Feed
Άρθρα
Σχόλια

Αρχείο για την κατηγορία 'Πρόσωπα/People'

Είπα θα πέσω μέσα

Ευχές

Για το 2019 εύχομαι αποκατάσταση των βλαβών.

Πηγή: Ethereal Randomity

Της Μαρίας Μπουφίδου

Ένα βιβλίο είναι σαν ένα σπίτι και το εξώφυλλο είναι η πόρτα του. Και πώς να αντισταθείς και να μην ανοίξεις αυτή την πόρτα με την εξαίσια εικονογράφηση του εκλεκτού μας Τάσου Παπατσώρη;

Αλλά και η υποδοχή που μας επιφυλάσσει η οικοδέσποινα είναι και αυτή μοναδική: γλυκιά, τρυφερή, σχεδόν παραμυθένια, αφού για παραμύθι πρόκειται, στο οποίο πρωταγωνιστεί μια πεταλούδα που χαϊδεύει με τα λεπτά φτεράκια της όποιον συναντήσει από την αρχή του ταξιδιού της.

Η πρώτη που συναντά και που μαγεύεται από την ομορφιά της είναι η Λίνα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς παζάρια, με το που την αντικρίζει στη βελουδένια κασετίνα της την αγοράζει και την καρφιτσώνει αμέσως στην γκρίζα ζακέτα της. Ξεκινά μια σχέση δυνατή, μια σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης που πλημμυρίζει και τις δυο και τις κάνει να λάμπουν· αυτό μέχρι τη στιγμή της απώλειας. Η Λίνα είναι απαρηγόρητη από τον χαμό της «φίλης» της, όμως η πεταλούδα με μια δύναμη που και η ίδια αγνοούσε πως είχε, αποφασίζει να ζήσει, να πετάξει.

Άφοβα, παραδίνεται στον αέρα μέχρι που προσγειώνεται σε μια ακόμα γκρίζα ζακέτα που δεν είναι όμως της Λίνας· ανήκει σ’ ένα κοριτσάκι που προσπαθεί γεμάτο άγχος να απαντήσει σωστά στο διαγώνισμα που γράφει. Βλέποντάς το έτσι, η πεταλούδα μας σαν άτακτη μαθήτρια τού ψιθυρίζει τη λύση και του χαρίζει απλόχερα χαρά.

Τίποτα πια δεν σταματάει το σεργιάνι της πάνω από την πόλη ώσπου τα μάτια της μαγνητίζει η ψηλή σιλουέτα ενός νεαρού που βαδίζει γοργά. Τον ακολουθεί αυθόρμητα, τρυπώνει στο σπίτι του, νιώθει το αδιέξοδο, την αγωνία του, τον παρατηρεί και κάθεται κοντά του, πάνω σ’ ένα μαλακό γκρίζο πλεκτό που της θύμισε τη ζεστή υφή της ζακέτας της Λίνας. Χωρίς, βέβαια, να το γνωρίζει, θα του χαρίσει την πρώτη θέση στον πανελλήνιο διαγωνισμό φωτογραφίας την στιγμή ακριβώς που εκείνος θα αιχμαλωτίσει με τον φακό του την προσπάθεια που κάνει να ελευθερώσει τα ποδαράκια της από τη μαλακή πλέξη.

Αλλάζει πορεία αφήνοντας πίσω της την γκρίζα πολιτεία. Πετούσε ρουφώντας αχόρταγα τον αέρα της ελευθερίας μέχρι που φθάνει στον επόμενο σταθμό της: έναν ταλαιπωρημένο και κουρασμένο γέροντα στον κήπο του. Κάθεται για λίγο στο μανίκι του γκρίζου φθαρμένου ρούχου. Τον κοιτάζει, νιώθει τη δυστυχία του και του δωρίζει τον πιο μαγευτικό της χορό· κι εκείνος θαμπωμένος από την ομορφιά και τη χάρη της, θυμάται τη δική του πεταλούδα-την κορούλα του και ξαναζεί έστω και λίγο στιγμές λησμονημένης ευτυχίας.

Αυτή είναι και η τελευταία της στάση. Η πεταλούδα μας κουράστηκε από το ταξίδι και έχει ανάγκη να ξαποστάσει μέσα στο φυσικό της σπίτι, πάνω σε ένα παχύ στρώμα φύλλων. Αποκοιμήθηκε για πολύν καιρό μέχρι που ο φίλος της ο άνεμος κουβαλώντας την στην πλάτη του, τη γύρισε πίσω, στη γειτονιά της Λίνας και την απόθεσε μαλακά στην αφετηρία της, στην γκρίζα ζακέτα της φίλης της, το ίδιο όμορφη, όμως άψυχη.

Ακόμα κι έτσι όμως παγωμένη και άκαμπτη προσφέρεται ξανά και κατορθώνει να κάνει τη Λίνα να δακρύζει από χαρά κι ευγνωμοσύνη που -άγνωστο πώς- η πολυαγαπημένης της πεταλούδα βρέθηκε.

Σ’ αυτά τα πέντε επεισόδια, λοιπόν, αρθρώνεται αλλά και εξαντλείται η περιπετειώδης ζωή της πεταλούδας μας. Ξαναδιαβάζοντας το αφήγημα, ξεχώρισα κάτι που δεν το πρόσεξα -το ομολογώ- από την αρχή.

Στο ταξίδι της αυτό η πεταλούδα μας έλκεται από την αρχή από το γκρίζο. Επιλέγει ανθρώπους μοναχικούς, χαμένους στη βροχή της μεγαλούπολης, με χαρακτηριστικά τραβηγμένα από το άγχος και το κυνήγι της επιτυχίας, ανθρώπους που ταλανίζονται από την απουσία της ελπίδας, πλάσματα που έχουν στερηθεί τη χαρά, την ευτυχία, που έχουν βιώσει την απώλεια. Αυτούς πλησιάζει αθώα μα άφοβα και άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς επίγνωση «φωτίζει» τη ζωή τους με τη χάρη της.

Έτσι, δικαιολογεί τον προφανή σε όλους μας συνειρμό: «πεταλούδα» ισοδυναμεί με χαρά, χρώματα, κίνηση, ομορφιά, ξενοιασιά· όχι όμως για την ίδια μα για τους άλλους. Γιατί κάθε επιλογή έχει συνέπειες: χαρίζοντας την ύπαρξή της αδυνατίζει, κουράζεται, καταπονείται και ωστόσο κρατά τις τελευταίες της δυνάμεις για να μας θυμίσει και λόγω των ημερών κάπως εντονότερα μια πανάρχαιη αλλά συχνά λησμονημένη αλήθεια: πως η μεγαλύτερη, η σπουδαιότερη αρετή είναι η προσφορά, η παρηγοριά, η παραμυθία και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο την Πεταλούδα της Λίνας δεν θα μπορούσε να την είχε γράψει κανείς άλλος παρά μόνο η αγαπημένη μου κ. Κυριακή Κυριακουλέα.

Της Νατάσας Μερκούρη

Κυρίες, κύριοι και παιδιά, αγαπητοί φίλοι, σας καλωσορίζουμε στην παρουσίαση του βιβλίου της Κυριακής Κυριακουλέα Η πεταλούδα της Λίνας σε εικονογράφηση του Τάσου Παπατσώρη, δύο πολύ αγαπημένων φίλων και συναδέλφων, από τις εκδόσεις Οσελότος.

Συνηθίζουμε να είμαστε απλώς περαστικοί σχεδόν από παντού, από χώρους, από τις ζωές των ανθρώπων, από τη ζωή την ίδια. Σήμερα, βρισκόμαστε εδώ, σε έναν χώρο ξεχωριστό, για δικούς μας ανθρώπους, που μας μαθαίνουν να αφουγκραζόμαστε και να παρατηρούμε τον κόσμο γύρω μας.

Το «Μύρτιλλο» λοιπόν…. Στεγάζεται σε ένα από τα 5 ιστορικά βιομηχανικά κτήρια του «Πάρκου για τον Πολιτισμό και το Παιδί». Είχαν οικοδομηθεί όλα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με χρηματοδότηση από τη νορβηγική κυβέρνηση. Εξοπλίστηκαν με μηχανήματα και από το 1957 λειτουργούσαν ως χώροι εκπαίδευσης αναπήρων θυμάτων πολέμου. Ονομαζόταν ο χώρος Κέντρο Αποκατάστασης Πολιτικών Αναπήρων Πολέμου (ΚΑΠΑΨ). Από τη δεκαετία του ’90 σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται και άρχισε η παρακμή τους. Ανακαινίστηκαν το 2014 με πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση και όλο το πάρκο παραδόθηκε στους πολίτες.

Στο Πάρκο θα βρείτε: α) Την πρώτη δανειστική βιβλιοθήκη στη χώρα για παιδιά νηπιακής ηλικίας, β) δανειστική βιβλιοθήκη για παιδιά σχολικής ηλικίας, γ) «Το Μεγάλο μας Σπίτι», ένα φιλόξενο μέρος πρώιμης κοινωνικοποίησης για παιδιά έως 3 ετών και τους γονείς τους, δ) συμβουλευτικό σταθμό ψυχολογικής υποστήριξης του Δημοτικού Βρεφοκομείου Αθηνών του δήμου Αθηναίων και ε) το «Μύρτιλλο»

Το Μύρτιλλο καφέ βραβεύτηκε το 2014 ως η Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση που έχει προσλάβει ευπαθείς εργαζόμενους σε ποσοστό 90% και έχει κατορθώσει την αυτοδιαχείριση με προσωπική ευθύνη των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα. Λειτουργεί ως πολυχώρος Λόγου και Τέχνης που  ανοίγεται στην κοινωνία με το πρόγραμμα «Οι τέχνες αλλιώς», κι έτσι, με τη βοήθεια της υπεύθυνης εκδηλώσεων κ. Ιωάννας Βασιλακοπούλου βρισκόμαστε σήμερα εδώ.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, την παρουσίασή μας. Δικαιωματικά, θα ανοίξει την εκδήλωση εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου. Θα θέλαμε να καλέσουμε την υπεύθυνη των εκδόσεων Οσελότος κ. Παντοπούλου, να απευθύνει χαιρετισμό.

Πριν ξεκινήσω το δικό μου μέρος της παρουσίασης, θα ήθελα να εξομολογηθώ ότι έχω αγωνία για το πώς θα ακουστούν όσα θα πω σε αυτή τη συνάντηση. Δεν πρόκειται για κάποια βαθυστόχαστη ανάλυση. Αρκεί μόνο που ξέρω ότι αυτή είναι από τις σημαντικές στιγμές της Κυριακής, στιγμή μεγάλης βαθιάς χαράς και ικανοποίησης, μια στιγμή-ορόσημο, που σηματοδοτεί για εκείνη έναν νέο τρόπο να υπάρχει, να κινείται και να διατρανώνει την παρουσία της ανάμεσά μας.

Όταν, λοιπόν, με εμπιστεύτηκε για να μιλήσω για τη δουλειά αυτή, φυσικά δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Έχω όμως την ανησυχία που έχουν πάντα οι φίλοι: να σταθώ κι εγώ στο ύψος της χαράς της με όσα θα μοιραστώ μαζί σας.

Η Κυριακή, από τότε που τη γνώρισα, ασχολείται στον εκτός σχολείου χρόνο της με τις δύο μεγάλες της αγάπες: το κουκλοθέατρο και το παραμύθι. Το παραμύθι το έχει υπηρετήσει σε ποικίλες συνθήκες: ήταν υπεύθυνη του Ομίλου Παραμυθιού στο σχολείο, έχει παρακολουθήσει πολλές ώρες σεμιναρίων αφήγησης παραμυθιού, έχει αφηγηθεί αλλά και έχει γράψει και η ίδια παραμύθια.

Αυτό, όμως, που κρατάτε στα χέρια σας ξεχωρίζει για δύο, κατά τη γνώμη μου, λόγους. Η Μαρία σε λίγο σίγουρα θα σας δώσει κι άλλους.

Η δημιουργία του βιβλίου αυτού αποτυπώνει μια στάση ζωής. Αφορμή για την ιστορία της Κυριακής στάθηκε πραγματικά η απώλεια της καρφίτσας-πεταλούδας της Λίνας, αλλά αυτό ήταν μόνο η αφορμή. Και το τονίζω γιατί βλέπουμε συγγραφείς να εκμεταλλεύονται, ακόμα και να εξαργυρώνουν το βίωμά τους προκειμένου να έχουν κάτι να εκδώσουν.

Η αφορμή, λοιπόν, ήταν ένα ασήμαντο κατά τ’ άλλα περιστατικό, μια λεπτομέρεια στην πυρετώδη καθημερινότητα του σχολείου, το οποίο η παρατηρητικότητα της Κυριακής ξεχώρισε γιατί διείδε βάθος εκεί που οι άλλοι, ακόμα και η Λίνα, είδαμε μια ατυχία. Και καθώς πάντα, ουσιαστικά αισιόδοξη, σκέφτεται με ιστορίες, έστησε μια σπονδυλωτή αφήγηση. Η πεταλούδα από το πέτο της ζακέτας της Λίνας διαγράφει, ανεξάρτητη αλλά και μόνη, μια διαδρομή με τρεις σταθμούς. Οι συναντήσεις με τρεις συνηθισμένους ανθρώπους, σε διαφορετικές φάσεις ζωής, είναι τρεις καταδύσεις στις ψυχές και τις ανάγκες των προσώπων αυτών. Η πεταλούδα δίνει στον καθένα ό,τι χρειάζεται εκείνη τη στιγμή. Αρχικά, μια ανεξήγητη χαρά στη Λίνα, έπειτα την απάντηση στο διαγώνισμα στο αδύνατο κοριτσάκι, το συγκλονιστικό στιγμιότυπο στον φωτογράφο και στον ηλικιωμένο χαρούμενες αναμνήσεις από τη νεκρή του κόρη.

Και στηρίζει αντίστοιχα τη νοηματοδότηση της ζωής της Λίνας, τον αγώνα και την προσπάθεια της μαθήτριας, την κορυφαία στιγμή και τη διάκριση του φωτογράφου, τη λύση της ζωής και τη χαμένη χαρά του ηλικιωμένου.

 

Παράλληλα, αναζητά το νόημα της δικής της ύπαρξης τώρα που δεν ζει πια με ασφάλεια ως διακοσμητική καρφίτσα αλλά ούτε και περνά τις μέρες της στο πλευρό της Λίνας. Τόσο η Κυριακή όσο και ο Τάσος, όπως θα δείτε σε λίγο, ανατρέπουν το στερεότυπο της χαρούμενης αφελούς πεταλούδας, που παρουσιάζεται συνήθως με άγνοια κινδύνου. Τη συγκεκριμένη πεταλούδα την προσδιορίζει η έλλειψη των άλλων και η δική της προσφορά. Η ανεξαρτησία της είναι ένα ταξίδι ενηλικίωσης μέσα από την τριβή με τους ανθρώπους -γιατί κανείς δεν πορεύεται μόνος του ακόμα και αν το επιθυμεί-, τους κινδύνους της επιβίωσης, τη δύναμη να παραμένεις αυτόνομος, σε σχέση ισότιμη με ανθρώπους, συνθήκες, καταστάσεις, αντικείμενα, επιθυμίες, οδύνες. Είναι το ωραίο ταξίδι, η περιπλάνηση και αναζήτηση ταυτότητας. «Εξάλλου, πού ξέρεις», είπε στον εαυτό της, «ίσως και να ‘ταν καλύτερα που πέταξε για λίγο μακριά μου. Ίσως και να έζησε μια καλύτερη ζωή.»

Έτσι, η Κυριακή μετέπλασε λογοτεχνικά ένα καθημερινό γεγονός σε ιστορία που μας αφορά όλους ενσωματώνοντας τις δικές της εμπειρίες, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς, κυρίως τις αγωνίες της. Κι επειδή όλες οι αφηγήσεις παραμυθιών κρύβουν μια διδαχή κι επειδή η Κυριακή πάνω από όλα είναι δασκάλα, διδάσκει και μεγαλώνει εφήβους, δε θα μπορούσε να επιτύχει καλύτερο συνδυασμό εμπειριών, προθέσεων, μορφής και υλοποίησης.

Στη ματιά της Κυριακής, που διαπερνά την επιφάνεια των πραγμάτων, ήρθε να προστεθεί και η ματιά του εικαστικού, που ξέρει πώς να εστιάζει συνήθως σε αυτό που οι υπόλοιποι προσπερνάμε και να το αναδεικνύει. Οι φιλόλογοι συχνά μιλάμε για πολυτροπικότητα, δηλαδή «τη μορφή παρουσίασης ενός πολιτισμικού προϊόντος στο οποίο περιέχονται και συνδυάζονται περισσότεροι από ένας σημειωτικοί τρόποι». Επικοινωνία, δηλαδή, μέσα από πολλούς τρόπους. Δεν πρόκειται όμως απλώς για την έμπνευση που προκαλεί ο λόγος στην εικόνα. Η εικόνα έρχεται να συμπληρώσει, να σχολιάσει, να επικεντρωθεί σε σημεία του κειμένου, να προσθέσει, να δώσει άλλη προοπτική. Έτσι τίθενται σε λειτουργία και αξιοποιούνται όλες οι διανοητικές δυνατότητες του αναγνώστη.

Ο Τάσος επέλεξε να φιλοτεχνήσει συνολικά 5 εικόνες, το εξώφυλλο και 4 ακόμα, μία για κάθε σημαντική στιγμή της πεταλούδας: η ταυτότητα της πεταλούδας, η συνύπαρξη με τη Λίνα, η συνάντηση με τη μαθήτρια, η συνάντηση με τον φωτογράφο, η συνάντηση με τον ηλικιωμένο. Όπως η καθημερινότητα μεταπλάστηκε σε λογοτεχνία, έτσι και η λογοτεχνία μεταπλάστηκε σε εικόνα. Η εικαστική προσέγγιση ξεκίνησε αυθόρμητα από το κείμενο και συνεχίστηκε με πειραματισμούς. Στη δημιουργία του οπτικού υλικού δε δόθηκαν κατευθύνσεις ή οδηγίες ως προς το περιεχόμενο ή την τεχνοτροπία. Το ζητούμενο ήταν η εικονογράφηση να είναι ισοδύναμη με το κείμενο και όχι συμπληρωματική.

Παρατηρώντας τις εικόνες είναι σαφής η αυτονομία τους. Αποτελούν από μόνες τους μια αφήγηση, που μπορεί να σταθεί έξω από το κείμενο και επιδέχεται τη δική της ερμηνεία γιατί οι εικόνες δημιουργούν οι ίδιες νόημα, και αυτή είναι η ουσία ενός πολυτροπικού κειμένου.

Ο Τάσος επέλεξε να μην κινηθεί στον χώρο του ρεαλισμού αλλά να δουλέψει και να παίξει με υφές και κυρίως με σύμβολα. Ενδεικτικά αναφέρουμε το ρολόι και το λεωφορείο για να δηλώσει την ασθμαίνουσα καθημερινότητα της Λίνας, ή τις κόρες των ματιών όταν αναφερόταν στον φωτογράφο και τη σημασία της στιγμής για αυτόν.

Σε κάθε εικόνα παρατηρούμε τη συνύπαρξη της φύσης με τον άνθρωπο, ακόμα όταν η παρουσία της φύσης δεν γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο ή εμφανίζεται απροσδόκητα.

Σε κάθε εικόνα αποτυπώνεται η ουσία της συνάντησης της πεταλούδας με τον άνθρωπο: Στη ζωή της Λίνας μπαίνει σε πρώτο πλάνο, στη ζωή της μαθήτριας έρχεται σαν επιφοίτηση και την κατακλύζει, στη ζωή του φωτογράφου μπαίνει στο καρέ την κρίσιμη στιγμή και η ίδια και το αρνητικό της, στη ζωή του ηλικιωμένου δεν έχει -εικαστικά- τόσο εκκωφαντική παρουσία γιατί είναι εκείνη που προκαλεί αφύπνιση, προκαλεί την έκρηξη των αναμνήσεων, των συναισθημάτων και της ζωής που πέρασε.

Όταν τον ρώτησα πώς θα περιέγραφε τη δημιουργία αυτή, μου είπε «art therapy». Φαίνεται, τελικά, ότι εκτός από φαρμακευτική αγωγή έχουμε όλοι μας ανάγκη να ισορροπούμε μέσα από τη δημιουργία, μέσα από τις ιστορίες που έχουμε να μοιραστούμε είτε με λόγια είτε με εικόνες.

Στη συνήθεια της αντιγραφής και της επικόλλησης η Κυριακή και ο Τάσος αντιτάσσουν τη δημιουργία, την πρωτότυπη σκέψη και την προσωπική κατάθεση. Δύσκολος δρόμος να είσαι αληθινός, να επιδιώκεις το καλύτερο για τους άλλους, να γίνεσαι συνειδητά καλύτερος άνθρωπος.

Γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες μεγάλης απανθρωπιάς. Το μίσος και η βία είναι παγιωμένος τρόπος αντίδρασης, εντελώς νομιμοποιημένος στις συνειδήσεις πολλών, ανηλίκων και ενηλίκων. Η δουλειά της Κυριακής έτσι όπως άνοιξε έναν διάλογο με τα έργα του Τάσου είναι μια σπουδή στην ευαισθησία, στη σιωπηρή πλευρά των πραγμάτων, εκεί όπου πρέπει να κάνεις ησυχία για να ακούσεις τι έχει να πει ο καθένας.

Ο Κωστής Παπαγιώργης έγραφε το 1998 για ανθρώπους «που κατοικούν μέσα στα λόγια τους». Και τα έργα τους θα συμπληρώσω. Γι’ αυτό λοιπόν είμαστε όλοι εδώ. Για να επιβεβαιώσουμε την πίστη μας σε αυτή τη στάση ζωής και να τη χειροκροτήσουμε.

© Φωτογραφίες: Τάσος Μπόκος

 

 

Της Αρίτας Ντάμπουρα*

Ποιος είναι ο Ζακ;

Ο Ζακ στην πραγματικότητα είναι ένας σκύλος. Στο λογοτεχνικό αφήγημα του Βαγγέλη Ιντζίδη Ζακ. Η αυτοβιογραφία των ζωντανών, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος, γίνεται και ένας  “χαμαιλέων” – αφορμή για εξιστόρηση.

Είναι το ανυπεράσπιστο πλάσμα που ο συγγραφέας «υιοθέτησε εντός του, δεσμεύτηκε». Γίνεται η επιβεβαίωση της δύναμής του να τον προστατεύει, «να γίνει φωλιά».

Είναι ο καθρέφτης που αντανακλά τις φοβίες του αφηγητή ανασύροντας από τη μνήμη οικεία, αγαπημένα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται μέσω του λεπτού και εύθραυστου νήματος της αγάπης. Γίνεται η αιτία της συμφιλίωσης με το οδυνηρό βίωμα της απουσίας και της απώλειας, της υπαρκτής και της επικείμενης.

Ο Ζακ είναι μια πραγματεία πάνω στις λέξεις με τις οποίες ο συγγραφέας θεωρεί ότι «ένας ολόκληρος κόσμος αναδύεται, ενώ σύμπαντα, κόσμοι καταβυθίζονται. Με τις λέξεις προσκαλούμε και με τις λέξεις αποκλείουμε».

Ποιος κόσμος αναδύεται από τις λέξεις του βιβλίου και ποιους προσκαλούν να τον επισκεφτούν;

Ο συγγραφέας πλάθει έναν κόσμο που ισορροπεί ως δια μαγείας στα όρια των αντιθέσεων.

Της εκλογικευμένης  ψυχρότητας και της συναισθηματικής θέρμης που «λιώνει τον παγετώνα της αμηχανίας» καθιστώντας «αδύναμη την ανασφάλεια της αβύσσου».

Της στοχαστικής μοναξιάς και της συντροφιάς που έρχεται να ιχνηλατήσει την ερημιά φτάνοντας μέχρι την οικειότητα του μοιρασμένου, κοινού, ύπνου.

Της αυτοσυντήρησης που επιβάλλει η λογική και της παρορμητικής παραίτησης στα «όξινα χέρια » του έρωτα. Της τόλμης να φύγεις από τον εαυτό σου και του φόβου μη χαθείς μέσα στον άλλον.

Της αλήθειας που ανιχνεύουν οι λέξεις και του ψεύδους που επιζητά η επιθυμία για να ικανοποιηθεί απόλυτα.

Σε ποιους απευθύνεται ο Ζακ;

Σ’ αυτούς που θεωρούσαν ότι είναι ανίκανοι ν’ αγαπούν και αιφνιδίασαν τον ίδιο τους τον εαυτό πλημμυρίζοντας από ζεστά συναισθήματα για ένα πρόσωπο που εισέβαλε αναπάντεχα στη ζωή τους.

Σ’ αυτούς που δεν αντέχουν τη σιωπή, «μιλούν πολύ για να μην ακουστεί το ουρλιαχτό από τον πόνο που τους προκαλούν», για να μάθουν να αφουγκράζονται τη σιωπή όπου «αναμοχλεύονται οι λέξεις » πριν « να εισβάλουν σε ό,τι ονομάζουμε συνείδηση». Να μάθουν να περιμένουν όπως «περιμένουμε μες στην οδύνη της απώλειας και τις δίνες της οργής να αναπνεύσουμε».

Σε αυτούς που θεωρούν ότι «οι έγνοιες γίνονται πιο υποφερτές αν από αυτές κάνεις μια ιστορία και αν πεις αυτή την ιστορία». Αυτό κάνει ο ποιητής που «δεν έχει αγάπη. Δεν είναι αγάπη. Γίνεται».

Το ερώτημα «Πώς μπόρεσα να αγαπήσω;», τίτλος και σε ένα από τα δεκαεφτά κεφάλαια του βιβλίου, διατρέχει το κείμενο και βρίσκει τελικά την απάντησή του.

*Η Αρίτα Ντάμπουρα είναι εκπαιδευτικός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί η ποιητική της σύνθεση Ο φυσικός μου εαυτός.

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Την Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018, 7 το απόγευμα στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Σκουφά 45) οι Τζίνα Πολίτη, Σάββας Μιχαήλ, Λίζυ Τσιριμώκου και Ελένη Καραντζόλα συζητούν για το βιβλίο του Βαγγέλη Ιντζίδη Ζακ. Η αυτοβιογραφία των ζωντανών.

Μνήμη που δε σβήνει

Εκ μέρους του Συλλόγου των Δασκάλων Κορινθίας

Σε αποχαιρετούμε σήμερα, αγαπητέ συνάδελφε Θανάση Μερκούρη.

Είναι τραγικό γεγονός ο θάνατος, μοιραίο όμως και αναπόφευκτο συμβάν στη ζωή μας.

Έφυγες σήμερα, Θανάση, και πορεύεσαι προς την ουράνιο και αιώνια πολιτεία της κοινής μας μοίρας.

Το πέρασμά σου ως δασκάλου από αυτή τη ζωή έγραψε ιστορία. Συνειδητός και μεθοδικός δάσκαλος, ήπιος και αξιοσέβαστος σε ανθρώπους, γονείς και μαθητές σου. Η γλυκύτητα και η σεμνότητα ήταν τα χαρακτηριστικά σου.

Λεπτός στους τρόπους, ευγενής, λιγομίλητος, άριστος στην τάξη, συνεργάσιμος και καλοπροαίρετος προς όλους. Ταπεινός και ήσυχος δημιουργούσες ένα εξαίρετο κλίμα συνεργασίας, όπου υπηρέτησες ως δάσκαλος και ως διευθυντής σχολείου.

Δημιούργησες μια ωραία οικογένεια με τη συνάδελφο δασκάλα Κούλα Μάζου και αναθρέψατε με αγάπη τη μονάκριβη κόρη σας. Είχες δε την ευτυχία να την καμαρώσεις τη Νατάσα σας και άριστη φιλόλογο και καθηγήτρια.

Στο καλό, καλέ μας και αγαπητέ συνάδελφε Θανάση.

Εργάστηκες ως δάσκαλος με πίστη και αφοσίωση στο καθήκον σου, γι’ αυτό στου ανήκουν επάξια οι στίχοι του ποιητή μας

«Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές,

κι ό,τι σ’ απόμεινε ακόμα στη ζωή σου μην τ’ αρνηθείς,

θυσίασ’ το ως τη στερνή πνοή σου.»

Καλό σου ταξίδι, αγαπητέ συνάδελφε Θάνο. Αιωνία σου η μνήμη.

Ο μπαμπάς

Ο μπαμπάς περίμενε να αρχίσουν τα μαθήματα, να έρθουν τα παιδιά, να τους μοιράσει βιβλία και να βεβαιωθεί ότι το σχολείο του λειτουργεί ρολόι.
Κι έφυγε Παρασκευή απόγευμα, να μη διαταράξει το σχολικό πρόγραμμα.
Κλείνοντας 32 χρόνια σύνταξης. Όσα και υπηρεσίας. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να αποχωρήσει οριστικά το 2018.
Αγάπησε τη σκόνη της κιμωλίας πάνω στο σακάκι του. Δίδαξε χιλιάδες παιδιά από τις Μηλιές Ασπροποτάμου στη Θεσσαλία μέχρι την πόλη του. Δεν νομίζω ότι τον έχει ξεχάσει ούτε ένα από αυτά.
Του χρωστάω πολλά. Στην τάξη με έμαθε γράμματα. Το αίσθημα καθήκοντος. Την αφοσίωση σε ο, τι επέλεξα να υπηρετήσω.
Στο σπίτι, να μη διεκτραγωδώ τη ζωή μου προστατεύοντας έτσι τα σημαντικά της.
Στον κόσμο, την αξιοπρέπεια απέναντι στην αρρώστια και τον πόνο, το πιο δύσκολο και σκληρό μάθημα που πήρα.
Ήσουν πολύ καλός δάσκαλος, μπαμπά. Ήρθε η ώρα πια για διακοπές.
Θα σε έχω φυλαχτό κάθε φορά που μπαίνω στην τάξη.

Κυριακή ομοιοστασία

Σάββατο μεσημέρι.

Ζέστη κυνική.

Καταμεσής του καλοκαιριού.

Της καταβύθισης.

Αύριο ένας πατέρας παντρεύει κόρη.

 

Τώρα, νυφούλα μου χρυσή

 

– Έλα, μπαμπά, έλα, μια κουταλιά ακόμη. Τα φάρμακα…

Σώμα μισό, τώρα σχηματίζεται. Μικρό, σχεδόν διάφανο και τρισδιάστατο. Διακρίνεις τα όργανα με τον υπέρηχο του βλέμματος. Τη φόδρα της ζωής. Πώς έρχεσαι και πηγαίνεις.

Πού πηγαίνεις;

 

    – Να πάω μια βόλτα, μανάρι μου;

    – Ναι, μπαμπά.

 

Τώρα, νυφούλα μου χρυσή, που βγαίνεις απ’ το σπίτι σου…

 

Το σπίτι. Ο κήπος. Το σχολείο. Μέσα σ’ ένα τρίγωνο, σπορές αγάπης.

     – Μπαμπά, είμαι έγκυος!

Αύριο ένας πατέρας παντρεύει κόρη.

 

Φρεσκολουσμένο το κορμί, καινούργιο το φουστάνι σου,

βγαίνεις από το σπίτι σου στην εκκλησιά να πας.

 

Όλα τα σπουδαία, καλοκαίρι. Μη διαταράξεις το σχολικό έτος.

     – Γεια σου, δάσκαλε!

     – Μπαμπά, ο Βαγγέλης.

Τα μάτια απολογούνται «δε θυμάμαι».

 

Να θυμηθείς πως βγαίνεις σαν τον αυγερινό…

 

Αυγερινός κι αποσπερίτης.

Με ένα μωρό στην αγκαλιά, πάντα θα θυμάμαι.

 

    – Γεια σου, πατέρα.

Το ποδήλατο του παππού

Του Βάιου Διονυσόπουλου

«Ο παππούς ο Βάιος, ήταν ο πρώτος που με κράτησε στα χέρια του όταν γεννήθηκα και μετά τη μάνα μου, ο πρώτος που αντίκρισα. Εκείνος που μ’ έμαθε να λέω βρόμικα ανέκδοτα, ν’ αγαπώ τους αριθμούς και τις λέξεις, να σπάω καρύδια με την ψίχα ατόφια, να ρουφάω τον χυμό απ’ το καρπούζι με το καλαμάκι, να σφυρίζω με τα δάχτυλα, να μη φοβάμαι το σκοτάδι, να σέβομαι τα ζώα. Μαζί του έμαθα και ποδήλατο αλήτικο, αυθάδικο, επικίνδυνο και σχεδόν ποτέ καθιστό, κάργα στις ορθοπεταλιές και τα απαγορευμένα, αλλά με κάποιο περίεργο τρόπο, αξιοπρεπές και με σεβασμό στον κίνδυνο.»

Διαβάστε όλο το κείμενο.

Το διήγημα απέσπασε το 1ο ΒΡΑΒΕΙΟ στον 5ο Διασχολικό Διαγωνισμό Πολυτροπικού Διηγήματος με τίτλο «Ξετυλίγοντας το νήμα της δικής σου ιστορίας με λέξεις, εικόνες κι αριθμούς», που διοργάνωσαν τα εκπαιδευτήρια «Νέα Γενιά Ζηρίδη», το ΠΙΟΠ και οι Εκδόσεις Κέδρος το σχολικό έτος 2017-2018. Δείτε πληροφορίες ΕΔΩ.

4 παραστάσεις μέσα στο 2017

Τέσσερις θεατρικές στιγμές γύρω από την Ιστορία και τη μνήμη, που εντυπώθηκαν μέσα στο 2017.

Αναδημοσίευση από το φιλόξενο Φρέαρ.

Παλιότερα Άρθρα »

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων