«

»

Μαρ 22 2014

Κὶ οἱ ποιητὲς τί χρειάζονται σὲ ἕναν μικρόψυχο καιρό;

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΙΩΑΝΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ-ΔΟΥΚΟΥΜΕ.
poesiaΤὴν Παρασκευὴ 21 Μαρτίου, πρώτη ἡμέρα τῆς Ἄνοιξης καὶ παγκόσμια ἡμέρα τῆς ποίησης, εἴχαμε τὴ χαρὰ νὰ φιλοξενήσουμε στὸν χῶρο τοῦ σχολείου μας τέσσερεις ὑπέροχους ἀνθρώπους τῆς τέχνης, τοὺς ποιητὲς Χρῖστο Ῥουμελιωτάκη καὶ Θωμᾶ Τσαλαπάτη καὶ τὶς ποιήτριες Ματίνα Μόσχοβη καὶ Παυλίνα Μάρβιν, σὲ μία διάλεξη μὲ τίτλο «Κὶ οἱ ποιητὲς τί χρειάζονται σὲ ἕναν μικρόψυχο καιρό;», φράση ποὺ ἀνήκει στὸν ῥομαντικὸ Γερμανὸ ποιητὴ Φρήντριχ Χαίλντερλιν.

roumeliotakisΤὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ ἀγαπημένος κ. Χρῖστος Ῥουμελιωτάκης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπισκεφθεῖ ξανὰ τὸ σχολεῖο μας τὸ 2012 στὰ πλαίσια τῶν συναντήσεων τῆς «Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς», ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ὑπόλοιποι καλεσμένοι ποιητές. Ὁ ποιητὴς παρατήρησε πὼς παλαιότερα, στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα γιὰ παράδειγμα, ἡ ποίηση ἀποτελοῦσε κοινωνικὸ φαινόμενο, ἐνῶ σήμερα πρόκειται γιὰ προσωπικὴ ὑπόθεση.Μοιράστηκε μαζί μας λόγια πολλῶν διασήμων ποιητῶν ὅπως τοῦ Καβάφη, ὁ ὁποῖος πίστευε στὴν τέχνη καὶ τὴ δύναμή της καὶ κατέφευγε σὲ αὐτὴ ζητώντας παρηγοριά.

 

Κατὰ τὴ γνώμη τοῦ προσκεκλημένου ποιητῆ, ἡ ποίηση δὲ μπορεῖ νὰ γιατρέψει, μονάχα νὰ ἀπαλύνει τὶς πληγές, καὶ γιὰ νὰ τὸ τεκμηριώσει παρέθεσε τοὺς πρώτους στίχους ἀπὸ τὸ ποίημα τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου «Νέα περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Ἱσπανοῦ ποιητοῦ Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στὶς 19 Αὐγούστου τοῦ 1936 μέσα στὸ χαντάκι τοῦ Καμίνο ντε λα Φουέντε»:
«Ἡ τέχνη κι ἡ ποίηση δὲ μᾶς βοηθοῦν νὰ ζήσουμε:
Ἡ τέχνη καὶ ἡ ποίησις μᾶς βοηθοῦνε
νὰ πεθάνουμε».  

 

Μεταξὺ τῶν ποιημάτων ποὺ μᾶς διάβασε ὁ κ.Ῥουμελιωτάκης ἦταν καὶ 

«Ὁ Τρελὸς Λαγός» τοῦ Μίλτου Σαχτούρη:

Γύριζε στοὺς δρόμους ὁ τρελὸς λαγὸς

γύριζε στοὺς δρόμους

ξέφευγε ἀπ᾿ τὰ σύρματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔπεφτε στὶς λάσπες

Φέγγαν τὰ χαράματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἄνοιγε ἡ νύχτα
στάζαν αἷμα οἱ καρδιὲς
ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔφεγγε ὁ κόσμος

Βούρκωναν τὰ μάτια του ὁ τρελὸς λαγὸς
πρήσκονταν ἡ γλώσσα
βόγγαε μαῦρο ἔντομο ὁ τρελὸς λαγὸς
θάνατος στὸ στόμα
Κλείνοντας εἶπε: «Οἱ ποιητὲς εἶναι πολίτες μὲ δικαιώματα».
Στὴ συνέχεια, τὴ σκυτάλη ἔλαβε ἡ κυρία Ματίνα Μόσχοβη, ἡ ὁποία πρὶν ξεκινήσει τὴν moschovi1εἰσήγησή της στὸ θέμα ἐξέφρασε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ σημερινὴ συνάντηση θὰ τὴν κάνει νὰ ἀλλάξει γνώμη γιὰ τὶς ἐπετείους τὶς ὁποῖες δὲ συμπαθεῖ καθόλου. Μᾶς εἶπε πὼς ὁ ποιητὴς διασώζει πρόσωπα, σχέσεις προσώπων, ἱστορικὲς στιγμές. Ὁ ποιητὴς διασώζει, ἀνακαλύπτει, ἀποκαλύπτει αὐτὸ ποὺ μποροῦμε καὶ αὐτὸ ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ δοῦμε. Ὁ ποιητής, ἀκόμη, θὰ συσχετίσει καὶ θὰ κάνει λεπτὲς διακρίσεις. Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως δήλωσε, εἴτε ἀναγνώστης, εἴτε ποιητής, ἀναζητεῖ τὸ κρυφὸ νόημα γιατὶ φέρει μέσα του τὸ αἴσθημα τοῦ «Ἀπόλυτου».

 

Λίγο ἀργότερα, μᾶς μίλησε γιὰ τὸ κίνημα τῆς Μετανεωτερικότητας ποὺ ἀναπτύχθηκε κατὰ τὸν 20ο αἰώνα ὅπου ἔκαναν ποικίλα προβλήματα τὴν ἐμφάνισή τους. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀλλὰ καὶ τῆς σημερινῆς, δὲν πιστεύει τίποτα καὶ κανέναν, ἀμφισβητεῖ τὰ πάντα, παρακολουθεῖ κυρίως εἰκόνα, καταναλώνει καὶ δὲ συμμετέχει. Παραπέμποντας στὰ λόγια τοῦ Ἀριστοτέλη εἶπε πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ «Ἀεὶ ζητούμενον καὶ ἀπορούμενον» στὸν πλανήτη ποὺ σοῦ κόβει τὴν ἀνάσα ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ ἀπὸ τὴν φρίκη.

 

Ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὸ ποιὲς ἐποχὲς εἶναι αὐτὲς ποὺ δημιουργοῦν ποίηση, ἀναφέρθηκε στὸν φιλόσοφο Χρῆστο Μαλεβίτση καὶ στὸ δοκίμιό του «Οἱ Παράκτιοι Ἄνθρωποι» σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ποιητικὲς ἐποχὲς εἶναι αὐτὲς ποὺ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παράκτιοι καὶ οἱ μὴ ποιητικὲς αὐτὲς ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἠπειρωτικοὶ ἐξηγώντας πὼς ἠπειρωτικὸς εἶναι ὁ κόσμος τῆς σιγουριᾶς ποὺ δὲν ἔχει ἀξίες. Σημείωσε ὅτι ὅταν κανεὶς κλαίει, κλαίει εἴτε λόγω μεγάλης ἀπώλειας εἴτε λόγω μεγάλου κέρδους, κλαίει γιὰ κάτι τὸ ὁποῖο ἔχει ἀξία γιὰ τὸν ἴδιο. Ὡς ἀξία ὅρισε τὴν «κερδισμένη ἀπώλεια τὴ στιγμὴ τοῦ κέρδους» ἐνῶ ἔκλεισε λέγοντας πὼς ὁ ποιητὴς εἶναι ὂν πνευματικὸ ποὺ πρέπει νὰ βρεῖ τὸ κουράγιο νὰ παραμείνει παράκτιο, εἶναι πολεμιστὴς τῆς ἀβελτηρίας καὶ τῆς αὐτάρεσκης παθητικῆς γκρίνιας. Ποιητὴς εἶναι ὁ ἀθλητὴς τῆς ὕπαρξης.

 

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ δοκίμιο «Οἱ Παράκτιοι Ἄνθρωποι», τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση:

«… Τώρα κλαῖνε μόνο τὰ παιδιά. Ἄλλοτε κλαίγανε καὶ οἱ ὁμηρικοὶ ἥρωες. Ἀλήθεια, πότε κλαίει κανείς; Κλαίει ὅταν ὑπάρχει ἕνα μέγα κέρδος ἢ μία μεγάλη ἀπώλεια. Καὶ τί θὰ πεῖ μεγάλο κέρδος ἢ μεγάλη ἀπώλεια; Θὰ πεῖ πὼς δίνεις ὑπέρτατη ἀξία σὲ ὁρισμένα συμβάντα. Καὶ τί θὰ πεῖ δίνεις ὑπέρτατη ἀξία; Θὰ πεῖ πὼς ἀπὸ αὐτὰ ἐξαρτᾶς τὴ μοίρα σου, τὴν ἴδια σου τὴν ἀξία, ποὺ κινδυνεύει νὰ ἐκπέσει σὲ ἀπαξία, σὲ τίποτα. Ἄρα γιὰ νὰ δώσεις ἀξία σὲ ὁρισμένα συμβάντα, πρέπει νὰ νιώθεις σίγουρος. Καὶ δὲν νιώθεις σίγουρος, μόνο ὅταν βρίσκεσαι στὴν ἀκρογιαλιά. Ὅταν ἀντιμετωπίζεις τὸν ἐπίφοβο ὠκεανό. Κλαῖνε οἱ παράκτιοι. Οἱ ἠπειρωτικοὶ δὲν κλαῖνε. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς ὁ ἠπειρωτικὸς κόσμος, ὁ κόσμος τῆς σιγουριᾶς δὲν ἔχει αξίες. Τὶς ἀξίες τῆς ζωῆς τὶς τρυγᾶς ἀπὸ τὶς ἀκρώρειες τῶν ἀβύσσων. Μὲ τὸν ἔσχατο κίνδυνο. Εἶναι τὸ κέρδος ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἔσχατης ἀπώλειας. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ κινδύνεψαν ἔδωσαν ἀξίες στὸν κόσμο. Ἀξία εἶναι ἡ κερδισμένη ἀπώλεια, τὴ στιγμὴ τοῦ κέρδους, ὄχι κατόπιν. Ἡ ἐλευθερία, π.χ. εἶναι ἀξία τὴ στιγμὴ ποὺ τὴν ἀποκτᾶς ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἡ ἐλευθερία ὑπάρχει μόνο ὡς Ἐλευθερία ἢ Θάνατος. Μόνη ἐλευθερία δὲν νοῆται. Γι΄αὐτὸ καὶ ἡ ἐλευθερία στὶς σύγχρονες κοινωνίες κινδυνεύει, διότι εἶναι ἐλευθερία κληρονομημένη, εἶναι ἐλευθερία τῆς σιγουριᾶς, τῆς ἐνδοχώρας. Τῆς χώρας ὅπου ἐξέλειψαν οἱ ἀξίες. Οἱ ἀξίες ἀνταλάσσονται μὲ τὴν ἀπώλεια. Στὴν ἐνδοχώρα οἱ ἀξίες ἀνταλλάσσονται πάλι μὲ ἀξίες. Ἀλλὰ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβεῖ μόνο μὲ οἰκονομικές ἀξίες. Δηλαδὴ οἱ ἀξίες τῆς ἐνδοχώρας ἀνταλλάσσονται μὲ χρῆμα. Καὶ ὁ ἔρωτας. Καὶ ὅλοι οἱ ἔρωτες. Ὑπαρχει μιὰ γενικὴ ἐξίσωση. Ὅλα ἀνταλλάσσονται. Δὲν νοῆται ἀπώλεια. Ἀλλὰ οὔτε καὶ κέρδος. Οἱ σύγχρονοι ἠπειρῶτες ἀνταλλάσσουν ἀσμένως τὴν ἐλευθερία τους μὲ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἐξισώνουν τὴν ἐλευθερία τους μὲ τόσο τοῖς ἑκατὸ αὔξηση τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τους. Τὸ συμβόλαιο τῆς ἀνταλλαγῆς λέγεται “σκοπιμότητα”. Σκοπιμότητα δὲ θὰ πεῖ σκοπός. Θὰ πεῖ μετάθεση τοῦ σκοποῦ στὸ μέλλον. Θὰ πεῖ δρόμος πρὸς ἕναν μελλοντικὸ σκοπό. Τοῦτο θὰ πεῖ πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν ζοῦν ἄμεσα ἀλλὰ ἔμμεσα. Τὸ παρὸν εἶναι τὸ μέσον. Δηλαδὴ ζοῦν τὸ ἑκάστοτε παρὸν προσωρινά. Αὐτὴ ἡ “προσωρινοποίηση” τῆς ζωῆς, εἶναι ὁ μέγιστος εὐνουχισμός της. Σημαίνει πὼς ἡ ζωὴ ἀπεκδύθη τὴν ἀμεσότητα της, καὶ συμμορφώθηκε μὲ τὸν ἐξωτερικὸ φυσικὸ χρόνο, τὸν μαθηματικὰ ἰσομερή, ὁμοιόμορφο καὶ γραμμικὸ χρόνο. Δὲν ζεῖ τὸ ἔσχατο κάθε στιγμή, ἀλλά ἔθεσε τὸ ἔσχατο στὴν ἐσχατιὰ τοῦ φυσικοῦ χρόνου, ποὺ ποτὲ δὲν ἔρχεται. Καὶ ἡ πλήρωση ἔγινε ὁριστικὰ ἀνεκπλήρωτη. Διότι ὁ φυσικὸς χρόνος δὲν ἔχει πλήρωση, δὲν ἔχει τέρμα. Ἡ πλήρωση, ποὺ εἶναι ἡ ὕψιστη ὁλοκλήρωση, ἡ ὕψιστη ἀλήθεια, ἀφ΄ἧς ἔγινε ἀνεκπλήρωτη, μετατράπη σὲ ψεῦδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁλοκληρωτικὴ παράδοση στὴν ἐπιπέδωση τῆς ἐνδοχώρας, ἡ πλήρης ἐξωτερικοποίηση…” .

marvin

 

Μετὰ τὴν κυρία Μόσχοβη τὸν λόγο πῆρε ἡ νεαρὴ Παυλίνα Μάρβιν ἡ ὁποία περίμενε ὅτι θὰ συζητοῦσε μὲ 15 παιδιὰ καὶ μπροστά της ἀντίκρυσε ἕνα πολὺ μεγαλύτερο ἀκροατήριο κάνοντας φανερὴ τὴν ἀμηχανία της. Εἶπε ἀκόμη πὼς ἡ ἀνθοδέσμη ποὺ τῆς εἶχαν χαρίσει τὰ παιδιὰ τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς τὸ 2011 εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ κρέμεται πάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο της. Τὸ ἐρώτημα ποὺ τῆς τέθηκε «Τί χρειάζονται οἱ ποιητὲς στοὺς μικρόψυχους καιρούς;» τὸ θεώρησε ἀμφίσημο καὶ τὸ ἐννόησε μὲ δύο τρόπους. Πρῶτον: «Σὲ τί μᾶς χρειάζονται οἱ ποιητὲς στοὺς μικρόψυχους καιροὺς;» καὶ δεύτερον «Τί χρειάζονται οἱ ἴδιοι οἱ ποιητὲς σὲ μικρόψυχους καιρούς;». Ἀποφάσισε νὰ μᾶς τὸ ἀπαντήσει διηγούμενη μία ἀληθινὴ ἱστορία γιὰ τὴν ἀσθένεια καὶ τὸν θάνατο.

 

Ἡ ἱστορία ἢ μᾶλλον οἱ ἱστορίες αὐτὲς εἶχαν ὡς πρωταγωνιστὲς τὸν Γεώργιο Βιζυηνό, τὸν Ῥῶμο Φιλύρα, τὴν Κατερίνα Γώγου, τὸν Γιάννη Βαρβέρη, τὴ Νίκη-Ῥεβέκκα Παπαγεωργίου, τὸν Τάσο Καπερνάρο καὶ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη Ῥούκ. Μὲ τὴν ἀφήγησή της αὐτὴ δήλωσε πὼς ἤθελε νὰ δείξει πὼς πράγματα τὰ ὁποῖα ζοῦμε μὰ δὲ μιλᾶμε γι’ αὐτά, ὅπως ἡ ἀσθένεια, οἱ ποιητὲς τὰ συζητᾶνε στὰ ποιήματά τους καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τοὺς ἔχουμε ἀνάγκη. Ἔχουμε ἀκόμη ἀνάγκη τοὺς ποιητὲς διότι θεωρεῖ πὼς τὰ ποιήματα ἔχουν θεραπευτικὲς ἰδιότητες καὶ οἱ ποιητὲς ἀπὸ μεριᾶς τους ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ δύναμη ψυχῆς πού, ὅσο καὶ ἂν τὸ ἀμφισβητοῦν, τὴν ἔχουν, ἀκόμη καὶ ὅταν τὴν χάνουν, γιατὶ ἀλλιὼς δὲ θὰ ἦταν ποιητές. 

Μᾶς διάβασε μεταξὺ ἄλλων τὸ ποίημα τοῦ Γιάννη Βαρβέρη, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπὸ νεφροπάθεια, «Ὑποψίες περὶ τὰ ὄργανα τῆς τάξεως», στὸ ὁποῖο τὴν παρέπεμψε ὁ ἴδιος ὅταν τὸν ῥώτησε ποιὸ ἔργο θὰ τῆς πρότεινε νὰ μελετήσει ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς νόσου:

 

Κινήσεις ὕποπτες, μικροσυνωμοσίες.
Ἡ τάξη τῶν ὀργάνων μου ἀταξία
παιδιῶν τήν ὥρα τοῦ μαθήματος.
Ἐγώ, ὁ δάσκαλος. Δέν ἐξετάζω χτεσινά
πάντα ζητῶ ἀποστήθιση στό παρακάτω.
Νεφρούς καί καρδία
συκώτι ἐτάζω καί πνεύμονες.
Ὅλα τους διαβασμένα·
μόλις ρωτήσω ἄγνωστο, νεράκι.
Ἔτσι τό κρύβουν τό ἄγνωστο
γιατί εἶναι πάντα παρακάτω.
Τέτοιοι δαίμονες. Ἀλλά κι ἐγώ
συχνά τούς βάζω αἰφνίδια διαγωνίσματα:
Ἀμέσως τώρα βγάλτε μιά διπλή κόλλα χαρτί.
Ζήτημα πρῶτο: αἶμα, γενική αἵματος.
Δεύτερο: ζάχαρο, οὐρία, κρεατινίνη.
Δέκατο κι εἰκοστό.
Μέ ταχύτητα καθιζήσεως δώστε μου τίς κόλλες.
Ἄριστα ὅλες· σάν μικροῦ παιδιοῦ.
 
Μετά, χαϊδεύω τά ὄργανα στά κεφαλάκια τους.
Κι ἄς μέ μισοῦν
στήν ἴδια τάξη χρόνια χωρίς διάλειμμα
κι ἄς εἶναι σίγουρο πώς κάποιο
θά δώσει μιά μέρα τό σύνθημα
καί σηκωτόν ὅλα μαζί θά μέ πετάξουν
ἔξω ἀπό τήν τάξη –
στό προαύλιο
πού δέν ὑπάρχει.

Τελευταῖος μίλησε ὁ Θωμᾶς Τσαλαπάτης ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ἑτοιμάσει κάποιο κείμενο thomas_tsalapatis_krak_1καθώς, ὅπως εἶπε, τὶς ἀπαντήσεις γιὰ τὴν ποίηση τὶς βρίσκουμε μέσα στὴν ἴδια τὴν ποίηση. Ἔτσι, μᾶς διάβασε δύο ποιήματα, ἕνα ποὺ μετέφρασε ὁ ἴδιος μὲ τίτλο «Ἱσπανία» τοῦ W.H. Auden:

Χθὲς ὅλο τὸ παρελθόν. Ἡ γλῶσσα τοῦ μεγέθους

Ἁπλωμένη μέχρι τὴν Κίνα κατὰ μῆκος τῶν ἐμπορικῶν ἀρτηριῶν·  

Ἡ διάδοση τοῦ ἄβακα καὶ τῶν μεγαλιθικῶν κατασκευῶν· 

Χθὲς ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ὕψους ἀπὸ τὶς σκιὲς σὲ κλίματα ἡλιόλουστα. 

 

Χθὲς ἡ καταχώρηση τῆς ἀσφάλειας σὲ δελτία,

Ἡ ῥαβδοσκοπία ἀναζητώντας ὕδατα ὑπόγεια ·

Χθὲς ἡ ἐφεύρεση τροχῶν καὶ ῥολογιῶν, τὸ ἡμέρωμα τῶν ἀλόγων.

Χθὲς ὁ ταραχώδης κόσμος τῶν θαλασσοπόρων. 

 

Χθὲς ἡ κατάργηση νεράιδων καὶ γιγάντων
Τὸ ὀχυρὸ νὰ κοιτάζει τὴν κοιλάδα σὰν πέτρινος ἀετὸς

                                      Τὸ παρεκκλήσι χτισμένο στὸ δάσος·

Χθὲς οἱ σκαλισμένοι ἄγγελοι καὶ οἱ δαίμονες τοῦ φόβου·

 

Ἡ δίκη τῶν αἱρετικῶν ἀνάμεσα στὶς πέτρινες στῆλες·

Χθὲς οἱ θεολογικοὶ καβγάδες στὶς ταβέρνες

                        Καὶ οἱ θαυματουργὲς ἰάσεις στὶς πυγές·

Χθὲς τὰ Σάββατα τῶν μαγισσῶν. Ἀλλὰ σήμερα ὁ ἀγώνας.

 

Χθὲς ἡ ἐγκατάσταση τῶν δυναμὸ καὶ τῶν τουρμπίνων,

Ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων στὴν ἔρημο τῆς ἀποικίας·

                        Χθὲς ἡ κλασσικὴ διάλεξη

Γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ σήμερα ὁ ἀγώνας.

 

Χθὲς ἡ πίστη στὴν ἀπόλυτη ἀξία τῆς Ἑλλάδας,

Ἡ αὐλαία ποὺ πέφτει πάνω στὸν θάνατο τοῦ ἥρωα·

              Χθὲς ἡ προσευχὴ στὸ ἡλιοβασίλεμα

Καὶ ἡ λατρεία τῶν τρελῶν. Ἀλλὰ σήμερα ὁ ἀγώνας.

 

 

Καθὼς ὁ ποιητὴς ψιθυρίζει, ἔκθαμβος ἀνάμεσα στὰ πεῦκα,

Ἢ ἐκεῖ ὅπου ὁ λυτὸς καταῤῥάκτης τραγουδᾶ συμπαγὴς ἢ κάθετος

Στὸν γκρεμὸ πλάι στὸν γερτὸ τὸν πύργο:

«Ὦ Ὄραμά μου. Ὤ, στεῖλε μου τοῦ  ναυτικοῦ τὴν τύχη.»

 

Καὶ ὁ ἐρευνητὴς ἐξετάζει μὲ τὰ ὄργανά του

Σὲ ἐπαρχίες ἀπάνθρωπες, τὸ ἀῤῥενωπὸ βακτήριο   

Ἢ τὸν γιγάντιο Δία ὁλοκληρωμένο:

«Ἀλλὰ οἱ ζωὲς τῶν φίλων μου. Ζητῶ νὰ μάθω. Ζητῶ νὰ μάθω.»

 

Καὶ οἱ φτωχοί, στὰ παγωμένα καταλύματά τους, ἀφήνοντας νὰ γλιστρήσουν τὰ φύλλα της ἀπογευματινῆς ἐφημερίδας:

«Ἡ μέρα μας εἶναι ἡ ἀπώλεια μας, Ὦ Ἱστορία δεῖξε μας τὸν χειριστή , τὸν Ὀργανωτή, Χρόνε τὸ δροσιστικό ποτάμι».

 

Καὶ τὰ ἔθνη συνδυάζουν τὸ κάθε κλάμα, ἐπικαλοῦνται τὴ ζωὴ ποὺ σχηματίζει τοῦ καθενὸς τὰ σπλάχνα καὶ ἐπιβάλει

Τὸν ἰδιωτικὸ νύχτιο τρόμο:

«Μήπως δὲν ἱδρύσατε τὴν πολιτεία τοῦ σφουγγαριοῦ,

 

«Μήπως δὲν ἀναθρέψατε τὴν ἀχανὴ στρατοκρατορία τοῦ καρχαρία καὶ τῆς  τίγρης, δὲν δημιουργήσατε τὰ θαῤῥαλέα  καντόνια τοῦ κοκκινολαίμη;  

Μεσολαβῆστε. Ὢ κατεβεῖτε σὰν περιστέρια,

Σὰν πατεράδες μανιασμένοι ἢ  σὰν πρᾶοι μηχανικοί, ἀλλά κατεβεῖτε.»

 

Καὶ ἡ ζωή, ἂν ποτέ της ἀπαντήσει, ἀποκρίνεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ

Καὶ τὰ μάτια καὶ τοὺς πνεύμονες, ἀπὸ τὰ μαγαζιὰ καὶ τὶς πλατεῖες τῆς πόλης.

«Ὤ, ὄχι, δὲν εἶμαι ὁ ὑποκινητής·

Ὄχι σήμερα· Ὄχι γιὰ ἐσᾶς. Γιὰ ἐσᾶς εἶμαι

 

‘’Ὁ πειθήνιος κόλακας, ἡ παρέα στὰ μπάρ, τὸ εὔκολο  θύμα.

Ὅλα ὅσα κάνετε εἶμαι. Ὁ ὄρκος σας πὼς θὰ εἶστε

    Καλοί, ἡ εὔθυμη ἱστορία σας.

Εἶμαι ἡ φωνὴ τῆς δουλειᾶς σας καὶ εἶμαι ὁ γάμος σας.   

 

‘’Ποιὰ εἶναι ἡ πρότασή σας; Νὰ χτίσω τὴν δίκαιη πολιτεία; Θὰ τὸ κάνω.

Συμφωνῶ. Ἢ μήπως εἶναι μιὰ συμφωνία αὐτοκτονίας, ἡ ἀναζήτηση τοῦ ῥομαντικοῦ θανάτου; Πολὺ καλά, δέχομαι, γιατὶ

Εἶμαι ἡ ἐπιλογή σας, ἡ ἀπόφασή σας. Ναὶ εἶμαι ἡ Ἱσπανία.’’ 

 

Πολλοὶ ἀκοῦσαν τὴ φωνὴ σὲ ἀπόμακρες χερσονήσους,

Σὲ νυσταλέες πεδιάδες, στὰ ἀλλιώτικα νησιὰ τῶν ψαράδων

                                     Ἢ στὴν φθαρμένη καρδιὰ τῆς πόλης

Ἄκουσαν καὶ ἀποδήμησαν σὰν τοὺς γλάρους ἢ τοῦ λουλουδιοῦ τοὺς σπόρους.

 

Κόλλησαν σὰ γρέζια στὶς μακριὲς ταχεῖες ποὺ τρεκλίζαν

Μέσα ἀπό ἄδικους τόπους, μέσα  στὴ 

                                                                 νύχτα, μέσα ἀπὸ σήραγγες ἀλπικές·  

                                       Διέσχισαν ὠκεανούς·

Διαβήκανε φαράγγια. Ὅλοι προσέφεραν τὴ ζωή τους.

 

Σὲ αὺτὸ τὸ ἄνυδρο τετράγωνο, σὲ αὐτὸ τὸ ἀκρωτηριασμένο θραύσμα τῆς ζεστῆς Ἀφρικῆς, ἄτεχνα συγκολλημένο στὴν ἐφευρετικὴ Εὐρώπη·

Σὲ αὐτὸ τὸ αὐλακωμένο ἀπ’ τὰ ποτάμια ὀροπέδιο,

Οἱ στοχασμοί μας ἐνσαρκώνονται·  τὰ ἀπειλητικὰ σχήματα τοῦ πυρετοῦ μας

 

Εἶναι ζωντανά, μὲ ακρίβεια ὁρισμένα. Γιατὶ οἱ φόβοι ποὺ μᾶς ἔκαναν νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴ φαρμακευτικὴ διαφήμιση, στὰ φυλλάδια χειμερινῶν κρουαζιέρων

                                             Ἔχουν γίνει τάγματα εἰσβολέων·

Καὶ τὰ πρόσωπά μας, λαξεμένα σὲ ἱδρύματα, ἀλυσίδες μαγαζιῶν, ἐρείπια

 

Σκορποῦν τὴν ἀπληστία τους ὅπως τὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα καὶ ἡ βόμβα.

Ἡ Μαδρίτη εἶναι ἡ καρδιά. Οἱ στιγμὲς τῆς τρυφερότητάς μας ἀνθίζουν

                   Σὰν τὸ ἀσθενοφόρο ἢ τὸν ἀμμόσακο·

Οἱ ὧρες τῆς φιλίας μας στὸν λαϊκὸ στρατό.

 

Αὔριο, ἴσως τὸ μέλλον. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ μόχθου

Καὶ ἡ κίνηση τῶν μηχανῶν·  ἡ σταδιακὴ μελέτη ὅλων τῶν Ὀκτάβων τῆς  ἀκτινοβολίας·

Αὔριο ἡ διεύρυνση τῆς συνείδησης δαμάζοντας τὴ δίαιτα καὶ τὴν ἀναπνοή.

 

Αὔριο ἡ ἐπανεφεύρεση τῆς ῥομαντικῆς ἀγάπης,

οἱ φωτογραφίσεις τῶν κοράκων·   ὅλη ἡ ἀπόλαυση κάτω ἀπὸ

                     τὸν ἐπιτακτικὸ ἴσκιο τῆς Ἐλευθερίας·

Αὔριο ἡ ὥρα τῶν ἑορταστικῶν πομπῶν καὶ τῶν μουσικῶν,

 

Ἡ ὄμορφη βουὴ τῆς χορωδίας κάτω ἀπὸ τὸν θόλο.

Αὔριο ἡ ἀνταλλαγὴ συμβουλῶν γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν σκύλων,

                 Ἡ ἐνθουσιώδης ἐκλογὴ προέδρων                    

Ἀπὸ ἄξαφνο δάσος χεριῶν. Ἀλλά σήμερα ὁ ἀγώνας.

 

Αὔριο γιὰ τοὺς νέους οἱ ποιητὲς νὰ ξεσποῦν σὰν βόμβες,

Οἱ βόλτες δίπλα στὴ λίμνη, οἱ ἑβδομάδες τῆς ἀπόλυτης ἐπικοινωνίας·

           Αὔριο οἱ ποδηλατοδρομίες

Στὰ προάστια τὰ βράδια τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἀλλὰ σήμερα ὁ ἀγώνας.

 

Σήμερα ἡ σκόπιμη αὔξηση τῶν προοπτικῶν θανάτου,

Ἡ συνειδητὴ ἀποδοχὴ τῆς ἐνοχῆς στὸν ἀναγκαῖο φόνο·

Σήμερα τὸ ξόδεμα τῶν δυνάμεων

Στὴν μονότονη ἐφήμερη προκήρυξη καὶ στὸ βαρετὸ συλλαλητήριο.                           

 

Σήμερα ἡ προσωρινὴ παρηγοριά: τὸ μοιρασμένο τσιγάρο,

Τὰ τραπουλόχαρτα στὸν μισόφωτο ἀχυρώνα, ἡ πρόχειρη μουσική,

                   Τὰ χυδαῖα ἀστεῖα·  σήμερα

Ἡ τυφλὴ καὶ πρόχειρη ἀγκαλιὰ πρὶν πληγωθεῖς.

 

Τὰ ἀστέρια εἶναι νεκρά. Τὰ ζῶα δὲν θὰ κοιτάξουν.

Μείναμε μόνοι μὲ τὸν καιρό μας καὶ ὁ χρόνος εἶναι λίγος,

             Καὶ ἡ Ἱστορία στοὺς ἡττημένους

Μπορεῖ νὰ λέει Ἀλλοίμονο, μὰ οὔτε βοηθάει οὔτε συγχωρεῖ.

 

καὶ ἕνα ποὺ ἔχει γράψει ὁ ἴδιος μὲ τίτλο «Λόγια ποὺ μοῦ ψιθύρισε ὁ Φραγκίσκος Φερδινάνδος τῆς Αὐστρίας». Πρὶν κλείσει μᾶς ἔδωσε μία ἀνατριχιαστικὰ ὡραία εὐχή: «Σᾶς εὔχομαι νὰ διεκδικήσετε αὐτὰ ποὺ σᾶς ἀξίζουν καὶ νὰ αἰσθανθεῖτε στὴν ἱστορία πιὸ ζωντανοὶ ἀπὸ τοὺς ζωνταντούς.».

 

Μὲ ἀφορμὴ ἐρώτημα ποὺ ἔθεσε ὁ φιλόλογος κ. Μιχάλης Πάγκαλος παρατηρώντας ὅτι σήμερα φοβόμαστε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν πόνο καὶ εἶναι σὰ νὰ πολεμᾶμε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀποβάλλουμε τὴ σκέψη του ἀπὸ τὴ ζωή μας, ἡ κυρία Μόσχοβη σημείωσε πὼς ἡ κοινωνία ποὺ ἀποβάλλει τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου ἀποβάλλει ταυτόχρονα καὶ τὴν ἔννοια τῆς ζωῆς. Τόνισε ὅτι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε εἶναι πὼς δὲ θὰ παραμείνουμε γιὰ πάντα σ’ αὐτὸ τὸ ἀτυχὲς ἀτύχημα ποὺ λέγεται ζωή. Ὅταν κανεὶς ἀποβάλλει τὴν ἰδέα τοῦ πεπερασμένου, πεθαίνει κάθε λεπτό.

 

Τέθηκε ἀκόμη ἀπὸ πολλὰ παιδιὰ τὸ ἐρώτημα τοῦ γιατί οἱ περισσότεροι ποιητὲς γράφουν γιὰ τὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο. Ὁ κ. Ῥουμελιωτάκης ἀπήντησε πὼς συνήθως ὅταν εἶσαι χαρούμενος καὶ ζεῖς τὸν ἔρωτά σου, δὲν ἔχεις ἔγνοιες καὶ συνεπῶς οὔτε λόγο νὰ γράψεις, καθ’ ὅτι ζεῖς βυθισμένος στὴν εὐτυχία σου. Παρ΄ ὅλα αὐτὰ παρατηρήθηκε ὅτι ὑπάρχουν χαρούμενα ποιήματα, ἄν και ὑποτιμημένα, ἀφοῦ τὸ χιοῦμορ σήμερα εἶναι ὑποτιμημένο πρᾶγμα, ὅμως ἀκόμη καὶ αὐτὰ κρύβουν μέσα τους ἕνα κομμάτι λύπης.

 
Λίγο ἀργότερα ἡ πλειονότητα τῶν μαθητῶν ἀποχώρησε καὶ ἡ συζήτηση συνεχίστηκε γιὰ ἕνα μισάωρο ἀκόμη ἄν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ συνεχιστεῖ ἐπ’ ἄπειρον. Ὑπογραμμίστηκε ὅτι ἡ δυσκολία στὴ ζωὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς κάνει ἀνθρωπινότερους καὶ παρατηρήθηκε ἀπὸ τὴν κυρία Μόσχοβη ὅτι ἡ τέχνη ἀρδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τοῦ ἐλλείματος ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἀρχική της ἐλπίδα σὲ σχέση μὲ τὴν ἐνδεχόμενη μεταβολὴ τῆς ἀπόψής της ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐπετείους νομίζω ἔγινε ἁπτὴ πραγματικότητα ὅπως καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους. Σίγουρα δὲ θὰ ὑπῆρχε καλύτερος τρόπος νὰ ἑορταστεῖ ἡ Παγκόσμια Ἡμέρα τῆς Ποίησης καὶ νὰ μπεῖ καὶ ἐπισήμως ἡ Ἄνοιξη. Εὐχαριστοῦμε καὶ τοὺς τέσσερεις ποιητὲς ποὺ μᾶς τίμησαν μὲ τὴν παρουσία τους κάνοντας ἰδιαίτερη αὐτὴ τὴν ἡλιόλουστη ἡμέρα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων