Κατσούρμπος του Γεώργιου Χορτάτση

Διαβάζουμε στη Βικιπαίδεια για τη δομή και την υπόθεση του έργου

Το έργο έχει την κλασική δομή της λόγιας ιταλικής κωμωδίας (commedia erudita), δηλαδή πρόλογο και πέντε πράξεις. Τηρείται η απαραίτητη για το νεοκλασικό δράμα ενότητα χώρου, τόπου και χρόνου. Το έργο διαδραματίζεται στο Κάστρο (Ηράκλειο) στη διάρκεια μιας ημέρας, από νωρίς το πρωί έως το βράδυ. Μέχρι την αρχή της πρώτης πράξης έχουν παρουσιαστεί τα βασικά πρόσωπα και έχει εκτεθεί η κατάσταση. Στις επόμενες πράξεις η υπόθεση περιπλέκεται και στο τέλος της τέταρης πράξης εμφανίζονται σταδιακά τα μέσα για την επίλυση της υπόθεσης. Κεντρικά πρόσωπα είναι δύο νέοι, ο Νικολός και η Κασσάντρα, η θετή μητέρα της Κασσάντρας, η «πολιτική» (εταίρα) Πουλισένα, ο γερο-Αρμένης και ο πατέρας του Νικολού Γιάκουμος. Επίσης εμφανίζονται και τα τυπικά πρόσωπα της λόγιας ιταλικής κωμωδίας˙ ο «μπράβος» Κουστουλιέρης είναι ο τύπος του καυχησιάρη αλλά δειλού στρατιωτικού. Συχνά καμαρώνει για τις πολεμικές του ικανότητες και τα κατορθώματά του, αλλά στην πράξη γελοιοποιείται και από τον δούλο του και από τον Δάσκαλο, ενώ είναι άτυχος και στην ερωτική του ζωή, αφού η Πουλισένα τον διώχνει χωρίς να φοβηθεί τις απειλές του. Ο Δάσκαλος φοράει μπαλωμένα ρούχα, με αποτέλεσμα να τον περάσουν για ζητιάνο. Του αρέσει να δίνει συμβουλές και να χρησιμοποιεί στην ομιλία του ιταλικά και λατινικά με αποτέλεσμα να μην γίνεται κατανοητός και να δημιουργούνται συχνά παρεξηγήσεις. Οι «ρουφιάνες» γειτόνισσες Αννέζα και Αρκολιά είναι τυποποιημένες μορφές της ιταλικές κωμωδίας, όπως και οι υπηρέτριες («φαμέγιες») Αννούσα και Αννίτσα. Οι υπηρέτες παρουσιάζονται τέλος με τυποποιημένες μορφές: ο Κατσάραπος είναι ο «φαγάς», εμφανίζεται στη σκηνή πεινασμένος ή μεθυσμένος, με το μυαλό του στο φαγητό και συχνά ξεχνάει τις εντολές του αφεντικού του. Ο Μούστρουχος είναι ο πονηρός και κλέφτης, που με διάφορες μικροαπατεωνιές κερδίζει χρήματα. Ο Κατσούρμπος χαρακτηρίζεται ως «ριδικολόζος» (κωμικός). Οι εμφανίσεις του και τα λόγια του συχνά προκαλούν γέλιο. Το σκηνικό απεικονίζει «χώρα με πόρτες και στενά» και το παράθυρο της Πουλισένας.

Υπόθεση είναι ο έρωτας του Νικολού και της Κασσάντρας. Εμπόδιο στο γάμο είναι η θετή μητέρα της κοπέλας, που προσπαθεί να την κάνει ερωμένη του γέρο-Αρμένη. Ο Νικολός προσπαθεί να παρεμποδίσει τη σχέση, με τη βοήθεια της Αρκολιάς. Εξαιτίας όμως της άλλης ρουφιάνας, της Αννέζας, φανερώνονται τα σχέδια στη γυναίκα του Αρμένη και στον πατέρα του Νικολού. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι η Κασσάνδρα είναι κόρη του Αρμένη, που την είχαν αρπάξει οι Τούρκοι, και έτσι οι δύο νέοι είναι ελεύθεροι να πραγματοποιήσουν το γάμο τους.

Γύρω από την κύρια υπόθεση εμπλέκονται τα διάφορα κωμικά επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστούν ο μπράβος, ο Δάσκαλος και οι δούλοι. Αυτές οι κωμικές σκηνές είναι χαλαρά δεμένες με την εξέλιξη της υπόθεσης και αποτελούν τυπικό στοιχείο της ιταλικής αλλά και της κρητικής κωμωδίας.

Αφήστε μια απάντηση