«

»

Ιαν 31 2012

Η όπερα «Faust» στο Μέγαρο Μουσικής

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΙΩΑΝΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ-ΔΟΥΚΟΥΜΕ.

Στὶς 29 Ἰανουαρίου παρευρέθηκα στὸ Μέγαρο Μουσικῆς, ὅπου παρακολούθησα τὴν ὄπερα «Faust», μουσικὸς συνθέτης τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Charles Gounod. Τὸ λιμπρέτο εἶναι τῶν Jules Barbier καὶ Michel Carre καὶ εἶναι βασισμένο στὸ ὁμώνυμο δρᾶμα τοῦ Goethe. Τὸ ἔργο ἀποτελεῖται ἀπὸ 5 πράξεις καὶ εἶναι γραμμένο στὰ γαλλικά. Ἡ συγκεκριμένη ὄπερα ἔχει νὰ παρουσιαστεῖ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’90. Ἦταν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες παραγωγὲς τῆς Λυρικῆς Σκηνῆς γιὰ φέτος καὶ πραγματοποιήθηκαν ὀκτὼ παραστάσεις, ἀπὸ τὶς 20 ἕως καὶ τὶς 29 Ἰανουαρίου.

Εἶχα ἀναζητήσει νὰ βρῶ εἰσιτήρια μία ἐβδομάδα πρὶν τὴν πρεμιέρα, ὅλα ὅμως εἶχαν ἐξαντληθεῖ. Μία ὥρα πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς τελευταίας παράστασης, στὶς 29 τοῦ Γενάρη, τηλεφώνησα στὸ Μέγαρο καὶ γιὰ καλή μου τύχη, μοῦ εἶπαν ὅτι ὑπῆρχαν μερικὰ φοιτητικὰ εἰσιτήρια καὶ ἂν ἔφτανα ἐκεῖ λίαν συντόμως θὰ προλάβαινα νὰ κλείσω εἰσιτήριο. Ἔτσι λοιπὸν ἑτοιμάστηκα γρήγορα καὶ πήρα ἕνα ταξί. Σὲ λιγότερο ἀπὸ μισὴ ὥρα εἶχα φτάσει στὸ Μέγαρο καὶ κρατοῦσα τὸ εἰσιτήριο στὰ χέρια μου. Θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρω ὅτι ἐντυπωσιάστηκα ἀπὸ τὴν ἄριστη ἐξυπηρέτηση τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Μεγάρου ἂν καὶ δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ παρευρισκόμουν ἐκεῖ.

Στὶς 20.00 εἶχα ἤδη καθίσει στὴ θέση μου ἀναμένοντας νὰ ξεκινήσει ἡ παράσταση. Τὰ φῶτα ἔσβησαν καὶ ἡ μαγεία ἄρχισε.

Στὴν πρώτη σκηνὴ βλέπουμε τὸν ἡλικιωμένο καθηγητὴ Φάουστ νὰ κάθεται μόνος σὲ μία παλιὰ αἴθουσα διδασκαλίας, καὶ πιστεύοντας πὼς ἡ ζωή του δὲν ἔχει πιὰ νόημα νὰ ἑτοιμάζεται νὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει. Ξαφνικὰ ἐμφανίζεται μπροστά του ὁ διάβολος μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Μεφιστοφελῆ. Ὁ Μεφιστοφελὴς χαρίζει στὸν Φάουστ τὴ νιότη μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ψυχή του. Ὁ Φάουστ εἶναι καὶ πάλι νέος καὶ ἀναζητάει τὸν ἔρωτα στὸ πρόσωπο τῆς Μαργαρίτας, τῆς ἀδερφῆς ἑνὸς στρατιώτη, τοῦ Βαλεντίνου. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κιόλας τοῦ ἔργου ἔχουμε σύγκρουση ἀνάμεσα σὲ Φάουστ, Μεφιστοφελὴ μὲ Βαλεντίνο ὅταν οἱ δύο πρώτοι ἐμφανίζονται ξαφνικὰ σὲ ἕνα δεῖπνο στρατιωτικῶν καὶ προσπαθοῦν μὲ τὴ δύναμη τοῦ κακοῦ νὰ κυριεύσουν τὸ πλῆθος. Ὁ Βαλεντίνος ὅμως βγάζει ἕναν σταυρὸ καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου καταφέρνει, μαζὶ μὲ τὴ συμβολὴ τῶν ὑπολοίπων, νὰ διώξει τὸν διάβολο. Ὁ Φάουστ συναντάει γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ἔρωτα τῆς ζωῆς του, τὴ Μαργαρίτα, σὲ ἕνα χορὸ ὅπου τῆς προτείνει νὰ στηριχτεῖ στὸν ὦμο του. Ἐκείνη ὅμως ἀρνεῖται λέγοντας πὼς οὔτε ὄμορφη εἶναι οὔτε ἔχει βασιλικὴ καταγωγὴ καὶ φεύγει. Ὁ Φάουστ ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὴν ταπεινότητά της καὶ τὴν ἐρωτεύεται ἀκόμα περισσότερο. Ἡ Μαργαρίτα μαζεύει ἄνθη μέσα στὸ καλάθι της ἀπὸ τὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ της ὅταν ξαφνικὰ ἀνακαλύπτει ἕνα κουτὶ μέσα στὸ ὁποῖο βρίσκονται κοσμήματα ποὺ στὴ ζωή της ὅμοια δὲν εἶχε ξαναδεῖ. Τὰ κοσμήματα δὲν τῆς τὰ ἔχει χαρίσει ἄλλος παρὰ ὁ Φάουστ ὁ ὁποῖος μὲ κάθε τρόπο προσπαθεῖ νὰ τὴν κερδίσει. Τελικὰ ὁ Φάουστ καὶ ἡ Μαργαρίτα ζοῦν μαζὶ τὸν ἔρωτά τους. Ὅταν ὁ ἀδελφός της μαθαίνει ὅτι ἡ ἀδελφή του ἔχασε τὴν τιμή της προσπαθεῖ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν τιμή του ξιφομαχώντας μὲ τὸν Φάουστ. Ὁ Βαλεντίνος τελικὰ σκοτώνεται καὶ λίγο πρὶν πεθάνει καταριέται τὴν ἀδελφή του. Ἡ Μαργαρίτα στὸ τέλος τοῦ ἔργου ἀπαρνιέται τὸν ἔρωτά της γιὰ τὸν Φάουστ, μετανοεῖ καὶ πεθαίνοντας ἐπιστρέφει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐντυπωσιακὸ ἦταν ἐπίσης τὸ μπαλέτο τῆς Βαλπούργιας νύχτας.

Τολμῶ νὰ ὁμολογήσω πὼς ἐξαιρετικὴ παράσταση ὅσο αὐτὴ στὴ μέχρι τώρα, μικρὴ ὁμολογουμένως, ζωή μου δὲν εἶχα ξαναπαρακολουθήσει. Γιὰ τί νὰ πρωτομιλήσω; Γιὰ τὴν ἄρτια προετοιμασμένη χορωδία καὶ ὀρχήστρα τῆς Λυρικῆς Σκηνῆς; Γιὰ τὶς ἑρμηνεῖες τῶν σολὶστ ποὺ μὲ καθήλωσαν ἢ μήπως γιὰ τὶς ἀπίστευτες χορογραφίες, καὶ τὸ μπαλέτο τῆς Ε.Λ.Σ;

Ἡ σκηνοθεσία καὶ οἱ χορογραφίες ἦταν τοῦ Ἰταλοῦ Renato Zanella καὶ τά, ἐπίσης ἐντυπωσιακά, σκηνικὰ τοῦ Alessandro Camera.

Στὴ διανομὴ ποὺ παρακολούθησα τὸν Faust ἑρμήνευσε ὁ Ἀμερικάνος Eric Cutler, τὴ Μαργαρίτα ἡ Ἑλληνίδα soprano Ἀλεξία Βουλγαρίδου, τὸν Μεφιστοφελὴ ὁ Γεωργιανὸς basso Paata Burtschuladse, τὸν Βαλεντίνο ὁ Ζακυνθινὸς baritono Διονύσης Σούρμπης, τὸν Wagner ὁ Δημήτρης Κασιούμης, τὸν Ζιμπὲλ ἡ Γεωργία Ἡλιοπούλου καὶ τὴν Μάρθα ἡ Ἀγγελικὴ Καθαρίου.

Τὴ διεύθυνση τῆς χορωδίας ἀνέλαβε ὁ Νῖκος Βασιλείου ἐνὼ τὴν ὀρχήστρα διηύθυνε ὁ Μύρωνας Μιχαηλίδης.

Μέσα στὴ μαύρη νύχτα τῆς Ἑλλάδας τοῦ σήμερα, φωτεινὲς ἀχτίδες, σὰν αὐτές, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἐλπίδα παραμένει ἀκόμα ζωντανὴ καὶ διαψεύδουν κάποιους ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ μόνο γιὰ τὸ ὁποῖο μποροῦν νὰ περηφανεύονται οἱ Ἕλληνες σήμερα εἶναι ὁ ἀρχαῖος τους πολιτισμός.

Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων