IΩΑΝΝΙΝΑ-ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ Β ΕΠΙΠΕΔΟΥ


Αρχεία για Γλώσσα

Σχέδιο μαθήματος – εκπαιδευτικό σενάριο

>

Κατηγορία: αρχαιογνωστικές πύλες,Γλώσσα από στις Μάιος 29, 2008

>

Επειδή η κουβέντα μας τις τελευταίες μέρες περιφέρεται κατ’ αποκλειστικότητα γύρω από τη γλώσσα, σε όποια χρονική περίοδο κι αν τοποθετείται, να σας παραπέμψω, εκτός από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, και στον Ηλεκτρονικό Κόμβο για την υποστήριξη των διδασκόντων την Ελληνική Γλώσσα.
Για τα αρχαία ελληνικά, σας επισημαίνω ότι στην Πύλη υπάρχει εκτενής κατάλογος με αρχαιογνωστικές πύλες, τις οποίες θα ήταν χρήσιμο κάποια στιγμή να επισκεφτείτε.

Δώστε ιδιαίτερη προσοχή σε αυτήν της Oξφόρδης, CLASSICS AT OXFORD. FACULTY OF CLASSICS, UNIVERSITY OF OXFORD, όπου, εκτός των άλλων, υπάρχουν σύνδεσμοι με τον Thesaurus Linguae Graecae και το Perseus Project .

Για τους γερμανομαθείς, σημαντικό υλικό μπορεί να βρεθεί και μέσω της πύλης KIRKE. KATALOG DER INTERNETRESSOURCEN FÜR DIE KLASSISCHE PHILOLOGIE.

Κι επιπλέον, σε επίπεδο γενικότερης αναζήτησης, μπορείτε επίσης να δοκιμάσετε το Yahoo Classics.

Σε άλλο ύφος τώρα, και μετά τη χθεσινή μας ‘κουβεντούλα’ για τη διδασκαλία της αρχαίας και της νεοελληνικής γλώσσας και την όποια πιθανή σχέση μπορεί να υφίσταται σε διδακτική και μεθοδολογία ανάμεσα στα δύο διδακτικά αυτά αντικείμενα, αναδημοσιεύω ένα κείμενο, όπως το βρήκα στο blog Ανορθογραφίες, Μάρτιος 2007, για να ακούσω ή καλύτερα να δω γραπτά τα σχόλιά σας για το θέμα.

Αρχαία ελληνικά, η θαυματουργή γλωσσική… φραπελιά!

Μία «έρευνα» για την «προσφορά» των αρχαίων ελληνικών στην «ουσιαστικότερη εκμάθηση» των νέων…

Στις 23/1/2007 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εξέδωσε δελτίο τύπου σχετικό με «έρευνα» που πραγματοποίησε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.) για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, με αφορμή την εβδομαδιαία αύξηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος. Το δελτίο τύπου του ΥΠ.Ε.Π.Θ. σημειώνει πως «τα αποτελέσματα της έρευνας είναι συντριπτικά υπέρ του μαθήματος, δικαιώνοντας ταυτόχρονα την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να αυξήσει τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας από το σχολικό έτος 2005-2006», ενώ η ανακοίνωση του Π.Ι. που ακολουθεί αμέσως παρακάτω επιβεβαιώνει – προς «εμπέδωσιν»! – το ίδιο συμπέρασμα, ώστε να μην υπάρξει καμία αμφισβήτηση: «Τα συντριπτικά υπέρ του μαθήματος ποσοστά της έρευνας δικαιώνουν την εκτίμηση της Πολιτείας για την πολλαπλή ωφελιμότητα της συστηματικής διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο και δίνουν οριστική απάντηση σε όσους -εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας- επιμένουν να ζητούν τον εξοβελισμό του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων και σε όσους αμφισβητούν τη σημαντική προσφορά του στην ουσιαστικότερη εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας, στον περαιτέρω εμπλουτισμό του λεξιλογίου των μαθητών, όπως και στην ανάπτυξη της κριτικής τους σκέψης.»

Η παράθεση των συμπερασμάτων και μόνο είναι ενδεικτική του ότι έχουμε να κάνουμε με μία «έρευνα» που συνιστά στην πραγματικότητα εργαλείο πολιτικής και όχι επιστημονική εργασία. Μιλάμε για «εργαλείο πολιτικής» γιατί η «έρευνα» που πραγματοποιήθηκε είχε στόχο να δικαιώσει μία πολιτική απόφαση για την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, γι’ αυτό και απροσχημάτιστα κινήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση. Το λογικό θα ήταν πρώτα να ‘χε πραγματοποιηθεί μία έρευνα κι έπειτα να ακολουθούσαν τα βελτιωτικά μέτρα με βάση τα πορίσματα αυτής. Εδώ η διαδικασία ήταν ακριβώς η αντίστροφη και ο στόχος προκαθορισμένος: έπρεπε με κάθε τρόπο να δικαιωθεί η πολιτική του Υπουργείου. Επιπλέον μιλάμε για «έρευνα» που δεν αποτελεί επιστημονική εργασία, για τον απλούστατο λόγο πως δεν πρόκειται καθόλου για έρευνα, παρά για μία κοινή δημοσκόπηση, με ερωτήσεις που εκμαιεύουν τις «αυτονόητες» απαντήσεις και είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των πορισμάτων που το Υπουργείο επιθυμεί. Αν προστεθεί εδώ και η «οριστικότητα» της «έρευνας», που κατακεραυνώνει, σύμφωνα με το Υπουργείο, κάθε αντίθετη άποψη, η «επιστημονικότητα» εμπεδώνεται! Κι είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς κατόρθωσε η «έρευνα» να μας δώσει τα συμπεράσματα που προαναφέρθηκαν, όταν η αυξημένη σε διδακτικές ώρες διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών εφαρμόστηκε μόλις μία σχολική χρονιά. Δηλαδή, μέσα σε μία χρονιά τα αποτελέσματα της βελτιωμένης χρήσης της νεοελληνικής χάρη στην αρχαία ήταν τόσο εμφανή, ώστε να εξαχθεί και το ανάλογο «οριστικό» πόρισμα; Και σε ποια απτά δεδομένα στηρίζονται τα αντίστοιχα συμπεράσματα, πέρα από την προσωπική εκτίμηση των ελάχιστων (345) φιλολόγων που συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια; Υπάρχουν δηλαδή συγκεκριμένες δραστηριότητες που αποδεικνύουν ότι πράγματι οι μαθητές βελτίωσαν τα νέα ελληνικά τους χάρη στα αρχαία; Κι αν έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί δεν γίνεται κι ένα ακόμη βήμα: να αυξηθούν περαιτέρω οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, ώστε να μιλούν όλοι τέλεια τη νέα ελληνική;(!) Εφόσον λοιπόν υπάρχει πλέον η «έρευνα» (η οποία δεν υπογράφεται καν απ’ τους ερευνητές που την εκπόνησαν!) που αναδεικνύει τις θεραπευτικές ιδιότητες των αρχαίων ως γλωσσικής… φραπελιάς, θα ‘ταν ολέθριο σφάλμα αυτά να μην «αξιοποιηθούν»!

Πέρα όμως από τα προηγούμενα, το Υπουργείο μαζί με το «εκτελεστικό του όργανο», το Π.Ι., θύματα της δικής τους αθεράπευτης ψύχωσης, αντιμάχονται, σαν άλλοι Δον Κιχώτες, κινδύνους ανύπαρκτους, που ορθώνονται μόνο στην φαντασία τους. Ποιοι είναι εκείνοι που ζητούν «τον εξοβελισμό του μαθήματος από το ωρολόγιο πρόγραμμα των Γυμνασίων»; Προσωπικά, δεν γνωρίζω κανέναν. Κι αν ίσως υπάρχουν κάποιοι, συνιστούν μικρό ποσοστό, που δεν δικαιολογεί τέτοια «πολεμική» τακτική. Ο εξοβελισμός του μαθήματος δεν είναι το ζητούμενο. Η αξία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι αναγνωρισμένη σε παγκόσμιο επίπεδο. Το δυστύχημα ωστόσο είναι πως στη χώρα μας, επί σειρά δεκαετιών, η έμφαση δεν δίνεται στις ιδέες και στα ανθρωπιστικά μηνύματα που εκπέμπουν τα ελληνικά κείμενα παλαιότερων περιόδων, αλλά στον τύπο, και μάλιστα σε μια πολύ συγκεκριμένη διάλεκτο, την αττική του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώνα. Πάνω σ’ αυτό είναι ενδεικτικότατη και η ορολογία του Π.Ι., το οποίο δεν αναφέρεται στο κείμενό του στην «Αρχαία Ελληνική Γραμματεία», παρά μόνο στην «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα»! Κι εκτός του ότι αυθαίρετα επιμένουμε να θεωρούμε ως «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα» μόνο την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, η ύπαρξη στοιχειώδους μέτρου και λογικής στη διδασκαλία έστω της Γλώσσας και όχι της Γραμματείας παραμένει ζητούμενο, αν αναλογιστεί κανείς πως οι ώρες που διαθέτονται για τα νέα ελληνικά είναι λιγότερες από τις ώρες για τα αρχαία! Αυτός ο παραλογισμός είναι ο κατακριτέος, αυτή η υπερβολή, και τίποτα περισσότερο.

Στο σημείο αυτό βρισκόμαστε μπροστά στο αυτονόητο, το οποίο όχι μόνο δεν στηρίζεται από καμία ερευνητική προσπάθεια εκ μέρους του ΥΠ.Ε.Π.Θ., αλλά και στο οποίο επιμελώς δεν γίνεται καμία αναφορά: αν στόχος είναι η «ουσιαστικότερη εκμάθηση της νέας ελληνικής γλώσσας» (σ.σ.: αυτή η «ταπεινή» σημειώνεται με πεζά αρχικά γράμματα και όχι με κεφαλαία, όπως η «άλλη», η περισπούδαστη!) και ο «εμπλουτισμός του λεξιλογίου των μαθητών», ποιος θα μας εξηγήσει επιτέλους γιατί δεν επιλέγεται για τον σκοπό αυτό η ενίσχυση της διδασκαλίας της νέας ελληνικής γλώσσας, αντί για της αρχαίας; Αλήθεια, γιατί κανένας απ’ όσους μαθαίνουν ιταλικά ή γαλλικά δεν χρειάζεται απαραιτήτως τα λατινικά; Πάντως το ίδιο το δελτίο τύπου του ΥΠ.Ε.Π.Θ. μάς χαρίζει γλωσσικά απολιθώματα – «βρικόλακες», που απαξιώνουν τη φυσική εξέλιξη της γλώσσας: «υπουργείον», «υπ’ όψιν», «εισήχθησαν», «υπεβλήθησαν», «απεστάλησαν»: η «ζωντάνια» της νέας ελληνικής σ’ όλο της το μεγαλείο, «χάρη» στην επαρκή γνώση της τυπολογίας της αρχαίας!

Αναφορικά με την «ανάπτυξη της κριτικής σκέψης», χρειάζεται να μας διευκρινίσει το ΥΠ.Ε.Π.Θ. αν η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η μόνη που μπορεί να την πετύχει. Χώρια δε που για μία ακόμη φορά θα πρέπει να επισημάνουμε πως τον ουσιαστικότερο ρόλο στην ανάπτυξη της κρίσης τον διαδραματίζουν τα διανοήματα, όχι η τυπολογία. Κοντά σ’ αυτά αν προσθέσουμε κι ένα τελευταίο συμπέρασμα του Π.Ι., πως «η μαθητεία στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα βοηθάει καταλυτικά στη συνειδητοποίηση της πολιτιστικής ταυτότητας και προσφέρει σημαντική υπηρεσία στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης», θα ρωτούσαμε το «σεβαστόν Υπουργείον» αν υπάρχει άλλο μάθημα που κατεξοχήν συμβάλλει προς την κατεύθυνση αυτή. Η απάντηση φυσικά είναι θετική, και αναφερόμαστε βεβαίως στο μάθημα της Ιστορίας. Θα πρέπει όμως εδώ και πάλι να μας εξηγήσει το Υπουργείο αν η Ιστορία, ως σχολικό μάθημα, κατορθώνει ν’ ανταποκριθεί στην αποστολή της, ιδίως από τη στιγμή που η αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών άφησε χωρίς αντικείμενο τους καθηγητές των ξένων γλωσσών και τους θεολόγους, και οδήγησε το Υπουργείο στην απόφαση να διδάσκουν οι συγκεκριμένοι κλάδοι καθηγητών, αν και μη σχετικοί με το αντικείμενο, το μάθημα της Ιστορίας στο Γυμνάσιο.

Τέλος, για τα ερωτήματα της «έρευνας» που διερευνούν αν οι δύο ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα ήταν επαρκείς για το μάθημα των αρχαίων ελληνικών και αν η αύξηση των ωρών συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη κάλυψη της ύλης, την ίδια θετική απάντηση θα έδιναν και όλοι οι άλλοι καθηγητές διαφορετικών ειδικοτήτων για τις ανάγκες των μαθημάτων τους. Ας ξανατεθεί όμως διαφορετικά το ερώτημα, επιστρεφόμενο στο Υπουργείο: οι δύο ώρες διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας είναι αρκετές για να βελτιώσουν οι μαθητές τη χρήση της νεοελληνικής;

Η θλιβερή «έρευνα» του Υπουργείου και του Π.Ι. δεν πετυχαίνει τίποτα περισσότερο από το να συντηρεί και να αναπαράγει τις ιδεοληπτικές εμμονές εκείνων που συστηματικά κινδυνολογούν και προβλέπουν το τέλος της ελληνικής γλώσσας (η οποία, αν και δεν χάθηκε ούτε επί τουρκοκρατίας, «κινδυνεύει» τώρα!), προσποιούμενοι ότι επιθυμούν τη διατήρηση της «παράδοσης», αν και στην πραγματικότητα δεν νοσταλγούν παρά μόνο την ξύλινη τυπολογία της καθαρεύουσας των μαθητικών τους χρόνων (αυτήν ξέρουν, αυτήν εμπιστεύονται!). Κι επειδή η τάση αυτή συνδέεται και με τη νοσταλγία του πολυτονικού συστήματος τονισμού, η υπεράσπιση του οποίου τελευταία γίνεται όλο και μαχητικότερη, μένει να δούμε πότε θα μας προκύψει και η ανάγκη για την επίσημη επαναφορά του πολυτονικού μέσα από τις «έρευνες» του Π.Ι. . Εδώ όμως θα χρειαστεί να επιμείνουμε.

Γιάννης Στρούμπας
Φιλόλογος – 3ο Γενικό Λύκειο Κομοτηνής

Σχετικά κείμενα:

* Γρηγόρης Καλομοίρης (Γ. Γραμματέας ΟΛΜΕ), Θέμης Κοτσιφάκης (μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ), Παύλος Χαραμής (πρόεδρος ΚΕΜΕΤΕ/ΟΛΜΕ), «Ερευνητικές λαθροχειρίες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου«, εκπαιδευτικό δίκτυο ενημέρωσης AlfaVita, 24.1.2007.

* Αντώνης / Gazakas (φιλόλογος – Δράμα), «Αλήθεια, Ποια Είναι η Αλήθεια;«, μπλογκ Μέσα στη Νύχτα, 24.1.2007.

* Γιάννης Παπαθανασίου (φιλόλογος – Θεσσαλονίκη), ««έλλειμα παιδείας»«, μπλογκ Συζήτηση για τη διδασκαλία της γλώσσας στο Γυμνάσιο, 24.1.2007.

>Σκέψεις για τα μέρη του λόγου

Κατηγορία: Γλώσσα από στις Μάιος 29, 2008

>

Η αναδημοσίευση επίσης του κειμένου του Φοίβου Παναγιωτίδη στον Πολίτη της 25ης Μαΐου 2008, ελπίζω να είναι μια ακόμη αφορμή για συζήτηση.

Το γραμματικό παράδοξο και τα μέρη του λόγου

Κρυμμένη πολυπλοκότητα, κρυμμένη απλότητα

Έχουμε ξαναμιλήσει για το γραμματικό παράδοξο πολλές φορές από αυτήν εδώ τη στήλη: στην καρδιά της γλωσσικής ικανότητας του ανθρώπου βρίσκεται ένα σύνθετο γραμματικό σύστημα που σχηματίζει λέξεις και προτάσεις και τις συσχετίζει με σκέψεις και νοήματα. Πρόκειται για ένα νοητικό σύστημα που, όσο το μελετάμε και το εξερευνούμε, τόσο συνεχίζει να μας ξαφνιάζει και να μας προβληματίζει με τις δυνατότητές του αλλά και με την πολυπλοκότητά του. Ωστόσο, πρόκειται για ένα σύστημα το οποίο τα νήπια ανεξαρτήτως άλλων ταλέντων ή δυσκολιών αναπτύσσουν αβίαστα και χωρίς διδασκαλία ή ουσιαστικό ρόλο εκ μέρους των γονέων μέσα στα πρώτα τέσσερα ή πέντε χρόνια της ζωής τους. Εδώ βρίσκεται το παράδοξο: πώς ένα τόσο σύνθετο σύστημα αναπτύσσεται τόσο γρήγορα και με τόσο περιορισμένη γλωσσική εμπειρία;

Το παράδοξο αυτό μας έχει ξαναπασχολήσει και έχουμε συζητήσει διάφορες πτυχές του αλλά και κάποιες προσεγγίσεις για το πώς μπορεί να αναλυθεί και να εξηγηθεί. Αντί να επανέρθω στο γενικότερο ζήτημα και στο γραμματικό παράδοξο σε όλο το εύρος του, θα μιλήσω σήμερα για ακόμα μια πολύ μικρή πτυχή του. Για άλλη μια φορά, πρόκειται για ένα εκ πρώτης όψεως απλούστατο θέμα το οποίο – ωστόσο – είναι ακόμα μια έκφανση του γραμματικού παραδόξου, αφού κρύβει μέσα του δεινή πολυπλοκότητα.

Μέρη του λόγου

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ενός ουσιαστικού (π.χ. ‘γέλιο’) και ενός ρήματος (π.χ. ‘γελάω’); Η απάντηση δεν μπορεί φυσικά να δοθεί με τους παραδοσιακά σχολικούς (και λανθασμένους) εννοιολογικούς ορισμούς, ότι δηλαδή τα ουσιαστικά δηλώνουν ‘πρόσωπα, ζώα πράγματα ή αφηρημένες έννοιες’ ενώ τα ρήματα ‘ενέργειες, καταστάσεις’ κ.ο.κ. Είναι ξεκάθαρο από το απλό παράδειγμά μας ότι το ουσιαστικό γέλιο δεν είναι πράγμα, δε δηλώνει καν αφηρημένη έννοια με τον τρόπο που ένα ουσιαστικό όπως το ‘δικαιοσύνη’ δηλώνει μια αφηρημένη έννοια. Το ουσιαστικό ‘γέλιο’ δηλώνει μια ενέργεια, κάτι που κάνουμε (ή κάτι που μάς συμβαίνει) – όπως ακριβώς και το ρήμα ‘γελάω’ δηλαδή. Άρα, σε τι διαφέρουν αυτά τα δύο;

Μια πιθανή απάντηση είναι να ισχυριστεί κανείς ότι η διάκριση μεταξύ ρημάτων και ουσιαστικών είναι περιστασιακή και επιφανειακή και ότι δεν αντανακλά κάτι βαθύτερο: μπορούμε λ.χ. να πούμε ότι όπως η προφορά της ελληνικής διακρίνει συστηματικά τον φθόγγο ‘λ’ από το ‘ρ’ (αντίθετα με τα γιαπωνέζικα), έτσι και η μορφολογία της ελληνικής διακρίνει συστηματικά μια κατηγορία λέξεων, τα ρήματα, επάνω στην οποία κολλάει φωνή / διάθεση (π.χ. παθητική), ποιόν ενεργείας (π.χ. εξακολουθητικό), χρόνο (π.χ. ενεστώτα) και έγκλιση / τροπικότητα (π.χ. προστακτική), από μια κατηγορία λέξεων, τα ουσιαστικά, επάνω στην οποία κολλάει γένος (π.χ. θηλυκό), αριθμό (π.χ. πληθυντικό) και πτώση (π.χ. γενική). Κάποιοι γλωσσολόγοι μάλιστα ασπάζονται αυτή την άποψη.

Μία ουσιαστική διαφορά

Ωστόσο, η διαφορά ρήματος-ουσιαστικού υπάρχει σε όλες τις ανθρώπινες γλώσσες, ακόμα και σε εκείνες οι οποίες δεν κάνουν διάκριση ρημάτων και ουσιαστικών με βάση μορφολογικές καταλήξεις, ή δευτερεύουσες κατηγορίες όπως η έγκλιση / τροπικότητα ή το γένος. Για παράδειγμα, στα αγγλικά, όπου αν απομονώσουμε πολλές λέξεις μπορούν να δουλέψουν είτε ως ουσιαστικά είτε ως ρήματα (π.χ. ‘work’), η γραμματική διάκριση μεταξύ τους είναι μολαταύτα ουσιώδης και πραγματική. Άρα δεν μπορεί η διάκριση σε ουσιαστικά και ρήματα να αποτελεί απλώς επιφανειακή ιδιομορφία κάποιων γλωσσών.

Επιπλέον, η νευρογλωσσική έρευνα παρέχει ενδείξεις ότι τα ουσιαστικά και τα ρήματα μπορούν να βλαβούν επιλεκτικά: π.χ. υπάρχουν ασθενείς με εγκεφαλικές βλάβες που καλούνται αφασίες (επίκτητες γλωσσικές διαταραχές, δηλαδή) που αδυνατούν να επεξεργαστούν μόνο ουσιαστικά ή μόνο ρήματα – ανεξαρτήτως νοήματος ή συχνότητας της λέξης. Αυτό είναι πολύ σημαντικό εάν σκεφτεί κανείς ότι το ρήμα ‘γελάω’ και το ουσιαστικό ‘γέλιο’ στην πραγματικότητα δηλώνουν την ίδια σημασία. Ρήμα και ουσιαστικό φαίνεται ωστόσο να διαφέρουν στην προοπτική που επιβάλλουν πάνω στη σημασία, στον τρόπο με τον οποίο ‘βλέπουν’ το γεγονός.

Ήδη διαφαίνεται πόσο πιο σύνθετη είναι ακόμα και η στοιχειώδης διάκριση σε μέρη του λόγου. Θα συνεχίσουμε την επόμενη φορά.

>ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ Ν.Ε. ΓΛΩΣΣΑΣ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ

Κατηγορία: Γλώσσα,ΤΠΕ από στις Μάιος 21, 2008