Το πρόγραμμα

Επιμορφωτικό πρόγραμμα εκμάθησης ‘Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ιστολογιών’

1.     Τίτλος – Διάρκεια

Το έργο αυτό έχει ως αντικείμενο την επιμόρφωση 1500 εκπαιδευτικών των ελληνικών σχολείων της Α’ βάθμιας και Β’ βάθμιας εκπαίδευσης στη διδακτική αξιοποίηση στην τάξη των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ). Ειδικότερα, η Πράξη αυτή αφορά την εξοικείωση των εκπαιδευτικών με τη δημιουργία και διαχείριση Ιστολογίων (blogs), καθώς και την αξιοποίησή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Το έργο εντάσσεται στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση 2007 -2013», Άξονας 7 , 8 και 9 και συγχρηματοδοτείται από το Ε.Κ.Τ (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και το Ελληνικό Δημόσιο.

Το εν λόγω πρόγραμμα προβλέπεται να διαρκέσει 24 διδακτικές ώρες (2×3 ώρες x 4 εβδομάδες).

2.     Προφίλ Φορέα Υλοποίησης – Ταυτότητα

ΙΝ. ΕΠ. – ΕΚΔΔΑ

Αποστολή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπό την εποπτεία του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (π.δ. 356/1997 – Α’ 240), αποτελεί ο διαρκής εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, κεντρικής και περιφερειακής, του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης της α’ και β’ βαθμίδας, με την άσκηση στρατηγικών δράσεων ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού της, μελέτης των δομών και των διαδικασιών της, καθώς και της υποστήριξης μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων των μέσων και μεθόδων της λειτουργίας της.

Το Ε.Κ.Δ.Δ.Α. υλοποιεί δράσεις των Ε.Π. «Απασχόληση – Επαγγελματική Κατάρτιση», Κοινωνία της Πληροφορίας», «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-13». Οι δράσεις του χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό κοινωνικό ταμείο και από Εθνικούς Πόρους.

Τα Προγράμματα του Π.ΙΝ.ΕΠ. καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα θεμάτων, που εκτείνεται σε πεδία όπως το Δημόσιο Management, τα Ευρωπαϊκά και Διεθνή Θέματα, το Χωροταξικό, Πολεοδομικό Οικονομικό και Περιβαλλοντικό Σχεδιασμό, τον Πολιτισμό, την εκπαίδευση Διευθυντικών Στελεχών, τις Ξένες Γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά) και την Πληροφορική. Αποτελείται από το κεντρικό τμήμα το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα και τα Περιφερειακά τμήματα.

Τα Περιφερειακά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης (Π.ΙΝ.ΕΠ.) λειτουργούν ως περιφερειακές μονάδες του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.

Ο ρόλος τους είναι τόσο η Εισαγωγική, όσο και η Συνεχής Εκπαίδευση και Επιμόρφωση του προσωπικού των Δημοσίων Υπηρεσιών της γεωγραφικής περιφέρειας στην οποία αναπτύσσουν τις δράσεις τους, με σκοπό την ανάπτυξη ικανών στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης με εξειδικευμένη επαγγελματική κατάρτιση και σύγχρονο πνεύμα προσέγγισης των διοικητικών θεμάτων, προκειμένου να επιτυγχάνονται τα καλύτερα πρακτικά αποτελέσματα με την αντίστοιχη εργασιακή συμπεριφορά.

Περιφερειακά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης 

Για την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης διοργανώνει πιστοποιημένα επιμορφωτικά προγράμματα στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων επιμορφωτικών δράσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΠΑ 2007-13) και συγκεκριμένα από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007-13» (Πράξη 2.2).

Για την επίτευξη των στόχων του, το ΙΝ.ΕΠ. προβαίνει σε σειρά δράσεων όπως:

  • ανίχνευση εκπαιδευτικών αναγκών
  • διατύπωση μελέτης, επεξεργασίας και διατύπωσης προτάσεων για εκπαιδευτικές δράσεις στο χώρο της δημόσιας διοίκησης
  • μελέτη, σχεδιασμό και διατύπωση προτάσεων επί της εκπαιδευτικής διαδικασίας των επιμορφωτικών προγραμμάτων και ιδιαιτέρως για τα θέματα που αφορούν την αξιολόγηση, τη πιστοποίηση και το εκπαιδευτικό υλικό,
  • Υλοποιεί διατομεακά επιμορφωτικά προγράμματα, μέσω των περιφερειακών ΙΝ.ΕΠ.
  • Αξιολογεί αιτήματα φορέων και σχετικών προτάσεων υλοποίησης επιμορφωτικών δράσεων.
  • Λειτουργεί μέσω στοχοθεσίας
  • Κάνει επιλογή εισηγητών και επιμορφωτών βάσει κριτηρίων και τους κατατάσσει σε μητρώο επιμορφωτών βάσει μορίων.
  • Συνεργάζεται με φορείς του Δημόσιου Τομέα, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ιδιαίτερα με τις μονάδες εκπαίδευσης των φορέων αυτών, με στόχο την ανίχνευση και καταγραφή εκπαιδευτικών αναγκών, τη σχεδίαση και την υλοποίηση δράσεων επιμόρφωσης.
  • Διαμορφώνει προτάσεις για την ανάπτυξη επιμορφωτικών δράσεων
  • Κατέχει μηχανισμούς αξιολόγησης του διδακτικού προσωπικού και των επιμορφούμενων
  • Κατέχει μηχανισμούς πιστοποίησης των επιμορφωτικών προγραμμάτων και των επιμορφούμενων
  • Κάνει προτάσεις για βελτίωση της αποτελεσματικότητας των επιμορφωτικών δράσεων.
  • Αναπτύσσει εκπαιδευτικό υλικό και εκπαιδευτικό λογισμικό

Ε.Α.Ι.Τ.Υ

Το Ερευνητικό Ακαδημαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών (Ε.Α.Ι.Τ.Υ.) ιδρύθηκε με την ονομασία Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών το 1985 με έδρα την Πάτρα, ως ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εποπτευόμενο από την ΓΓΕΤ (με το Προεδρικό Διάταγμα 9/1985).

Από το 1992 εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας & Θρησκευμάτων και διαθέτει διοικητική, οικονομική και επιστημονική αυτοτέλεια. Με το άρθρο 2 του Ν. 2909/2001, ο οποίος διέπει τη λειτουργία του, μετονομάστηκε σε Ερευνητικό Ακαδημαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών (Ε.Α.Ι.Τ.Υ.).

Σύμφωνα με το θεσμικό καθεστώς λειτουργίας του, διοικείται από Διευθυντή και 9μελές Διοικητικό Συμβούλιο. Επιχειρησιακά λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τον ιδιωτικό τομέα.

Οι σκοποί του Ε.Α.Ι.Τ.Υ., όπως θεσμικά ορίζονται, είναι:

  • Η διεξαγωγή βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στην τεχνολογία λογικού και υλικού υπολογιστών, τα δίκτυα και τις κοινωνικές, οικονομικές και άλλες επιπτώσεις της Κοινωνίας της Πληροφορίας (ΚτΠ)
  • Ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών
  • Η στήριξη της εκπαίδευσης και κάθε μορφής κατάρτισης σε σχέση με τις Τεχνολογίες Πληροφορικής & Επικοινωνιών, καθώς και την ΚτΠ
  • Η ανάπτυξη τεχνολογίας και η μεταφορά τεχνογνωσίας
  • Η παροχή συμβουλευτικών, σχεδιαστικών και διαχειριστικών υπηρεσιών ειδικότερα προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και γενικότερα προς το δημόσιο, φυσικά και νομικά πρόσωπα και τους κοινωνικούς φορείς, σε θέματα μετάβασης της χώρας στην ΚτΠ

Στόχος του οργανισμού είναι η συμμετοχή του στις θεσμοθετημένες εθνικές και ευρωπαϊκές ερευνητικές προσπάθειες, η δραστηριοποίηση του στην βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, το υψηλό επίπεδο αφομοίωσης της διεθνούς τεχνογνωσίας, η συνεχής επιστημονική και ερευνητική πρόοδος του ανθρώπινου δυναμικού του και ο προσανατολισμός της διεξαγόμενης από αυτό έρευνας στις συγκεκριμένες τεχνολογικές ανάγκες της χώρας.

Για την επίτευξη των στόχων του, το ΕΑΙΤΥ αναπτύσσει συνεργασίες με φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Συνδέεται δε με στενούς δεσμούς με την ακαδημαϊκή κοινότητα της χώρας. Στο ΔΣ του εκπροσωπούνται 4 Ελληνικά Πανεπιστήμια.

Ακόμη μπορεί να ιδρύει παραρτήματά του στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, να λαμβάνει δάνεια και να χορηγεί μεταπτυχιακές ή μεταδιδακτορικές υποτροφίες.

Η επιτυχημένη πορεία του οργανισμού πιστώνεται στα στελέχη και το προσωπικό του, με πρώτους στην ιεραρχία τους διατελέσαντες διευθυντές, που έθεσαν τα θεμέλια της ανάπτυξης ενός σύγχρονου ερευνητικού ιδρύματος στην ελληνική περιφέρεια.

Ο Τομέας Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας ιδρύθηκε με αντικείμενο την εισαγωγή και παραγωγική αξιοποίηση της πληροφορικής στην εκπαιδευτική δραστηριότητα καθώς και την εφαρμοσμένη έρευνα.

Ο Τ.Ε.Τ. στελεχώνεται με 30 άτομα, προσωπικό το οποίο διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική τεχνογνωσία και διαχειριστική εμπειρία που απαιτείται για μεγάλα έργα. Διευθυντής του Τ.Ε.Τ. είναι ο Δρ. Θεόδωρος Κομνηνός, Μηχανικός Η/Υ & Πληροφορικής.

Δραστηριότητα του Τομέα

  • Ο τομέας διαθέτει τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία σε θέματα:
  • Εκπαιδευτικής τεχνολογίας και παιδαγωγικής αξιοποίησης των ΤΠΕ στα σχολεία
  • Ανάπτυξης εκπαιδευτικού λογισμικού, ψηφιακού υλικού και δικτυακών υπηρεσιών
  • Προμήθειας, επίβλεψης, εγκατάστασης και παραλαβής υποδομών ευρείας κλίμακας (υπολογιστικά εργαστήρια και δίκτυα)
  • Εκπόνησης προδιαγραφών, σχεδίασης, σύνταξης και δημοσίευσης προκηρύξεων και παρακολούθησης της ανάπτυξης εκπαιδευτικού λογισμικού από άλλους οργανισμούς (ΑΕΙ, ΤΕΙ, Ινστιτούτα, εταιρίες, Μουσεία κλπ)
  • Εκτέλεσης ολοκληρωμένων πιλοτικών έργων μεσαίας κλίμακας που αξιοποιούν τις νέες διδακτικές μεθόδους με ΤΠΕ και συνδέονται με τη σχολική πράξη
  • Σχεδίασης και παρακολούθησης προγραμμάτων επιμόρφωσης εκπαιδευτικών

Στο πλαίσιο της υποστήριξης του ΥπΕΠΘ στην υλοποίηση του ΕΠΕΑΕΚ Β΄ ΚΠΣ, ο Τομέας επιμελήθηκε το σχεδιασμό, την τεχνική στήριξη και τη διαχείριση της Ενέργειας Οδύσσεια, η οποία ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Η Οδύσσεια αποτέλεσε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στην αξιοποίηση των ΤΠΕ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και περιελάμβανε α. δημιουργία υπολογιστικής και δικτυακής υποδομής σε 300 περίπου σχολικά εργαστήρια β. επιμόρφωση και υποστήριξη εκπαιδευτικών γ. παραγωγή εκπαιδευτικού λογισμικού.

Σήμερα ο Τομέας παρέχει υπηρεσίες τεχνικού και επιστημονικού συμβούλου στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας & Θρησκευμάτων, σε θέματα που σχετίζονται με την εφαρμογή και αξιοποίηση υπολογιστικών και δικτυακών τεχνολογιών στην εκπαίδευση καθώς και σε θέματα σχεδιασμού, οργάνωσης, διαδικασιών και υλοποίησης συναφών έργων και καινοτομικών αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την εκπαίδευση γενικότερα

2.1.          Στόχοι

  • Προετοιμασία των εκπαιδευτικών για τις προκλήσεις των «κοινωνιών της γνώσης και της πληροφορίας», ειδικότερα σε ότι αφορά την αξιοποίηση και χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στη διδακτική πράξη.
  • Καλλιέργεια νέων στάσεων απέναντι στη διαδικασία της μάθησης

3.     Τόπος Επιμόρφωσης

Η επιμόρφωση θα διεξαχθεί τόσο μέσω του  Κεντρικού  όσο και μέσω των  Περιφερειακών ΙΝ.ΕΠ. Συγκεκριμένα, θα επιμορφωθούν 500 εκπαιδευτικοί από την περιοχή της Αττικής μέσω του κεντρικού ΙΝ.ΕΠ. και 1000 (100 ανά περιφέρεια) εκπαιδευτικοί μέσω των  Περιφερειακών ΙΝ.ΕΠ. μετά από σχετική εκδήλωση ενδιαφέροντος. Σε περίπτωση που οι αιτήσεις υπερβαίνουν τον αριθμό θα διεξαχθεί κλήρωση.

3.1.          Τρόπος επιμόρφωσης

Το σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί με εξ αποστάσεως εκπαίδευση, μέσω ομαδικών Blogs τα οποία θα υποστηρίζονται από το ΕΑΙΤΥ στο sch.gr, όπου έχουν πρόσβαση και λογαριασμούς οι εκπαιδευτικοί. Οι εκπαιδευόμενοι θα χωριστούν σε ομάδες των 25 ατόμων. Κάθε ομάδα θα έχει έναν συντονιστή ο οποίος θα είναι κατά προτίμηση εξοικειωμένος με τις νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση.

Κάθε ομάδα θα αναλάβει ένας εκπαιδευτής, ο οποίος θα έχει κυρίως συμβουλευτικό και εμψυχωτικό ρόλο, καθώς και την ευθύνη να αναρτά στο blog της ομάδας σταδιακά το υλικό και τις δραστηριότητες, ανάλογα με την ανταπόκριση αλλά και τον τρόπο και ρυθμό μάθησης των εκπαιδευόμενων (προσθήκη-αναπροσαρμογή υλικού/δραστηριοτήτων). Είναι υπεύθυνος για την τακτή επικοινωνία και την ενεργό  συμμετοχή στο forum του προγράμματος. Επίσης ο εκπαιδευτής θα κατευθύνει, θα υποστηρίζει, θα ενθαρρύνει και θα δίνει οδηγίες και ανατροφοδότηση στους εκπαιδευόμενους και θα δημιουργεί θετικό κλίμα ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, μέσω email, forum, σχόλια στο blog.

Τέλος, ο εκπαιδευτής θα τους παροτρύνει για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος, ή ανάλογα με την πρόοδο των εκπαιδευόμενων, θα αναπροσαρμόζει το χρονοδιάγραμμα, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχία του προγράμματος ως προς τους στόχους του.

4.     Εκπαιδευτές

4.1.          Ορισμός

Βάσει του άρθρου 1593 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως[1] ως Εκπαιδευτής  Ενηλίκων ορίζεται ο επαγγελματίας, ο οποίος διαθέτει τα απαιτούμενα για την άσκηση του επαγγέλματός του τυπικά και ουσιαστικά προσόντα καθώς και τις απαραίτητες παιδαγωγικές γνώσεις και δεξιότητες για την προσέγγιση ενηλίκων καταρτιζομένων. Ο συνδυασμός των σύνθετων αυτών προσόντων τον καθιστά ικανό να συμμετέχει στον καθορισμό των μαθησιακών στόχων των προγραμμάτων κατάρτισης, να προσαρμόζει τους στόχους στις ανάγκες των καταρτιζομένων, να διευκολύνει τους καταρτιζόμενους στην απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων, να επιλέγει τις κατάλληλες εκπαιδευτικές μεθόδους, να διασφαλίζει την ενεργό συμμετοχή των καταρτιζομένων στην εκπαιδευτική διεργασία και τελικά να τους οδηγεί στους συμφωνημένους στόχους.

4.2.          Ρόλος

Ο ρόλος των εκπαιδευτών στην εκπαίδευση ενηλίκων είναι πολυσύνθετος και δεν αφορά τη μετάδοση γνώσης αποκλειστικά.  Από προμηθευτής γνώσης έχει μετατραπεί σε καθοδηγητή, που γνωρίζει πώς να αναπτύσσει την ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευομένων, την κριτική τους ικανότητα, τη μάθηση μέσω της πράξης και στηρίζει την αντίληψη ότι «η πιο χρήσιμη μάθηση είναι η μάθηση του πώς να μαθαίνεις».

Ο εκπαιδευτής ενηλίκων διαθέτει γνώσεις και δεξιότητες ώστε να μπορεί να πραγματοποιεί τα ακόλουθα:

  • Να σχεδιάζει και να οργανώνει προγράμματα κατάρτισης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες το ρυθμό, το στυλ μάθησης και τα ενδιαφέροντα των εκπαιδευομένων.
  • Να διδάσκει, χρησιμοποιώντας εκπαιδευτικές τεχνικές που αναπτύσσουν την ενεργητική συμμετοχή και τη μάθηση μέσω της πράξης.
  • Να συντονίζει και εμψυχώνει την ομάδα των εκπαιδευομένων.
  • Να απελευθερώνει την ενέργεια και τη διάθεση για έρευνα των εκπαιδευομένων.
    • Να ενθαρρύνει τη συζήτηση και ανταλλαγή ιδεών και εμπειριών σε σχέση με το διδακτικό αντικείμενο.
    • Να αξιολογεί την εκπαιδευτική διαδικασία.
    • Να αναλύει κριτικά το εκπαιδευτικό του έργο και να αυτοαξιολογείται.
    • Διαμορφώνει κλίμα αποδοχής και σεβασμού αν άμεσα στους εκπαιδευομένους
    • Επικοινωνεί επεξηγώντας διευκρινίζοντας και λύνοντας τους προβληματισμούς των εκπαιδευομένων.
    • Καλλιέργεια μαθησιακού κλίματος που χαρακτηρίζεται από ουσιαστική επικοινωνία, πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαίο σεβασμό

4.3.          Ταυτότητα

Εκπαιδευτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., τα ανώτερα και ανώτατα στελέχη του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους ειδικούς επιστήμονες και εμπειρογνώμονες του δημόσιου τομέα, της τοπικής αυτοδιοίκησης και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και προς τους διακεκριμένους ανθρώπους των γραμμάτων και του πνεύματος.

διαθέτουν:

την τεκμηριωμένη εξειδίκευση και εμπειρία στα θεματικά αντικείμενα εξειδίκευσης

αξιολογούνται:

από Επιστημονική Επιτροπή του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., η οποία ελέγχει τα υποβληθέντα στοιχεία και αντιστοιχίζει τους υποψήφιους στο Μητρώο Διδακτικού Προσωπικού, στο αντίστοιχο θεματικό πεδίο εξειδίκευσης, βάσει των προσόντων τους .

Η Επιστημονική Επιτροπή Αξιολόγησης δύναται να ζητήσει από τους υποψηφίους δικαιολογητικά άλλα αποδεικτικά έγγραφα για την πιστοποίηση των στοιχείων τους  αίτησής  τους, όπως και να τους προσκαλέσει σε σχετική συνέντευξη.

4.3.1.     Ένταξη Υποψηφίων

Τα υποψήφια μέλη του Κύριου Διδακτικού Προσωπικού, τα οποία κα αξιολογούνται θετικά από την πιο πάνω Επιστημονική Επιτροπή και πρόκειται να έχουν για πρώτη φορά συνεργασία με οποιαδήποτε εκπαιδευτική μονάδα του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., εντάσσονται με απόφαση του Διευθυντή της ανάλογης εκπαιδευτικής μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. στο Προσωρινό Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού. Μετά την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών τους ικανοτήτων, κατατάσσονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου Διευθυντή, στο Ενιαίο Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.

Τα υποψήφια μέλη του Κύριου Διδακτικού Προσωπικού, τα οποία κα αξιολογούνται θετικά από την πιο πάνω Επιστημονική Επιτροπή και είχαν κατά το παρελθόν συνεργασία με οποιαδήποτε εκπαιδευτική μονάδα του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., κατατάσσονται με απόφαση του Δ.Σ. του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση  Διευθυντή εκπαιδευτικής μονάδας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., στο Ενιαίο Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του Ε.Κ.Δ.Δ.Α.

4.3.2.      Προϋποθέσεις και Κριτήρια  Αξιοποίησης Ενταγμένων Μελών

Η αξιοποίηση των εντασσόμενων μελών στο Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες του σχεδιασμού των εκπαιδευτικών μονάδων του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., λαμβανομένων υπόψη κριτηρίων όπως η επιστημονική συνάφεια και θ επαγγελματική και εκπαιδευτική εμπειρία των μελών του μητρώου σε συνδυασμό με τον εκάστοτε προγραμματισμό των εκπαιδευτικών μονάδων του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., καθώς επίσης με τη διαθεσιμότητα των μελών του Μητρώου.

Ο κατάλογος με τα ονόματα των εντασσόμενων στο Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. αναρτάται στο δικτυακό τόπο του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. , καθώς επίσης ο αντίστοιχος κατάλογος των αξιοποιούμενων στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Μελών του Μητρώου Κύριου Διδακτικού Προσωπικού.

5.     Εκπαιδευόμενοι

5.1.          Γενικά Χαρακτηριστικά

Τα χαρακτηριστικά των ενηλίκων εκπαιδευομένων που τους διαφοροποιούν από τους ανήλικους εκπαιδευόμενους είναι τα ακόλουθα:

• είναι εξ ορισμού ενήλικοι και τείνουν προς τον αυτοκαθορισμό

• βρίσκονται σε εξελισσόμενη διεργασία ανάπτυξης

• διαθέτουν γνώσεις και εμπειρίες καθώς και διαμορφωμένες αντιλήψεις

• συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διεργασία με δεδομένες προθέσεις και

προσδοκίες

• έχουν διαμορφώσει προσωπικούς τρόπους μάθησης

• έχουν υποχρεώσεις, καθήκοντα και δεσμεύσεις

Ως ενήλικοι επιθυμούν και επιδιώκουν τον αυτοκαθορισμό, τη χειραφέτηση και την ενεργητική συμμετοχή στη διαμόρφωση των καταστάσεων που τους αφορούν. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται το ενεργητικό ενδιαφέρον τους και τη διάθεσή τους για ενεργητική συμμετοχή και στο πεδίο της εκπαίδευσης. Επιθυμούν να συμμετέχουν σε όλα τα στάδια ενός προγράμματος εκπαίδευσης (σχεδιασμός, συνθήκες υλοποίησης, εκπαιδευτική διαδικασία). Όπως και στις υπόλοιπες δραστηριότητες της ζωής τους, έτσι και στην εκπαίδευση, επιθυμούν να αντιμετωπίζονται ως υπεύθυνα άτομα, να ζητείται η γνώμη τους, να μην αντιμετωπίζονται όπως οι ανήλικοι μαθητές. Συχνά αμφισβητούν το περιεχόμενο και τις διαδικασίες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα οποία συμμετέχουν, επειδή θεωρούν ότι δεν ανταποκρίνονται σε όσα επιθυμούν να μάθουν. Αρκετές φορές όμως, παρά την ενηλικιότητα και όσα αυτή συνεπάγεται, οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι αναμένουν να αντιμετωπιστούν και να καθοδηγηθούν ως παιδιά στη διάρκεια της εκπαιδευτικής διεργασίας, απεμπολούν την ενηλικιότητά τους και υιοθετούν παθητικό ρόλο ή ακόμα και αρνητισμό.

Οι διεργασίες ανάπτυξης και εξέλιξης δεν σταματούν με την ενηλικίωση. Αλλαγές και εξελίξεις συμβαίνουν στη ζωή των ενηλίκων σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα –φυσική κατάσταση, διανοητικό επίπεδο, συναισθήματα, σχέσεις, ενδιαφέροντα, επαγγελματική ζωή κ.ά. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν και την εκπαιδευτική διαδικασία και θα ληφθούν υπόψη.

Κάθε εκπαιδευόμενος διαθέτει συγκεκριμένο φάσμα γνώσεων και εμπειριών τις οποίες «κουβαλά» στην εκπαιδευτική διαδικασία και οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν «πηγή» μάθησης για την ομάδα των εκπαιδευομένων, αν είναι σχετικές με το αντικείμενο εκπαίδευσης, αλλά και αφετηρία για την προσωπική οικοδόμηση νέας γνώσης για τον ίδιο, εφ’ όσον αναγνωρίζεται, γίνεται αποδεκτή και αξιοποιείται από τον εκπαιδευτή.

Οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι συμμετέχουν στα εκπαιδευτικά προγράμματα έχοντας κάποια εσωτερική αίσθηση ανάγκης. Όταν αποφασίζουν να συμμετάσχουν σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης το κάνουν συνήθως για συγκεκριμένους λόγους, που σχετίζονται με τη φάση ζωής που διανύουν και τις ανάγκες που προκύπτουν κατά τη διάρκειά της. Έρχονται λοιπόν στην εκπαίδευση με συγκεκριμένους στόχους οι οποίοι μπορεί να είναι:

επαγγελματικοί (απόκτηση επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων),

κοινωνικοί (π.χ. συμβουλευτική γονέων για την επιτυχή εκπλήρωση του γονεϊκού ρόλου),

προσωπικής ανάπτυξης (π.χ. προγράμματα ελεύθερου χρόνου),

απόκτησης κύρους (π.χ. κοινωνική καταξίωση ή επαγγελματική άνοδος με την απόκτηση γνώσεων ή τίτλων σπουδών).

Στις περιπτώσεις που στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας επιτευχθεί ο εντοπισμός και η ικανοποίηση των αναγκών των εκπαιδευομένων, τότε ενισχύεται το κίνητρο για μάθηση.

Στα χαρακτηριστικά των ενηλίκων εκπαιδευόμενων μπορούν να προστεθούν τα παρακάτω:

  • Διακόπτουν την εκπαίδευσή τους όταν νοιώσουν ότι χάνουν το χρόνο τους
  • Η εκπαίδευση τους ενδιαφέρει μόνο ως παράπλευρη απασχόληση. Άλλα θέματα απασχολούν το χρόνο και το ενδιαφέρον τους.
  • Κάποια επείγουσα ανάγκη ή κίνητρο του έφερε στην εκπαίδευση.
  • Δεν αποκαλύπτουν πάντα τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους έχουν έρθει στην εκπαίδευση. Μπορεί να έχουν έρθει για να κάνουν φίλους, ή να γίνουν μέρος μιας ομάδας ή για να αποκτήσουν γνώσεις.
  • Θέλουν να νοιώθουν άνετα.
  • Θέλουν να κάνουν κοινωνικές σχέσεις.
  • Έχουν ελάχιστο χρόνο για να κάνουν εργασίες στο σπίτι, παρόλο που θα βρουν το χρόνο να τις κάνουν.
  • Τους αρέσει να τους αντιμετωπίζουν ως ώριμους ανθρώπους.
  • Εκτιμούν το φιλικό ενδιαφέρον του εκπαιδευτή.
  • Θέλουν επιβεβαίωση ότι μπορούν να τα καταφέρουν σε ό,τι θελήσουν μα κάνουν ή να μάθουν.
  • Χρειάζονται επιβράβευση και ενθάρρυνση.
  • Χρειάζονται την ικανοποίηση της επίτευξης των στόχων.
  • Κινητοποιούνται από μια έντονη ανάγκη για μάθηση.
  • Είναι ανυπόμονοι ως εκπαιδευόμενοι και πιέζονται από το χρόνο και τη βιασύνη να εφαρμόσουν όσα έμαθαν ή τις δεξιότητες που απέκτησαν.
  • Έχουν πλούσια εμπειρία να μοιραστούν με την ομάδα.
  • Μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα.
  • Εκτιμούν μια σαφή, καλά σχεδιασμένη μαθησιακή εμπειρία.
  • Είναι γρήγοροι στην αξιολόγηση και εκτίμηση της καλής διδασκαλίας.
  • Έχουν ευρύ φάσμα εμπειριών
  • Έχουν αποκρυσταλλώσει τους προτιμώμενους τρόπους μάθησης
  • Έχουν τάση για ενεργητική συμμετοχή

5.2.          Ταυτότητα εκπαιδευομένων

Οι εκπαιδευόμενοι είναι Εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, οι οποίοι έχουν παρακολουθήσει και πιστοποιηθεί στο πρόγραμμα επιμόρφωσης Α΄ επιπέδου «Επιμόρφωση Εκπαιδευτικών στη Χρήση και Αξιοποίηση των ΤΠΕ στην Εκπαιδευτική Διδακτική Διαδικασία» του Μέτρου 2.1 του ΕΠΕΑΕΚ II» που είχε υλοποιηθεί από το ΥΠΕΠΘ/ ΕΥΕ Προγραμμάτων ΚΠΣ.

Πρόκειται για εκπαιδευτικούς με ευρύ φάσμα εμπειριών που χειρίζονται το λειτουργικό σύστημα των Windowsεπεξεργασία κειμένων, υπολογιστικά φύλλα, Παρουσιάσεις. Χρησιμοποιούν ως μηχανή αναζήτησης πληροφοριών το Διαδίκτυο, γνωρίζουν να χρησιμοποιούν συνδέσμους-υπερσυνδέσμους και πολυμέσα και τα αξιοποιούν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Χειρίζονται και χρησιμοποιούν web.2 εφαρμογές (Forum, wiki…). Γνωρίζουν επικοινωνία μέσω μηνυμάτων και chat, ενώ για την ανταλλαγή μηνυμάτων αλληλογραφίας κάνουν χρήση του email. Επίσης έχουν εμπειρία στη χρήση των εργαλείων online επικοινωνίας (saba centra, flash meeting) τα οποία θα χρησιμοποιηθούν υποστηρικτικά κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

5.2.1.   Ανάγκες Εκπαιδευομένων:

  • η ανάγκη τους να γνωρίζουν γιατί πρέπει να μάθουν  κάτι,
  • η ανάγκη τους να αντιμετωπίζονται από τους εκπαιδευτές ως ικανοί για αυτο-κατευθυνόμενη μάθηση,
  • και η ανάγκη τους να αξιοποιούν τις εμπειρίες τους ως πηγές μάθησης.
  • Ανάγκη αισθήματος αυτοεκτίμησης και πεποίθησης ότι μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στο ρόλο τους
  • διάθεσή τους για ενεργητική συμμετοχή στο πεδίο της εκπαίδευσης
  • ανάγκη υιοθέτησης νέων μεθόδων διδασκαλίας στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • ανάγκη ένταξης των ΤΠΕ στην καθημερινή τους εκπαιδευτική διαδικασία

5.2.2.   Στόχοι Εκπαιδευομένων

Οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι έρχονται στην εκπαίδευση με συγκεκριμένους στόχους. Οι στόχοι αυτοί αφορούν την επαγγελματική ή την κοινωνική τους ζωή. Επίσης, μεταφέρουν ένα ευρύ φάσμα εμπειριών, αλλά και αποκρυσταλλωμένους τρόπους μάθησης. Παράλληλα, οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι έχουν την τάση για ενεργητική συμμετοχή στη διεργασία της μάθησης, αλλά και ισχυρούς μηχανισμούς άμυνας και παραίτησης από αυτήν.

Υπάρχουν τρεις τρόποι εμπλοκής των ενηλίκων στην εκπαίδευση.

  1. Ο πρώτος αφορά στους ενήλικους οι οποίοι συμμετέχουν σε μια μαθησιακή διεργασία επειδή γνωρίζουν ότι χρειάζεται να εφαρμόσουν κάτι νέο, για το οποίο πρέπει να αποκτήσουν νέες γνώσεις ή ικανότητες.
  2. Ο δεύτερος αναφέρεται στους ενηλίκους, οι οποίοι αρχίζουν να μαθαίνουν κάτι από περιέργεια ή επειδή είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη ζωή τους.
  3. Ο τρίτος σχετίζεται με την απόφαση ενός ενήλικου να μάθει κάτι νέο και στην πορεία να αποφασίσει τι θα είναι αυτό.

Οι λόγοι για τους οποίους οι ενήλικες συμμετέχουν σε μια μαθησιακή διεργασία είναι:

  • για να αποκτήσουν νέες γνώσεις,
  • για να αποκτήσουν νέες στρατηγικές και εργαλεία ικανών να συνδράμουν καταλυτικά στην παιδαγωγική τους κατάρτιση και να καταστήσουν πιο ελκυστική στα μάτια των παιδιών τη διδασκαλία των μαθημάτων
  • να εντρυφήσουν στη χρήση ποικίλων εργαλείων και τεχνικών ούτως ώστε να γίνουν κτήμα τους και να μπορέσουν να τις αξιοποιήσουν επαρκώς στη διδακτική πράξη
  • για να γίνουν καλύτεροι γονείς,
  • για να αποκτήσουν ένα πτυχίο / πιστοποιητικό,
  • για πνευματική αναζήτηση,
  • για να ξεφύγουν από κάτι,
  • για να ανταποκριθούν στις εργασιακές απαιτήσεις,
  • για προσωπική ευχαρίστηση.

Οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι συμμετέχουν στην εκπαίδευση με δεδομένες προθέσεις και προσδοκίες, οι οποίες αφορούν στην ίδια την εκπαίδευση, αλλά με ανταγωνιστικά ενδιαφέροντα, τα οποία μπορεί να παρεμποδίσουν τη διεργασία της μάθησης.

Οι προθέσεις των ενηλίκων εκπαιδευομένων επηρεάζουν τον προσανατολισμό της μάθησης και σχετίζονται:

με την αντιμετώπιση ενός προβλήματος,

με το ενδιαφέρον προς το γνωστικό αντικείμενο,

με τις κοινωνικές ή προσωπικές ανάγκες.

Από την άλλη, οι ενήλικες εκπαιδευόμενοι υιοθετούν διάφορους προσανατολισμούς απέναντι στην εκπαίδευση:

  • άλλοι δίνουν έμφαση στο σκοπό,
  • άλλοι βρίσκουν νόημα στην εκπαιδευτική δραστηριότητα, καθώς τους αρέσει η ατμόσφαιρα της τάξης
  • και άλλοι θεωρούν αυτοσκοπό την απόκτηση γνώσεων ή ικανοτήτων.

Τέλος, στο μέτρο του δυνατού είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την εκπαίδευσή τους.

6.     Θεματικό Αντικείμενο –  Στόχοι –Αποτελέσματα

6.1 Περιεχόμενο Προγράμματος

Επιμορφωτικό πρόγραμμα ανάπτυξης και διαχείρισης Ιστολογιών, χρήση και αξιοποίηση στην εκπαιδευτική διαδικασία.

6.2 Στόχοι Προγράμματος

  • Προετοιμασία των εκπαιδευτικών για τις προκλήσεις των «κοινωνιών της γνώσης και της πληροφορίας», ειδικότερα σε ότι αφορά την αξιοποίηση και χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας στη διδακτική πράξη.
  • Μετασχηματισμός της εμπειρίας σε γνώση, δεξιότητες, στάσεις, αξίες, συναισθήματα.
  • Να εξασκηθούν στη χρήση του εργαλείου
  • Καλλιέργεια νέων στάσεων απέναντι στη διαδικασία της μάθησης
  • Να εκτιμήσουν την αξία των ΤΠΕ και ειδικότερα των δυνατοτήτων που προσφέρει το blog και να το υιοθετήσουν ως μέσο στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • Να υιοθετήσουν κανόνες συμπεριφοράς στο διαδίκτυο
  • Ενεργό συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι
  • Να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες
  • Να ενθαρρύνονται στο να είναι δημιουργικοί
  • Προσαρμογή σε νέους κοινωνικούς και επαγγελματικούς ρόλους
  • οι εκπαιδευόμενοι να αποκτήσουν  επάρκεια γνώσεων σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο
  • να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, και αυτοεκτίμηση με την ενεργοποίηση τους και την συμμετοχή τους σε ό,τι τους αφορά μέσω της απόκτησης γνώσεων, πληροφοριών και απαραίτητων δεξιοτήτων
  • να μάθουν να αυτορυθμίζουν την εκπαίδευσή τους
  • Να εκτιμήσουν την αξία των ΤΠΕ και ειδικότερα των δυνατοτήτων που προσφέρει το blog και να το υιοθετήσουν ως μέσο στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • Να υιοθετήσουν το εργαλείο ως προσωπικό μέσο έκφρασης και δημιουργίας

6.3 Αποτελέσματα Προγράμματος

  • Να έχουν υιοθετήσει το Blog ως προσωπικό μέσο έκφρασης και δημιουργίας
  • Να εκτιμήσουν  την αξία των ΤΠΕ και του blog ως διαδραστικού και συνεργατικού εργαλείου στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • Να γνωρίζουν και να αναζητούν αντίστοιχα εργαλεία και να μαθαίνουν μόνοι τους
  • Να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες
  • Αλλαγή στάσεων ως προς τη αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και μάλιστα συνεργατικών εργαλείων όπως το blog και ως προς τους νέους κοινωνικούς και επαγγελματικούς ρόλους που αυτή συνεπάγεται

7.     Τρόποι Μάθησης

Για να επιλέξουμε τους Τρόπους μάθησης που θα ακολουθήσουμε εξετάσαμε διάφορες Θεωρίες μάθησης .

Οι μέθοδοι που θα ακολουθήσουμε χρησιμοποιούν στοιχεία από τις εξής θεωρίες:

7.1  Θεωρία της εγκαθιδρυμένης μάθησης (situated learning D. Greeno, J. Lave και E. Wenger). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή:

Σύμφωνα με τη Σαμαρά Θεοδώρα: «Η μάθηση είναι μια πράξη συμμετοχής σε μια «κοινότητα πρακτικής». Η γνώση πρέπει να παρουσιαστεί σε ένα αυθεντικό πλαίσιο, δηλαδή σε καταστάσεις και εφαρμογές που θα περιλαμβάνουν ή θα εμπλαισιώνουν τη συγκεκριμένη γνώση. Η μάθηση απαιτεί την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη συνεργασία. Αναφέρεται στις γνωστικές διαδικασίες που είναι τοποθετημένες μέσα σε φυσικά και κοινωνικά πλαίσια  Οι εκπαιδευτές πρέπει να αναγνωρίζουν τη μάθηση που λαμβάνουν οι εκπαιδευόμενοι τους στις δικές τους κοινότητες πρέπει να οργανώνουν πρακτικές εργασίες και κοινωνικές σχέσεις που έχουν ένθετη τη γνώση, για παράδειγμα: μαθητείες (apprenticeships[2]), μάθηση με υπηρεσίες, που συνδυάζει μαθήματα με ουσιαστική, συχνά εθελοντική υπηρεσία, πρέπει να δημιουργούν ευκαιρίες επίλυσης πραγματικών προβλημάτων, σε πραγματικές μαθησιακές καταστάσεις.»

7.2 Κοινωνικοπολιτισμική θεωρία L. Vygotsky (Κοινωνικός εποικοδομισμός)
«σύμφωνα με την οποία οι γνώσεις δομούνται μέσω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ατόμων. Oι γνώσεις είναι κοινωνικά καθορισμένες μέσα από κώδικες και η ενεργός γνωστική οικοδόμηση συντελεί στην εκ βάθους κατανόηση. Όταν ένα άτομο συμμετέχει σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, η κουλτούρα αυτού του συστήματος και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία (κυρίως η γλώσσα) διαμορφώνουν τη γνωστική του συγκρότηση και συνιστούν πηγή μάθησης και εξέλιξης.

Βασικές έννοιες της θεωρίας του Vygotsky:

  • Ζώνη επικείμενης ανάπτυξης: (zone of proximal development) (o ρόλος του διδάσκοντα και του κοινωνικού περιβάλλοντος). Ορίζεται σαν η απόσταση μεταξύ του επίπεδου ανάπτυξης στο οποίο το παιδί βρίσκεται σε μια γνωστική περιοχή – αυτών που το παιδί μπορεί να επιτύχει από μόνο του – και του επιπέδου που το παιδί μπορεί να φτάσει αν βοηθηθεί από κάποιους πιο έμπειρους ενήλικους ή συνομήλικους.
    Κατ’ επέκταση όσον αφορά στην εκπαίδευση ενηλίκων θεωρείται ότι κάθε άτομο έχει ένα πυρήνα γνώσεων που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων. Γύρω από αυτό τον πυρήνα τοποθετείται η Ζ.Ε.Α. η οποία μπορεί να πραγματοποιήσει δραστηριότητες μόνο όταν συνεπικουρείται από άλλους.
  • Πλαίσιο στήριξης (scaffolding):


η έννοια περιέχει όλα αυτά τα οποία ο εκπαιδευτικός προσφέρει στον εκπαιδευόμενο για να τον στηρίξει, ώστε να καταστεί ικανός να προχωρήσει με σιγουριά πέρα από το σημείο στο οποίο βρίσκεται.

  • Συνεργατική μάθηση :


βασική μονάδα ανάλυσης η δραστηριότητα η οποία αποτελείται από:

  • το υποκείμενο (άτομο ή ομάδα)
  • το αντικείμενο (στόχος)
  • τους κανόνες
  • τις λειτουργίες

7.3 Mοντέλο της γνωστικής μαθητείας (Brown, Collins και Duguid)

Βασικές αρχές:

  • Η γνώση πρέπει να παρουσιαστεί σε ένα αυθεντικό πλαίσιο, δηλαδή στις τοποθετήσεις και τις εφαρμογές που θα περιελάμβαναν κανονικά τη συγκεκριμένη γνώση.
  • Η μάθηση απαιτεί την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη συνεργασία. (Συνεργατική μάθηση)
    Ως συνεργατική μάθηση (collaborative learning) ορίζεται κάθε διαδικασία ομαδικής μάθησης στην οποία πραγματοποιείται αλληλεπίδραση μεταξύ των εκπαιδευόμενων και του εκπαιδευτή.
  • Βασική προϋπόθεση:  εργασία σε μικρές ομάδες

Στόχος:


  • μεγιστοποίηση ατομικής και συλλογικής παραγωγικότητας

Συστατικά Στοιχεία Συνεργατική μάθησης:

  • Κοινός Στόχος
  • Αλληλεπίδραση
  • Αλληλεξάρτηση
  • Κοινωνικές Δεξιότητες
  • Προσωπική Ευθύνη

Πλεονεκτήματα:

  • Αύξηση αυτοεκτίμησης εκπαιδευομένων
  • Δημιουργία κινήτρων μάθησης
  • Προώθηση οργανωτικών δεξιοτήτων» (Σαμαρά Θ.)

Άλλες θεωρίες που αφορούν στην εκπαίδευση ενηλίκων, οι οποίες είναι ακόμη εν εξελίξει και επομένως δεν έχει ήδη διαμορφωθεί ένα θεωρητικό μοντέλο, από τις οποίες θα χρησιμοποιήσουμε επιλεκτικά κάποια σημεία στα οποία οι  προσεγγίσεις των θεωρητικών συγκλίνουν (Κόκκος, 2005) :

  • Η θεωρία της ανδραγωγικές (M. Knowles)
  • Η προσωποκεντρική θεωρία (C. Rogers)
  • Εκπαίδευση Ενηλίκων και κοινωνική αλλαγή (P. Freire)
  • Η εμπειρική εκπαίδευση με καταβολές στο έργο του Dewey:
  • Ο «κύκλος της μάθησης» (D. Kolb)
  • Μέθοδοι ανάπτυξης κριτικού στοχασμού (Boud, Keogh, Walker, Perkins)
  • Η μετασχηματίζουσα μάθηση (J. Mezirow)
  • Η συνθετική προσέγγιση του P. Jarvis

Όλοι οι ανωτέρω στοχαστές σύμφωνα με τον Κόκκο (σελ 84 «επισημαίνουν τη σημασία της επεξεργασίας της εμπειρίας στην ενήλικη μάθηση, προτείνουν μεθοδολογίες που αποβλέπουν στην ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευομένων σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διεργασίας και αντιλαμβάνονται τον εκπαιδευτή περισσότερο ως εμψυχωτή και συντονιστή της ομάδας παρά μεταβιβαστή γνώσεων και αξιών»

Στην εκπαίδευση ενηλίκων τα χαρακτηριστικά των εκπαιδευομένων διαφέρουν από αυτά των ανηλίκων μαθητών όπως έχουμε επισημάνει σε ανωτέρω αναφορές μας. Ωστόσο οι θεωρίες μάθησης για παιδιά έχουν να προσφέρουν πολλά σαν μέθοδοι στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό της εκπαίδευσης ενηλίκων. Για το λόγο αυτό θα αξιοποιήσουμε στοιχεία από όλες τις αναφερθείσες Θεωρίες και προσεγγίσεις, ανάλογα με τους συμμετέχοντες εκπαιδευόμενους και το είδος των δραστηριοτήτων που θα αναπτυχθούν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κόκκος, Α. Εκπαίδευση Ενηλίκων Ανιχνεύοντας το πεδίο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005

Διαδίκτυο

Source: http://users.sch.gr/thsamara/enotita2_3.html

Επιμέλεια: Σαμαρά Θεοδώρα – Τραχανοπούλου Θεοδώρα

8.     Εκπαιδευτικές Τεχνικές

Η επιλογή εκπαιδευτικών τεχνικών προκύπτει κάθε φορά από την εκτίμηση των επιδιωκόμενων στόχων, του περιεχομένου της διδακτικής ενότητας, των βασικών χαρακτηριστικών των εκπαιδευομένων, του διαθέσιμου χρόνου, των δυνατοτήτων εφαρμογής κάθε τεχνικής (σε επίπεδο υποδομής, εκπαιδευομένων και εκπαιδευτή). Η επιλογή εκπαιδευτικών μέσων είναι αποτέλεσμα αντίστοιχων συνεκτιμήσεων με αυτές που καθορίζουν την επιλογή εκπαιδευτικών τεχνικών.

Στη συνέχεια περιγράφονται βασικές εκπαιδευτικές τεχνικές που μπορούν να αξιοποιηθούν στην εκπαιδευτική διεργασία στο πλαίσιο του προγράμματος μας:

8.1            Ερωτήσεις-απαντήσεις

Περιγραφή-προδιαγραφές

Πρόσβαση στη μάθηση μέσω ερωταποκρίσεων. Οι ερωτήσεις τίθενται από τον εκπαιδευτή προς τους εκπαιδευόμενους, αλλά και αντίστροφα. Οι ερωτήσεις πρέπει να απευθύνονται σε όλους, να είναι «ανοικτές», επαγωγικές και να ωθούν σε τεκμηριωμένους συλλογισμούς. Αν οι εκπαιδευόμενοι δεναπαντήσουν αμέσως, ο εκπαιδευτής δεν θα σπεύδει να δώσει την απάντηση. Θα χρησιμοποιηθεί  σε συνδυασμό με άλλες τεχνικές, κυρίως την άσκηση .

Πλεονεκτήματα:

• Αυτενέργεια εκπαιδευομένων, επικοινωνιακό και συμμετοχικό κλίμα

• Ανάπτυξη κριτικής ικανότητας

• Λεπτομερής προσέγγιση θέματος

• Διαπίστωση βαθμού κατανόησης του θέματος και αναγκών των εκπαιδευομένων

8.2            Συζήτηση

Περιγραφή-προδιαγραφές

Ανταλλαγή απόψεων μέσα στην εκπαιδευτική ομάδα, με στόχο τη σταδιακή προσέγγιση ενός θέματος. Διεξάγεται σε επίπεδο υπο-ομάδων ή στην ολομέλεια. Ισχύουν οι προδιαγραφές των ερωτήσεων-απαντήσεων.  Θα δίνονται διευκρινήσεις από τον εκπαιδευτή για τη διαδικασία (π.χ. χρονική διάρκεια, στάδια, μεθοδολογία). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλες εκπαιδευτικές τεχνικές. Ιδιαίτερα χρήσιμη μπορεί να είναι κατά την έναρξη της προσέγγισης ενός ζητήματος, ώστε οι εκπαιδευόμενοι να προβληματιστούν γύρω από το ζήτημα αυτό, εξετάζοντας διάφορες πτυχές του.

Πλεονεκτήματα:

Ανάπτυξη ικανότητας συνεργασίας εκπαιδευομένων •

Όλα τα πλεονεκτήματα των ερωτήσεων-απαντήσεων (ανωτέρω)

8.3            Ασκήσεις

Περιγραφή-προδιαγραφές

Η τεχνική αφορά ασκήσεις που γίνονται στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας ενός προγράμματος και όχι την πρακτική άσκηση σε επαγγελματικούς χώρους, η οποία ακολουθεί τη θεωρητική κατάρτιση. Ατομική ή συλλογική εργασία με ποικίλες μορφές:

  • επεξεργασία ζητήματος,
  • λύση προβλήματος,
  • διεξαγωγή πειράματος κ.ά.

Διαρκεί από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες και στόχος της είναι να οδηγηθούν οι εκπαιδευόμενοι σε δράση, την οποία ακολουθεί ανάλυση των αποτελεσμάτων και της εμπειρίας, άντληση γενικών αρχών, σύνδεση με θεωρία. Οι οδηγίες των ασκήσεων πρέπει να είναι σαφείς και διατυπωμένες γραπτώς, ενώ σκόπιμο είναι να τίθενται ποσοτικοποιημένα όρια της εργασίας, π.χ. «αναφέρετε 5 αιτίες…..». Σκόπιμο είναι επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις, να δίνονται εναύσματα (έντυπα ή οπτικοακουστικά) για να υποκινούνται οι εκπαιδευόμενοι να δραστηριοποιηθούν.

Πλεονεκτήματα:

• Σύνδεση θεωρίας και πράξης

• Ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευομένων, καλλιέργεια υπευθυνότητας και τόνωση αυτοπεποίθησής τους

• Δεν είναι χρονοβόρα, ενώ ταυτόχρονα προωθεί συγκεκριμένους κάθε φορά εκπαιδευτικούς στόχους

8.4            Παιχνίδι ρόλων

Περιγραφή-προδιαγραφές

Οι εκπαιδευόμενοι υποδύονται ρόλους που συνδέονται με μία εξεταζόμενη κατάσταση στον επαγγελματικό ή στον κοινωνικό τομέα, με στόχο να κατανοήσουν βιώνοντας βαθύτερα την κατάσταση και τις αντιδράσεις σε αυτή. Εφαρμόζεται κυρίως όταν επιδιώκεται η ανάλυση προβληματικών ή συγκρουσιακών καταστάσεων οι οποίες αφορούν ικανότητες, στάσεις, επικοινωνία, συμπεριφορά. Ο εκπαιδευτής εξηγεί τους στόχους του παιχνιδιού, τι πρόκειται δηλαδή να εξεταστεί και για ποιο λόγο. Παρουσιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού (αριθμό παικτών οι οποίοι προσφέρονται εθελοντικά, τι θα κάνουν, τη χρονική διάρκεια, αναθέτει στην υπόλοιπη ομάδα ρόλο παρατηρητή για την καταγραφή στοιχείων) και παρουσιάζει το πλαίσιο της ιστορίας που έχει δημιουργήσει, δίνοντας στοιχεία για τον κάθε ρόλο.

Οι συμμετέχοντες επιλέγουν ρόλους (κάθε ρόλος μπορεί να παίζεται από περισσότερα του ενός άτομα). Οι παίκτες συνεδριάζουν μόνοι, προκειμένου να συζητήσουν και να αποφασίσουν για τη μελλοντική τους συμπεριφορά. Ο εκπαιδευτής τους εξηγεί ότι πρέπει να αφεθούν να αντιδράσουν αυθόρμητα, ανάλογα με την εξέλιξη του παιχνιδιού, ακόμα και να διαφοροποιήσουν την αρχική τους στάση, ανάλογα με την εξέλιξη των υπολοίπων παικτών. Στη συνέχεια οι παίκτες υποδύονται τους ρόλους τους και οι παρατηρητές καταγράφουν.

Μόλις τελειώσει το παιχνίδι οι συμμετέχοντες σχολιάζουν την εμπειρία που βίωσαν και οι παρατηρητές ανακοινώνουν όσα κατέγραψαν. Ο εκπαιδευτής σχολιάζει και συνθέτει όλες τις απόψεις και τις συνδέει με το διδακτικό αντικείμενο. Η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης στην ομάδα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί παιχνίδι ρόλων, άρα ο εκπαιδευτής το χρησιμοποιεί μόνον όταν η ομάδα έχει γνωριστεί καλά και υπάρχει ανάλογο κλίμα.

Πλεονεκτήματα:

• Πλήρης ενεργοποίηση εκπαιδευομένων

• Έκφραση συναισθημάτων

• Ανάπτυξη δεξιοτήτων διαπραγμάτευσης και επικοινωνίας

• Επανεξέταση αντιλήψεων και συμπεριφορών και πιθανή αλλαγή στάσεων

8.5            Ομάδες εργασίας

Περιγραφή-προδιαγραφές

Οι εκπαιδευόμενοι κατανέμονται σε υπο-ομάδες και ανταλλάσσουν εμπειρίες ή εκπονούν ασκήσεις για ένα συγκεκριμένο θέμα. Η εργασία σε ομάδες αποτελεί την κατεξοχήν εκπαιδευτική τεχνική στην εκπαίδευση ενηλίκων που μπορεί να εφαρμόζεται σε κάθε φάση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και για όλα τα αντικείμενα διδασκαλίας. Προέχει η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευομένων, το κλίμα της ομάδας και τα αποτελέσματα που προκύπτουν, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα του θέματος. Ο εκπαιδευτής πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των εκπαιδευομένων, να τους παραχωρεί πρωτοβουλίες και αυτενέργεια, να μην έχει την τάση και την ανυπομονησία να καθορίζει και προβλέπει τα πάντα.

Οι προδιαγραφές για την αποτελεσματική λειτουργία των ομάδων εργασίας είναι οι εξής:

σύνθεση μελών (ιδανικός αριθμός τα 5 άτομα,

συγκρότηση και σύνθεση ανάλογα με τις ανάγκες του εκπαιδευτικού προγράμματος,

αλλαγή σύνθεσης σε κάποιες περιπτώσεις για ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ όλων των μελών της ευρύτερης ομάδας),

στόχοι και οδηγίες (σαφήνεια στόχων εκ μέρους του εκπαιδευτή,

γραπτές οδηγίες,

καθορισμένος χρόνος εργασίας,

κατανομή ομάδων στο χώρο,

ορισμός συντονιστή που είναι διαφορετικός κάθε φορά),

παρακολούθηση των ομάδων (ο εκπαιδευτής επαγρυπνεί για την καλή λειτουργία τους, δίνει σε καθεμία διευκρινήσεις, εμψυχώνει τα μέλη, τους υπενθυμίζει το χρονικό όριο, χωρίς όμως να παρεμβαίνει στη δουλειά τους),

παρουσίαση από τις ομάδες-σύνθεση (σημαντικό στάδιο της ομαδικής εργασίας), ο εκπαιδευτής φροντίζει για την ενεργητική ακρόαση από όλα τα μέλη, συντονίζει τη συζήτηση σχολιασμού, συνθέτει τις απόψεις για την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Πλεονεκτήματα:

• Ενεργητική συμμετοχή των εκπαιδευομένων

• Επικοινωνία, ελευθερία έκφρασης, αλληλοϋποστήριξη εκπαιδευομένων

• Καλλιέργεια ομαδικού πνεύματος

8.6            e-ΑΡ.ΜΑ. (Αυτό-Ρυθμιζόμενη Μάθηση)

Έίναι μια στρατηγική διδασκαλίας που αξιοποιεί το μοντέλο επίλυσης προβλημάτων του Sternberg και το θεωρητικό σχήμα του Zimmerman για την ανάπτυξη αυτό-ρυθμιστικών δεξιοτήτων. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τον εμπλουτισμό του μοντέλου επίλυσης του Sternberg με αναλυτικές αυτό-ρυθμιστικές οδηγίες για την ανάπτυξη της δεξιότητας του αποτελεσματικού συντονισμού και ρύθμισης των ενεργειών του λύτη. Για την ένταξη αυτού του εμπλουτισμένου μοντέλου στη διαδικασία επίλυσης του λύτη αξιοποιείται η διδακτική μέθοδος τεσσάρων φάσεων του Zimmerman, καθώς και η δυναμική ενός σύγχρονου συνεργατικού περιβάλλοντος επίλυσης που καθιστά εφικτή την υλοποίηση και των τεσσάρων φάσεων, δηλαδή της παρατήρησης, της συνεργασίας, της ημι-καθοδήγησης και της ατομικής επίλυσης.

Κατά την κοινωνικό-γνωστική άποψη η απόκτηση ενός μεγάλου εύρους δεξιοτήτων ανάγεται σε μια σειρά ρυθμιστικών δεξιοτήτων. Η απόκτηση αυτών των δεξιοτήτων γίνεται μέσα από μια διαδοχή τεσσάρων φάσεων, οι οποίες ξεκινούν από εμπειρίες κοινωνικών προτύπων και φτάνουν σταδιακά σε αυξημένα επίπεδα αυτό-ρυθμιζόμενης λειτουργίας. Η χρήση προτύπων θεωρείται σημαντική για τη μεταβίβαση στρατηγικών και δεξιοτήτων.

Φάση 1
Έτσι, η πρώτη φάση ανάπτυξης της αυτό-ρυθμιστικής δεξιότητας κατά την επίλυση προβλήματος ξεκινά με την παρατήρηση ενός προτύπου που λύνει ένα πρόβλημα. Ως πρότυπο μπορεί να λειτουργήσει ένας έμπειρος στη συγκεκριμένη διαδικασία, όπως για παράδειγμα ο εκπαιδευτικός για την επίλυση ενός μαθηματικού προβλήματος. Στη φάση αυτή το πρότυπο διαβιβάζει στον παρατηρητή-λύτη τις στρατηγικές που χρησιμοποιεί κατά την εφαρμογή του ενισχυμένου μοντέλου του Sternberg. Ωστόσο, για να μπορέσει ο λύτης να ενσωματώσει τις νέες πληροφορίες στο ρεπερτόριο της επιλυτικής του συμπεριφοράς, χρειάζεται να κάνει χρήση αυτών προσωπικά ο ίδιος.

Φάση 2
Ακολουθεί, λοιπόν, η επόμενη φάση της συνεργασίας των τεσσάρων, όπου η ομάδα των τεσσάρων λυτών προσπαθεί να λύσει ένα πρόβλημα με τον τρόπο που υπέδειξε ο εκπαιδευτικός στην προηγούμενη φάση. Μέσα από αυτή τη συνεργασία ο λύτης εξακολουθεί και παρατηρεί τον τρόπο που οι συνεργάτες του προσπαθούν να ενσωματώσουν τα σημεία που επεσήμανε ο εκπαιδευτικός. Σε αυτό το σημείο ο λύτης λειτουργεί και ως παρατηρητής και ως ενεργός συμμετέχων. Αυτό προκύπτει μέσα από τον κανόνα της συνεργατικής επίλυσης που θέλει κάθε μέλος της ομάδας να αναλαμβάνει την ολοκλήρωση ενός βήματος κάθε φορά με κυκλική φορά. Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας ο λύτης είναι αναγκαίο να ασκήσει ο ίδιος το ρόλο του διδάσκοντος και να του δοθεί η ευκαιρία να καθοδηγήσει, να ενισχύσει την προσπάθεια και να παράσχει ανατροφοδότηση στο συνεργάτη του. Γι’ αυτό το λόγο κρίνεται απαραίτητο πέραν της συνεργατικής επίλυσης στα πλαίσια μιας μικρής ομάδας, να δοθεί η ευκαιρία στο λύτη να συμμετάσχει σε μια μικρότερου σχηματισμού συνεργασία των δύο. Σε αυτόν τον μικρότερο σχηματισμό οι ρόλοι λειτουργίας για τον κάθε λύτη είναι δύο: ο ρόλος του λύτη και ο ρόλος του παρατηρητή. Αρχικά ο ένας από τους δυο λύτες αναλαμβάνει να λύσει ένα πρόβλημα επεξηγώντας στο συνεργάτη του τις στρατηγικές επίλυσης που εφαρμόζει κι έπειτα παρακολουθεί το συνεργάτη του να λύνει παρόμοιο πρόβλημα και παρεμβαίνει κάθε φορά που κρίνει απαραίτητο. Η παρέμβαση μπορεί να είναι είτε με τη μορφή ερώτησης, διαφωνίας, συμφωνίας, ενίσχυσης της προσπάθειας, πρότασης για εναλλακτική θεώρηση ή ακόμη και αξιολόγησης της διαδικασίας ή του αποτελέσματος. Η δόμηση της συνεργατικής διαδικασίας επίλυσης είναι μια αναγκαιότητα, αφού έχει διαπιστωθεί ότι η ελεύθερη συνεργασία δεν παράγει και κατ’ ανάγκη μάθηση[11]. Η μορφή αυτή της δόμησης σχετίζεται με τη φύση της μάθησης που θέλει όλα τα μέλη μιας ομάδας ικανά να μπορούν να επιλύουν ένα μαθηματικό πρόβλημα, αντί της απόκτησης ειδίκευσης σε υπό-εργασία (sub-task) της αρχικής εργασίας.

Στις δυο πρώτες φάσεις της προτεινόμενης διδακτικής μεθόδου η πηγή μάθησης της αυτό-ρυθμιστικής δεξιότητας είναι κατά βάση κοινωνική, ενώ στις άλλες δυο το κέντρο δράσης μεταβιβάζεται στον ίδιο το λύτη.

Φάση 3
Στην τρίτη φάση της ημι-καθοδήγησης της αυτό-ρυθμιστικής δεξιότητας επιδιώκεται η εσκεμμένη ατομική επίλυση ενός προβλήματος για να είναι η επίλυση αποτελεσματικότερη. Η εσκεμμένη ατομική επίλυση εδώ επιτυγχάνεται μέσω μιας ημι-δομημένης καθοδήγησης, άνευ κοινωνικής παρουσίας. Το περιεχόμενο αυτού του είδους της καθοδήγησης εστιάζει περισσότερο στη διαδικασία επίλυσης κι όχι τόσο στο αποτέλεσμα, αφού αυτό είναι περισσότερο ωφέλιμο στην απόκτηση της δεξιότητας.

Φάση 4

Στην τέταρτη φάση ο λύτης μπορεί και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις διάφορες ατομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, επιχειρώντας ακόμη και να τροποποιήσει τις στρατηγικές που έμαθε, φτάνει να επιτύχει το στόχο του. Σε αυτή τη φάση ο λύτης έχει μηδενική ή ελάχιστη ανάγκη από την ύπαρξη κοινωνικής παρουσίας. Στον Πίνακα 2 συνοψίζεται η ύπαρξη πολλαπλών φάσεων κατά την ανάπτυξη της αυτό-ρυθμιζόμενης επίλυσης ενός προβλήματος.

Πίνακας 2
Επίπεδο Όνομα Περιγραφή
1 Παρατήρηση Επίδειξη των στρατηγικών σκέψης κατά την επίλυση ενός προβλήματος από τον εκπαιδευτικό.
Συνεργασία 4ων Χρήση των υποδεικνυόμενων στρατηγικών σκέψης σε παρόμοιο πρόβλημα από διαφορετικό συνεργάτη σε κάθε βήμα.
Συνεργασία 2ων Ατομική επίλυση με έκφραση των στρατηγικών σκέψης στο συνεργάτη και παρακολούθηση της επίλυσης από το συνεργάτη.
3 Ημι-Καθοδήγηση Ατομική επίλυση με συγκεκριμένες οδηγίες.
4 Αυτό-Ρύθμιση Προσαρμοσμένη χρήση των στρατηγικών σκέψης ανάλογα με τις περιστάσεις.

Το κομβικό σημείο της e-ΑΡ.ΜΑ. είναι η ανάπτυξη συνεργασιών στη δεύτερη φάση. Θεωρείται κομβικό, γιατί σε αυτή τη φάση ο λύτης αφενός κάνει την πρώτη του προσπάθεια για προσωπική χρήση του υποδεικνυόμενου μοντέλου κι αφετέρου είναι η τελευταία του ευκαιρία για αξιοποίηση της κοινωνικής παρουσίας. Έτσι, στη φάση αυτή ο λύτης εκτίθεται σε πολλαπλούς τρόπους προσέγγισης του υποδεικνυόμενου μοντέλου επίλυσης, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα μέσα από μια πληθώρα προσεγγίσεων να βελτιώσει το δικό του. Αλλά και μέσα από τη φάση της συνεργασίας των δύο, ο λύτης σταδιακά απαλλάσσεται από την αναγκαιότητα ύπαρξης της κοινωνικής παρουσίας, ενώ προσπαθεί ατομικά να επιλύσει ένα πρόβλημα και με την κοινωνική παρουσία να πλανάται.

9.     Μέθοδοι Αξιολόγησης

Η αξιολόγηση έχει την έννοια της διάγνωσης των διδακτικών καταστάσεων και της ανατροφοδότησης των ατόμων που ενέχονται σ’ αυτές. Ο προσανατολισμός της αυτός είναι σημαντικός, καθώς αυτή απαιτεί την επίτευξη ενός μεγάλου εύρους στόχων σε όλα τα επίπεδα της συγκρότησης της προσωπικότητας του ατόμου, (στόχοι γνωστικοί, συναισθηματικοί, δεξιοτήτων), οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν με παραδοσιακούς τρόπους αξιολόγησης.

Η αξιολόγηση, ως διαδικασία του συστηματικού προσδιορισμού της ποιότητας του προγράμματος και των τρόπων με τους οποίους το πρόγραμμα μπορεί να βελτιωθεί, καθορίζει την αποτελεσματικότητα και επάρκεια του προγράμματος, τα περιθώρια βελτίωσής του, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να γίνουν σ’ αυτό βελτιωτικές αλλαγές και παρεμβάσεις.

Η εκπαιδευτική εμπειρία των εκπαιδευόμενων αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα στην εξέλιξη του προγράμματος, τόσο στην επίτευξη των στόχων του προγράμματος όσο και στην επιτυχημένη και αποτελεσματική αξιολόγηση των εκπαιδευόμενων. Οι τρόποι αξιολόγησης χρειάζεται να ενεργοποιούν τους εκπαιδευόμενους και να τους μαθαίνουν τις στρατηγικές μάθησης που θεωρούνται ικανές για να εκπαιδεύσουν και εκείνοι με τη σειρά τους μαθητές τους.

Οι εκπαιδευόμενοι κάνουν χρήση του εκπαιδευτικού υλικού και του διαδικτύου για τη συλλογή πληροφοριών και την έρευνα σε συγκεκριμένα θέματα της ενότητας που εξετάζεται. Παρουσιάζουν το υλικό τους στις ομάδες τους και το εμπλουτίζουν από την συλλογική εργασία μέσα στην ομάδα. Το εκπαιδευτικό υλικό και υποστηρικτικό υλικό θα εφοδιάσει τους εκπαιδευόμενους με γνώση και εξαγωγή συμπερασμάτων μετά από τη έρευνα και μελέτη των πηγών.

Οι εκπαιδευόμενοι θα αξιολογούνται ατομικά αλλά και θα συνεργαστούν σε ομάδες για την ανάπτυξη εργασιών. Διαφορετικές ομάδες κατασκευάζουν διαφορετικές εργασίες. Η σύγκριση των εργασιών των εκπαιδευόμενων και αυτών που έχουν τεθεί ως στόχοι, επιτρέπει στον εκπαιδευτή να αναπροσαρμόσει τη διδακτική του πορεία.

9.1 Τρόπος  Αξιολόγησης

Οι εκπαιδευόμενοι θα αξιολογηθούν σε τρεις τομείς:

Συμμετοχικότητα

Διαδικασία Κατάκτησης Στόχων

Τελικό Προϊόν

Πίνακας 3
Συμμετοχικότητα Διαδικασία Κατάκτησης Στόχων Τελικό Προϊόν
1η Φάση
Παρατήρηση
2η Φάση
Συνεργασία Τεσσάρων Ατομικός Ρόλος (Y)/Ρόλος Υπολοίπων Μελών (Ζ): Y+(Ζ/3)

Κοινωνικό Δίκτυο
(3: στέλνει & δέχεται μηνύματα, 2: στέλνει μηνύματα, 1: δέχεται μηνύματα)

Είδος Μηνυμάτων : 3

Ορθές Ενέργειες (Y)/Σύνολο Ενεργειών (Ζ): YΧΖ/6 Σωστό/Λάθος Αποτέλεσμα : 1
Συνεργασία σε Ζεύγη Ατομικός Ρόλος Λύτη (Y) και Παρατηρητή (Z): Y+Z Ορθές Ενέργειες (Y)/Σύνολο Ενεργειών (Ζ): YΧΖ/3 Σωστό/Λάθος Αποτέλεσμα: 2
3η Φάση
Ημι-καθοδήγηση Ορθές Ενέργειες (Y)/Σύνολο Ενεργειών (Ζ): YΧΖ/2 Σωστό/Λάθος Αποτέλεσμα: 3
4η Φάση
Ατομική Δραστηριότητα Ορθές Ενέργειες (Y) / Σύνολο Ενεργειών (Ζ) : 2ΧYΧΖ/3 Σωστό/Λάθος Αποτέλεσμα: 5

9.2 Ανατροφοδότηση

Η παροχή ανατροφοδότησης θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας της αξιολόγησης και βοηθάει τους εκπαιδευόμενους να κρίνουν το επίπεδο μάθησης, να διαπιστώσουν ενδεχόμενες παρανοήσεις και να καθορίσουν το επίπεδο επίδοσης στο οποίο στοχεύουν.

Η ανατροφοδότηση θα περιλαμβάνει δύο τύπους πληροφορίας:

επιβεβαίωση(verification) της ορθότητας ή μη της απάντησης του εκπαιδευόμενου

υποδείξεις/κατευθύνσεις (elaboration) προς την ορθή απάντηση οι οποίες μπορεί να είναι:

κάποια πληροφορία (informational)

πληροφορίες σχετικές με το θέμα (topic-specific)

πληροφορίες σχετικές με την απάντηση (response-specific)

Τέλος, ανάλογα με το επίπεδο της επιβεβαίωσης και το επίπεδο των υποδείξεων/νύξεων, η ανατροφοδότηση θα περιλαμβάνει συνδυασμό από τους ακόλουθους τύπους:

  • Πληροφόρηση για την ορθότητα ή μη της εκτέλεσης δραστηριότητας
  • Πληροφορίες σχετικές με το θέμα
  • Πληροφορία σχετική με το λάθος – πρόβλημα
  • Πληροφορία σχετικά με την έννοια

10. Πόροι

  • Διαδίκτυο
  • Blogs
  • Εργαλεία σύγχρονης και ασύγχρονης επικοινωνίας (mail, forum, wilki, Saba centra, flashmeeting)
  • Κείμενα
  • Κείμενα από το διαδίκτυο
  • Άρθρα σε ηλεκτρονική μορφή
  • Ηλεκτρονικά Εγχειρίδια χρήσης
  • Σύνδεσμοι
  • Links σε blog εκπαιδευτικών (καλές πρακτικές)
  • Παρουσιάσεις (slideshare)
  • Εκπαιδευτικά Βίντεο
  • Εκπαιδευτικό περιεχόμενο (από courselab, myudutu,lams)
  • Ασκήσεις
  • Quiz, ερωτηματολόγια
  • Poll

[1] Πηγή στο Διαδίκτυο: http://www.contedu.ntua.gr/_Rainbow/Documents/nomothesia/IVT6ES4.pdf

[2]. Γνωστική μαθητεία Μοντέλο, μέσα από το οποίο η μάθηση αποκτά νόημα και είναι ευκολότερο να συμβεί όταν οι μαθητευόμενοι βρίσκονται σε ένα πραγματικό-αυθεντικό πλαίσιο και οι δραστηριότητες με τις οποίες ασχολούνται είναι αυτές εξαιτίας των οποίων οδηγούνται σε βαθύτερα επίπεδα κατανόησης της επιδιωκόμενης γνώσης

Αφήστε μια απάντηση


Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων