«

»

Ιούν 15 2012

Il trovatore του Giuseppe Verdi

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΙΩΑΝΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ-ΔΟΥΚΟΥΜΕ.

Ἡ μεγαλειώδης ὄπερα «Il trovatore» («Ὁ τροβαδοῦρος»), τὸ libretto τῆς ὁποίας εἶναι ἑδραιωμένο στὸ ὁμώνυμο θεατρικὸ ἔργο τοῦ Antonio Garcia Gutierrez, ἐγκαινίασε τὸν φετινὸ κύκλο τῶν καλοκαιρινῶν παραγωγῶν τῆς Ἐθνικῆς Λυρικῆς Σκηνῆς ποὺ θὰ παρουσιαστοῦν στὸ Ἡρώδειο. Πραγματοποιήθηκαν τέσσερις παραστάσεις στὶς 10, 12, 13 καὶ 14 Ἰουνίου. Τὸ ἀριστούργημα αὐτὸ τοῦ Ἰταλοῦ συνθέτη Giuseppe Verdi, εἶχε νὰ ἀνέβει στὸ Ἡρώδειο τρεῖς δεκαετίες, ἀπὸ τὸ θέρος τοῦ 1982. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερα μέρη καὶ βασίζεται στὸ ποιητικὸ κείμενο τοῦ Salvatore Cammarano μὲ προσθῆκες τοῦ Emanuele Bardare. Στὴ χώρα μας παρουσιάστηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ θέατρο San Giacomo τῆς Κέρκυρας τὸ 1853, τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἔγινε καὶ ἡ παγκόσμια πρεμιέρα του στὴν «αἰώνια πόλη».

Τὴν Πέμπτη 14 Ἰουνίου εἶχα τὴν χαρὰ νὰ παρακολουθήσω τὴν τελευταία παράσταση τῆς ἐν λόγω παραγωγῆς. Τὸ ἔργο ἀναμενόταν νὰ ξεκινήσει στὶς 21:00 ὅμως ἔπρεπε νὰ εἶμαι ἐκεῖ ἀπὸ τὶς ὀκτὼ ὥστε νὰ βρῶ μία καλὴ θέση στὸ ἄνω διάζωμα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ἔφτασα μία ὥρα νωρίτερα ἀπὸ τὴν ἔναρξη καὶ γιὰ καλή μου τύχη εἶχα μαζί μου ἕνα καλὸ βιβλίο ποὺ μὲ συντρόφεψε μέχρι ποὺ πῆραν τὴ θέση του τὰ μουσικὰ ὄργανα καὶ οἱ μελωδικὲς φωνές τῶν πρωταγωνιστῶν. Πλῆθος κόσμου κατέφτανε μέχρι καὶ λίγα λεπτὰ μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς παράστασης ἐπιβεβαιώνοντας -δυστυχῶς- αὐτὸ ποὺ λένε ὅτι ὁ Ἕλληνας δὲ θὰ ἀλλάξει ποτέ…

Βρισκόμαστε στὴν Ἰσπανία τοῦ 15ου αἰώνα. Ἡ παράσταση ξεκινᾶ μὲ τὸν Φεῤῥάντο νὰ ἀποζητᾶ τὴν προσοχὴ φωνάζοντας «Allerto!». Στὴ συνέχεια τὸν ἀκοῦμε νὰ ἀφηγεῖται στοὺς στρατιῶτες του μία ἱστορία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πρὶν 20 χρόνια μία τσιγγάνα θεωρήθηκε ὅτι εἶχε μαγέψει ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ Κόμη Ντι Λούνα καὶ στὴ συνέχεια κάηκε στὴν πυρά. Καθὼς πέθαινε ζήτησε ἀπὸ τὴν κόρη της Ἀτσουτσένα νὰ πάρει ἐκδίκηση γιὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας της. Ἡ Ἀτσουτσένα ἀπαγάγει τὸν νεώτερο γιὸ τοῦ Κόμη καὶ ἀργότερα τὰ ὀστὰ ἑνὸς παιδιοῦ βρίσκονται στὴν πυρά. Ὁ Κόμης ἀρνεῖτο νὰ πιστέψει ὅτι ὁ γιός του βρέθηκε νεκρὸς καὶ λίγο πρὶν φύγει ἀπὸ τὴ ζωὴ ζητάει ἀπὸ ἕναν ἄλλο γιό του νὰ βρεῖ τὴ μάγισσα Ἀτσουτσένα. Ἀκολουθεῖ ἡ μονομαχία τοῦ Μανρίκο, τοῦ ἱππότη ποὺ ἔχει κερδίσει τὴν ἀγάπη τῆς Λεονόρας καὶ τώρα πιὰ ἐμφανίζεται ὡς τροβαδοῦρος, καὶ τοῦ νέου Κόμη, δηλαδὴ τοῦ γιοῦ τοῦ Κόμη Ντι Λούνα, γιὰ τὴν καρδιὰ τῆς Λεονόρας. Στὴ μάχη αὐτὴ βγαίνει νικητὴς ὁ Μανρίκο ὅμως ἀφήνει τὸν Κόμη νὰ ζήσει. Ἡ Ἀτσουτσένα περιθάλπει τὸν Μανρίκο ποὺ ὅπως πιστεύει ὁ ἴδιος εἶναι μητέρα του καὶ τοῦ ἀφηγεῖται μία ἱστορία. Ἡ Λεονόρα νομίζοντας ὅτι ὁ ἱππότης τῆς καρδιᾶς της εἶναι νεκρὸς ἀποφασίζει νὰ κλειστεῖ σὲ μοναστήρι. Μόλις τὸ μαθαίνει ὁ τροβαδοῦρος τρέχει ἀναστατωμένος νὰ τὴν ἐμποδίσει. Ὁ Κόμης ἀποφασίζει νὰ κάψει τὴν Ἀτσουτσένα, τὴ μητέρα του Μανρίκο, προκειμένου νὰ τὸν πληγώσει. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μανρίκο ἀποφασίζει νὰ παντρευτεῖ τὴ Λεονόρα μαθαίνει γιὰ τὴ μητέρα του καὶ σπεύδει νὰ προλάβει τὸ μοιραῖο. Ὁ Κόμης φυλακίζει τὸν Μανρίκο καὶ σκοπεύει νὰ τὸν θανατώσει. Ἡ Λεονόρα προκειμένου νὰ σώσει τὸν ἀγαπημένο της λέει στὸν Κόμη ὅτι θὰ γίνει δική του ἀρκεῖ νὰ ἐλευθερώσει τὸν τροβαδοῦρο. Ὁ Κόμης δέχεται. Ἡ Λεονόρα προτιμώντας νὰ πεθάνει, παρὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀγάπη της, ἀποφασίζει νὰ βάλει τέλος στὴ ζωή της πίνοντας δηλητήριο. Μόλις ἡ Λεονόρα λέει στὸν Μανρίκο ὅτι εἶναι πλέον ἐλεύθερος ἐκεῖνος ἀντιλαμβανόμενος τὸ τίμημα ποὺ ἔχει προσφέρει στὸν ἀντίζηλό του τὴν καταριέται. Μόλις τοῦ λέει ὅτι ἔχει πιεῖ ἤδη τὸ δηλητήριο καὶ εἶναι ἐτοιμοθάνατη ἐκεῖνος καταλαβαίνει τὸ λάθος του καὶ μετανοιωμένος τῆς ζητάει συγγνώμη, ἀναρωτώμενος πῶς φέρθηκε ἔτσι στὸν ἄγγελό του ποὺ ἔδωσε τὴ ζωή της γιὰ αὐτόν. Ὁ Ντι Λούνα μόλις μαθαίνει ὅτι προδόθηκε διατάζει νὰ θανατωθεῖ ὁ Μανρίκο παρουσίᾳ τῆς μητέρας του. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ τροβαδοῦρος ξεψυχάει ἡ Ἀτσουτσένα ἀποκαλύπτει στὸν Κόμη ὅτι εἶναι ἀδερφός του καὶ ὅτι ἐπιτέλους ἐκδικήθηκε ὅπως εἶχε ὑποσχεθεῖ στὴ μητέρα της.

Ἡ παράσταση ἔληξε στὶς δώδεκα. Τὸ Ἡρώδειο σείστηκε ἀπὸ τὰ χειροκροτήματα, κάτι ποὺ ἦταν ἀναμενόμενο λόγω τῶν πρωταγωνιστῶν. Στὸν ῥόλο τοῦ Φεῤῥάντο ἀκούσαμε τὸν διεθνοῦς φήμης Ἕλληνα βαθύφωνο Δημήτρη Καβράκο καὶ στὸν ῥόλο τῆς Ἀτσουτσένας τὴν Ἀμερικανίδα mezzo-soprano Τιτσίνα Βων. Τὸν τροβαδοῦρο ἑρμήνευσε ὁ κορεάτης τενόρος Ρούντυ Πάρκ, τὴν Ἰνὲς ἡ Γιούλη Καραγκούνη, τὸν Ῥουὶθ ὁ Χαράλαμπος Ἀλεξανδρόπουλος, τὸν Γέρο τσιγγάνο ὁ Θεόδωρος Μωραΐτης καὶ τὸν ἀγγελιαφόρο ὁ Χαράλαμπος Βελισσάριος. Τὴν παράσταση ἔκλεψε ὁ διεθνοῦς φήμης βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιᾶς στὸν ῥόλο τοῦ Κόμη τοῦ φεγγαριοῦ καὶ ἡ σοπράνο Τσέλια Κοστέα στὸν ῥόλο τῆς Λεονόρας. Συμμετεῖχε ἡ χορωδία καὶ ἡ ὀρχήστρα τῆς Λυρικῆς Σκηνῆς, τὴν ὁποία διηύθυνε ὁ Λουκᾶς Καρυτινός. Τὴ σκηνοθεσία, τὰ σκηνικά, τὰ κουστούμια καὶ τοὺς φωτισμοὺς ἀνέλαβε ὁ Στέφανο Πόντα.

Θὰ τολμήσω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ μουσικὴ καὶ οἱ ἑρμηνεῖες τῶν μονωδῶν μὲ συνεπῆραν τόσο πολὺ ποὺ δὲν ἔδωσα ἰδιαίτερη σημασία στὴν ὑπόθεση τοῦ ἔργου. Τὰ ἔργα τοῦ Βέρντι ἀπὸ τὶς ὄπερες μέχρι τὸ requiem του εἶναι μοναδικὰ καθὼς διακατέχονται ἀπὸ ἕναν ἐπικὸ τόνο ποὺ συνεπαίρνει τὸν ἀκροατή.

Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης. www.akriviadis.gr

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων