Ιαν 13 2009

Άρθρα του/της ΑΡΓΥΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ

Αστοχες καινοτομίες και ασκήσεις ταλαιπωρίας

Πώς γίνεται, αλήθεια, το μάθημα της γλώσσας μέσα σε μια τάξη δημοτικού; Μια συνηθισμένη σκηνή είναι η εξής: «Τώρα θα διαβάσουμε ένα κείμενο», λέει ο δάσκαλος. «Γιατί να το διαβάσω;» αναρωτιούνται, πιθανώς με δυσφορία, κάποιοι από τους μαθητές. Μαθητές είναι, πρέπει να το κάνουν, απαντά κοφτά η πραγματικότητα που οριοθετείται από το διδακτικό τρίπτυχο «ανάγνωση, ερωτήσεις, ασκήσεις (κυρίως γραμματικής)».

 

Τώρα ας φανταστούμε την ίδια σκηνή διαφορετικά: «Ωρα να διαλέξουμε το θέμα για ένα σχέδιο εργασίας», λέει ο δάσκαλος και όλα αλλάζουν άρδην. Ο ίδιος συζητεί με τα παιδιά, εκείνα συζητούν μεταξύ τους, συνεργάζονται, αξιολογούν ευρήματα, φθάνουν σε συμπεράσματα. «Και γιατί να γίνει όλο αυτό, και μάλιστα στην καθημερινή διδασκαλία;» μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. «Η εντύπωση είναι ότι ο μαθητής δεν κάνει το μάθημα της γλώσσας. Παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο σημαντική σπουδή για την κατανόησή της», απαντούν οι ειδικοί της διδακτικής της γλώσσας, μηδέ εξαιρουμένου του κατ’ εξοχήν υπεύθυνου Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αν λάβουμε υπ’ όψιν τις διακηρυκτικές του θέσεις. Οι δύο κυριότερες καινοτομίες του νέου συστήματος είναι η διαθεματικότητα και ο επικοινωνιακός προσανατολισμός της γλωσσικής διδασκαλίας. Τόσο στο πρόγραμμα σπουδών όσο και στα βιβλία του δασκάλου, υπάρχουν ρητές αναφορές για την υιοθέτηση της επικοινωνιακής-λειτουργικής προσέγγισης. Ωστόσο, τα νέα βιβλία, κατά την απογοητευτική διαπίστωση της εκπαιδευτικής κοινότητας, αν και δημιουργήθηκαν με σκοπό να εισαγάγουν αυτή τη νέα αντίληψη στα σχολεία, εν τέλει δεν βοηθούν. Τουλάχιστον όχι όσο διακηρύσσεται. Ναι μεν είναι σύγχρονα, ρεαλιστικά και ανταποκρίνονται στις επιταγές των καιρών μας, όμως το αποτέλεσμα δεν είναι αντίστοιχο.

«Η γλώσσα είναι κομμάτι της ψυχής του παιδιού. Μ’ αυτήν παίζει, μ’ αυτήν τσακώνεται, μ’ αυτήν επικοινωνεί. Οταν όμως μπαίνει στο σχολείο, τότε η γλώσσα στέκεται απέναντι», επισημαίνει ο καθηγητής της Διδακτικής της Γλώσσας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Αγαθοκλής Χαραλαμπόπουλος, υποστηρικτής της προωθημένης μορφής διδασκαλίας. Αλλωστε, είναι δική του η εκτίμηση ότι πρόκειται για «την πιο σημαντική σπουδή στην κατανόηση της γλώσσας».

Είναι ωστόσο κοινή η εκτίμηση πως, με καλύτερη διαχείριση των βιβλίων και περισσότερο ειδική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, θα μπορούσε στο επίκεντρο της διδασκαλίας να είναι πράγματι η επικοινωνία και η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι μαθητές μπορούν να αξιοποιήσουν τα γλωσσικά μέσα.

Δεν είναι τυχαία η πρόταση Μπαμπινιώτη για μονοετή φοίτηση των φοιτητών Παιδαγωγικής σε ειδικό τμήμα επιμόρφωσης. Ούτε οι κριτικές για αόριστη και υποθετική σύνδεση της διδασκαλίας με την επικοινωνιακή διαδικασία.

«Πρόκειται για πρακτικές που προσεγγίζουν τη γλώσσα ως γνωστικό αντικείμενο, όπου οι μαθητές καλούνται να μάθουν για τις γραμματικές δομές ή για τα χαρακτηριστικά του κειμένου, αλλά η σύνδεση όλων αυτών με την επικοινωνιακή διαδικασία είναι αόριστη και υποθετική. Εχουμε δηλαδή να κάνουμε με διδασκαλία για απόκτηση γνώσεων για τη γλώσσα και όχι διδασκαλία της χρήσης της γλώσσας και μέσω αυτής κατανόηση της λειτουργίας της», υπογραμμίζει ο κ. Χαραλαμπόπουλος και παραθέτει τα ακόλουθα παραδείγματα:

* «Στη Γλώσσα της Ε’τάξης (α’ τεύχος) στη 2η ενότητα «Η ζωή στην πόλη» υπάρχει η υποενότητα «Η γειτονιά της πόλης» (σ. 25-27). Αρχίζει με ένα κείμενο πλαισιωμένο από δύο φωτογραφίες που δείχνουν όψεις μιας γειτονιάς της πόλης παλαιότερα και σήμερα και ακολουθούν πέντε ασκήσεις.

-Η πρώτη είναι άσκηση κατανόησης κειμένου και παραγωγής προφορικού λόγου. Συμπληρώνεται με την προσθήκη ενός πλαισίου με δύο στήλες, όπου στη στήλη τού «άλλοτε» δίνονται χαρακτηριστικά της παλιάς γειτονιάς, ενώ στη στήλη του «τώρα» οι μαθητές πρέπει να συμπληρώσουν τα κενά με χαρακτηριστικά που δηλώνουν τις αλλαγές που συντελέστηκαν στη σύγχρονη γειτονιά. Ετσι όπως είναι δομημένη η άσκηση, δεν δημιουργεί προϋποθέσεις για γνήσια προφορική έκφραση των μαθητών. Η μεταξύ τους συζήτηση θα εξαντληθεί στο να αναζητήσουν με τι θα συμπληρώσουν τη στήλη τού «τώρα».

-Με τη δεύτερη άσκηση (γραμματικής), οι μαθητές καλούνται να αντικαταστήσουν τις εγκλίσεις των ρημάτων σε προτάσεις-οδηγίες για την καταπολέμηση της ηχορύπανσης, σύμφωνα με παράδειγμα που δίνεται.

Σε χρωματιστό πλαίσιο εξηγείται ότι, όταν χρησιμοποιούμε ενεστώτα, ζητάμε από κάποιον με ευγενικό τρόπο να κάνει αυτό που λέει η οδηγία, ενώ, όταν χρησιμοποιούμε ενεστώτα ή αόριστο προστακτικής ή υποτακτικής, του λέμε με άμεσο τρόπο να το κάνει.

Επικοινωνιακό πλαίσιο, και επομένως εμπλοκή των μαθητών σε επικοινωνιακή χρήση της γλώσσας, θα είχαμε αν δημιουργούνταν η περίσταση ώστε να απευθυνθούν σε πραγματικούς διαφορετικούς αποδέκτες και να τους κάνουν συστάσεις. Αφού θα έγραφαν τις οδηγίες, οι οποίες πράγματι θα διέφεραν ανάλογα με τον αποδέκτη και τη σχέση του με αυτόν που την έγραψε, θα διαβάζονταν στην τάξη και θα σχολιάζονταν, οπότε, παρατηρώντας πώς η διαφορετική περίσταση υποχρέωσε σε επιλογή διαφορετικής έγκλισης, θα συνειδητοποιούσαν και τη σχέση ανάμεσα στις συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές και στο επικοινωνιακό αποτέλεσμα.

*Στην Υποενότητα «Διαδρομές στην πόλη» (σ. 33-35).

-Στην άσκηση 1 δίνεται στους μαθητές ένα τμήμα του χάρτη της Αθήνας (το κέντρο της πόλης) μαζί με το υπόμνημα, ενώ ακολουθούν τρεις ερωτήσεις που καλούν τους μαθητές να εντοπίσουν συγκεκριμένα στοιχεία στον χάρτη. Δηλαδή, ο χάρτης και το υπόμνημα προσκομίζονται μόνο και μόνο για να απαντήσουν οι μαθητές στις τρεις ερωτήσεις. Ομως πρόκειται για ένα πολυτροπικό κείμενο. Τα γλωσσικά μέσα εδώ κατανοούνται μόνο σε συσχετισμό με τα γραφικά μέσα. Κι όμως, δεν γίνεται τίποτα. Ακόμα, η ενασχόληση των μαθητών με αυτό το κείμενο δεν γίνεται στο πλαίσιο κάποιας επικοινωνιακής συνθήκης. Θα ήταν επικοινωνιακή η χρήση του αν π.χ. επρόκειτο να πάνε μια εκδρομή στην Αθήνα και στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους αναζητούσαν στον χάρτη μέρη, διαδρομές και συγκοινωνιακά μέσα.

-Στην άσκηση 2, το κείμενο που ζητείται από τους μαθητές είναι επίσης ψευτοεπικοινωνιακό, δεδομένου ότι στα καλά καθούμενα καλούνται να υποθέσουν ότι κάποιος θα τους επισκεφθεί και τον κατατοπίζουν πώς θα τους βρει. Αντιδρά όμως κανείς και συμπεριφέρεται εντελώς διαφορετικά όταν εμπλέκεται σε πραγματικά επικοινωνιακά γεγονότα».

Η συνομιλία μας με την εκπαιδευτική κοινότητα κατέδειξε πως ακόμα κι αν υπερβούμε την προβληματική για την εισαγωγή της νέας αντίληψης στη γλωσσική διδασκαλία παραμένουν πολλές οι ενστάσεις σε πολλά άλλα πεδία. Προς επίρρωσιν, ο αναθεωρήσεις του ίδιου του Π.Ι.

«Μην κάνετε όλες τις ασκήσεις. Είναι πολλές» ή «Μην ακολουθείτε τη χρονική σειρά των ενοτήτων, αν δεν προλαβαίνετε» είναι ορισμένες από τις επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις προς τους εκπαιδευτικούς. Και δεν αφορούν τα παλιά, αλλά τα νέα βιβλία, που δημιουργήθηκαν με σκοπό να ανατρέψουν αυτές τις πρακτικές του παρελθόντος. Ακόμα, αρκετές από τις καινοτομίες καθίστανται άστοχες. Οπως η πρόταση για τη λεγόμενη σπειροειδή διάταξη της ύλης. Σε πολλές περιπτώσεις εφαρμόζεται με επιτυχία και αποτελεσματικότητα. Σε άλλες, όμως, αναιρείται στην πράξη και αντί να διευκολύνει στην κατανόηση της κατά κοινής ομολογίας πιο δύσκολης -πλέον- ύλης την κάνει ακόμη δυσκολότερη.

*Ενα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα, η διάρθρωση της ενότητας «Πάμε για ψώνια» στη Γλώσσα της Β’ δημοτικού (α’ τεύχος). Στην πέμπτη από τις οκτώ ενότητες, τα παιδιά καλούνται να μάθουν τους μήνες. Οι τρεις πυκνές σχετικές σελίδες μεταφράζονται σε δύο ημερών ενασχόληση με το θέμα. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα θα πρέπει να έχουν μάθει καλά τους μήνες και να έχουν λύσει τις ασκήκεις του βιβλίου του τετραδίου εργασιών. Ακολουθεί ένα «φορτωμένο» δισέλιδο με τις ημέρες της εβδομάδας και ταυτοχρόνως τους διφθόγγους -αυ και -ευ και τέλος μια διδακτική «ριπή» για το πώς χωρίζονται οι λέξεις όταν αλλάζουν σειρά. Σε μια σελίδα στο βιβλίο και μια μόνο άσκηση στο τετράδιο εργασιών. Γιατί τόσο γρήγορα; Διότι πρόκειται περί «γνώσης» που την έχουν ήδη κατακτήσει. Οχι σε προηγούμενη ενότητα, ούτε καν στην πρώτη του ίδιου τεύχους, αλλά την προηγούμενη χρονιά, στην Α’δημοτικού!

Ομως, βάσει του κανόνα της σπειροειδούς διάταξης, τα «δευτεράκια», παρά την παρέλευση ενός ολόκληρου καλοκαιριού και του πρώτου σχολικού τριμήνου, θυμούνται καλά πώς χωρίζονται οι λέξεις. Και επειδή το έχουν εμπεδώσει, δεν χρειάζονται παρά μόνο μία άσκηση.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 13/01/2009

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια




Σχόλια (RSS)

Αφήστε μια απάντηση