«

»

Απρ 07 2014

Ὁ φιλόσοφος καὶ συγγραφέας Στέλιος Ῥάμφος στὸ σχολεῖο μας

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΙΩΑΝΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ-ΔΟΥΚΟΥΜΕ.

 

DSC_1045(1)
Τὸ σχολεῖο μας τὸ ἔχουν ἐπισκεφθεῖ κατὰ καιρούς, πραγματοποιώντας διαλέξεις στὸν χῶρο του, σπουδαῖοι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος, τῶν γραμμάτων, τῶν τεχνῶν καὶ τῆς ἐπιστήμης ὅπως ὁ κ. Διονύσιος Σιμόπουλος, κ. Στέφανος Τραχανᾶς καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ἦρθε νὰ προστεθεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ὁ μεγαλύτερος  Ἕλληνας ἐν ζωὴ φιλόσοφος· ὁ κ. Στέλιος Ῥάμφος. Τὴν Παρασκευὴ 13 Δεκεμβρίου 2013 ὁ κ. Ῥάμφος σὲ διάλεξη ποὺ πραγματοποιήθηκε στὴν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τοῦ σχολείου μας μᾶς μίλησε γιὰ τὸ Ζ’ βιβλίο τοῦ Πλάτωνα· τὴν «Ἀλληγορία τοῦ Σπηλαίου».

Καὶ ἡ διάλεξη ἄρχισε κάπως ἔτσι…

Σ.Ρ. «Λοιπόν, ἀπὸ ὅσο ἔχετε μελετήσει τὸν Πλάτωνα, σᾶς ἀρέσει ἢ τὸν βαριέστε;»
Μαθητές: «Μᾶς ἀρέσει!»

Σ.Ρ. «Νὰ ξέρετε ὅτι αὐτὸ τὸ παραμύθι εἶναι τὸ πιὸ φημισμένο κείμενο σὲ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας. Σὲ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας δὲν ὑπάρχει τόσο συζητημένο μὰ καὶ τόσο σημαντικὸ κείμενο. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἕνας ποὺ θὰ τὸ καταλάβει καλά, θὰ μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς ἔχει στὸ μυαλό του αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ εἶναι ἡ φιλοσοφία. Αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ὁ ἴδιος θὰ γίνει φιλόσοφος, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἔχει μία ἐπαφὴ μὲ αὐτὸ τὸ μυστήριο πρᾶγμα, αὐτὸν τὸν «Μῦθο τοῦ Σπηλαίου», ποὺ τυραννάει τοὺς ἀνθρώπους τόσους αἰῶνες. Μέσω αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ὁ Πλάτωνας ἔχει κάνει πολλοὺς ἀπὸ ὅσους μελέτησαν τὸν μῦθο τοῦ Σπηλαίου δίχως νὰ τὸν κατανοήσουν νὰ αἰσθάνονται τυφλοί, γεγονὸς ποὺ στὴν πραγματικότητα δείχνει ὅτι τοὺς σέβεται. Γιατὶ ὅποιος ζητάει τὰ δύσκολα μᾶς σέβεται, ἐνῶ ὅποιος ζητάει τὰ εὔκολα δὲ μᾶς σέβεται. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἐσεῖς πᾶτε σὲ Πειραματικὸ σχολεῖο, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ἢ πράγματι σᾶς ζητάει τὰ δύσκολα, σημαίνει καὶ ὅτι σᾶς σέβεται. Συχνὰ ξεχνᾶμε ὅτι γιὰ νὰ μᾶς σεβαστεῖ κάποιος ἄνθρωπος πρέπει ἐμεῖς πρῶτα νὰ σεβόμαστε τὸν ἑαυτό μας. Ἡ φιλοσοφία λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ μάθημα ποὺ ἀρχίζει διδάσκοντας στὸν ἄνθρωπο τὸν αὐτοσεβασμὸ καὶ στὴν πορεία τὸν διδάσκει ἀκόμη περισσότερα. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ φιλοσοφεῖ, μαθαίνει νὰ σέβεται τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν ὑπάρχει πλουσιότερη στιγμὴ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ἀπὸ ἐκείνη ποὺ μαθαίνει τὴν ἔννοια τοῦ αὐτοσεβασμοῦ. Ὅταν κανεὶς μάθει τὴν ἔννοια τοῦ αὐτοσεβασμοῦ, ἀρχίζει νὰ σέβεται καὶ τοὺς ἄλλους. Ἂν δὲ σέβεσαι τὸν ἑαυτό σου, δὲ μπορεῖς νὰ σεβαστεῖς κανέναν.

Τί μᾶς διδάσκει αὐτὴ ἡ ἱστορία; Τὸ παραμύθι τοῦ σπηλαίου; Συνήθως ὅσοι τὸ μελετοῦν, τὸ ἀποκαλοῦν «Ἀλληγορία τοῦ Σπηλαίου». Ἐγὼ τὸ λέω «Μῦθο τοῦ Σπηλαίου». Ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ μία ἀλληγορία καὶ σὲ ἕναν μῦθο; Ἡ ἀλληγορία εἶναι στατική. Ὁ μύθος διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀλληγορία γιατὶ ἔχει δράση, ἔχει κίνηση. Καὶ ὁ μῦθος τοῦ Πλάτωνα ξεκινάει, ὅπως βλέπουμε, μὲ μία εἰκόνα. Ἔχει δηλαδὴ μία στατικὴ ἀφετηρία ὅμως στὴ συνέχεια παρουσιάζεται κίνηση ἀποκτώντας σταδιακὰ ἐντονότερο ῥυθμό.  Ἐγὼ λοιπόν, χωρὶς νὰ λέω ὅτι εἶναι λάθος νὰ ἀποκαλεῖ κανεὶς τὸ βιβλίο αὐτὸ «Ἀλληγορία», θὰ τὸ ἀποκαλῶ μῦθο ἐπειδὴ μὲ ἐνδιαφέρει νὰ δῶ τὸν ῥόλο ποὺ παίζει ἡ κίνηση· τὰ ἀνεβοκατεβάσματα δηλαδὴ ἀπὸ τὸ σπήλαιο τοῦ δεσμώτη. Δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅλοι ξέρετε τὸ σκηνικὸ τοῦ παραμυθιοῦ καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω.»

DSC_1046(1)
Φανταστεῖτε λοιπόν, μιὰ σπηλιὰ ποὺ κατεβαίνει πρὸς τὰ κάτω μὲ τὴν εἴσοδο μακρυὰ ἀπὸ τὸ φῶς. Τόσο μακρυὰ ὥστε οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι κάτω κάτω στὴ σπηλιὰ νὰ μὴ βλέπουν ὅτι ὑπάρχει φῶς πίσω τους, νὰ βρίσκονται δηλαδὴ μέσα στὸ σκοτάδι. Στὴν πρώτη γραμμὴ στὶς καρέκλες κάθονται δεσμῶτες ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία, ὄντας δεμένοι μὲ ἀλυσίδες μὲ τέτοιον τρόπο ποὺ μήτε νὰ μποροῦν νὰ στρέψουν τὸ κεφάλι, μήτε νὰ κινηθοῦν. Μὴ μπορώντας δηλαδὴ νὰ κάνουν τίποτε καὶ περνώντας τὴ ζωή τους, κατὰ παράδοξο τρόπο, παρακολουθώντας τὶς σκιὲς ποὺ παιρνοῦν μπροστὰ ἀπὸ τὸν τοῖχο του σπηλαίου. Πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τους εἶναι ἕνας μικρὸς τοῖχος ὅπου ὑπάρχει καὶ ἕνας δρόμος ἀπὸ ὅπου περνοῦν διάφοροι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κουβαλοῦν διάφορα ἀντικείμενα. Πρόκειται γιὰ «σκεύη καὶ ἀνδριάντες», ὅπως γράφει ὁ Πλάτων, ὄχι δηλαδὴ γιὰ φυσικὰ ἀντικείμενα ἀλλὰ γιὰ ἀνθρώπινες κατασκευές. Ὅπως περνᾶνε λοιπὸν αὐτά, πίσω τους ὑπάρχει ἕνας δαυλὸς ὅπως στὴν κινηματογραφικὴ ὀθόνη. Περνᾶνε λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καί, καθὼς ὑπάρχει τὸ φῶς ἀπὸ πίσω, οἱ σκιὲς προβάλλονται στὸν τοῖχο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ κάθονται, οἱ δεσμῶτες, περνᾶνε τὴ ζωή τους βάζοντας στοιχήματα τί λογῆς εἶναι αὐτὰ ποὺ περνᾶνε. Βλέπουμε ἑπομενως ὅτι ὅλη τους ἡ ζωὴ εἶναι μία περιπέτεια ἀνάμεσα σὲ αὐτὴ τὴ φανταστικὴ γνώση, διότι ἄλλα πράγματα περνᾶνε καὶ ἄλλα βλέπουν.

Ξαφνικά, ἐκεῖ ποὺ στοιχηματίζουν ὅλοι, ἐμφανίζεται ἕνας δεσμοφύλακας ποὺ πιάνει ἕναν δεσμώτη, τὸν ἐλευθερώνει καὶ τοῦ λέει νὰ βγεῖ ἐπάνω. Ἐκεῖνος ἀρχικὰ δυσφορεῖ, λέει ὄχι, καὶ δικαιολογημένα ἀφοῦ ἔχει περάσει ὅλη του τὴ ζωὴ κοιτώντας τὶς σκιές. Τότε ὁ δεσμοφύλακας ἀρχίζει διὰ τῆς βίας νὰ τὸν ἀνεβάζει πρὸς τὰ ἐπάνω. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸν ξεκολλάει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς παθητικῆς παρακολουθήσεως τῶν σκιῶν καὶ τὸν ὑποχρεώνει νὰ κοιτάξει ἄλλα πράγματα. Τὸν βοηθάει, πρῶτα πρῶτα, νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν παρουσία τοῦ τοίχου καὶ τὴν ὕπαρξη τῶν θαυματοποιῶν και του δαυλοῦ… Πραγματικότητες δηλαδὴ ἀδιανόητες μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή, ποὺ τὸν πιέζουν ἀσφυκτικὰ νὰ διευρύνει τὸ πεδίο τῶν γνώσεων καὶ τῶν παραστάσεών του, ἀφοῦ ὅλες οἱ παραστάσεις του εἶναι σκιές. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ «βασίλειο τῶν σκιῶν» προκειμένου νὰ ἀνεβεῖ πρὸς τὰ ἐπάνω. Μὲ φωνὲς λοιπόν, προσπαθεῖ νὰ ἀντιδράσει ἀλλὰ ὁ δεσμοφύλακας τὸν ἀναγκάζει νὰ ἀνέβει ὣς ἐπάνω, φτάνει ψηλὰ βγαίνει στὴν ἔξοδο, βλέπει τὰ ἄστρα καὶ τελικὰ βλέπει καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. «Τὸ φῶς τοῦ ἀγαθοῦ», ὅπως τὸ λέει ὁ Πλάτων. Δηλαδὴ ἀνατρέπεται μέσα του ὁλόκληρο τὸ εἴδωλο τοῦ κόσμου!  Ἀνακαλύπτει ὅτι ἔβλεπε φαντάσματα τόσα χρόνια καὶ ἀφοῦ τελικὰ τὸ συνειδηποιήσει ἀντιμετωπίζει ἕνα δίλλημα: Νὰ καθίσει νὰ ἀπολαύσει τὴ νέα πραγματικότητα ποὺ ἀντικρύζει γιὰ πρώτη φορὰ ἢ νὰ μοιραστεῖ τὸ καινούριο του βίωμα τῆς καινούριας του γνώσης μὲ τοὺς ἄλλους οἱ ὁποῖοι γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι μέσα στὸ σκοτάδι καὶ στὶς φαντασιώσεις; Καὶ μολονότι, ὅπως λέει τὸ κείμενο, ξέρει ὅτι ἂν κατεβεῖ κάτω καὶ μιλήσει στοὺς ἄλλους γιὰ τὰ πράγματα ποὺ εἶδε καὶ γνώρισε, οἱ ἄλλοι θὰ τὸν ἐξεσκίσουν, ἀποφασίζει νὰ κατέβει γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καινούρια γνώση μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦταν ἀνυποψίαστοι γιὰ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν τὸ παραμύθι. Ὅπως βλέπετε, τὸ ἀνεβοκατέβασμα ἔχει νόημα καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ δραματικὸ στοιχεῖο μᾶς ἐπιτρέπει, μᾶς νομιμοποιεῖ, νὰ μιλήσουμε περισσότερο γιὰ μῦθο καὶ λιγότερο γιὰ ἀλληγορία χωρὶς κατ’ ἀνάγκην νὰ σημαίνει ὅτι θὰ πέσουμε δραματικὰ ἔξω ἂν προτιμήσουμε τὸ δεύτερο ἀντὶ τὸ πρῶτο. Μὲ τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἀρχίζει ὁ Πλάτων τὴν ἀφήγηση τοῦ ἑβδόμου βιβλίου τῆς Πολιτείας».

Ὅπως μᾶς εἶπε ὁ κ.Ῥάμφος «ἡ Πολιτεία εἶναι τὸ 1ο βιβλίο στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ μᾶς μιλάει γιὰ τὴν πόλη. Εἶναι τὸ πρῶτο βιβλίο πολιτικῆς θεωρίας ποὺ ὑπάρχει στὴν ἱστορία, κάτι ποὺ τὸ καθιστᾶ ἀφάνταστα σημαντικό.  Ἡ Πολιτεία ἀνήκει σὲ μία εἰδικὴ κατηγορία βιβλίων τὰ ὁποῖα σὲ περίπτωση καταστροφῆς τοῦ κόσμου πολλοὶ θὰ ἔλεγαν πὼς ἔπρεπε νὰ σώσουμε. Πρόκειται γιὰ ἕνα θεμελιῶδες κείμενο τὸ ὁποῖο ἐδῶ καὶ 2.500 χρόνια παραδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ καὶ μελετᾶται ἀποτελώντας πυρῆνα τοῦ πλατωνικοῦ ἔργου καὶ θεμέλιο τῆς φιλοσοφίας ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ὑπῆρχαν προηγούμενοι φιλόσοφοι ἀλλὰ ὅτι ὑπὸ τὸν Πλάτωνα σταθεροποιεῖται, παίρνει μία μορφὴ ἡ φιλοσοφικὴ ἀναζήτηση. Ὁ Whitehead, ἕνας πολὺ σοβαρὸς στοχαστής, εἶχε πεῖ ὅτι ὅλη ἡ φιλοσοφία εἶναι ἕνα σχόλιο στὸν Πλάτωνα. Τί ἔχει κάνει λοιπὸν ὁ Πλάτωνας; Εἶναι σὰν ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτει τὸ ποδόσφαιρο, ὁρίζει τοὺς κανόνες καὶ στοὺς αἰῶνες τὸν ἀκολουθοῦν ὅλοι καὶ παίζουν μπάλα. Τὸ σημεῖο ποὺ κάνει τοὺς στοχαστὲς τῆς ἀρχῆς αἰώνιους δὲν εἶναι ἐπειδὴ τὰ εἶπαν ὅλα. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ἄπειρα πράγματα καὶ πολὺ καλύτερα. Εἶναι ἐπειδὴ ἐπέβαλαν τοὺς κανόνες τοῦ παιχνιδιοῦ. Καὶ καταλαβαίνετε, νομίζω, πόσο σημαντικὸ εἶναι νὰ ξέρουμε ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ῥίχνουμε πέναλτυ ἢ ὅτι αὐτὸ εἶναι φάουλ καὶ ὅτι δὲ μποροῦμε νὰ παίξουμε ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε.

Ἡ Πολιτεία ἀνήκει στὴ σφαίρα λοιπὸν αὐτῶν τῶν μεγάλων κατακτήσεων τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ εἶναι ἀπαραίτητο λοιπὸν νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν πόλη; Γιατὶ ἡ πόλη εἶναι τὸ πεδίο ἐκεῖνο ὅπου ἐξανθρωπίζεται ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι οἱ κανόνες τῆς φύσεως εἶναι κανόνες οἱ ὁποῖοι βασίζονται στὴ δύναμη. Τὸ μεγάλο ψάρι τρώει τὸ μικρό. Κάθε στιγμὴ ἡ γῆ γεμίζει ἀπὸ χιλιάδες πτώματα καὶ κανένα πλᾶσμα δὲ στεναχωριέται γιὰ τὸ ἄλλο μὲ ἐξαίρεση τὸν ἄνθρωπο στὴν περίπτωση ποὺ χαθεῖ ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος φτιάχνει τὴ δική του φύση προκειμένου νὰ ἐξανθρωπιστεῖ ὡς πνευματικὸ πιὰ ὂν καὶ ὄχι ὡς ὑποκείμενο ἐνστίκτων! Καταλαβαίνουμε τί εὐθύνες ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμᾶς κάτι τέτοιο προκειμένου νὰ ὑποτάξουμε τὰ ἔνστικτά μας στὴν ἀνάγκη τῆς συνυπάρξεως. Πόλη θὰ πεῖ «χωράω», εἶναι μία πραγματικότητα «συγχωρητική». Πρέπει νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο νὰ ὑπάρχουμε ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλο. Ἀλλιῶς ἡ πόλη δὲν ὑφίσταται, εἶναι ζούγκλα. Ὀφείλεις νὰ μπεῖς στὴ θέση τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ στὴ φύση εἶναι ἀδιανόητο. Τὸ «σὲ συγχωρῶ» εἶναι ἡ ἄλλη ἔννοια τῆς εὐθύνης καὶ εὐθύνη εἶναι ἡ δυνατότητα τοῦ ἑνὸς νὰ τοὺς χωράει ὅλους.

DSC_1048(1)

Ὁ μῦθος τοῦ σπηλαίου εἶναι ἐκεῖνο τὸ παραμύθι ποὺ μᾶς μιλάει γιὰ τοὺς κινδύνους καὶ τὶς προκλήσεις τῆς γνώσεως χωρὶς τὴν ὁποία εἶναι ἀδύνατο τὸ ὑφαντὸ αὐτὸ ποὺ λέγεται «Πολιτεία» νὰ ὑπάρξει. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ἐνῶ στὴ φύση χρειάζονται μόνο ἔνστικτα, στὴν πόλη χρειάζεται καὶ μυαλὸ γιὰ νὰ κρίνει κανεὶς καὶ νὰ διακρίνει. Ὑπὸ μιὰ τέτοια λογικὴ «ὁ μύθος τοῦ Σπηλαίου» δικαίως ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερο κείμενο τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως. Κανείς μας δὲ σκέφτηκε ποτὲ νὰ κάνει μήνυση σὲ ἕνα φίδι ἐπειδὴ ἔφαγε ἕνα κουνέλι. Κανείς μας δὲ σκέφτηκε νὰ θυμώσει μὲ ἕνα ἠφαίστειο ἐπειδὴ κατέστρεψε τὴν Πομπηία. Ἀπὸ ἐμᾶς μόνο ζητᾶμε νὰ εἴμαστε καλύτεροι καὶ ἠθικότεροι γιατὶ ἔχουμε ἕνα παράδοξο πρᾶγμα μέσα μας ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ μεταλλάξουμε τὶς φυσικὲς δυνάμεις σὲ κάτι πνευματικότερο κάνοντάς μας ἀντὶ νὰ ὑπάρχουμε γιὰ τὴν ἐπιβίωση, νὰ ὑπάρχουμε γιὰ τὴ ζωή.  Καὶ ἐνῶ ὅλα τὰ ζῶα ὑπάρχουν γιὰ νὰ ἐπιβιώνουν, ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει γιὰ νὰ ζεῖ καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐπιβίωσης καὶ ζωῆς εἶναι ὅτι στὴ δεύτερη ὑπάρχει καὶ ἕνας σκοπός. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προεκτείνει τὸ ἔνστικτο στὸ ὄνειρο γιατὶ ἀλλιῶς δὲν κάνει τίποτα.

Πῶς μέσα σὲ αὐτὸ τὸ παραμύθι λοιπὸν ἀποτυπώνεται ἡ ἀνάγκη γιὰ τὴν παιδεία; Ἀποτυπώνεται ἐντοπίζοντας ὡς κρίσιμο σημεῖο καὶ στοιχεῖο τὸ θέμα τῆς γνώσεως. Τί εἶναι ἡ γνώση; Δὲν εἶναι ἡ ἐμπειρικὴ ἐπαφὴ ἀλλὰ ἡ ἀνακάλυψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία δυναμικὴ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ τὴ διαχείριση τῶν εἰκόνων ποὺ βάζει στὸ μυαλό του. Ὁ Πλάτωνας αὐτὸ τὸ ἀνακάλυψε μὲ τὴν παράξενη λέξη «Ἰδέα» τὴν ὁποία ὑπαινίσσεται συνεχῶς τὸ παραμύθι μας, τὸ ὁποῖο μιλάει γιὰ τὴν περιπέτεια ἑνὸς ταλαίπωρου ὁ ὁποῖος ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ τῆς γνώσεως. Ἡ σύγκρουση τοῦ Πλάτωνα μὲ τοὺς Σοφιστὲς ἦταν ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μία ἐπιστήμη σταθερή, ἐπειδὴ ὅλα εἶναι σχετικὰ καθὼς συνδέονται μὲ τὶς αἰσθήσεις μας. Ὁ Πλάτωνας λέει ὅτι ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι πρόβλημα… Εἶναι σὰν αὐτὸ ποὺ βλέπουν οἱ δεσμῶτες στὸν τοῖχο. Γιὰ νὰ κάνουμε, λέει ὁ Πλάτων, ἐπιστήμη πρέπει νὰ κάνουμε μία διαφορετικὴ διαχείριση τοῦ νοῦ μας. Ὅπως ξέρουμε, σήμερα τίποτε στὴν ἐπιστήμη δὲν εἶναι ἐμπειρικό. Ἡ γνώση ὑπακούει σὲ ἄλλους κανόνες. Τὸ παραμύθι αὐτὸ λοιπὸν εἶναι μία ἀφήγηση τῶν σταδίων τῆς γνώσεως. Ἡ μεγάλη δυσκολία καὶ τὰ μεγάλα δεινὰ τοῦ ἀνθρώπου ὀφείλονται στὸ γεγονὸς ὅτι δὲ μπορεῖ νὰ ἔχει σταθερὴ γνώση. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὸν μῦθο τῆς ἀνόδου ἀπὸ τὴν κακή, τὴν προβληματική, τὴν ἀτελὴ γνώση στὴν πραγματική. Καὶ ἰδοὺ τὰ στάδια αὐτῆς.

Στὸ πρῶτο στάδιο οἱ δεσμῶτες βλέπουνε σκιὲς ποὺ εἶναι τὰ πράγματα ποὺ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅταν δίνουν μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη στὰ νομίσματά τους καὶ μικρότερη στὰ μάτια τους… Πρὶν ἐλέγξουμε πιστεύουμε, κάνουμε εἰκασίες, κάτι ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ψυχικὴ ἀσθένεια. Στὸ ἑπόμενο στάδιο, μπαίνει τὸ στοιχεῖο τῆς λογικῆς καὶ ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὑπάρχει μία πηγὴ φωτὸς καὶ ἕνας τοῖχος. Στὴ συνέχεια ἡ λογικὴ παίρνει ἀκόμη μεγαλύτερη διάσταση μέσα στὸν δεσμώτη καὶ στὸ τέταρτο στάδιο, τὸ ὁποῖο καὶ ὁ Πλάτων ὀνομάζει νόηση, ἐπέρχεται ἡ βαθειὰ κατανόηση τοῦ κόσμου ποὺ ἔχει μπροστὰ στὰ μάτια του.

Ἡ Πολιτεία εἶναι μία πόλη τὴν ὁποία ὀνομάζει Καλλίπολη ὁ Πλάτων καὶ ἡ ὁποία εἶναι κτισμένη στὸ πρότυπο μιᾶς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ γιὰ τὸν Πλάτωνα ἔχει τρία μέρη. Τὸ λογιστικόν, δηλαδὴ τὴ σκέψη, τὸ θυμοειδές, ποὺ εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ εὐαισθησία γιὰ τὶς ἀξίες, καὶ τὸ ἐπιθυμητικόν, δηλαδὴ τὶς βαθειές, ἐνστικτώδεις ἐπιθυμίες. Τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν Πλάτωνα εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἰσοῤῥοπία, ἡ ἁρμονία αὐτὴ ποὺ συνταιριάζει τὴ λογικὴ μὲ τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία, καὶ πῶς ἡ ἰσοῤῥοπία αὐτὴ θὰ μεταφερθεῖ στὴν πόλη. Ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ καθενός μας εἶναι ἡ δικαιοσύνη μας καὶ δὲ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μόνη της καθεαυτὴ ἀλλὰ ἔχει ἕναν στόχο καὶ ὁ στόχος αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Τελικὰ ὁ δεσμώτης φτάνει στὴν καθαρὴ γνώση, στὴ θέα τοῦ φωτός, τοῦ ἀγαθοῦ. Καὶ τότε διερωτᾶται: Πρὸς τί ἡ γνώση; Τότε τίθεται τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης γιὰ τοὺς ἄλλους. Τὸ κείμενο ὅσο τὸ προσέχουμε τόσο μᾶς ἀποκαλύπτει μυστικὰ ποὺ μᾶς κάνουν πλουσιότερους. Ἔχει σημασία αὐτὸ ὡς ἀρχὴ ζωῆς γιὰ ὅσους κάνουν σπουδές, ἰδίως θεωρητικές, διότι ὅταν πλησιάζουμε ἕνα κείμενο, εἶναι ὅπως ὅταν πλησιάζουμε ἕναν ἄνθρωπο· τὸ προσέχουμε στὶς λεπτομέρειές του. Στὶς λεπτομέρειες τῆς πραγματικῆς του ὑπάρξεως καὶ ὄχι στὶς προκαταλήψεις μας».

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συζήτησης μὲ τὸν κ. Ῥάμφο μεσολάβησαν ἀρκετὲς ἐρωτήσεις μαθητῶν καὶ ἐμμείναμε ἀρκετὴ ὥρα στὸ ἂν ὁ Πλάτων ἤθελε νὰ συμβολίσει κάτι συγκεκριμένο μὲ τὴ χρήση τῶν δεσμωτῶν. Ὁ ἴδιος διευκρίνισε ὅτι πρόκειται ἁπλὰ γιὰ ἕνα παραμύθι. Τέθηκε ἐπίσης ἀπὸ τὸν κ. Πάγκαλο τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: «Στὸν Πλάτωνα, ἡ εὐθύνη εἶναι ἀπέναντι στὶς γνώσεις καὶ στὶς ἀξίες ἐνῶ στὸ Εὐαγγέλιο ἡ εὐθύνη εἶναι πάντα ἀπέναντι σὲ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο. Δηλαδὴ ὁ Χριστὸς λέει «Πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω. Δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ»…  Ἄρα ἡ εὐθύνη ἀπέναντι σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ εἶναι τελικὰ ὁ Χριστός, δηλαδὴ ὁ φτωχός, ὁ ξένος, ὁ ἄῤῥωστος κ.λπ.  εἶναι ἀπέναντι σὲ ἕνα μοναδικὸ πρόσωπο ἐνῶ στὸν Πλάτωνα συναντᾶται ἡ εὐθύνη αὐτὴ ποὺ ἀναφέρεται στὶς ἀξίες καὶ ἐδῶ συναντᾶμε καὶ ἕνα ῥητὸ τοῦ μεγάλου φιλοσόφου Ἐμμανουὲλ Λεβινὰς ποὺ ἔλεγε ὅτι  «Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σοφία εἶναι ἡ σοφία τοῦ καθολικοῦ ἐνῶ ἡ σοφία τῆς Βίβλου εἶναι ἡ σοφία τοῦ μοναδικοῦ προσώπου» καὶ διερωτῶμαι ἂν εἶναι ἐφικτὴ μία τέτοια προσέγγιση…».

DSC_1050(1)

Ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν κ.Ῥάμφο δὲν ἄργησε νὰ δοθεῖ: «Νὰ θυμίσω ὅτι μία ἀγαπημένη ῥήση τοῦ Λεβινὰς ἦταν τὸ «Πρέπει νὰ γίνουμε Ἕλληνες» ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ ἀμιγῶς θρησκευτικὸ πεδίο πρέπει νὰ τὸ ἐντάξουμε καὶ σὲ μία σφαίρα ἐπιστημονικῆς ἐμπειρίας καὶ γνώσεως γιατὶ ἀλλιῶς θὰ μείνουμε στὰ περιθώρια τῆς ἱστορίας. Νὰ προσθέσω ὅτι τὸ ὑπερβατικὸ ὑπάρχει ἔντονα στὸ ἔργο τοῦ Πλάτωνα μέσω τοῦ ἀγαθοῦ ποὺ περιγράφεται στὸ τέλος τοῦ ΣΤ’ βιβλίου. Τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀγαθοῦ ἔχει βεβαίως μία ἔννοια καθολικότητας ἡ ὁποία δὲ δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ μιλήσουμε γιὰ κάτι ἰδιαίτερο. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ δεσμώτης ἀποφασίζει νὰ κατεβεῖ γιὰ τοὺς συνανθρώπους του εἶναι ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ποὺ βλέπουμε ὅτι καὶ ἡ καθολικότης ἡ πλατωνικὴ ἔχει νὰ κάνει μὲ τοὺς συγκεκριμένους ἀνθρώπους. Ἁπλῶς δὲν ἔχει τὴ γλαφυρότητα καὶ τὴ σαφήνεια καὶ τὴν ἐμβάθυνση ποὺ ἔχει ἡ πραγματικότης τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἀναμφίβολα ἡ συζήτηση μὲ τὸν κ. Ῥάμφο ἦταν ἄκρως ἐποικοδομητικὴ ἰδίως γιὰ τὰ παιδιὰ τῆς θεωρητικῆς κατεύθυνσης τῆς Γ’ Λυκείου τὰ ὁποῖα ἐξετάζονται στὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο τῆς Πολιτείας. Νομίζω μᾶς βοήθησε νὰ προβληματιστοῦμε γιὰ πράγματα πέραν τοῦ συγκεκριμένου μύθου ποὺ ἀφοροῦν τὴ ζωὴ γενικότερα μιλώντας μὲ κατανοητὸ τρόπο καὶ χαρακτηριζόμενος ἀπὸ μία ταπεινότητα ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς πραγματικὰ σπουδαίους ἀνθρώπους, ὅπως ἐκεῖνος.

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων