«

»

Φεβ 16 2014

Σκέψεις για τον ναζισμό και την «κοινοτοπία του κακού» με αφορμή το ομώνυμο βιβλίο της Χάννα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μία έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες 2009.

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΔΑΝΑΗ ΤΑΤΑΛΙΑ-ΛΙΤΣΟΥ.

koinotopia1Αφορμή για το παρακάτω κείμενο στάθηκε το βιβλίο της Χάννα Άρεντ σχετικά με την κοινοτοπία του κακού. Σε αυτό η φιλόσοφος προσπαθεί να κατανοήσει τον κινητήριο γνώμονα των γεγονότων του Ολοκαυτώματος, καθώς εξετάζει τα στοιχεία που έχει συλλέξει από την παρακολούθηση της δίκης του Άιχμαν, αξιωματούχου του Γ’ Ράιχ, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις εκτελέσεις στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Η Άρεντ πιστεύοντας ότι ο Άιχμαν δεν ήταν ούτε αντισημίτης, ούτε σαδιστής, αλλά ένας φυσιολογικός πολίτης, αναλαμβάνει το καθήκον να εξηγήσει την παλιά αυτή τραγωδία.

Ολοκαύτωμα. Άουσβιτς. Στο άκουσμα των λέξεων αυτών η πλειονότητα των ανθρώπων νιώθει να κατακλύζεται από σύγχυση και φόβο, συναισθήματα που οδηγούν στην απομάκρυνση από την εξήγηση των κινητήριων δυνάμεων των παλιών αυτών γεγονότων.

-Γιατί;

Τον λόγο της συμπεριφοράς αυτής θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω.

Το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζεται ως το απόλυτο κακό που πραγματοποιήθηκε από ανθρώπους εναντίον ανθρώπων στην ιστορία της Ευρώπης. Για να γίνει όμως κατανοητή η πρόταση αυτή είναι απαραίτητο να αναλύσουμε τις έννοιες του αγαθού και του κακού. Εξετάζοντας το άτομο, από το οποίο προέρχονται οι αντίστοιχα αγαθές και κακές πράξεις παρατηρούμε ότι ενεργεί με βάση δύο αισθήματα: το ένα είναι της προσωπικής του συνείδησης, ενώ το δεύτερο είναι το αίσθημα του νόμου που έχει θεσπιστεί από την κοινωνία. Όμως, η ατομική συνείδηση δεν συμβαδίζει απαραίτητα με το κοινωνικό νομικό πλαίσιο και ως αποτέλεσμα οι έννοιες του αγαθού και του κακού είναι δυνατό να ορίζονται διαφορετικά μέσα στα δύο αυτά πλαίσια. Για να αποφευχθεί, λοιπόν, το χάος το οποίο είναι πιθανό να επιφέρουν οι ατομικές ενέργειες βασιζόμενες σε διαφορετικούς προσωπικούς συνειδησιακούς κανόνες, η κοινωνία έχει θεσπίσει εκτός από τους νόμους και το εθιμικό δίκαιο, το οποίο βασίζεται στην κοινή αποδοχή μίας ηθικής, μίας ηθικής συνείδησης που υποστηρίζεται από νόμους. Όπως είναι λογικό, στο πλαίσιο μίας τέτοιας ηθικής παρεμβάλλεται και ο πειρασμός του να ακολουθήσει ο άνθρωπος τα άγρια ένστικτά του και να πράξει το κακό. Για να αποφευχθεί αυτό, απαιτείται μία υπακοή στην αγαθή συνείδηση από τη μεριά του ατόμου, δηλαδή απαιτείται ευσυνειδησία.

Όμως, εξετάζοντας την περίπτωση του Άιχμαν κατά τη διάρκεια της δίκης του στην Ιερουσαλήμ, η Χάννα Άρεντ τον χαρακτηρίζει ως νομοταγή πολίτη, καθώς και ευσυνείδητο άτομο. Αυτό συμβαίνει διότι το ναζιστικό Γ’ Ράιχ σήμανε την αλλαγή του νομικού πλαισίου και μαζί με αυτό και του εθιμικού δικαίου. Η αλλαγή του πρώτου, δηλαδή των νόμων γίνεται εύκολα αντιληπτή καθώς κατά την περίοδο εκείνη οι υπάρχοντες νόμοι που παραδείγματος χάρη καταδικάζουν τους δολοφόνους καταλύονταν από τα λόγια του Χίτλερ, τα οποία είχαν την ισχύ νέων νόμων: και αυτά έλεγαν ότι είναι ανάγκη ο κόσμος να «καθαριστεί» από τους «κατώτερους ανθρώπους», τους Εβραίους, τους ανάπηρους, τους διανοητικά καθυστερημένους.

Όπως προανέφερα όμως, οι νόμοι προστατεύουν την κοινή συνείδηση την οποία έχει ανάγκη η κοινωνία. Έτσι, η αλλαγή των νόμων επισημοποιεί την αλλαγή του εθιμικού δικαίου, δηλαδή των κοινά αποδεκτών κανόνων ηθικής. Ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια του Γ’ Ράιχ ο μόνος κανόνας ηθικής ήταν η υπακοή στα λόγια του Φύρερ και κατά συνέπεια στους νόμους που υπαγόρευαν ως καλό, όχι πια το «ου φονεύσεις» αλλά το «να φονεύεις».

Η κοινή συνείδηση της πλειονότητας των ανθρώπων δεν είχε βέβαια αλλάξει, αλλά είχε σωπάσει λόγω του φόβου που τους προξενούσε ο μηχανισμός καταστολής του ναζισμού. Αυτοί που αποδέχθηκαν την αλλαγή των κανόνων ηθικής ήταν, κατ’ αρχάς, οι θαυμαστές και οι ακόλουθοι του Χίτλερ. Με αυτόν τον τρόπο, ο Άιχμαν με τον απέραντο θαυμασμό του προς τον Φύρερ και τη νομιμοφροσύνη του ήταν από εκείνους που οικειοποιήθηκαν τους νέους κανόνες ηθικής. Κατά συνέπεια, οι χαρακτηρισμοί του από την Άρεντ ως νομοταγή και ευσυνείδητου πολίτη είναι απόλυτα ορθοί, καθώς ο ίδιος δεν ήταν παρά πιστός ακόλουθος των νόμων και κανόνων του Γ’ Ράιχ.

Αυτό όμως που, όπως τονίζει η Άρεντ, είναι αξιοσημείωτο για το Γ’ Ράιχ, είναι ότι ο Άιχμαν όπως και πολλοί από τους υποταγμένους στον Χίτλερ αντιπροσωπεύουν ένα νέο είδος εγκληματιών. Αυτοί οι «σύννομοι εγκληματίες», τους οποίους δημιούργησε ο νόμος, είναι ελεύθεροι από κάθε ιδεολογικό πάθος και είναι κάθε άλλο παρά πνευματικά ασταθείς, παραδείγματος χάρη, η Άρεντ πίστευε ότι ο Άιχμαν δεν ήταν καν αντισημίτης. Αντίθετα, αυτό που τους χαρακτηρίζει είναι η απουσία σκέψης, η τυφλή υπακοή τους στους επιβεβλημένους νόμους και κανόνες ηθικής που τους οδηγεί στο να πράξουν το ακραίο κακό. Αυτό το κακό δεν ορίζεται από όλα τα άγρια ένστικτα μαζί -όπως μας λέει η Άρεντ, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η πλειονότητα των υπαιτίων του Ολοκαυτώματος δεν ένιωσε τον πειρασμό να πράξει το αγαθό. Διότι οι πράξεις τους δεν καθορίζονταν από ένστικτα, αλλά από μία λογική που επιβαλλόταν από τον Χίτλερ και που πρόσταζε την τυφλή υπακοή.

Άρα το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι η μορφή του απόλυτου, του ακραίου κακού –όχι του ριζικού, διότι όπως σπεύδει να τονίσει η Άρεντ και όπως συμπεραίνουμε και από τα παραπάνω το ακραίο κακό στερείται βάθους και δαιμονικότητας. Το ακραίο κακό είναι αυτό που πράττεται από ευσυνείδητους και νομοταγείς πολίτες, οι οποίοι ακολουθούν μία απάνθρωπη λογική. Το ακραίο κακό είναι τελικά κοινότοπο και αυτό ακριβώς είναι που τρόμαξε τους συγχρόνους της Άρεντ-εκτός της νεολαίας- , οι οποίοι απαρνήθηκαν τα συμπεράσματα αυτά.

Τέλος, για να απαντήσουμε και στο αρχικό μας ερώτημα, αυτό που απογοητεύει εκείνους που σήμερα προσπαθούν να βρουν εξηγήσεις για τις αιτίες του Ολοκαυτώματος είναι η ίδια διαδικασία της σκέψης. Διότι η σκέψη εμβαθύνει, ψάχνει να βρει τη ρίζα του προβλήματος. Όμως, όπως προανέφερα, το ακραίο κακό δεν είναι ούτε βαθύ, ούτε ριζικό. Αντίθετα τα χαρακτηριστικά αυτά αντιπροσωπεύουν μόνο το αγαθό. Η άνοδος των ακροδεξιών, φασιστικών και ναζιστικών κομμάτων, λοιπόν, τότε και σήμερα, έχει σχέση με αυτή την απουσία σκέψης και δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά παρά από μια δημοκρατία που θα διαπαιδαγωγεί τους πολίτες της στην ηθική και πολιτική σκέψη, προκειμένου να τους οπλίσει με ηθικές αντιστάσεις απέναντι στην κοινοτοπία του κακού. Για να νικηθεί η κοινοτοπία του κακού χρειάζεται να αναπτυχθεί στον άνθρωπο η ηθική συνείδηση, η ηθική συνείδηση όμως χρειάζεται τα βιβλία και τις μεγάλες πνευματικές παραδόσεις.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων