Ενότητα 2: Μίγματα
Α. Μελετάμε τα μίγματα
- Μίγματα: ονομάζονται οι ουσίες που προκύπτουν από την ανάμειξη 2 ή περισσότερων καθαρών ουσιών.
- Συστατικά του μίγματος: ονομάζονται οι ουσίες από τις οποίες αποτελείται ένα μίγμα. Τα συστατικά του μίγματος μπορεί να είναι χημικά στοιχεία ή χημικές ενώσεις.
Ένα μίγμα διατηρεί τις ιδιότητες που έχουν και τα συστατικά του.
Π.χ. Το αλάτι είναι αλμυρό. Το μίγμα που φτιάχνουμε αναμειγνύοντας αλάτι με νερό, το αλατόνερο, είναι κι αυτό αλμυρό.
Π.χ. Η ζάχαρη είναι γλυκιά. Ο καφές έχει σκούρο χρώμα. Το μίγμα που φτιάχνουμε, όταν αναμειγνύουμε νερό με καφέ και ζάχαρη έχει τις ιδιότητες των συστατικών του, έχει σκούρο χρώμα και γλυκιά γεύση.
Τα μίγματα τα διακρίνουμε σε ετερογενή και ομογενή.
- Ετερογενές λέγεται ένα μίγμα που μπορώ να ξεχωρίσω τα συστατικά του με γυμνό μάτι ή με το μικροσκόπιο.
- Ομογενές λέγεται ένα μίγμα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα συστατικά του ακόμη και αν χρησιμοποιήσω μικροσκόπιο. Τα ομογενή μίγματα λέγονται αλλιώς και διαλύματα.
Κάποιες φορές χρειαζόμαστε ένα ή περισσότερα από τα συστατικά ενός μίγματος. Τότε πρέπει να διαχωρίσουμε τα συστατικά του μίγματος. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι διαχωρισμού. Άλλες είναι πιο απλές και εφαρμόζονται καθημερινά όπως όταν με το σουρωτήρι ξεχωρίζουμε τα στερεά κομματάκια από τον χυμό, ενώ άλλες είναι πιο σύνθετες και χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία.
Β. Μελετάμε τα διαλύματα
Διαλύματα όπως αναφέρθηκε προηγουμένως είναι τα μίγματα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα συστατικά τους ακόμη και αν χρησιμοποιήσω μικροσκόπιο.
Υπάρχουν στερεά (π.χ. χρυσό δαχτυλίδι, κέρματα, χάλκινο μετάλλιο), υγρά (π.χ. χυμός, κρασί) και αέρια διαλύματα (π.χ. αέρας).
ΥΓΡΑ ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ
Στα υγρά διαλύματα, διακρίνουμε τον διαλύτη, τις διαλυμένες ουσίες και το ίζημα.
- Διαλύτης: ονομάζεται το συστατικό που περιέχεται στο διάλυμα σε μεγαλύτερη ποσότητα.
- Διαλυμένες ουσίες: ονομάζονται τα υπόλοιπα συστατικά του μίγματος.
Για παράδειγμα, στον καφέ διαλύτης είναι το νερό και διαλυμένες ουσίες είναι ο καφές και η ζάχαρη.
- Ίζημα: ονομάζεται η ποσότητα μιας στερεής ουσίας που δε διαλύεται σε έναν διαλύτη αλλά κάθεται στον πυθμένα.
Π.χ. Αν προσθέτουμε συνεχώς ζάχαρη στο τσάι, κάποια στιγμή η ζάχαρη δε διαλύεται πια και αρχίζει να συγκεντρώνεται στον πυθμένα του ποτηριού. Η ποσότητα που κατακάθεται ονομάζεται ίζημα.
Η ποσότητα μιας ουσίας που μπορεί να διαλυθεί σε έναν διαλύτη εξαρτάται από:
- τον όγκο και
- τη θερμοκρασία του διαλύτη.
Όσο περισσότερος είναι ο διαλύτης και όσο αυξάνεται η θερμοκρασία του, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ποσότητα της ουσίας που μπορεί να διαλυθεί σε αυτόν.
Π.χ. Σε μια κούπα τσάι 500 mL διαλύεται περισσότερη ζάχαρη σε σχέση με μία κούπα τσάι 300 mL.
Επίσης, στο ζεστό τσάι διαλύεται περισσότερη ζάχαρη σε σχέση με το κρύο τσάι.
Γιατί;
Όταν η θερμοκρασία αυξάνεται, αυξάνεται και η ταχύτητα με την οποία κινούνται τα μόρια στα στερεά, στα υγρά και στα αέρια, οπότε και διευκολύνεται η ανάμειξή τους με τα μόρια του διαλύτη.
Εκπαιδευτικές εφαρμογές από Εκπαιδευτικές εφαρμογές από Phet.colorado.edu:


