Feed
Άρθρα
Σχόλια

Της Μαρίας Μπουφίδου

Ένα βιβλίο είναι σαν ένα σπίτι και το εξώφυλλο είναι η πόρτα του. Και πώς να αντισταθείς και να μην ανοίξεις αυτή την πόρτα με την εξαίσια εικονογράφηση του εκλεκτού μας Τάσου Παπατσώρη;

Αλλά και η υποδοχή που μας επιφυλάσσει η οικοδέσποινα είναι και αυτή μοναδική: γλυκιά, τρυφερή, σχεδόν παραμυθένια, αφού για παραμύθι πρόκειται, στο οποίο πρωταγωνιστεί μια πεταλούδα που χαϊδεύει με τα λεπτά φτεράκια της όποιον συναντήσει από την αρχή του ταξιδιού της.

Η πρώτη που συναντά και που μαγεύεται από την ομορφιά της είναι η Λίνα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς παζάρια, με το που την αντικρίζει στη βελουδένια κασετίνα της την αγοράζει και την καρφιτσώνει αμέσως στην γκρίζα ζακέτα της. Ξεκινά μια σχέση δυνατή, μια σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης που πλημμυρίζει και τις δυο και τις κάνει να λάμπουν· αυτό μέχρι τη στιγμή της απώλειας. Η Λίνα είναι απαρηγόρητη από τον χαμό της «φίλης» της, όμως η πεταλούδα με μια δύναμη που και η ίδια αγνοούσε πως είχε, αποφασίζει να ζήσει, να πετάξει.

Άφοβα, παραδίνεται στον αέρα μέχρι που προσγειώνεται σε μια ακόμα γκρίζα ζακέτα που δεν είναι όμως της Λίνας· ανήκει σ’ ένα κοριτσάκι που προσπαθεί γεμάτο άγχος να απαντήσει σωστά στο διαγώνισμα που γράφει. Βλέποντάς το έτσι, η πεταλούδα μας σαν άτακτη μαθήτρια τού ψιθυρίζει τη λύση και του χαρίζει απλόχερα χαρά.

Τίποτα πια δεν σταματάει το σεργιάνι της πάνω από την πόλη ώσπου τα μάτια της μαγνητίζει η ψηλή σιλουέτα ενός νεαρού που βαδίζει γοργά. Τον ακολουθεί αυθόρμητα, τρυπώνει στο σπίτι του, νιώθει το αδιέξοδο, την αγωνία του, τον παρατηρεί και κάθεται κοντά του, πάνω σ’ ένα μαλακό γκρίζο πλεκτό που της θύμισε τη ζεστή υφή της ζακέτας της Λίνας. Χωρίς, βέβαια, να το γνωρίζει, θα του χαρίσει την πρώτη θέση στον πανελλήνιο διαγωνισμό φωτογραφίας την στιγμή ακριβώς που εκείνος θα αιχμαλωτίσει με τον φακό του την προσπάθεια που κάνει να ελευθερώσει τα ποδαράκια της από τη μαλακή πλέξη.

Αλλάζει πορεία αφήνοντας πίσω της την γκρίζα πολιτεία. Πετούσε ρουφώντας αχόρταγα τον αέρα της ελευθερίας μέχρι που φθάνει στον επόμενο σταθμό της: έναν ταλαιπωρημένο και κουρασμένο γέροντα στον κήπο του. Κάθεται για λίγο στο μανίκι του γκρίζου φθαρμένου ρούχου. Τον κοιτάζει, νιώθει τη δυστυχία του και του δωρίζει τον πιο μαγευτικό της χορό· κι εκείνος θαμπωμένος από την ομορφιά και τη χάρη της, θυμάται τη δική του πεταλούδα-την κορούλα του και ξαναζεί έστω και λίγο στιγμές λησμονημένης ευτυχίας.

Αυτή είναι και η τελευταία της στάση. Η πεταλούδα μας κουράστηκε από το ταξίδι και έχει ανάγκη να ξαποστάσει μέσα στο φυσικό της σπίτι, πάνω σε ένα παχύ στρώμα φύλλων. Αποκοιμήθηκε για πολύν καιρό μέχρι που ο φίλος της ο άνεμος κουβαλώντας την στην πλάτη του, τη γύρισε πίσω, στη γειτονιά της Λίνας και την απόθεσε μαλακά στην αφετηρία της, στην γκρίζα ζακέτα της φίλης της, το ίδιο όμορφη, όμως άψυχη.

Ακόμα κι έτσι όμως παγωμένη και άκαμπτη προσφέρεται ξανά και κατορθώνει να κάνει τη Λίνα να δακρύζει από χαρά κι ευγνωμοσύνη που -άγνωστο πώς- η πολυαγαπημένης της πεταλούδα βρέθηκε.

Σ’ αυτά τα πέντε επεισόδια, λοιπόν, αρθρώνεται αλλά και εξαντλείται η περιπετειώδης ζωή της πεταλούδας μας. Ξαναδιαβάζοντας το αφήγημα, ξεχώρισα κάτι που δεν το πρόσεξα -το ομολογώ- από την αρχή.

Στο ταξίδι της αυτό η πεταλούδα μας έλκεται από την αρχή από το γκρίζο. Επιλέγει ανθρώπους μοναχικούς, χαμένους στη βροχή της μεγαλούπολης, με χαρακτηριστικά τραβηγμένα από το άγχος και το κυνήγι της επιτυχίας, ανθρώπους που ταλανίζονται από την απουσία της ελπίδας, πλάσματα που έχουν στερηθεί τη χαρά, την ευτυχία, που έχουν βιώσει την απώλεια. Αυτούς πλησιάζει αθώα μα άφοβα και άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς επίγνωση «φωτίζει» τη ζωή τους με τη χάρη της.

Έτσι, δικαιολογεί τον προφανή σε όλους μας συνειρμό: «πεταλούδα» ισοδυναμεί με χαρά, χρώματα, κίνηση, ομορφιά, ξενοιασιά· όχι όμως για την ίδια μα για τους άλλους. Γιατί κάθε επιλογή έχει συνέπειες: χαρίζοντας την ύπαρξή της αδυνατίζει, κουράζεται, καταπονείται και ωστόσο κρατά τις τελευταίες της δυνάμεις για να μας θυμίσει και λόγω των ημερών κάπως εντονότερα μια πανάρχαιη αλλά συχνά λησμονημένη αλήθεια: πως η μεγαλύτερη, η σπουδαιότερη αρετή είναι η προσφορά, η παρηγοριά, η παραμυθία και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο την Πεταλούδα της Λίνας δεν θα μπορούσε να την είχε γράψει κανείς άλλος παρά μόνο η αγαπημένη μου κ. Κυριακή Κυριακουλέα.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων