αναπτύξει και το ίδιο όταν μεγαλώσει. Στην ηλικία των 4 -5 ετών τα παιδιά εκφράζουν τα συναισθήματά τους παίζοντας τις μαμάδες και τους μπαμπάδες  ή κάνουν την δασκάλα και τον γιατρό επαναλαμβάνοντας όσα έχουν βιώσει.

Δημιουργικό Παιχνίδι: Είναι συνέχεια του πρώιμου διερευνητικού παιχνιδιού που σχετίζεται με την σωματική εξέλιξη του παιδιού και ξεκινά από την ηλικία των 18-20 μηνών, όπου ταυτόχρονα με την αισθησιοκινητική ωρίμανση χρησιμοποιεί τις εμπειρίες του παρελθόντος μέσω της νοητικής ανάπτυξης. Σε αυτή την ηλικία μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα διάφορα εκπαιδευτικά παιχνίδια.

Φανταστικό Παιχνίδι: Αρχίζει περίπου στην ηλικία των 2 ετών και εξελίσσεται τα επόμενα χρόνια. Το φανταστικό παιχνίδι δίνει την ευκαιρία στο παιδί να παίξει τα γεγονότα της ζωής του, ελευθερώνοντας τα από καταπιέσεις, δυσάρεστες καταστάσεις και εμπειρίες, βοηθώντας το να ανταποκριθεί πιο εύκολα στον κόσμο των μεγάλων. Βοηθά το παιδί να αποκτήσει ψυχική ισορροπία προσφέροντάς του την δυνατότητα εξωτερίκευσης θετικών και αρνητικών συναισθημάτων. Το φανταστικό παιχνίδι εξαρτάται από την ικανότητα του παιδιού να εκφράσει τις ιδέες του με ένα συμβολικό τρόπο. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται για διαγνωστικούς σκοπούς από τους ειδικούς της ψυχικής υγείας.

Παιχνίδι με Κανόνες: Ξεκινά στην ηλικία των 4 ετών και προϋποθέτει σημαντική ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού ταυτόχρονα με την κατάκτηση όλων των προηγούμενων ειδών παιχνιδιού. Επίσης απαιτεί την ικανότητα του παιδιού να δεχθεί κανόνες όσον αφορά στο μοίρασμα, στην αναβολή της ικανοποίησης των επιθυμιών του, στο να μάθει να χάνει. Πρόκειται κυρίως για τα ομαδικά παιχνίδια και συμπίπτουν με την ένταξη του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον.

Ο ρόλος του ενήλικου στην διευκόλυνση του παιχνιδιού

Η παρουσία των ενηλίκων στο παιχνίδι των παιδιών κάτω από την ηλικία των 2,5 ετών είναι υψίστης σημασίας.

Ο γονιός από την δική του πλευρά θα πρέπει να παίζει με το παιδί του σαν ίσος προς ίσο, όσο γίνεται, χωρίς να παίζει τον παθητικό αντίπαλο που δίνει στο παιδί την ευκαιρία να κερδίζει πάντα, απαλλάσσοντας τον εαυτό του από τα αναμενόμενα ξεσπάσματα θυμού του παιδιού. Όπως αναφέραμε και παραπάνω ο γονιός αποτελεί πρότυπο για το παιδί με τον οποίο θα ταυτιστεί μεγαλώνοντας. Επιβάλλεται λοιπόν η συμπεριφορά του κατά την διάρκεια του παιχνιδιού να αυτή του ενήλικα και όχι του παιδιού του.

Ο γονιός δεν χρειάζεται να επαινεί διαρκώς το παιδί γιατί αυτό καλλιεργεί την εξάρτησή του από τον γονιό, αλλά ούτε και να ντρέπεται όταν το παιδί του ζητά να παίξουν με τον δικό του τρόπο. Πολλές φορές το παιδί ευχαριστιέται να εναλλάσσει τα παιχνίδια με τα οποία παίζει που μερικές φορές δεν τα ολοκληρώνει, πράγμα το οποίο θα πρέπει να γίνεται αποδεκτό. Από την άλλη η συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να ποικίλλει από την ησυχία ή ακόμη και ονειροπόληση έως την φασαρία και τις φωνές.

Ο γονιός σε σχέση με το παιδί θα πρέπει να το ενθαρρύνει να είναι αυθόρμητο χωρίς να θέτει ο ίδιος τις οδηγίες και τους κανόνες του παιχνιδιού. Επίσης να αφήνει το παιδί να χρησιμοποιήσει την φαντασία του χωρίς να ασκεί κριτική.

Το παιδί θέλει και χρειάζεται ένα σύντροφο στο παιχνίδι του και οι γονείς είναι σημαντικό να «γονατίσουν» και να παίξουν με τα παιδιά τους χωρίς να προσπαθούν να εξαγοράσουν την ησυχία τους με το να τους προσφέρουν όλο και περισσότερα παιχνίδια.

Η ανάγκη για συντροφιά στο παιχνίδι αυξάνεται μετά την ηλικία των 2.5 ετών αφού μεγαλώνει και η τάση για κοινωνικοποίηση του παιδιού.

Στην ηλικία των 4 – 6 ετών που το παιδί εντάσσεται στο σχολικό περιβάλλον με την έναρξη του νηπιαγωγείου, η ανάγκη για συντρόφους είναι πολύ μεγάλη.

Στην ηλικία των 7 – 12 ετών μπαίνουν οι κανόνες στα ομαδικά παιχνίδια τα οποία δίνουν ιδιαίτερη ευχαρίστηση στα παιδιά και οι δραστηριότητες αυτής της περιόδου καθορίζονται από το φύλο. Ετσι τα αγόρια συνηθίζουν να παίζουν με τα αγόρια και τα κορίτσια με τα κορίτσια. Μέχρι την εφηβεία όπου εμφανίζονται κοινά ενδιαφέροντα και για τα δύο φύλα.

(Συνεχίστε…)

Οικογένειες παιδιών με μαθησιακές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και προαγωγή της κουλτούρας ένταξης στο σχολικό πλαίσιο: ανασταλτικοί παράγοντες και παράγοντες ώθησης

Κάτω από: Οικοσυστημική προσέγγιση,Χωρίς κατηγορία | ΜΠΑΤΓΙΔΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ
Τετάρτη, 30 Νοέμβριος 2016 6:59 μμ |  Με ετικέτα |

Οικογένειες παιδιών με μαθησιακές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες και προαγωγή της κουλτούρας ένταξης στο σχολικό πλαίσιο: ανασταλτικοί παράγοντες και παράγοντες ώθησης
Η. Ε. Κουρκούτας
Παν/μίο Κρήτης
R. Caldin
University of Bologna
0.
Εισαγωγή: θεωρητικοί προβληματισμοί σε σχέση με την ένταξη/ inclusion παιδιών με ήπιες ψυχοκοινωνικές και μαθησιακές δυσκολίες
Υιοθετώντας μία συστημική και ψυχοδυναμική προσέγγιση, θα προσπαθήσουμε, στο παρόν άρθρο, να επεξεργασθούμε κάποιες θεωρητικές θέσεις, με βάση ερευνητικά δεδομένα, εστιάζοντας σε συγκεκριμένους παραμέτρους, όπως είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού και του σχολικού ψυχολόγου, αλλά και η σχέση σχολείου-οικογένειας, για την πρόληψη ακαδημαϊκών και κοινωνικών προβλημάτων και για την υποστήριξη μαθητών με ήπιες ή πιο σοβαρές μαθησιακές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες (Caldin, 2007· Daniels & Garner, 1999).

(Συνεχίστε…)

Ψυχική ανθεκτικότητα και επιτραπέζια παιχνίδια

Ψυχική ανθεκτικότητα και επιτραπέζια παιχνίδια

Μπατγίδου Κατερίνα

 

Ο Rutter (1999) διευρύνει τον όρο της ψυχικής ανθεκτικότητας και την ορίζει  ως μια  ικανότητα αντιμετώπισης αντίξοων συνθηκών με επιτυχία από το ίδιο το άτομο, την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία. Συνεπώς η ψυχική ανθεκτικότητα είναι ένα συνδυασμός παραμέτρων που σχετίζονται με την ατομική ευαλωτότητα,  προσαρμοστικότητα, ευελιξία, κάποιου αλλά και την αλληλεπίδρασή του με το οικογενειακό, το σχολικό, κοινωνικό περιβάλλον του γενικότερα.

Η ευαλωτότητα ενός παιδιού είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων, εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του παιδιού αλλά και από τις περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνει. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του κάθε παιδιού που αφορούν την γνωστική του ικανότητα, την ευαισθησία ή επιθετικότητα που παρουσιάζει καθώς και την ύπαρξη προβλημάτων υγείας ή ψυχολογικών δυσλειτουργιών.  Επιπροσθέτως, η ευαλωτότητα σχετίζεται με χαμηλό κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειας, οικογενειακή δυσλειτουργία και οικογενειακές συγκρούσεις, διαζύγιο,  κακομεταχείριση του παιδιού, αναποτελεσματικός τρόπος ανατροφής του παιδιού και προβλήματα υγείας στο οικογενειακό περιβάλλον. Έχει καταγραφεί, ότι μόνο μια παράμετρος ευαλοτώτητας δεν είναι ένδειξη επικινδυνότητας για στην αναπτυξιακή πορεία ενός παιδιού. Συνήθως απαιτούνται αρκετοί παράγοντες επικινδυνότητας,  που δρουν  αθροιστικά και επηρεάζουν αρνητικά  προσαρμογή ενός παιδιού στις απαιτήσεις του περιβάλλοντός του. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς αλληλεπίδρασης του παιδιού με το περιβάλλον του και σχετίζεται κάθε φορά  τόσο με το πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα όσο και με τις συγκεκριμένες συνθήκες που το παιδί καλείται να αντιμετωπίσει. Συνεπώς, στην ψυχική ανθεκτικότατα  συμπεριλαμβάνεται και μια αναπτυξιακή διάσταση (Cicchetti et al., 1993).

(Συνεχίστε…)

Ενδυνάμωση της Ψυχικής Ανθεκτικότητας μαθητών του δημοτικού σχολείου με το πρόγραμμα «Παίζοντας Ντάμα»

Κάτω από: Νταμα | ΜΠΑΤΓΙΔΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ
Κυριακή, 27 Νοέμβριος 2016 11:49 πμ |  Με ετικέτα |

Ενδυνάμωση της Ψυχικής Ανθεκτικότητας μαθητών του δημοτικού σχολείου με το πρόγραμμα «Παίζοντας Ντάμα»

Αικατερίνη Μπατγίδου & Αριάδνη Στογιαννίδου

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ

ΤΜΗΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πρόκειται για  μελέτη για της αποτελεσματικότητας του προγράμματος παρέμβασης «Παίζοντας Ντάμα», το οποίο στοχεύει στην ενδυνάμωση της ψυχικής ανθεκτικότητας μαθητών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.  Το πρόγραμμα «Παίζοντας Ντάμα» είναι ένα δομημένο πρόγραμμα που αποτελείται από 10 ενενηντάλεπτες συναντήσεις και περιλαμβάνει ασκήσεις ενεργοποίησης , το παιχνίδι της ντάμας και δραστηριότητες σχετικές με διαπραγμάτευση θεμάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Στο πρόγραμμα συμμετείχαν συνολικά 37 μαθητές ηλικίας 12 ετών, 19 κορίτσια και 18 αγόρια τα οποία φοιτούσαν στη ΣΤ΄ τάξη ενός δημοτικού σχολείου ημιαστικής περιοχή του Ν. Θεσσαλονίκης.  Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος διερευνήθηκε μέσα από τις αντιλήψεις των μαθητών, γονέων και δασκάλων για το επίπεδο της ψυχικής ανθεκτικότητας και της ψυχολογικής λειτουργικότητας  των μαθητών πριν και μετά την παρέμβαση. Χρησιμοποιήθηκε η Κλίμακα Ανθεκτικότητα Παιδιών (ΚΑΠ) (Νεάρχου, 2013) και το  Ερωτηματολόγιο Δυνατοτήτων και Δυσκολιών (ΕΔΔ) (Μπίμπου-Νάκου, Κιοσέογλου & Στογιαννίδου, 2000).   Ως προς την Κλίμακα Ανθεκτικότητας Παιδιών, τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικώς σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δυο μετρήσεις πριν και μετά την παρέμβαση στη συνολική κλίμακα, και ειδικότερα στον παράγοντα  που αφορά την κοινωνική δικτύωση των παιδιών, με τους μέσους όρους της  δεύτερης μέτρησης να υπερέχουν έναντι της πρώτης.   Η σύγκριση μέσων όρων του ερωτηματολογίου ΕΔΔ για τους δασκάλους αποκάλυψε στατιστικώς σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο μετρήσεις, με μείωση των μέσων όρων κατά τη δεύτερη μέτρηση. Επιπροσθέτως, στατιστικώς σημαντική διαφορά παρατηρήθηκε στις βαθμολογίες  επιμέρους παραγόντων του ΕΔΔ (υπερκινητικότητα/διάσπαση, διαταραχή της διαγωγής και θετική κοινωνική συμπεριφορά). Η ανάλυση συσχέτισης  Pearson r αποκάλυψε  στατιστικώς σημαντικά διαφορές σε παράγοντες της ψυχικής ανθεκτικότητας πριν και μετά την παρέμβαση μεταξύ των αντιλήψεων  παιδιών και δασκάλων, παιδιών και γονέων, καθώς  και γονέων και δασκάλων σε συγκεκριμένους παράγοντες. Τα αποτελέσματα συζητούνται ως προς την αποτελεσματικότητα του προγράμματος για την ψυχική ενδυνάμωση παιδιών και, γενικότερα, ως προς τη χρησιμότητα παρόμοιων προγραμμάτων για την προαγωγή της ψυχικής υγείας στο σχολικό περιβάλλον.

(Συνεχίστε…)