«

»

Μαρ 30 2012

Νικόλας Σπανός, ένας άνθρωπος με φωνή αγγέλου

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΙΩΑΝΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ-ΔΟΥΚΟΥΜΕ.

Ο Νικόλας Σπανός είναι ένας Έλληνας καλλιτέχνης ο οποίος διαθέτει μία εξαιρετικά σπάνια φωνή, αυτή του κόντρα τενόρου. Από το 2006 είναι ιδρυτής και διευθυντής του φωνητικού συνόλου «Τρισεύγενη Καλοκύρη». Έχει διακριθεί για τη συμμετοχή του σε όπερες αλλά και σε ορατόρια και ρεσιτάλ. Τόσο ο ελληνικός όσο και ο διεθνής Τύπος έχουν αναφερθεί ευνοϊκότατα για τη φωνητική και σκηνική παρουσία του, με φράσεις όπως «μεγάλη αποκάλυψη», «τραγούδι μελωδικό και απαλό, αλλά χρωματισμένο με πάθος», «συγκινητική τρυφερότητα και υποδειγματική μουσικότητα», «εντυπωσιακή, άψογη τεχνική και εκφραστική καθαρότητα», «ηδύφωνος κόντρα τενόρος». Το γαλλικό περιοδικό όπερας “Opèra International” αναφέρεται στη φωνή του ως «αναπάντεχα δυνατή για το είδος» και μιλά για «μουσική ευτυχία», ενώ άλλο περιοδικό (L’opèra) εξαίρει το «γλυκό χρώμα, όμορφο legato και ικανότητα διάνθισης, τα οποία συμβαδίζουν με πειστική ηθοποιία». Αναφορές στον γερμανικό και ιταλικό Τύπο μιλούν για «γλυκειά φωνή γεμάτη έκφραση» και «μουσική ευφυία, η οποία προσφέρει άψογο έλεγχο στις τεχνικές του ικανότητες». Η εφημερίδα Washington Post τον αποκάλεσε «ασυνήθιστο κόντρα τενόρο». Έχει συνεργαστεί με νέους έλληνες συνθέτες τραγουδώντας έργα τους (Γ. Κουρουπός, Δ. Καμαρωτός, Κ. Σελαμσής, Γ. Κουμεντάκης) αλλά και ξένους (D. Soldier, M. Rosano), καθώς και με ορχήστρες όπως η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, η Δημοτική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, η Ορχήστρα των Χρωμάτων, η Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Δανίας, η Bach Sinfonia (Η.Π.Α.), καθώς και με μικρότερα σύνολα παλιάς μουσικής στην Ελλάδα και τις Η.Π.Α., οπως οι «Ex Silentio» και οι «Latinitas Nostra». «Ενας θαυμάσιος, παθιασμένος και αρρενωπός Αρσαμένης», συμμετείχε στην όπερα του G. F. Händel “Ξέρξης” στην Εθνική Λυρική Σκηνή τον Ιανουάριο του 2002 (και το Δεκέμβριο του 2003 σε επανάληψη), ενώ τον Οκτώβριο του 2002 εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών συμμετέχοντας στην όπερα του Richard Strauss “Die Frau ohne Schatten” (“Η γυναίκα δίχως σκιά”, ρόλος “Der Hüter der Schwelle”) δίπλα σε ονόματα διεθνούς εμβελείας όπως ο Michael Schønwandt, η Inga Nielsen, η Eva Marton και η Marilyn Zschau. Επίσης, τον ίδιο μήνα εμφανίστηκε στο Μέγαρο Αθηνών, συμμετέχοντας στο Gala των υποτρόφων του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής». Τον Ιανουάριο του 2003 ερμήνευσε το ρόλο του Ruggiero στην όπερα “Orlando Furioso” του A.Vivaldi, στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ενώ τον Ιούλιο του ίδιου έτους εμφανίστηκε ως Φιλοκτήτης στην όπερα του Händel “Oreste” (παραγωγή Νομαρχίας Κορίνθου) στην αρχαία Κόρινθο (σε επανάληψη, Ιανουάριος 2004, Ε.Λ.Σ.). Συμμετείχε επίσης στην ηχογράφηση της όπερας αυτής στη Γερμανία από τη δισκογραφική εταιρεία MDG. Τον Μάρτιο του 2004 συμμετείχε στην όπερα του Györgi Ligeti “Le Grand Macabre” στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ερμηνεύοντας το ρόλο του Πρίγκηπα ΓκοΓκό. Ακολούθησε κατόπιν ο πρίγκηψ Ορλόφσκυ στη «Νυχτερίδα» του J. Strauss στην Εθνική Λυρική Σκηνή και στην Όπερα Θεσσαλονίκης. Το 2006 ενσάρκωσε τον Ταμερλάνο στην ομώνυμη παραγωγή της όπερας του Händel από το Φεστιβάλ Αθηνών, ενώ το 2007 τραγούδησε το μέρος του ακολούθου (Page) στη «Σαλώμη» του R. Strauss, παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Τον Σεπτέμβριο του 2011 τραγούδησε στο Carmina Burana του Carl Orff μαζί με τον Μάριο Φραγκούλη και τη Λουκία Σπανάκη σε διεύθυνση Λουκά Καρυτινού.

Για όλους τους παραπάνω ρόλους έχει αποσπάσει θερμές κριτικές από τον ελληνικό αλλά και τον διεθνή Τύπο. Το Νοέμβριο του 2002 βραβεύτηκε από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής με Τιμητική Διάκριση ως «καλύτερος νέος τραγουδιστής της χρονιάς» για την ερμηνεία του στο ρόλο του Αρσαμένη («Ξέρξης»). Οι ρόλοι που έχει τραγουδήσει περιλαμβάνουν επίσης το Νέρωνα στη «Στέψη της Ποππαίας» του Claudio Monteverdi καθώς και τον Ορφέα στην όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Christoph W.Gluck, όπως και αρκετούς ρόλους σύγχρονων συνθετών. Το οπερατικό του ρεπερτόριο κυμαίνεται από το πρώιμο Baroque μέχρι και ρόλους σε έργα 20ού αι., γραμμένους για τη συγκεκριμένη φωνή, όπως ο ρόλος του Oberon στο έργο του Benjamin Britten “Midsummer Night’s Dream”.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος τον ακούσει να τραγουδά θα μείνει άναυδος. Εμένα πάντως με έπεισε ότι οι άγγελοι κατεβαίνουν στη γη. Στις 11 Απριλίου (Μεγάλη Τετάρτη), στις οκτώ το βράδυ τραγουδάει στην Εθνική Λυρική Σκηνή τὸ Stabat Mater του Antonio Vivaldi. Τον ευχαριστώ θερμά για τη συνέντευξη που μου έδωσε για την εφημερίδα του σχολείου και του εύχομαι να μαγεύει πάντα το κοινό του.

ΕΡ. Πόσα χρόνια ασχολείστε με τη μουσική;

ΣΠ. Ανεπισήμως, όλη μου τη ζωή, επισήμως εδώ και 18 χρόνια, επαγγελματικά όμως 12 χρόνια τώρα.

ΕΡ. Πού μεγαλώσατε;

ΣΠ. Δεν νομίζω πως μεγάλωσα ακόμη! Ως παιδί, έζησα στις Σέρρες μέχρι τα 12 μου, κατόπιν στην υπέροχη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία δύο χρόνια ζω στη Βιέννη της Αυστρίας.

ΕΡ. Η πρώτη ενασχόλησή σας με τη μουσική ήταν πρωτοβουλία των γονέων σας ή δική σας;

ΣΠ. Στην ηλικία των τεσσάρων είναι δύσκολο να το αποκαλέσει κάποιος “πρωτοβουλία”, θα έλεγα πως ήταν περισσότερο ένστικτο εκ μέρους μου. Πήγαινα σε σπίτια φίλων όπου υπήρχε πιάνο και έπαιζα ό,τι άκουγα με το αυτί μόνον, χωρίς να γνωρίζω καθόλου θεωρία ή νότες. Οι γονείς δεν το πολυπήραν στα σοβαρά, αλλά τελικά το αντιλήφθηκαν εν μέρει – και λέω εν μέρει, διότι με στείλανε μεν στο ωδείο, αλλά όχι για να μάθω πιάνο, όπως ήθελα, αλλά ακορντεόν.

ΕΡ. Από ποια ηλικία αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το τραγούδι;

ΣΠ. Ήμουν ήδη είκοσι ετών. Νωρίτερα δεν έχει πολύ νόημα, μια και η φωνή στα αγόρια πρέπει να ολοκληρώσει τη μεταφώνηση ώστε να σταθεροποιηθεί.

ΕΡ. Τι σπουδές έχετε κάνει;

ΣΠ. Αρχικά τελείωσα όλα τα θεωρητικά της μουσικής στο ωδείο, πήρα τα πτυχία αρμονίας και αντίστιξης και ξεκίνησα τη φούγκα, παράλληλα είχα ξεκινήσει ήδη το πιάνο, όπως ήθελα, αλλά με το τραγούδι η ενασχόλησή μου υπήρξε μάλλον τυχαία. Μέσω ωδείου συμμετείχα υποχρεωτικά σε μια χορωδία όπερας στη Θεσσαλονίκη, με την οποία ανεβάστηκε το έργο “Διδώ και Αινείας” του Purcell. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με την όπερα. Έτσι ξεκίνησα να μελετώ τραγούδι, πρώτα με την Ελένη Λιώνα και έπειτα, κατόπιν υποδείξεως της ίδιας, με τον Άρη Χριστοφέλλη. Μέσα σε 4 χρόνια έδωσα εξετάσεις στην Αμερική, στο University of Maryland, όπου με πήραν με υποτροφία στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Εκεί σπούδασα δυο χρόνια στο Opera Studio και αποφοίτησα με Master’s στην ειδίκευση Opera Performance.

ΕΡ. Υπήρξε κάποιο άτομο που σας έκανε να θέλετε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο επάγγελμα;

ΣΠ. Υπήρξαν πρόσωπα – πρότυπα στην έλξη μου προς τη μουσική, αλλά η αλήθεια είναι πως πάντοτε με γοήτευε ο ήχος αφ’ ενός του πιάνου, αφ’ ετέρου της φωνής και της ορχήστρας. Η μητέρα μου τραγουδούσε πάντοτε στο σπίτι με μια εξαιρετικά εύκολη, αν και ανεκπαίδευτη φωνή. Από εκεί πήρα τα πρώτα ακούσματα. Πρέπει όμως να πω ότι δεν είχα στο μυαλό μου πως θα γινόμουν επαγγελματίας μουσικός.

ΕΡ. Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που αποτελεί πρότυπο για εσάς;

ΣΠ. Όταν ξεκίνησα το τραγούδι, είχα ως πρότυπο τους υπέροχους δασκάλους μου, την Ελένη και κατόπιν τον Άρη. Σημαντική θέση επίσης είχε πάντοτε ο David Daniels, ένας πολύ γνωστός κόντρα τενόρος, μεταξύ άλλων, καθώς και οι περισσότεροι μεγάλοι τραγουδιστές του παρελθόντος. Ανέκαθεν εύρισκα ευχαρίστηση στη φωνή της Κάλλας.

ΕΡ. Διαθέτετε μία σπάνια έκταση αντρικής φωνής, αυτή του controtenore. Πιστεύετε ότι το να έχετε τη συγκεκριμένη έκταση σας άνοιξε παραπάνω πόρτες ή σας δυσκόλεψε; Αν διαθέτατε την έκταση basso, ένα είδος φωνής δηλαδή πιο συνηθισμένο, νομίζετε θα παίρνατε πιο πολλούς ρόλους σε όπερες;

ΣΠ. Καλή ερώτηση. Κατ’ αρχάς, η οποιαδήποτε απάντηση μπορεί να δοθεί μόνον σε υποθετική βάση, εντούτοις είναι αλήθεια πως το ρεπερτόριο που κυριαρχεί σήμερα δεν προσφέρει πολλές ευκαιρίες στη δική μας φωνή. Από την άλλη, υπάρχουν όμως πολύ λιγότεροι κόντρα τενόροι σε αναλογία προς άλλα είδη φωνών. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς βέβαια πως οι περισσότερες όπερες που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα, γράφτηκαν στην περίοδο του Μπαρόκ, κυρίως με καστράτο πρωταγωνιστές. Δυστυχώς, το Μπαρόκ σήμερα δεν πολυμιλάει στο κοινό, ειδικά δε στην Ελλάδα. Ο χώρος είναι εκ φύσεως δύσκολος και δυσκολεύει διαρκώς, ειδικά από τη στιγμή που η όπερα εντάχθηκε στους κανόνες της show business. Επομένως, η απάντηση μου είναι πως, δε νομίζω πως έχει σημασία το είδος της φωνής μου (ούτως ή άλλως αυτήν έχω), αλλά η δυσκολία έγκειται σε άλλους τομείς.

ΕΡ. Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στην αρχή της επαγγελματικής σας πορείας; Κι αν ναι, τότε ποιές ήταν αυτές;

ΣΠ. Δεν μπορώ να πω ότι δυσκολεύτηκα στην αρχή, αλλά αργότερα τα πράγματα, λόγω των οικονομικών συγκυριών της Ελλάδος αρχίσανε να δυσχεραίνουν προοδευτικά, με τελική κατάληξη τη μετακόμισή μου στο εξωτερικό ώστε να ανοίξουν περισσότερο οι προοπτικές εργασίας. Το κωμικό της υπόθεσης είναι πως, από τη στιγμή που μετακόμισα στην Αυστρία, εργάζομαι περισσότερο από πριν στην Ελλάδα.

ΕΡ. Έχετε αρκετό χρόνο για να ασχοληθείτε και με την καριέρα σας αλλά και με την προσωπική σας ζωή; Υπάρχουν στιγμές που νοιώθετε πως λόγω του επαγγέλματός σας δεν έχετε αρκετό χρόνο ώστε να ασχοληθείτε με τους δικούς σας ανθρώπους;

ΣΠ. Φροντίζω πάντοτε να έχω χρόνο για τους ανθρώπους. Ήσαν και θα είναι πάντοτε σημαντικό κεφάλαιο και προτεραιότητα στη ζωή μου. Η δουλειά, βεβαίως, είναι σημαντική και μας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό, ειδικά μια δουλειά που άπτεται της τέχνης. Αλλοίμονο, όμως, αν εξαιτίας της οποιασδήποτε δουλειάς, χάσουμε τις σχέσεις μας. Χωρίς σχέσεις δεν υπάρχει πραγματική ζωή, φρονώ.

ΕΡ. Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχει δώσει κανείς;

ΣΠ. «Χρόνου φείδου». Δεν τα καταφέρνω πάντοτε όμως.

ΕΡ. Ποια είναι τα μελλοντικά σας όνειρα όσον αφορά την εργασία σας;

ΣΠ. Ελπίζω να τραγουδώ πάντοτε καλύτερα από χτες, να υπηρετώ πάντοτε τη Μουσική χωρίς εγωισμό και αλαζονεία και να ’χω θετική επίδραση σε όσους με ακούνε. Είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα για μένα, όταν κάποιος καταφέρει, μέσα από το τραγούδι μου, να καλυτερεύσει έστω στο ελάχιστο τον εαυτό του.

ΕΡ. Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο που θέλει να ασχοληθεί συγκεκριμένα με το κλασικό τραγούδι;

ΣΠ. Δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να δώσω συμβουλές. Εντούτοις, θα έλεγα πως δεν υπάρχει ομορφότερο πράγμα από το να τραγουδάει κανείς και αξίζει τον κόπο. Σε επαγγελματικό επίπεδο όμως, είναι μια δουλειά που σε γεμίζει μεν πολύ, αλλά θέλει και πολύ γερά νεύρα. Όλοι μπορούμε να τραγουδήσουμε, αλλά δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι για επαγγελματίες τραγουδιστές. Ακόμη κι αν είναι της μόδας.

Πηγές:

http://www.nicholas-spanos.com/index.php?option=com_frontpage&Itemid=1
http://www.nationalopera.gr/index.php?view=details&id=172%3A-&option=com_eventlist&Itemid=41&lang=el

2 comments

  1. motsenigos

    Πολύ όμορφο, κατατοπιστικό και πλήρες το άρθρο, συγχαρητήρια!

  2. Ἰωάννα Ἀλεξοπούλου

    Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων