Δρομολογητές CISCO

Γενικά

Οι δρομολογητές της εταιρίας CISCO είναι αυτοί που θα χρησιμοποιηθούν στις προσομοιώσεις του Packet Tracer και οι οποίοι θα προγραμματιστούν σύμφωνα με τους κανόνες και τις εντολές του IOS (Internetwork Operating System).

 

 

Το IOS

Όπως κάθε hardware, έτσι και οι δρομολογητές χρειάζονται ένα λειτουργικό σύστημα που θα τους δώσει τη δυνατότητα να δρομολογούν πακέτα σε ένα δίκτυο. Η ρύθμιση του δρομολογητή γίνεται μέσα από ένα σετ εντολών του IOS οι οποίες ενεργοποιούν τις διεπαφές των routers και βάζουν σε λειτουργία τα διαθέσιμα πρωτόκολλα. Η διεπαφή που φέρνει σε επικοινωνία τον άνθρωπο με τη συσκευή ώστε να πληκτρολογήσει τις επιθυμητές εντολές είναι το CLI (Command Line Interface). Το CISCO IOS CLI δίνει δηλαδή τη δυνατότητα στους χρήστες να χρησιμοποιήσουν ένα πρόγραμμα, το οποίο δέχεται σαν είσοδο του το κείμενο που συντάσσει ο χρήστης. Αυτό το κείμενο είναι που ταξιδεύει στη συσκευή, η οποία το επεξεργάζεται σαν να είναι μια εντολή προς αυτήν, την εκτελεί και επιστρέφει με τη σειρά της την δική της απάντηση [1].

Το λογισμικό IOS της CISCO προσφέρει γενικότερα:

  • Ενεργοποίηση δικτυακών πρωτοκόλλων και διασυνδέσεις υψηλών ταχυτήτων μεταξύ των δικτυακών συσκευών.
  • Υπηρεσίες ασφαλείας (κωδικοί πρόσβασης) για την ελεγχόμενη πρόσβαση και την αποφυγή κακόβουλης χρήσης.

Μνήμη – Λειτουργία

Όταν ρυθμίζει κανείς έναν δρομολογητή CISCO χρησιμοποιώντας το IOS οι ρυθμίσεις αυτές αποθηκεύονται σε ένα αρχείο που ονομάζεται Configuration File. Συγκεκριμένα, υπάρχει το startup-configuration, το οποίο, όπως δηλώνει και το όνομα του, χρησιμοποιείται κατά την εκκίνηση του δρομολογητή, ενώ υπάρχει και το running-configuration, ένα αρχείο που αλλάζει δυναμικά κάθε φορά που ο χρήστης εκτελεί εντολές. Ο χρήστης, όπως είναι λογικό, θα  πρέπει να είναι σε θέση να ανακτήσει όλες τις αλλαγές που πραγματοποιεί σε περίπτωση που υπάρξει απώλεια τροφοδοσίας της συσκευής ή σε περίπτωση κάποιας επανεκκίνησης της. Οι δρομολογητές περιέχουν φυσικά μνήμη RAM για να αποθηκεύουν δεδομένα όσο το IOS δουλεύει, δηλαδή το running-configuration, όπως όμως είναι γνωστό η RAM χάνει τα δεδομένα μόλις χαθεί η τροφοδοσία. Γι’ αυτό και η CISCO χρησιμοποιεί στους routers της και μνήμη NVRAM (Nonvolatile RAM) ώστε η απαραίτητη πληροφορία να μένει μόνιμα αποθηκευμένη. Eκει αποθηκεύεται και το startup-configuration file, το οποίο εκτελείται όταν ο δρομολογητής ανοίγει για πρώτη φορά αλλά και μετά από κάθε επανεκκίνηση του [6].

Διεπαφές – Σύνδεση Με Τον Δρομολογητή

Οι διεπαφές, που μπορούμε να αποκαλούμε και θύρες, μας επιτρέπουν να συνδέουμε τους δρομολογητές με τις υπόλοιπες συσκευές. Ένα από τα στοιχεία μάλιστα που διαφοροποιούν τους δρομολογητές από τους μεταγωγείς είναι το γεγονός ότι οι πρώτοι υποστηρίζουν περισσότερες διεπαφές σε σχέση με τα switches. Στους routers μπορεί κανείς να βρει, εκτός των Ethernet διεπαφών που είναι και οι πιο κοινές, σειριακές θύρες για WAN συνδέσεις, USB θύρες, θύρα κονσόλας κλπ.

Σε ότι έχει να κάνει με τις Ethernet διεπαφές, υπάρχουν τρείς παραλλαγές που υποστηρίζουν αντίστοιχα τρεις διαφορετικές ταχύτητες:

  • Interface Ethernet, με ταχύτητα στα 10Mbps.
  • Interface Fastethernet, με ταχύτητα στα 100Mbps.
  • Interface Gigabitethernet, με ταχύτητα στα 1000Mbps (1Gbps).

Μια άλλη βασική διεπαφή που συναντά κανείς στους δρομολογητές της CISCO είναι η Console Port, η οποία χρησιμοποιείται για την αρχική διαχείριση και ρύθμιση μιας καινούργιας συσκευής. Συγκεκριμένα, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθεί κάνει τοπικά στον δρομολογητή με κάποιο εξωτερικό τερματικό ή με έναν υπολογιστή, χρησιμοποιώντας ένα rollover καλώδιο (Console Cable) το οποίο διαθέτει έναν RJ45 connector στη μια άκρη και έναν θηλυκό DB9 connector στην άλλη. Μετά τη φυσική σύνδεση των δύο συσκευών χρειάζεται και το κατάλληλο λογισμικό ώστε να μπορεί ο υπολογιστής να έχει πρόσβαση στο IOS για να επικοινωνήσει με τον δρομολογητή.

Η θύρα Auxiliary χρησιμοποιείται για απομακρυσμένη σύνδεση με τον δρομολογητή μέσω modem. Λειτουργεί με τρόπο παρόμοιο με την Console port, με τη διαφορά ότι αυτή συνδέεται μέσω ενός καλωδίου με ένα εξωτερικό αναλογικό modem, το οποίο με τη σειρά του συνδέεται σε μια τηλεφωνική γραμμή. Αφού γίνουν αυτές οι συνδέσεις, ο χρήστης χρησιμοποιεί έναν υπολογιστή με έναν terminal emulator και ένα modem προκειμένου να καλέσει το απομακρυσμένο router. Μόλις πραγματοποιηθεί η σύνδεση, ο χρήστης μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στο IOS όπως ακριβώς και στην προηγούμενη περίπτωση.

Τέλος, υπάρχει η δυνατότητα σύνδεσης και ρύθμισης των δρομολογητών και μέσω της εφαρμογής telnet [10], η οποία επιτρέπει σε έναν χρήστη που κάθεται σε κάποιο απομακρυσμένο μηχάνημα (Telnet Client) να έχει πρόσβαση στους πόρους μιας άλλης συσκευής (Telnet Server) με σκοπό την πρόσβαση στο CLI του.

 

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων