Του νεκρού αδελφού ( κρητική παραλλαγή)


Μια μάνα είχ’ εννιά τσι γιους και μια τη θυγατέρα,
Στα σκοτεινά την έλουγε, στο φέγγος τη χτενίζει,
Στο φεγγαράκι τ’ αργυρό τήνε σουραδοπλέκει.
Κι η γειτονιά δεν το ξερε πως είχε θυγατέρα
Και προξενιά τση μπέψανε από τη Σαλονίκη.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος  θέλει:
«Δως τηνε, μάνα, δως τηνε την Αρετή στα ξένα,
να’ χω κι εγώ παρηγοριά στα ξένα να γυρίζω».
«Κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να τήνε φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
«Δεν τηνε, δούδω, Κωνσταντή, την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να μου τη φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
μ’ αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
Και δούδει την η μάναν τση την Αρετή στα ξένα.
Τυχαίν’ ο χρόνος βίσεκτος, οι εννιά αδερφοί ποθαίνουν.
Και εις των οχτώ τα μνήματα βιόλες και μαντζιοράνες
Κι εις του καημένου Κωνσταντή στράτες και μονοπάτια.
Κι επέρασε κι η μάνα του κι αναθεμάτισέν τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα».
Και πάλι ξαναπέρασε κι αναθεμάτισέ τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξέριζες την Αρετή στα ξένα».
Το τόσο μυριανάθεμα ο Κωνσταντής βαρέθη,
Κάνει το μνήμαν τ’ άλογο και το λαζάρι σέλα
Και τα κιβουροχάλικα σκάλες και χαλινάρια.
Παίζει του μαύρουν του βιτσιά, στο Σαλονίκι φτάνει,
Βρίστει την κόρη στο χορό με τρεις παπαδοπούλες:
«Καλώς τονε τον Κωνσταντή που φέρνει το μαντάτο.
Αν είναι θλίψη, να θλιφτώ, κι αν είν’ χαρά, ν’ αλλάξω,
Κι αν είναι για το γάμο σου, ολόχρυσα να βάλω».
«Δεν είναι θλίψη να θλιφτείς μηδέ χαρά ν’ αλλάξεις
μηδέ και για το γάμο μου ολόχρυσα να βάλεις.
Η μάνα σου σ’ εζήτησε και θέλει σε να πάεις».
Απού τη χέρα την αρπά, στο μαύρο την καθίζει,
Παίζει βιτσιά τ’ αλόγου του, σαν τον αέρα πάει.
Και όντεν επερνούσανε κοντά στον Αι-Γιώργη,
Γροικά η κόρη μια μιλιά παράξενη και λέει:
«Για ιδέ κοράσιον όμορφον το σέρν’ αποθαμένος».
«Γροικάς το, Κωνσταντίνο μου, τ’ αηδόνι είντα λέει;»
«Γροικώ το, Αρετούσα μου, και το γνωρίζω κιόλας».
Και όντεν επερνούσανε στα μνήματ’ αποπάνω:
«Κατές τώρ’ , Αρετούσα μου, στο σπίτι μας να πάεις;
Γιατί χρωστώ τ’ Αγιού κερί, του μάκρους μου λαμπάδα».
«Κατέχω, Κωνσταντίνο μου, στο σπίτι μας να πάω,
μα γιάντα, αδερφάκι μου, μ’ αφήνεις εις το δρόμο;»
Η κόρη δεν επρόφταξε να πει ‘ναν άλλο λόγο
Κι ο Κωνσταντής εχάθηκε στη μέση τω μνημάτω.
Παίρνει την παραπόνεση, στο σπίτιν τση και πάει.
Βρίστει τσι πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά περατωμένα.
Φωνιάζει τση μανούλας τση ογιά να της ανοίξει.
«Αν είσ’ αέρας, πήγαινε, κι αν είς ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι».
«Αν εισ’ αέρας, πήγαινε, κι αν εις ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι»
«Δείξε τον αρραβώνα σου απού την κλειδωνιάστρα,
κι αν είσ’ η γι Αρετούσα μου, εγώ θα σε γνωρίσω».
Δείχνει τον αρραβώναν τση απού την κλειδωνιάστρα
Κι η μάναν τσ’ ώστε να το ιδεί άνοιξ’ ευτύς την πόρτα
Κι εσφιχταγκαλιαστήκανε κι ευτύς εξεψυχήσαν.


Αφήστε μια απάντηση