Ιαν 06 2009

Άρθρα του/της ΑΡΓΥΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ

Σεφέρης, ποιητής και άνθρωπος στοχαστικός

Σεφέρης, ποιητής και άνθρωπος στοχαστικός

Το βιβλίο περιλαμβάνει έξι μελέτες ποιημάτων και αναφορές σε άλλα που υπάρχουν στα σχολικά βιβλία προς καθοδήγηση των φιλολόγων

Χρήστος Αντωνίου, «Εννιά γοργόνες και χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα – Σπουδή στον Σεφέρη». Εκδόσεις Μαΐστρος, Αθήνα 2008.

Εκείνο που θα έπρεπε πρώτα πρώτα να διευκρινίσουμε είναι ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορική μοίρα της Ελλάδας. Κατά συνέπεια και με τη μοίρα του ανθρώπου, η οποία καθορίζεται από τα όρια, που της επέβαλε η φύση, αφενός, και η ιστορική ανάγκη, αφετέρου.

Φυσικό είναι, επομένως, και στα δοκίμια του Αντωνίου να πρωταγωνιστεί η ιστορία, ή αλλιώς τα ποιήματα που πήγασαν από ιδιάζουσες ιστορικές συνθήκες, αλλά και ο άνθρωπος που δοκιμάζεται μέσα σε αυτές. Αν θελήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτό το ενδιαφέρον, τότε θα λάβουμε υπόψη μας τον άνθρωπο-κριτικό. Την ευαισθητοποίησή του πάνω στα θέματα της σύγχρονης ιστορίας και κοινωνίας, τη συμμετοχή του στα πνευματικά και άλλα πράγματα του κλάδου και τον γενικότερο προσανατολισμό της προσωπικότητάς του.

Ο Σεφέρης χαρακτηρίζει τον κριτικό «ραβδοσκόπο», και ο Αντωνίου, αναλαμβάνοντας αυτόν τον ρόλο με τα μέσα που διαθέτει ? τη φιλολογική του παιδεία, το ενδιαφέρον του για τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα και το ποιητικό του ταλέντο (θυμίζω: έξι ποιητικές συλλογές, μία διδακτορική διατριβή και πολλά δημοσιεύματα) ? με τα μέσα αυτά, λοιπόν, προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια την ευαισθησία μας. Γιατί, όπως λέει και ο Σεφέρης, ο κριτικός είναι δείκτης της ευαισθησίας όχι μόνο της δικιάς του, αλλά και του κόσμου του. Μας δείχνει πώς να αισθανόμαστε την τέχνη που υπάρχει γύρω μας… Φανερώνει την τέχνη που έχουμε υπόψη μας, με άλλα λόγια, φανερώνει την παιδεία μας και την ευαισθησία μας απέναντι στα έργα τέχνης και στην εποχή που τα εκκόλαψε. Επομένως, ο αναγνώστης και της ποίησης, όπως και της κριτικής, βαρύνεται παρομοίως.

Και αφού για να κρίνεις την τέχνη πρέπει να έχεις τέχνη μέσα σου, με άλλα λόγια, πρέπει να έχεις διαβάσει, αισθανθεί, συγκινηθεί, να έχεις δει, ακούσει, συζητήσει, νιώσει, τότε και εφόσον διαθέτεις τον κατάλληλο λόγο, θα βρεις τις λέξεις και τα επιχειρήματα να αποδείξεις τη θέση σου. Είπα να «αποδείξεις», πράγμα που απαιτεί λογική, ενώ και εδώ ισχύει ό, τι και στην περίπτωση του ποιητή, δηλαδή, συγκίνηση – αίσθημα. Ωστόσο, όπως ο ποιητής δουλεύει με τις λέξεις, με τη γλώσσα έτσι και ο κριτικός. Μόνο που ο κριτικός πρέπει να ενσκήψει στην ποιητική γλώσσα, για να ανακαλύψει τα πολλά στρώματα ιστορίας και τέχνης, τα οποία είναι «διπλωμένα», άλλα «με φως» και άλλα «με θάνατον», για να βάλω και τον Κάλβο στην κουβέντα μας. Αυτό σημαίνει ότι ο κριτικός οφείλει να κάνει προσιτά τα λογια του ποιητή, που συχνά μιλάει με «παραμύθια και παραβολές», και να μας φανερώσει την αλήθεια τους. Ο αναγνώστης περιμένει από τον κριτικό τα φώτα του, για να εμβαθύνει στις σκέψεις του ποιητή. Η συγκίνηση έπεται.

Πολλοί λένε, γιατί να ψάχνουμε «τι θέλει να πει ο ποιητής». Το δικαίωμα του αναγνώστη απαιτεί ό, τι καταλαβαίνει ο καθένας. Αυτό είναι λάθος. Γιατί ένα σημαντικό έργο τέχνης έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Κάθε λέξη, και ιδιαιτέρως η ελληνική, είναι φορέας μακράς ιστορίας, «βεβαρημένη» (λέει ο Αργυρίου) με πολλά και διαφορετικά μηνύματα. Και μπορεί, οι γενεές να φυτρώνουν και να σωριάζονται σαν τα φύλλα, τα έθνη να σβήνουν από το πρόσωπο της γης. Η τέχνη όμως μένει. Επομένως, κάθε εποχή δίνει το δικό της νόημα στην τέχνη, και όλα μαζί τα νοήματα συνθέτουν τις ψηφίδες της αλήθειας της.

Και επειδή η ποίηση είναι η «τέχνη των υπονοουμένων», με το ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής», αναζητούμε τις προθέσεις του. Ο Ουμπέρτο Εκο, που έχει πλουτίσει τη βιβλιογραφία μας με πολλά κείμενα πάνω στο είδος, έκανε λόγο για τριών ειδών ?intentiones? προθέσεις. Την intentio – πρόθεση του δημιουργού, την πρόθεση του έργου, την πρόθεση του αναγνώστη. Ανάλογα με τις καλλιτεχνικές τάσεις και τις εποχές, δόθηκε μεγάλη σημασία, άλλοτε στον δημιουργό, άλλοτε στο έργο και τα τελευταία χρόνια, στον αναγνώστη. Οταν ρώτησαν τον Σεφέρη «και ο αναγνώστης τι πρέπει να κάνει;», ο Σεφέρης απάντησε: «Ε! Κάτι πρέπει να κάνει και αυτός!». Ο Εκο έδινε, βέβαια, το δικαίωμα στον αναγνώστη, «κάτι να κάνει και αυτός», αλλά επεσήμαινε ότι κάθε έργο έχει μέσα του τα κλειδιά της ερμηνείας του και ότι δεν πρέπει να αφήσουμε την ερμηνεία στην αυθαιρεσία του όποιου αναγνώστη εκτός και αν αυτός είναι ο «επαρκής αναγνώστης» (lecteur sufissant ή ideal reader), δηλαδή, αυτός που κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία της ερμηνείας, οπότε, κατά τα λεγόμενα του Σεφέρη, «θα βάλει κάτι από τον εαυτό του στο ποίημα που διαβάζει».

Αρα, κάθε ανάγνωση έχει μια δόση υποκειμενισμού. Για τον Οσκαρ Ουάιλντ, ο υποκειμενισμός είναι απαραίτητος, επειδή «η προσωπικότητα είναι το απολύτως ουσιώδες στοιχείο για μια πραγματική ερμηνεία». Οταν ο Rubinstein μας παίζει τη Sonata Appassionata του Beethoven, δεν μας δίνει μόνο τον Beethoven, αλλά και τον εαυτό του, τον Beethoven επανερμηνευμένο… Οταν ένας μεγάλος ηθοποιός παίζει Shakespear έχουμε την ίδια εμπειρία… Οι Αμλετ είναι όσες και οι μελαγχολίες», επομένως ό, τι δεν είναι υποκειμενικό του είναι αδιάφορο.

Ο Σεφέρης λέει πως ο ζωγράφος μας δίνει ένα νέο μάτι, ο μουσικός ένα νέο αυτί, ο ποιητής μια καινούργια αντίληψη. Κι ο κριτικός, επειδή ο ρόλος της κριτικής δεν είναι υποτελής και δισταχτικός, αλλά «μια πράξη πρωτογενής και σπουδαία, κάποτε όσο και η ποιητική πράξη», είναι αυτός που μας δίνει μια όψη της αλήθειας. Γιατί, «Δεν είναι βολετό στον άνθρωπο ?περιορισμένος όπως είναι? να αποκαλύψει παρά ένα κομμάτι της αλήθειας, σε μια δοσμένη στιγμή. Και είναι φυσικό να θέλουμε, καθώς περνούμε μαζί με τον καιρό, και να γυρεύουμε και ν? αγωνιζόμαστε για ν? αποκαλύψουμε τη δική μας αλήθεια».

Και ποια είναι αυτή η αλήθεια; Η αλήθεια βρίσκεται, μέσα στο έργο και τα νοήματά του, αλλά και στα άλλα έργα που κληρονόμησε ο ποιητής από τους παλιούς και τα περιλαμβάνει στο δικό του έργο: Ο Σεφέρης αντλεί από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Μακρυγιάννη, το Ευαγγέλιο και πολλούς άλλους, Ελληνες και ξένους. Επομένως, η κριτική πλαταίνει το μυαλό. Λέει πάλι ο Οσκαρ Ουάιλντ, «η κριτική κάνει το μυαλό ένα λεπτό και οξύ εργαλείο», είναι «τέχνη, δημιουργική και ανεξάρτητη», «δημιουργία εντός της δημιουργίας». Ο κριτικός κάνει απόσταξη σ? ένα έργο και βγάζει την ουσία του, αναδημιουργεί το παρελθόν από το πιο μικρό θραύσμα γλώσσας ή τέχνης.

Επί του συγκεκριμένου

«Εννιά Γοργόνες και Χιλιάδες Αρματα Δρεπανηφόρα», είναι ο τίτλος των δοκιμίων του Χρήστου Αντωνίου. Το βιβλίο περιλαμβάνει έξι μελέτες ποιημάτων του Γ. Σεφέρη και πολλές αναφορές σε άλλα. Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται στα σχολικά βιβλία και οι μελέτες έχουν πρωτοδημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Σκοπός τους ήταν να ενημερώσουν και να καθοδηγήσουν τον φιλόλογο στην τάξη, άλλα και όποιον αναγνώστη του Σεφέρη, σκοπός που εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα.

Στο βιβλίο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα Εισαγωγή, η οποία επιχειρεί να αιτιολογήσει τον τίτλο. Ο τίτλος ενός βιβλίου συνήθως είναι δείκτης περιεχομένου ή σχόλιο. Ο συγκεκριμένος είναι και τα δύο και σαφώς υποδηλώνει τον ποιητή πίσω από τον κριτικό. Ο ποιητικός αυτός τίτλος αποτελείται από δύο μέρη, το πρώτο αφορά τις «εννιά γοργόνες», τι είναι για τον Σεφέρη η Γοργόνα και γιατί είναι εννιά; Και το δεύτερο, «χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα», είναι στίχος από το ποίημα «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου». Η διαπλοκή αυτών των δύο μερών είναι ευρηματική, εφόσον εννιά Γοργόνες υποφέρουν από τα «άρματα» και ό, τι αυτά συμβολίζουν.

Επειδή είπαμε ότι οι μελέτες έγιναν για να βοηθήσουν τον φιλόλογο, αυτό δεν σημαίνει πως ο τρόπος προσέγγισης των ποιημάτων είναι μια απλή και δασκαλίστικη ανάλυση. Αντιθέτως, πρόκειται για μια καλά, πλήρως και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, η οποία βασίζεται στη συσχέτιση του ρόλου του Σεφέρη ως ποιητή, με το ρόλο του πολιτικού ανδρός, αλλά και του ευαίσθητου ανθρώπου, του ανθρώπου «πρόσφυγα», «αιχμαλώτου», «πραμάτεια», και πολλά άλλα τα οποία αποτελούν και το υλικό του έργου του.

Ο Αντωνίου μας ενημερώνει για τις απόψεις άλλων ανθρώπων της τέχνης, παραπέμπει σε αξιόπιστους κριτικούς, μελετά τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το ποίημα, βάζει τα όπλα του στην υπηρεσία της κριτικής. Για να μιλήσουμε με ποιητικούς όρους, ο Αντωνίου δεν είναι «καθαρός» κριτικός, όπως δεν είναι «καθαρός» ποιητής ο Σεφέρης, τουλάχιστον στις ώριμες συλλογές του. Ζει και αναπνέει τα μικρόβια της περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Στο πρώτο μελέτημα, «Πάνω σ? ένα ξένο στίχο», θα βρούμε πολλά από τα σύμβολα του Σεφέρη. Τη γοργόνα και τον Μεγαλέξαντρο, την Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο, τον Οδυσσέα και τα περίπλοκα τέρατα (Κύκλωπα, Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδη), τις διάφορες εκδοχές της θάλασσας ή της γαλήνης, τα οποία ο Αντωνίου αντιμετωπίζει, σαν ποιητής, σαν Οδυσσέας και σαν σεφερικός μελετητής. Κι επειδή, «εν αρχή ην η γοργόνα», ας πούμε ότι ο Αντωνίου, ερευνώντας το σεφερικό έργο, τη βρίσκει ως γοργόνα – στέρηση, γοργόνα – ιδανική ελληνική αίσθηση, γοργόνα Ελληνισμό, γοργόνα – Λυπημένη, γοργόνα – Ανδρομέδα αλυσοδεμένη, γοργόνα – σεμνή, γοργόνα – ερωτική, γοργόνα – γυναίκα – μάνα – πρόσφυγα. Γενικά, γοργόνα – Ελλάδα, που υποφέρει από τις ιστορικές συγκυρίες και από τα ανάξια πρόσωπα που διαφεντεύουν τα συμφέροντά της.

Στο δεύτερο ποίημα, «Μποτίλια στο πέλαγο», από τη συλλογή Μυθιστόρημα, εκτός από τη γοργόνα και τη σημασία της, ο Αντωνίου τονίζει και διευκρινίζει ότι «η ερμηνευτική πρσέγγιση ενός ποιήματος του Σεφέρη αναγκάζει πάντοτε τον μελετητή να κάνει μια ερμηνεία ?εφ? όλης της ύλης? του ποιητικού έργου». Σωστά, και συμπληρώνω όχι μόνο για τον Σεφέρη, αλλά και για τον Ελύτη και τον Ρίτσο και όλους τους μεγάλους ποιητές.

Είπαμε για τις εννιά γοργόνες, τώρα μπορούμε να πούμε και για τις δεκατρείς γαλήνες. Γιατί σε δεκατρία ποιήματα ο Αντωνίου παρακολουθεί τη λέξη «γαλήνη» και τη σημασία της.

Στο μελέτημα «Ενας γέροντας στην ακροποταμιά», ποίημα γραμμένο το 1942, ο Αντωνίου μελετά λεπτομερώς το ιστορικό – πολιτικό πλαίσιο με παράθεση όλου του τεκμηριωτικού υλικού. Δυνατό σεφερικό σύμβολο εδώ είναι το ποτάμι, ο Νείλος, με τον «συμφιλιωτικό» του «χαρακτήρα». Ενδιαφέρον, σ? αυτό το μελέτημα, παρουσιάζει και η παρένθεση του Σεφέρη για την ποίηση, με την ευχή του: «Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά…», η οποία, αν και φαίνεται ξεκομμένη από το υπόλοιπο ποίημα, ωστόσο συνδυάζεται με τη «σεφερική ανθρωπολογία».

Στο δοκίμιο «Δοκιμή διδασκαλίας της ποιητικής συλλογής του Γ. Σεφέρη «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄» φιλόδοξο εγχείρημα, αλλά όχι ακατόρθωτο, μας περιγράφει τη συλλογή, παραθέτει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, και ανάμεσα σε άλλα λέει ότι η συλλογή «σχετίζεται με την έννοια του θαλασσινού ταξιδιού που κάνει ο Ελληνισμός». Δίνει τις κατευθύνσεις και την απαραίτητη βοήθεια στον φιλόδοξο φιλόλογο που συμμερίζεται την αισιοδοξία του για το εγχείρημα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Αντωνίου με τα δοκίμιά του μας έδωσε τον Σεφέρη ποιητή και διπλωμάτη, αλλά και τον Σεφέρη άνθρωπο στοχαστικό, άνθρωπο φυσικό, μακριά από το μεταλλαγμένο ? εξελιγμένο και μοντέρνο δημιούργημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μας έδωσε επίσης πλούσιο πληροφοριακό υλικό και κλειδιά για να κατανοήσουμε και να αισθανθούμε την ποίησή του, καθώς και ισχυρό διανοητικό κέντρισμα και συγκίνηση, η οποία είναι εν τέλει και ο σκοπός της τέχνης.

* Η Ανθούλα Δανιήλ είναι διδάκτωρ της Λογοτεχνίας.

news.kathimerini.gr/

 

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια




Σχόλια (RSS)

Αφήστε μια απάντηση