O Καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης απαντά στις ερωτήσεις του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Eρχεται καιρός δοκιμασίας, λέει στην «Κ» ο καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος εκτιμά ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες και πρακτικές μπροστά στις αλλαγές που φέρνει η επόμενη μέρα της επιδημίας.

– Οι αλλαγές που προκάλεσε ο κορωνοϊός στην κοινωνία θα επηρεάσουν την Εκκλησία μετά την πανδημία;

– Ουσιαστικά, η πανδημία σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του νεότερου πολιτισμού. Αλλαγές θα συμβούν –ήδη συμβαίνουν– τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και στις θρησκευτικές κοινότητες όλου του κόσμου. Η Εκκλησία αντλεί τον λόγο, αλλά και τον τρόπο υπάρξεώς της, από τα έσχατα «ουκ εκ του κόσμου», αλλά λειτουργεί και δρα εντός της ιστορίας, καθώς υφίσταται «εν τω κόσμω». Είναι μέρος μιας κοινωνίας, αλλά και μέλος συγκεκριμένης πολιτείας και ως εκ τούτου διέπεται από τους νόμους που αυτή ορίζει όσον αφορά τη λειτουργία των δομών της. Οι πραγματικές αλλαγές, όμως, δεν θα προέλθουν από τις πολιτειακές επιταγές, αλλά από τη θεολογική αρχή της ανάγκης, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σώματος, εκκλησιαστικού και κοινωνικού, και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που ορίζει τον τρόπο της ύπαρξής της.

– Μπορεί αυτή η κρίση να γίνει ευκαιρία ώστε οι ιεράρχες να έρθουν πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του;

– Κάθε κρίση, πολύ δε περισσότερο αυτή που κλονίζει το σύνολο των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου και του ιεροποιημένου πολιτισμού του, οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της ζωής. Θέλω να πιστεύω πως και οι ιεράρχες, μετέχοντας σε αυτό το νέο πάθος, θα μεταλάβουν την αγωνία και τους καημούς των καθημερινών ανθρώπων, θα γονατίσουν ενώπιον της ζωής, η οποία βιώνεται «εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις».

– Βλέπετε αλλαγές στην τέλεση μυστηρίων, π.χ. γάμων και κηδειών, και σε παραδόσεις που περιλαμβάνουν ευρεία κοινωνική συναναστροφή;

– Ο καιρός που έρχεται θα είναι καιρός δοκιμασίας. Οι αλλαγές που θα επέλθουν –και θα επέλθουν–, θα περάσουν διά πυρός και σιδήρου. Δυστυχώς, η Εκκλησία κρύβει μέσα της ένα κομμάτι που αντιστέκεται μετά μανίας σε κάθε αλλαγή. Πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους πως υπάρχει και ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο οποίος είναι άγριος και άκρως επιθετικός. Ετσι, μοιάζει να έχει δίκαιο ο Γιάννης Τσαρούχης όταν λέγει πως «όσο αυξάνει η Εκκλησία», και εννοεί προφανώς την άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, τόσο «μικραίνει ο Χριστός». Θα αλλάξουν, λοιπόν, παραδόσεις που δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της πίστης.

– Θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα η συζήτηση για τη Θεία Ευχαριστία και την προστασία από την επιδημία;

– Βεβαίως και θα συνεχιστεί. Εχουμε μπει σε μια καινούργια στροφή της ζωής μας και η Εκκλησία δεν θα πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες ή πρακτικές μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ποικίλλει στην αρχαία Εκκλησία. Ακόμα και στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι δεν σώζεται μια κοινή παράδοση. Οσον αφορά τα σημερινά, ήδη πολλοί ιεράρχες και θεολόγοι δείχνουν προς την κατεύθυνση της πρακτικής που στηρίζεται εν μέρει στη Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και προτείνουν τη δι’ εμβαπτισμού του σώματος στο αίμα Θεία Ευχαριστία. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε, σύμφωνα με την παλιότερη Διάταξη της Προσκομιδής (12ος αι.), και για τους «εν όρεσι» αναχωρητές, οι οποίοι έπαιρναν μαζί τους και κοινωνούσαν θείο άρτο βαπτισμένο στο αίμα. Aκόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι λύσεις, η Εκκλησία, ως ζωντανός οργανισμός που μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του τριαδικού Θεού και παράγει συνεχώς θεολογία, θα έπρεπε να τις δημιουργήσει.

– Αύριο οι πιστοί δεν θα γιορτάσουν όλοι μαζί την Ανάσταση στις εκκλησίες. Θα επηρεάσει αυτό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ορθόδοξη πίστη;

– Ζούμε εδώ και καιρό μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή, όπου δίπλα μας όλα καταρρέουν. Η Εκκλησία των ακανθών και του Σταυρού οφείλει να σταθεί στο πλευρό όλων των τραυματισμένων από το πάθος αυτό ανθρώπων και να δείξει για μια ακόμα φορά πως το κακό δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η Ανάσταση θα έλθει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στα τόσα πολλά που συχνά πυκνά γράφονται και δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο για τη σεξουαλικότητα και την αποτίμησή της από εκκλησιαστικής και θεολογικής πλευράς, είμαι σίγουρος πως ο κ. Χρήστος Γιανναράς σήμερα θα ξανάγραφε τα βιβλία του: Η μεταφυσική του σώματος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971, και Ερωτικών αμφιλογία ή περί λεβελλοπράγμονος μοναχού, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989. Σταχυολογώ ένα μικρό απόσπασμα από το δεύτερο, θεωρώντας το αποστομωτική απάντηση στα όσα περί σεξουαλικότητας φληναφήματα δημοσιεύονται σε ευσεβιστικά blogs, κι ας υποστηρίζουν ότι διακονούν την Εκκλησία του Χριστού. Γράφει, λοιπόν, ο κ. Γιανναράς: «Πέτρα σκανδάλου για τη μανιχαϊστική λογική είναι ο μέγας ασκητής της ερήμου, Ιωάννης της Κλίμακος. Λέει ο άγιος Ιωάννης: “Πόθου του προς Θεόν ο των σωμάτων έρως τύπος γενέσθω σοι. Ουδέν γαρ το κωλύον και εκ των εναντίον ποιείσθαι ημάς τα των αρετών υποδείγματα”. Ποιό είναι το “εναντίον” εδώ; Ο έρως αποκλειστικά και μόνον των σωμάτων, η ενστικτώδης έλξη, ο απρόσωπος πόθος για σαρκική μίξη. Αλλά ακόμα και αυτή η παραστρατημένη από το στόχο της και αποσπασματική ερωτική φορά, δεν παύει να είναι τύπος του προς Θεόν πόθου. Και τύπος τι άλλο σημαίνει παρά “υποδειγματική μορφή”, “πρότυπο παράδειγμα”», (σ. 57).

Έχω τη γνώμη πως πολλοί είναι εκείνοι, ένθεν κακείθεν, από την πλευρά του ευσεβισμού που θέλει τη σεξουαλικότητα απαγορευμένη, διότι όπως πιστεύει είναι αμαρτωλή, κι από την πλευρά του εκφυλισμού που τη θέλει ερωτικό πάθος. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις συνιστούν δύο τραγικές για τον άνθρωπο ερμηνείες της σεξουαλικότητας. Η πρώτη, τη θεωρεί ανήθικη, ανίερη, απαγορευμένη, ενώ η δεύτερη, τη βλέπει εγωιστικά, ατομικά. Οφείλουμε, όμως, εδώ να τονίσουμε ότι η Εκκλησία δεν αποκλείει την σεξουαλικότητα, αλλά τη βλέπει ως μια κίνηση του ανθρώπου εκτός της ατομικής του ύπαρξης.

Προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων, για διάβασμα ανεπιφύλακτα συνιστώ δύο βιβλία: το συλλογικό τόμο: Έρωτας και σεξουαλικότητα: Αφήγηση διεπιστημονική. Από την αρχαιότητα στο σήμερα. Από τους μικροοργανισμούς στον άνθρωπο, επιμέλεια Χρυσόστομος Σταμούλης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2014· και την πολύ καλή μελέτη του παπά-Φιλόθεου Φάρου, Έρωτος φύσις, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009.

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ / Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

22049827_10212908332254451_1690232010467490437_n (1)

Το 1925 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το οποίο αποτελούνταν καταρχήν από τέσσερις σχολές: τη Φιλοσοφική, τη Νομική, την Ιατρική και τη Θεολογική. Η λειτουργία της Θεολογικής καθυστέρησε δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, καθώς οι πόρτες στους πρώτους φοιτητές άνοιξαν μόλις την ακαδημαϊκή χρονιά 1941-42. Οι λόγοι πολλοί. Ανάμεσα σε αυτούς κυριότερος και σημαντικότερος για τη σημερινή μας συζήτηση, η άρνηση πολλών πανεπιστημιακών δασκάλων άλλων ειδικοτήτων, αλλά και κάποιων μελών της Εκκλησίας, να αποδεχτούν τον επιστημονικό χαρακτήρα της θεολογίας. Και τούτο διότι θεωρούσαν ότι η θεολογία συνδέεται πλήρως και αποκλειστικά με την κατήχηση της Εκκλησίας, την ομολογιακή της ταυτότητα και οπωσδήποτε το μυστήριο της πίστης, το οποίο, καθώς πίστευαν, δεν έχει ουδεμία σχέση με την έρευνα και τη γνώση που παράγεται εντός της ακαδημαϊκής κοινότητας μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Τα χρόνια πέρασαν, η Θεολογική Σχολή λειτούργησε και λειτουργεί παράγοντας ξεχωριστό έργο, εκπαιδεύοντας τους καθηγητές θεολογίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα στελέχη της Εκκλησίας – κληρικούς και λαϊκούς -, αλλά και συμβάλλοντας με το συνολικό της έργο στο διάλογο της θεολογίας με τις επιστήμες, τις τέχνες και τον πολιτισμό στο σύνολό του. Η συζήτηση, βέβαια, για την ταυτότητα των θεολογικών Τμημάτων, τα οποία δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά στο κράτος, δεν σταμάτησε ποτέ. Πανεπιστήμιο και Εκκλησία άλλοτε ταυτίζονται και άλλοτε διαιρούνται ολοκληρωτικά. Ο διάλογος έτσι μοιάζει δύσκολος και η πορεία ανηφορική. Οι συγχύσεις πολλές, οι αντιφάσεις περισσότερες.

Και εξηγούμαι. Παράδειγμα πρώτο: ένα πρωινό, πριν από 30 περίπου χρόνια, όντας ακόμη φοιτητής της θεολογίας, προχωρούσα στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου της Θεολογικής μας Σχολής∙ από απέναντι βλέπω να έρχεται ένας συμφοιτητής μου χειρονομώντας και φωνασκώντας. Τι έπαθες, του λέω. Άσε, μου απαντάει, σε αυτή τη Σχολή δεν μπορεί κανείς να σωθεί. Είχε ακούσει κάποια πράγματα από καθηγητή μας σε μια από τις παραδόσεις του, τα οποία του φάνηκαν εντελώς παράξενα – αιρετικά μου είπε -, τα οποία γκρέμιζαν τις βεβαιότητες του για όσα έως εκείνη τη στιγμή γνώριζε, κυρίως μέσα από τον χώρο της ενοριακής του κατήχησης. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το πανεπιστήμιο δεν σώζει, δεν είναι αυτός ο ρόλος του∙ εκείνη που σώζει είναι η Εκκλησία. Το πανεπιστήμιο παρέχει γνώσεις, τις οποίες τα μέλη του αποκτούν μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες που συνδέονται με συγκεκριμένες μεθοδολογίες, που στοχεύουν την ερμηνεία των μνημείων του πολιτισμού, στην δικιά μας περίπτωση των μνημείων του πολιτισμού της Ορθοδοξίας, με τελικό σκοπό, καθώς έλεγε ο Νίκος Ματσούκας, «όχι την ηθικιστική και φρονηματιστική διάπλαση του ανθρώπου, αλλά – και αυτό το σκοπό μπορεί να θέσει η επιστημονική θεολογία – στη μέθεξη ενός πολιτισμού για να κάνει τους ανθρώπους κινητικούς και δημιουργικούς».

Είχα τότε την αίσθηση, την έχω και σήμερα πως με τις σκέψεις μου αυτές δεν τον έπεισα. Οι λόγοι, καθώς πιστεύω, πολλοί. Πρώτος και καλύτερος, η ταύτιση της θεολογικής έρευνας, της επιστημονικής θεολογίας, με την κατήχηση της Εκκλησίας. Δεύτερος, η «αντικειμενική» και μονοδιάστατη θεώρηση της εκκλησιαστικής ιστορίας και θεολογίας και η άρνηση αποδοχής του γεγονότος της ερμηνείας. Τρίτος, η απόλυτη κατάφαση στη βεβαιότητα και η αδυναμία έστω και μιας κάποιας αποδοχής του μυστηρίου της λειτουργικής απορίας, που δίνει νόημα στις διαδικασίες της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας. Μια απορία, η οποία επιτρέπει, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, στη ζωή να ελπίζει στην ερωτική της πλήρωση, τουτέστιν στη μετασκευή της σε μονή εγκατοίκησης του νυμφίου Χριστού. Αναφερόμενος στο θέμα της απορίας ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι γράφει: «Το ν’ απορεί κανείς για τα πάντα είναι φυσικά ανόητο, ενώ το να μην απορεί για τίποτα είναι πολύ πιο κομψό και μάλιστα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, θεωρείται και καθώς πρέπει. Αμφιβάλλω όμως αν είναι έτσι στην πραγματικότητα. Κατά την γνώμη μου, το να μην απορεί κανείς για τίποτα είναι πολύ πιο ανόητο από το ν’ απορεί για τα πάντα. Κι εκτός αυτού: το να μην απορεί κανείς για τίποτα είναι σχεδόν το ίδιο με το να μην σέβεται τίποτα. Κι ένας ανόητος άνθρωπος είναι ανίκανος να σεβαστεί». Μαζί με αυτά, τέλος, και η σχιζοφρενική διαίρεση γνώσης και εμπειρίας, η οποία εισηγείται εν τέλει μια άλογη «εμπειρική θεολογία» με εμφανή τα σημάδια του φετιχισμού και της ειδωλολατρίας.

Παράδειγμα δεύτερο: Το Τμήμα Θεολογίας, στο οποίο έχω την τιμή και τη χαρά να προεδρεύω για δεύτερη διετία, διοργάνωσε τα τελευταία δύο χρόνια εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια για ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σε όλες μου τις συναντήσεις με τους ιερείς έθετα επίμονα μια πρώτη και βασική ερώτηση: τι σημαίνει το όνομα Χριστός. Ομολογώ, πως σε ποσοστό 90%-95% οι απαντήσεις ήταν προβληματικές. Άλλες κινιόντουσαν προς το νεστοριανισμό, άλλες προς τον μονοφυσιτισμό, άλλες προς τον αρειανισμό και πολλές διαλεγόντουσαν με τα πολυποίκιλα δωμάτια του φαντασιακού. Κάποιος θα έλεγε πως ετούτο το πρόβλημα, ως κατεξοχήν γνωσιολογικό, δεν είναι σημαντικό, καθώς προηγείται η εμπειρία της σχέσης με το πρόσωπο. Οφείλω να ομολογήσω, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ότι η αδυναμία κατανόησης δεν συνιστά μια χωρίς νόημα πραγματικότητα, καθώς αποκαλύπτει τη σταδιακή αλλοίωση του εκκλησιαστικού σώματος, τη σταδιακή απομάκρυνσή του από τον πυρήνα της πίστεως που γνωρίζει ότι η γνώση, εξάπαντος όχι μόνον αυτή , ως μετοχή στην αλήθεια του πράγματος, φωτίζει, πλουτίζει και μεταμορφώνει τον άνθρωπο.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της πανεπιστημιακής θεολογίας. Σκοπός της, η διά της γνώσεως, της έρευνας και της μεθόδου, ανάκτηση της αλήθειας των ονομάτων, που με τη σειρά της οδηγεί στη ψηλάφηση της αλήθειας των πραγμάτων, τουτέστιν στην πραγμάτωση της μετοχής που κάνει τα πράγματα, τα οποία πάντα προηγούνται της επιστήμης και της ερμηνείας, να αληθεύουν. Με άλλα λόγια, η απομαγικοποίηση της «εκκλησιαστικής θεολογίας», η οποία σε πολλές περιπτώσεις, ευτυχώς όχι σε όλες, ως «θερμότης χωρίς λόγου και επιστήμης», καταπώς λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και εξάπαντος ταυτιζόμενη με προσωπικές ιδεολογίες και διαθέσεις που αντλούν ύπαρξη από τη διάθεση ανελεύθερης επιβολής και βίαιης κυριαρχικότητας, οδηγεί σε «πλου της πίστεως ακυβέρνητο». Φαινόμενα που σχετίζονται άμεσα με το τέρας του δογματισμού και την ομογάλακτή του εξουσιαστικότητα. Βέβαια, η αξιολόγηση και το οριστικό ξεδιάλεγμα των αποτελεσμάτων της έρευνας βαραίνει την Εκκλησία. Εκείνη έχει την τελική ευθύνη για την κατήχηση των μελών της και το μπόλιασμά τους στη μυστηριακή της ζωή.

Σήμερα, βέβαια, επικρατούν σε πολλές περιπτώσεις καταστάσεις υποκατάστασης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι σκοπός της δημόσιας θεολογικής εκπαίδευσης είναι η κατήχηση και η ανασύσταση της ομολογιακής ταυτότητας. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε, αλλά ελάχιστοι ομολογούμε, ότι η Εκκλησία είναι πλέον έρημη από κατήχηση. Η «Ορθόδοξη χώρα» είναι η πλέον ακατήχητη χώρα. Γεγονός που διευκολύνει τη μεταφορά της ευθύνης της για την κατήχηση στη δημόσια εκπαίδευση, την ίδια στιγμή, που λαβωμένη από φαινόμενα σύγχυσης, την επικρίνει για την απο-εκκλησιαστικοποίησή της και την ανεπάρκειά της.

Οφείλω να ομολογήσω, πως μια τέτοια άποψη είναι εξολοκλήρου λαθεμένη – τόσο επιστημολογικά, όσο και εκκλησιολογικά – και ως εκ τούτου υπεύθυνη για την ενοχοποίηση της ακαδημαϊκής θεολογίας από τη μια, αλλά και την συρρίκνωση της αποστολής της Εκκλησίας από την άλλη. Είναι πολλές οι περιπτώσεις σήμερα, που ο όρος ακαδημαϊκός θεολόγος λαμβάνει στο στόμα των επικριτών της πανεπιστημιακής θεολογίας διαστάσεις ύβρεως. Εξ αυτού και η αδυναμία διάκρισης των ουσιωδών που θα επιτρέψουν την πραγματική συνεργασία ακαδημαϊκής θεολογίας και Εκκλησίας στα πλαίσια της αναγκαίας συμβολής των δύο μεγεθών από τα οποία η κοινωνία, η δημόσια πλατεία, αναμένει πολλά. Βέβαια, η απόδοση ευθυνών στην Εκκλησία δεν κάνει μεμιάς ανεύθυνη την πανεπιστημιακή θεολογία, η οποία οφείλει πληρώνοντας τον σκοπό της, να συμβάλλει στην ανάδειξη της οικουμενικής ταυτότητας της Ορθοδοξίας, αλλά και της επιστημονικής της πληρότητας, που ελευθερώνει το σώμα και τις δημιουργικές δυνάμεις που το συγκροτούν. Και για να συμβεί αυτό οφείλει η πανεπιστημιακή θεολογία να κινηθεί πέρα και πάνω από τον στενό ακαδημαϊσμό, ο οποίος πραγματοποιείται ερήμην της ζωής και της κοινωνίας και εισηγείται έτσι μια θεολογία εσωστρεφή, μια θεολογία για τη θεολογία, μια επιστήμη για την επιστήμη, παραδομένη αποκλειστικά στην ιστορία, που δεν αφορά κανέναν παρά μόνον τους θιασώτες της. Κάποιες φορές ούτε και αυτούς. Βέβαια, θα πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό ότι τούτη είναι μία ερμηνεία της ακαδημαϊκότητας∙ εξάπαντος όχι η μόνη, ούτε βέβαια η καλύτερη. Μια ερμηνεία που στηρίζεται προφανώς σε έναν κανόνα. Εντούτοις, ο γνήσιος ακαδημαϊσμός δεν αφίσταται από τη ζωή, ή για να ειπωθεί αλλιώς φτιάχτηκε για τη ζωή. Στην περίπτωση αυτή ακαδημαϊκή και πανεπιστημιακή θεολογία ταυτίζονται. Είναι αλήθεια όμως ότι τον τόνο πάντα, ή σχεδόν πάντα, δίνει η εκτροπή, που κάποτε αποκτά και διαστάσεις κανόνα.

Έτσι, για να είναι κάποιος δίκαιος με τα πράγματα, πρέπει να τονίσει ότι στην πορεία της ιστορίας της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας δεν έλειψαν οι εκτροχιασμοί και οι αλλοτριώσεις. Ίσως να ήταν αυτοί οι εκτροχιασμοί και αυτές οι αλλοτριώσεις που οδήγησαν πολύ σημαντικούς θεολόγους του εικοστού αιώνα σε μια απόλυτα αρνητική κριτική της πανεπιστημιακής- ακαδημαϊκής θεολογίας. Μια κριτική όμως που έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις και έφτασε να δαιμονοποιήσει αδιάκριτα κάθε ακαδημαϊκή προσπάθεια, αλλά και να δημιουργήσει φοβίες αξεπέραστες, που έβλαψαν τόσο τη Θεολογία όσο και την Εκκλησία στην Ελλάδα στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. «Αλλά αν η φοβία του ακαδημαϊσμού δεν είναι χωρίς βάση», σημειώνει δηκτικά ο Γιάννης Τσαρούχης, «καταντάει στο τέλος να είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τον χειρότερο ακαδημαϊσμό». Και τούτο διότι τέτοιες φοβίες, τέτοιες ψυχολογικές νευρώσεις, κάνουν τον άνθρωπο να θέλει να βάλει στο γύψο ένα υγιές χέρι με το φόβο ότι αυτό μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να σπάσει, ή να παλεύει να βάλει στο γύψο κάθε υγιές χέρι διότι κάποιο χέρι έχει σπάσει. Έτσι, απέναντι σε τέτοιες πρακτικές και μεθοδεύσεις, το μόνο που μπορεί κάποιος να κάνει είναι να θέσει τα όρια και να ορίσει τις απαρχές και τα κριτήρια του θεολογείν. «Υπάρχει μια παρεξήγηση με τη λέξη ακαδημία…», σημειώνει και πάλι ο Γιάννης Τσαρούχης, «μια αληθινή ακαδημία σου δίνει τα όπλα να πολεμήσεις, ενώ οι μονομερείς δεξιοτεχνίες μόνο τους ανόητους μπορούν να καταπλήξουν».

Και είναι αυτός ο λόγος, που κάποιες φορές, η Θεολογία θυμίζει κάπως τη γυναίκα του Λωτ. Απειθής και μαζί θυσιασμένη. Απειθής απέναντι στην κλήση της, να ολοκληρώσει τον σκοπό της, να αποτελέσει τώρα και στους αιώνες την κριτική και συνεπώς προφητική φωνή της Εκκλησίας και της ιστορίας. Και θυσιασμένη, στην υπηρεσία της εξουσιαστικότητας, σε κείνη την προσπάθεια, σε κείνη τη στάση, που παλεύει με νύχια και με δόντια να οριοθετήσει και να ελέγξει τις πιο βαθιές ανάγκες του ανθρώπου, τον πυρήνα της ύπαρξής του, την ίδια του τη ζωή.

Δεν χωρά αμφιβολία πως η ερμηνευτική προσπάθεια, αναγκασμένη πολλές φορές από την αγωνία ενός ποιμαντικού επείγοντος, έστρεψε τις περισσότερες φορές τη ματιά της στο χώρο της ηθικής. Είδε, έτσι, στο πρόσωπο της γυναίκας του Λωτ, και της τιμωρητικής μετατροπής της σε στήλη άλατος, ένα αιώνιο «σύμβολον απομαρανθείσης φρενός, και νου προς ηλιθιότητα μεταφοιτάν κειμένου, και εις εσχάτην πως αναισθησίαν εληλακότος». Πρακτική, που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία ανα-κοίνωσης των πραγματικών διαστάσεων της βιβλικής διήγησης, και ως εκ τούτου την ελαχιστοποίηση της δυναμικής που κρύβεται στον εσώτερο πυρήνα της. Και το λέγω τούτο, διότι το μείζον της βιβλικής διήγησης της ιστορίας του Λωτ δεν εξαντλείται με τη χρησιμοποίησή της, δίκην ενός ακόμη παραδείγματος, στη δικαίωση του ηθικού κανόνα: επιθυμία – αμαρτία – θάνατος. Ενός κανόνα άλλωστε, που σε περιπτώσεις ενσυνείδητης ή ασυνείδητης αστοχίας, οδήγησε αδιάκριτα στην ενοχοποίηση της οποιασδήποτε επιθυμίας και στην απουσία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος από την πραγματική ζωή.

Έχω την αίσθηση, πως το σημαντικό της ιστορίας τούτης της δύστυχης γυναίκας, βρίσκεται πέρα από το προφανές, στην κατανόηση της τραγικότητας της, που συνίσταται στην υπαρξιακή της αδυναμία να διακρίνει ποιο είναι το ένα εκείνο πράγμα που αποτελεί την πραγματική της ανάγκη.

Νομίζω, πως θα ’ταν καλύτερο σήμερα, με το δικαίωμα που μας δίνει η επιτακτική ανάγκη νέας νοηματοδότησης της πραγματικότητας, να αντιστρέψουμε τα πράγματα και να πούμε πως η γυναίκα του Λωτ είναι παράδειγμα μιας πηγής που στέρεψε από επιθυμία. Το παράδειγμα μιας γυναίκας που προτίμησε το νεκρό παρελθόν από την αλήθεια του παρόντος. Γεγονός που καταδεικνύει δύο πράγματα· πρώτα την αδυναμία της να υπερβεί το εσωτερικό και μαζί υπαρξιακό της σύνορο, τα Σόδομα όλων των καλότυχων διχασμένων, που παλεύουν να σπάσουν τη βεβαιότητα της έσω ζωής, το νόστο του νόστου, που αγνοεί τα πρόσωπα και τα πράγματα, τα πολύτιμα ενός αδιόρθωτου πάθους, όσο και την αδυναμία του παρόντος να διεκδικήσει το ενδιαφέρον και την ύπαρξη των ανθρώπων μιας ζωής εν κινήσει.

Έχω την αίσθηση πως μια τέτοια ερμηνεία, παρότι ανοχύρωτη πόλη, στα μάτια υπομνηματιστών και «προφητών», του έτσι κι αλλιώς διαμορφωμένου κλειστοφοβικά παρελθόντος, προβαλλόμενη στο χώρο της σύγχρονης θεολογίας, μπορεί να αξιολογηθεί θετικά και να αξιοποιηθεί δημιουργικά.

Δίχως άλλο η άρνηση του παρόντος και η συνακόλουθη απουσία από αυτό συνιστά αμαρτία. Και τούτη την αμαρτία η σύγχρονη θεολογία στην Ελλάδα τη γνωρίζει καλά. Δεν είναι λίγες οι φορές που στο όνομα, για παράδειγμα της παράδοσης, η θεολογία έχασε από τα μάτια της το παρόν, έχασε την ίδια της τη ζωή. Η απείθεια της γυναίκας του Λωτ είναι στ’ αλήθεια μια άρνηση της συμπόρευσης, μια δικαίωση, εξάπαντος όχι πρόσληψη του διχασμού, μια νίκη της απουσίας. Μια αναζήτηση των σπουδαίων και σημαντικών στο παρελθόν, και συνεπώς μια ομοούσια με την αναζήτηση άγνοια, πως τα πολύτιμα είναι πάντα δίπλα μας και εντός μας. Ξεχνούμε, έτσι, πως το παρελθόν έχει νόημα μόνο στην περίπτωση που βρίσκεται μέσα μας, όταν αποτελεί σύμβαση που νοηματοδοτεί το παρόν, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να υπάρξουμε. Ένα τέτοιο παρελθόν, όμως, όπως άλλωστε και το αντίστοιχο μέλλον, σε αντίθεση με ότι συνηθίζουμε να λέμε, ζει στο παρόν και στα πρόσωπα, ζει με τα πρόσωπα, που το σημάδεψαν, γύρω μας και εντός μας. Είναι ένα συνεχές και μονίμως ανανεούμενο παρόν. Μια πραγματοποιημένη εσχατολογία και μια εσχατολογική πραγματικότητα. «Ημείς δε ου χρείαν έχομεν αποδημήσαι διά την βασιλείαν των ουρανών, ούτε περάσαι θάλασσαν διά την αρετήν… Η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστιν· Ουκούν η αρετή του θέλειν ημών μόνου χρείαν έχει· επειδήπερ εν ημίν εστι, και εξ ημών συνίσταται».

Δεν χωρά καμία αμφιβολία, πως μια τέτοια μαρτυρία είναι συγκλονιστική. Ταυτόχρονα, όμως, και προβληματική, όταν μετατρέπεται σε αργαλειό που υφαίνει εσωστρέφειες και αναστολές, ματαιώσεις και αποδράσεις. Είναι καιρός, νομίζω, να μιλήσουμε χωρίς φόβο και με πάθος. Όλοι το ψιθυρίζουν, αλλά λίγοι το φωνάζουν, πως η θεολογία μας πάσχει σήμερα από σοβαρή ασθένεια· από την ασθένεια της απουσίας του θέλειν, τουτέστιν από το ου θέλειν. Το ίδιο και η Εκκλησία. Πολλές φορές, αμφότερες, είτε μέσα από την επιστροφή στο παρελθόν, είτε μέσα από την απόδραση στο μέλλον, δίνουν την εικόνα μιας απόλυτης εσωστρέφειας, μιας ολοκληρωτικής απουσίας από τη ζωή. Και όταν οι τολμηροί, μαζί και αφελείς, ζητούν μια επιστροφή στην παρουσία, βρίσκονται αντιμέτωποι με κάθε λογής παραδόσεις, βέβαιες και για τούτο νεκρές, που είναι πάντα εκεί, πιστές στη μυστική συνάντηση, για να μεταφέρουν το κέντρο βάρους από τα ουσιώδη στα επουσιώδη, από το παρόν σε κάποιο νεφελώδες και ρητορικό μέλλον, το μέλλον του παρελθόντος, εξάπαντος όχι του παρόντος, από «τα πάντα και εν πάσι», στο τίποτα.

Ίσως, λοιπόν, η ευθύνη της σύγχρονης θεολογίας να είναι ακριβώς αυτή· να ξαναδημιουργήσει την προσδοκία, την επιθυμία της ζωής, όχι απλά της μεταθανάτιας ζωής, αλλά της ζωής πριν τον θάνατο, που είναι τροχιοδεικτική της άλλης ζωής. Μια ζωή επ-ανάστασης, που θα απομακρύνει μεμιάς το βόλεμα και την κλειστότητα στον ψευτόκοσμο που έχει δημιουργηθεί γύρω μας και εντός μας. Μια έκρηξη συμ-πάθειας, ενός λεπτού σιγή και ενός λεπτού μαζί για τον κόσμο που πονά, που τεμαχίζεται, που τσαλακώνεται, από εξουσιαστές και ατάλαντους. Ένας καημός για την καθημερινότητα. Μια άρνηση της σύμβασης. Μια κατάφαση στη χαμένη λαϊκότητα, που προτιμά την «αντάρτικη», «άχρηστη» ελευθερία από την υποκριτική πειθαρχία στην παράδοση. Άλλωστε ας μη μας ξεγελά η κινδυνολογία του αντιφωνητή, που βλέπει παντού και πάντα γκρέμισμα της παράδοσης και εισβολή νεωτερισμών ξένων προς το οικείο σώμα. «Την δύναμη», λέγει ο Τσαρούχης, «να πολεμήσεις την παράδοση σου πάλι η παράδοση σου θα σου τη δώσει». Και δεν χωρά αμφιβολία πως υπαινίσσεται εκείνες τις περιθωριοποιημένες φωνές, τα μεγάλα και κλεισμένα μονοπάτια, γεννήματα του ίδιου σώματος, της ίδιας γης, που τις κατάπιε η ολοκληρωτική μανία του κανόνα. Η διάθεση για αποκλειστικότητα και καθεστωτική, συστημική κυριαρχία. Το βασίλειο της απαγόρευσης. Εκείνο το περίεργο σύννεφο, που χωρίς αμφιβολία σκέπασε τη γη της θεολογίας και έκοψε τη λαλιά της. Ένα σύννεφο, που διεκδικεί απουσία από τα χώματα, από τις θείες φωνές που γεννά η γη. Και τούτο, διότι, καθώς σημειώνει ο ποιητής, «Δεν πονέσαμε ακόμα αρκετά / για να μας αγγίξει ο πόνος του διπλανού μας».

«Ο “επίσκοπος”», σημειώνει στο άκρως ενδιαφέρον βιβλίο της, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, «χτύπησε το χέρι του στο μπράτσο της πολυθρόνας και μου είπε άγρια: “Μοντενέγκρο, να σε πάρει ο δαίμονας, κατανόησε επιτέλους το πρόβλημα! Βρισκόμαστε σε δεινή θέση, για την οποία εσύ, εν τέλει, ευθύνεσαι. Τόσα χρόνια μας συμβούλευες να διδάσκουμε ότι η έρημος είναι απροσπέλαστη και η μόνη έξοδος είναι το λιμάνι. Σε εμπιστευτήκαμε και στηρίξαμε εκεί όλη τη δημαγωγία του άμβωνα. Η υδρία με το ένα στόμιο, η νύχτα με το ένα φεγγάρι, ο ποταμός με τη μία ροή. Τι να πούμε την επόμενη Κυριακή στους πιστούς; Λάθος, παρεξηγήσατε, ο ποταμός πλέει κι αντίστροφα, μα παραλείψαμε να το αναφέρουμε;” Εδώ που τα λέμε δεν είχε άδικο, εγώ τους συμβούλευα για το περιεχόμενο του κηρύγματός τους, αλλά έπαιρνα μυστικές οδηγίες από το Κυβερνείο, δεν αυτοσχεδίαζα. Ο μακαρίτης Βερά απαιτούσε να κρατώ τους αποίκους μακριά από την έρημο και υποχρεώθηκα να επινοήσω νέες παραβολές, να βάλω στο στόμα του Ιησού λόγια που ποτέ δεν τα είπε και να διαστρεβλώσω κατεβατά ολόκληρα της Βίβλου για να συντηρήσω τον τρόμο της ερήμου. Ωρυόμουν απ’ τον άμβωνα πως όποιος διανοηθεί να πατήσει στην άμμο θα τον βουτήξει η τσιμπίδα του Εωσφόρου. Ο νέος Κυβερνήτης έσπαγε αιφνιδιαστικά το ταμπού της ερήμου και με εξέθετε απερίγραπτα. Κατέβασα το κεφάλι».

Βέβαια, για να είναι κανείς δίκαιος με Θεό και ανθρώπους πρέπει να τονίσει, και επανέρχομαι εδώ στον αρχικό μου υπαινιγμό περί θυσίας της γυναίκας του Λωτ στο βωμό μιας κάποιας εξουσιαστικότητας, πως στα πατερικά ερμηνευτικά κείμενα της διήγησης, συναντούμε συχνά πυκνά κάποια ποιμαντικά στρογγυλέματα, που δίχως άλλο, όμως, μέσα από επάρκειες και ανεπάρκειες, επιτρέπουν την επέκταση και την αναγωγή, την τελική νίκη του διχασμού. Άλλωστε, ο διχασμός δεν είναι ένα ψυχολογικό δεκανίκι, μια αναγκαστική μορφή ύπαρξης, αλλά πραγματικότητα που μπορεί να υπερβαθεί, αλήθεια που ζητά να ξεπεραστεί μέσα από τη «βεβαίωση» της παρουσίας. Διχασμός και αμφιβολία, σαν αυτούς που ο Χριστός πέρασε στη Γεθσημανή, δίνουν το μέγεθος, αποκαλύπτουν την αυτογνωσία, μιας ύπαρξης που πάντα αναζητά την άλλη παρουσία, που ξεπερνά τη διαίρεση. Για να φτάσει όμως κάποιος στη «βεβαίωση» της παρουσίας οφείλει να αποδεχτεί το διχασμό, την αλήθειά του, που εξόριστη από την αμεσότητα αποκαλύπτει την εωσφορική μοναξιά και γύμνια. Την κατάφαση δηλαδή σε εκείνη την πραγματικότητα που η απουσία της άφησε τον διάλογο της άσκησης και της ευχαριστίας ανεκπλήρωτο. Την καταφυγή στην αδύναμη δύναμη που επιτρέπει την ποιητική υπέρβαση της εσωστρέφειας, τη ψηλάφηση του άθλου της ανάκρισης που γεννά ανάκραση τρόπου, συνάντηση τίμια.

Ο διχασμένος άνθρωπος δεν προσκυνά την ιδιοφυΐα, δεν ξεπέφτει στην ευφυΐα. Γιατί «η μεγαλύτερη τιμωρία», όπως μας υπενθυμίζει και πάλι η Ζωή Καρέλλη, «είναι η άμβλυνση της οδυνηρής ικανότητάς του ν’ αντιλαμβάνεται την φοβερή εμπειρία του διχασμού του». Κάθε λήθη αυτού του διχασμού μοιάζει να φλογώνει μέσα στον άνθρωπο αυτό που ονομάζουμε απάνθρωπο. Μια σκληρή βεβαιότητα, μια δύναμη, που γεννιέται από τον χωρισμό του μυαλού από το σώμα και του ενθάδε από το επέκεινα, και τον κάνει να ξεχνά πως το κτιστό υπάρχει στ’ αλήθεια όταν βουτά την ύπαρξή του στο άκτιστο…

«Και συ, Καπερναούμ», λέγει ο ευαγγελιστής και δείχνει με μιας το σκάνδαλον που αποδομεί τις βεβαιότητες της έρημης ζωής, «η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση· ότι ει εν Σοδόμοις εγενήθησαν αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν σοι, έμειναν αν μέχρι της σήμερον. πλην λέγω υμίν ότι γη Σοδόμων ανεκτότερον έσται εν ημέρα κρίσεως ή σοι».

ΠΗΓΗ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μιλάει στην «Κ» για τις σύγχρονες ελληνικές «μυθολογίες» αλλά και τα όρια που θέτει η Ορθοδοξία σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό μας ως νεωτερικών ανθρώπων.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης μίλησε τον Δεκέμβριο του 2016 στον  Ιερό Ναό του Αγίου  Ανδρέα (πλατεία Αμερικής) με θέμα: Ο Χριστός γεννήθηκε δεν είναι παίξε γέλασε.

Σταχυολογώντας μερικά από αυτά που ανέφερε:

«Η Εκκλησία, από τη φύση της, είναι ερωτική και αντιεξουσιαστική.  Στον κάθε ξένο πρέπει να βλέπουμε το πρόσωπο του Χριστού.  Το πρόβλημά μας  είναι η  πρόσληψη-κένωση και η έξοδος μας προς την αυτοσυνειδησία του τρόπου μας.   Έχουμε απωλέσει την ερωτικότητα του βίου μας.  Όποιος είναι ερωτευμένος μπορεί να αντιστέκεται, μπορεί να ελπίζει, ενώ ο ανέραστος… Η αγάπη δεν έχει κανένα τέλος, είναι αυτή η οποία μας καλύπτει στο τέλος».

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ· Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

«Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της», Οδυσσέας Ελύτης, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη», στο: Ανοιχτά χαρτιά, (1987), Ίκαρος: Αθήνα,σ. 116.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά – σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός – όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος / Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα / γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία. / Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά / να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας. / Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη / -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου. / Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της Ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8, 6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή – σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού – Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου Θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σσ. 86-89.

Ομιλία στην πανθρακική ιερατική Σύναξη των τεσσάρων Μητροπόλεων της Θράκης υπό τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β΄, (Αλεξανδρούπολη 6 Ιουλίου 2016).

ΠΗΓΕΣ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΠΗΓΗ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ / Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη γνωρίζουμε οι περισσότεροι ως ιστορικό ποιητή. Έχω, όμως, την αίσθηση πως μια τέτοια σφραγίδα, εξάπαντος τιμητική, αποτελεί κάποιες φορές τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους αναγνώστες του, βρόχο που φράζει την αναπνοή και οδηγεί την ύπαρξη σε ασφυξία. Και το λέγω τούτο διότι ο Χαραλαμπίδης είναι τω όντι ποιητής  ιστορικός, μα μαζί και ερωτικός. Μια πραγματικότητα που αν παραπέσει ή εάν λησμονηθεί στερεί από τον ποιητή εκείνο το λυτρωτικό ολισμό, που επιτρέπει το δραματικό ξεπέρασμα της ιστορίας, τουτέστιν τη δικαίωσή της, δια του εμβαπτισμού της, εντός του μυστηρίου της μεθιστορίας. Με άλλα λόγια την ποιητική σωτηρία της, που ως σαρκωμένη αλήθεια δεν μπορεί παρά να γεννιέται και να αναθρέφεται από την πνοή του έρωτα και την έκσταση της αγάπης∙ νυν και αεί.

Πριν λίγα χρόνια είχα την τύχη και τη χαρά να γίνω αποδέκτης δώρου απρόσμενου. Καθόμαστε στην καρδιά της Αθήνας σε μαγειρείο όταν άνοιξε τη τσάντα του και μου πρόσφερε από τα βάθη της καρδιάς του, με κείνο το υπαινικτικό του χαμόγελο, τρία ανέκδοτα ποιήματα. Αν είσαι αντιλόπη (για τον αββά που πιάστηκε στην παγίδα των ζώων), Αποκαθήλωση και βεβαίως το Ένα κορίτσι με μαγιό. Μάλιστα μας διάβασε τα ποιήματα -στην παρέα ήταν και ο Ρήσος μαζί με τον Γιώργο Καλογήρου- και κάναμε μια πρώτη συζήτηση, την οποία διεκδίκησε σχεδόν ολοκληρωτικά το Ένα κορίτσι με μαγιό. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη συζήτηση με τον ποιητή. Έχω την τιμή και την χαρά εδώ και κάποια χρόνια να με τιμά με την φιλία του και ως εκ τούτου με κείνο το απροϋπόθετο μοίρασμα που γεννά οικειότητα και αγάπη.

Θα έλεγα, δίχως δεύτερη κουβέντα, πως το συγκεκριμένο ποίημα, γραμμένο το Δεκέμβρη του 2006, δημιουργεί στην πρώτη ανάγνωσή του ένα δυνατό σοκ. Ίσως και να φέρνει στο μυαλό εικόνες και σκέψεις που συνδέονται με μια κάποια βέβηλη πραγματικότητα ξεκομμένη από οποιαδήποτε εκκλησιαστική εμπειρία των πραγμάτων, πέρα και έξω από τη σφαίρα του ιερού.

Ένα κορίτσι με μαγιό

μπήκε στην εκκλησία

πλην όμως δεν διέκοψε

την ιεράν θυσίαν.

Και άντε καλά το κορίτσι με το μαγιό μπήκε στην εκκλησία. Αλλά εκείνο το δεν διέκοψε την ιεράν θυσίαν, που θυμίζει δίχως άλλο το κορίτσι-οπτασία που πήρε το μυαλό του Ευαγόρα εντός της Εκκλησίας του αγίου Ανδρέα, στην ταινία Το τάμα του Ανδρέα Πάντζη, εισάγει εντός της ιστορίας σκάνδαλο μέγα. Θα έλεγα και δίκαιο, εάν μείνει κανείς στην επιφάνεια των φαινομένων πραγμάτων. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Έχω την αίσθηση, πως ο ποιητής, γνώστης της εκκλησιαστικής εμπειρίας της καθ’ ημάς Ανατολής, μέτοχος μιας ασκητικής ευαισθησίας, επιχειρεί με τούτο του το ποίημα, ως άλλος δια Χριστόν σαλός, να δυναμιτίσει τη βεβαιότητα του εκκλησιαστικού σώματος, εκείνη τη συστηματοποιημένη ηθική, που αδυνατεί να δεχτεί πως κέντρο του συνολικού τρόπου, το μόνο κέντρο του εκκλησιαστικού ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τουτέστιν ο χώρος και ο τρόπος της ιεράς θυσίας. Εντός του και εξάπαντος όχι εκτός τελούνται τόσο τα πνευματικά όσο και τα σωματικά των ανθρώπων του κόσμου, στην προσπάθεια τους να συναντήσουν Θεό και ανθρώπους σε κείνο τον ανηφορικό και στενό δρόμο, που ξεβγάζει στην ολοκληρωτική κοινωνία, που προϋποθέτει κένωση, με άλλα λόγια άδειασμα ολοκληρωτικό, έναν εθελούσιο μηδενισμό, ικανό να επιτρέψει τη συγ-χώρεση του άλλου και ως εκ τούτου την πλήρωση της ύπαρξης  μέσα από το μυστήριο της ολοκληρωτικής κατάφασης στην έκπληξη.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο Χαραλαμπίδης, πιστός σε τούτο που ο Heidegger στο διάλογο του με τον Hölderlin ονομάζει «ποιητικώς κατοικείν», με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο, ή πιθανώς μόνο, οι άγιοι και οι ποιητές, καταπώς μας υπενθυμίζει στη Μικρή του πόλη, ο Thornton Wilder, αποδεικνύει την αδυνατότητα διαίρεσης του κόσμου σε ιερό και βέβηλο. Μια αδυνατότητα που απομακρύνει με μιας από το σώμα του σύνολου πολιτισμού εκείνη την ασθένεια που ονομάζεται μανιχαϊσμός και η οποία ευθύνεται για την ενοχοποίηση της σάρκας από τη μια, αλλά και του κόσμου ολάκερου από την άλλη. Και είναι αλήθεια ότι η ιερά θυσία δεν διακόπτεται, δεν μπορεί να διακόπτεται, από τα ανθρώπινα, διότι λειτουργεί τα ανθρώπινα και λειτουργείται από τα ανθρώπινα, στον τύπο και τον τόπο που εισηγείται η σάρκωση του Θεού Λόγου, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που ένωσε στο πρόσωπό του Θεό και ανθρώπους και απέδειξε με τον τρόπο αυτό τη διαλογική και εξάπαντος όχι διαλεκτική λειτουργία των πάντων εν Χριστώ. Δίχως καμία αμφιβολία και εξαιρώντας βέβαια την ενσυνείδητη πρόκληση που εισάγει στη συζήτηση το εργαλοιοποιημένο  μαγιό, ο Χαραλαμπίδης εδώ, όπως και σε άλλα βεβαίως ποιήματά του, αλλά και με τον πεζό του λόγο, αποκαλύπτει τον λειτουργικό ρεαλισμό, εντός του οποίου χωρούν οι πάντες και τα πάντα. Αποκαλύπτει την Εκκλησία της Ορθοδοξίας εντός της οποίας χωρούν όχι απλά και μόνο τα κατά φύσιν της ανθρωπινότητας, αλλά ακόμη  -γιατί όχι κυρίως και κατεξοχήν- και τα τραύματα του κόσμου και του ανθρώπου, που αναζητά την φιλάνθρωπη παραμυθία, τουτέστιν τη χώρα του αχωρήτου, εντός της οποίας ο μαργαρίτης του ποιητικού ήθους λειώνει κάθε συστημικό ηθικισμό.  Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Χριστός ρητά ομολογεί, ότι «ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»[1].

Τούτη την εκκλησιολογική και εκκλησιακή φυσιολογία, δίχως τούτο να εντάσσει το κορίτσι με το μαγιό στην χορεία των οντολογικά τσαλακωμένων από την αστοχία ανθρώπων, τουναντίον μάλιστα, υποστηρίζει η στάση του ιερέως εντός του μυστηρίου της ιεράς θυσίας.

Ο νιος παπάς αντίθετα

της χάιδεψε τα μάτια,

της γλυκοχαμογέλασε

κι ας πάει στα κομμάτια.

Στάση που έρχεται σε ευθεία ρήξη με όλες εκείνες τις ιδιόμορφες -σε ελάχιστες περιπτώσεις δικαιωμένες- εκκλησιαστικές πρακτικές, οι οποίες ολοκληρώνουν το μυστήριο της ασκητικο-ευχαριστιακής εκκλησιαστικότητας  στις οποιεσδήποτε τυπικές και κακόγουστες απαγορεύσεις για τις οποίες μας ενημερώνουν  οι άκρως ακαλαίσθητες και αφιλόκαλες τεχνολογικά και οντολογικά επιγραφές σε εισόδους μοναστηριών και ιερών ναών.

Ο Χαραλαμπίδης φαίνεται να γνωρίζει καλά, γι’ αυτό και προχωρεί με τούτη τη σαλο-σχηματική τροπολογία, πως τη γύμνια των ανθρώπων του κόσμου εντός της Εκκλησίας ντύνει ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος εν αρχή και εν τέλει αποτελεί το πρόσωπο και τη στολή των βαπτιζομένων στο βαπτισμένο[2], σταυρωμένο, λοχευμένο και αναστημένο σώμα του. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», μας πληροφορεί άλλωστε ο απόστολος, «Χριστόν ενεδύσασθε»[3]και δείχνει με μιας το βάπτισμα της πρόσληψης, όχι απλά και μόνο της αποδοχής, το βάπτισμα της ολοκληρωτικής αγάπης, τη μαρτυρία και το μαρτύριο της απόλυτης συσσωμάτωσης, που δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την αγάπη, την ερωτική αγάπη του  συνανθρώπου όσο και του Θεού εντός  της ιεράς θυσίας. Εξάπαντος όχι εκτός. Γιατί εν Χριστώ τα μέσα μας γίνανε εκτός και τα εκτός μας μέσα, γιατί εν Χριστώ «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Πράγμα που δικαιώνει τον ποιητή για τη μανική προσκόλλησή  του στην αποκάλυψη της ενότητας της ουσίας των πραγμάτων, στην υπαινικτική και ταυτόχρονα σαφή διαπίστωση πως «μια είναι η ουσία», τη στιγμή που έντονα μας υπενθυμίζει πως θα έρθει μια ημέρα ανέσπερος, θα έλθει μια εποχή, που ο χρόνος, ο τόπος η κτίση ολάκερη δεν θα μας εμπεριέχει, αλλά όλα θα τα εμπεριέχουμε, όλα θα είναι εντός μας μεταμορφωμένα, και εμείς μέσα στην αγάπη του Θεού.  Δεν θα έχουμε Θεό, ο Θεός  θα μας έχει[4].

Εκείνη -ακούστε τούτο δω

γιατί έχει σημασία-

του πρόσφερε τριαντάφυλλο∙

μια είναι η ουσία.


[1] Μτ. 1,13.

[2] Στο μυαλό μου, κάθε φορά που μιλώ για βάπτιση, έρχεται το θαυμάσιο ψηφιδωτό του παρεκκλησίου του Ταρχανιώτη, της Μονής του Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Χριστός απεικονίζεται κατά τη στιγμή της βάπτισής του γυμνός, ολόγυμνος, καθώς το σώμα του δεν καλύπτεται από τα νερά του ποταμού Ιορδάνη. Μάλιστα την ένταση της ιδιόμορφης και άκρως αποκαλυπτικής  ιστόρησης μεγιστοποιούν τα πρόσωπα που συμπληρώνουν την εικόνα. Συγκεκριμένα, εντός του νερού και στα δεξιά των ποδιών του Χριστού διακρίνονται να αναδύονται  δυο ανθρώπινες μορφές μια ανδρική, που εικάζεται πως είναι ο Αδάμ και μια γυναικεία, που εικάζεται πως είναι η Εύα. Ο Αδάμ κρατά στα χέρια του και υψώνει δύο ιχθύς και η Εύα κρατά στα χέρια της και υψώνει έναν ιχθύ. Πράξη άκρως συμβολική που φαίνεται πως στοχεύει στην αποκάλυψη των δυο φύσεων του Χριστού από τη μια και στην μαρτυρία του ενός και μόνου προσώπου του από την άλλη. Την εικόνα ολοκληρώνει στη δεξιά όχθη του ποταμού ο άγιος Ιωάννης που βαφτίζει σκυφτός τον Χριστό, τη στιγμή που στην αριστερή όχθη τέσσερις άγγελοι τον αναμένουν σε στάση δέησης (βλ. σχετικά Ι. Κολάκη, Η βάπτιση της Μονής Παμμακαρίστου στην Κωνσταντινούπολη.

[3] Γαλ. 3,27.

[4] Βλ. σχετικά, Χ. Α .Σταμούλη, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 291.

[Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος, τχ. 37, Ιούλιος 2010, σσ. 4426-4429, στο πλαίσιο αφιερώματος του περιοδικού στον Κύπριο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη].

ΠΗΓΗ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Παρόμοια ποιητική έκπληξη του Κυριάκου Χαραλαμπίδη είναι κι αυτή με τίτλο: «Οίκος και ανοχή», Παλίμψηστον, τχ. 27 (Φθινόπωρο 2011) 24-25.

Ο λαός μας είναι σοφός: «αν δεν σπάσεις αυγά, δεν κάμεις ομελέτα», λέγει. Στα όσα τα τελευταία εικοσιτετράωρα συμβαίνουν εδώ στη Μυτιλήνη με την Ένωση Θεολόγων Λέσβου – άραγε πόσοι από τους 20 -30 συναδέλφους που είτε διδάσκουν στα σχολειά, είτε έχουν συνταξιοδοτηθεί, πέραν του αν είναι ενεργά μέλη της, συμφωνούν με τέτοιες πρακτικές; – έχω την ταπεινή γνώμη ότι το παρακάτω κείμενο του συναδέλφου Χρυσόστομου Σταμούλη, αποκαθιστά τα πράγματα γύρω από το ποιά «θεολογία» και ποιά «εκκλησία» συστοιχίζονται ουκ ολίγοι «χριστιανομαθημένοι» συμπολίτες μας.

Σκέψεις, λοιπόν, όπως οι παρακάτω, αναπαύουν όσους δεν βλέπουν παντού εχθρούς. Σε ότι, βέβαια, με αφορά «θα μετακομίσω στην εξοχή, για να παραμείνω εκτός πεδίου βολής», καθώς γράφει σε ένα ποίημά του ο Γιάννης Δάλλας, (Ανατομία, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 1971, 36-37). Κι αυτό γιατί παραδώσαμε αξία στο γεγονός αυτό. Πολύς θόρυβος έγινε… Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ / Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει

ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις

Κική Δημουλά, Η περιφραστική πέτρα.

Είναι σαφές, ότι στα πλαίσια μιας περιορισμένης εισήγησης δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ουσιαστικής και άνετης ανάλυσης των όρων-μεγεθών που συγκροτούν τον τίτλο του θέματός μου, καθώς ο καθένας από αυτούς, το καθένα από αυτά, ερευνάται σήμερα σε αμέτρητες μελέτες σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Ως εκ τούτου η αναψηλάφηση  αλλά και η ανάλυση των εννοιών του φονταμενταλισμού, του λαϊκισμού, της βίας και του μεσσιανισμού, μαζί και του αρμού που συγκροτεί τον οίκο της βαρβαρότητας, της πρόθεσης,  θα είναι εκ των πραγμάτων υπαινικτική και εξόχως εισαγωγική. Και είναι αυτή η βαρβαρότητα, που τη βλέπουμε καταπώς λέγει ο ποιητής «να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις», προκειμένου να καθυποτάξει, να εξευτελίσει και να ατιμώσει τον άνθρωπο[1].

Ως εκ τούτου, ο φονταμενταλισμός δεν είναι, καθώς πιστεύουν πολλοί, μια ακόμη επιλογή στα πλαίσια της ελευθερίας του ανθρώπου. Πρόκειται στ’ αλήθεια για εκείνη τη στάση, η οποία στοχεύει την κατάργηση οποιασδήποτε διαφορετικής θεώρησης των πραγμάτων και την ολοκληρωτική, βίαιη εγκατάσταση της μίας και μόνης άποψης∙ της άποψης  του εκλεκτού ή των εκλεκτών. Τελικός του σκοπός η φυσική εξόντωση του υποκειμένου της διαφορετικότητας. Αναγκαία προϋπόθεση μιας τέτοιας ασθμαίνουσας εγκαθίδρυσης  «νέας τάξης πραγμάτων» είναι οπωσδήποτε η ενοχοποίηση του «αντιπάλου» μέσα από την παρουσίαση πραγματωμένων ενεργειών του, αλλά κυρίως και κατεξοχήν μέσα από την ανάδειξη προθέσεών του, τις οποίες ο ίδιος δεν είχε ποτέ φανταστεί και διανοηθεί. Άμεσος στόχος η διέγερση του λαϊκού αισθήματος απέναντι στις υβριστικές καινοτομίες μιας κάποιας ανερμάτιστης ελίτ, η οποία απειλεί τη σταθερότητα του σώματος -πολιτικού, κοινωνικού, εκκλησιαστικού ή άλλου- και η τιμωρητική και εξάπαντος παραδειγματική  ματαίωση των στόχων της. Προϋπόθεση μιας τέτοιας αντιμυθολογίας η εξαρχής και διαπαντός κατάθεση της ευθύνης των μελών στον αυτοπροσδιοριζόμενο σωτήρα και τα όργανά του.

Οι καταγωγικές αιτίες γέννησης ενός τέτοιου φαινομένου θα μπορούσαν να είναι πολλές και εξάπαντος είναι πολλές. Ξεχωρίζουν ανάμεσά τους εκείνες που θέλουν τον φονταμενταλισμό γέννημα των αντιδράσεων απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, από τη μια και απέναντι στη νεωτερικότητα, από την άλλη. Πραγματικότητες, που ο φονταμενταλισμός αρνείται και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί, προκειμένου να επιβάλλει τον εαυτό του. Κλασικό το παράδειγμα της εκ μέρους του χρήσης του διαδικτύου, αλλά και του συνόλου των «νέων επικοινωνιακών τεχνολογιών», που επιστρατεύονται προκειμένου να σκηνοθετηθεί η δράση του και να εισέλθει με τρόπο αμεσότερο και βιαιότερο στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Άμεσος στόχος η γιγάντωση του φόβου -η εγκαθίδρυση  πολιτεύματος φόβου-,  και ταυτόχρονα η στρατολόγηση νέων μελών, από το σώμα των «χαμένων πολιτών», οι οποίοι  απογοητευμένοι από τις παλιές μυθολογίες, όπως για παράδειγμα η πολιτική και η θρησκεία, αναζητούν χώρο συγκρότησης κοινού οράματος και νοηματοδότησης της άδειας ζωής. Έτσι στη θέση των διαλυμένων ή εκτροχιασμένων παλαιών  μυθολογιών εμφανίζονται νέες μυθολογίες, μυθολογίες της υποκατάστασης, με εμφανή σημάδια «εγγυημένης προφητείας», και «σφραγίδα καθολικότητας». Βέβαια, εκείνο που ξεχωρίζει τελικά τον φονταμενταλισμό από τις παλιές μυθολογίες, δεν είναι η ουσία της πίστης, αλλά όπως εύστοχα σημειώνεται, η πολεμική διάθεση των μυθολογιών υποκατάστασης και ο βίαιος τρόπος αντιπαράθεσης και υπεράσπισης αυτής της αλήθειας της πίστης τους.

Με δεδομένη μια τέτοια κατανόηση των πραγμάτων, κάποιοι σήμερα σπεύδουν να πουν, πως «ο φονταμενταλισμός είναι αδιανόητος έξω από τον ορίζοντα της νεωτερικότητας». Και θα μπορούσε να είναι έτσι, εάν μέναμε στην επιφάνεια των μορφολογικών και νοηματικών δεδομένων που συνδέονται με τους όρους. Φαινόμενα, όμως, φονταμενταλισμού -χωρίς να ονομάζονται έτσι- είχαμε και στο παρελθόν. Έλειπε προφανώς το όνομα, αλλά η ουσία των πραγμάτων μένει ίδια. Και το λέγω τούτο για να μη χαθούμε μέσα σε καταστροφολογικές υπερβολές της καθημερινότητας που θεωρεί σε πολλές περιπτώσεις το παρελθόν, το κάθε παρελθόν καλύτερο από το παρόν. Η κάθε ιστορική εποχή έχει τις δικές της στιγμές δημιουργίας, αλλά και τις δικές της στιγμές βαρβαρότητας. Αυτό που διαφέρει είναι η ένταση των φαινομένων και η διαλεκτική τους σχέση  με τη λειτουργία του κανόνα και της εξαίρεσης.

Και έρχομαι τώρα στα καθ’ ημάς. Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ο φονταμενταλισμός και τα λειτουργικά του συμπαρομαρτούντα, ο λαϊκισμός ως κατασκευή του λαού σύμφωνα με τους ιδεολογικούς στόχους του λαϊκιστή, ο μεσσιανισμός ως αίσθηση δυνατότητας και διάθεση αποκλειστικής σωτηρίας του λαού και τέλος η βία, σχετίζονται άμεσα και κυρίως αποκλειστικά με το Ισλάμ. Γεγονός για το οποίο ευθύνεται ανάμεσα στα άλλα, η εμφάνιση εσχάτως του ISIS, αλλά και όλων όσων προοδοποίησαν την είσοδο του στη σκηνή της ιστορίας και οι τραγικές συνέπειες για το σύνολο του πολιτισμού της δράσης του. Μια πραγματικότητα, που χρησιμοποιείται ως άλλοθι, προκειμένου να κρυφτούν κάτω από το χαλί οι αστοχίες του Χριστιανικού και ιδιαίτερα Ορθόδοξου τρόπου και να μείνουν στο απυρόβλητο. Με πορνικές γενικεύσεις, όμως, και υπεκφυγές δεν συγκροτείται κοινωνία και οπωσδήποτε δεν δίνεται νόημα στην έτσι κι αλλιώς θρυμματισμένη πραγματικότητα του κόσμου και της ζωής.

Το παρήγορο βέβαια είναι, πως πληθαίνουν εσχάτως οι φωνές που βάζουν τον δάκτυλο επί των ήλων και υπενθυμίζουν την ανάγκη κατάβασης στον οικείο τόπο, τουτέστιν στο γκρέμισμα του σπιτιού προκειμένου να βρεθεί η κάτω από αυτό κρυμμένη Εκκλησία.

Όχι πολλά χρόνια πριν, μόλις το 1997, είχα επιλέξει, προκειμένου να εμφανιστώ ενώπιον πανεπιστημιακού ακροατηρίου στη Lundτης Σουηδίας, να μιλήσω για τάσεις στο χώρο της Ορθοδοξίας. Συνάδελφος έμπειρος και προσεκτικός προσπαθώντας να με προστατεύσει μου είπε πως αυτό θα ήταν επικίνδυνο∙ όχι για τους ακροατές μου στο εξωτερικό, αλλά για τους αναγνώστες μου στο εσωτερικό. Δεν τον άκουσα, διότι η νεότητα δεν έχει αίσθηση κινδύνου. Η μελέτη γράφτηκε και μία από τις παρουσιαζόμενες τάσεις, η πρώτη τάση που περιέγραφα, ήταν αυτή της παραδοσιαρχίας. Σημείωνα, σχετικά: «Ἡ πρώτη τάση θὰ μποροῦσε νὰ ὀνομαστεῖ παραδοσιαρχική, γιὰ νὰ διαφοροποιηθεῖ εὐθέως ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς παραδοσιακότητας ποὺ θὰ προσπαθήσω νὰ περιγράψω στὴν πορεία καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ τῆς θεολογίας ποὺ αὐτὴ γεννᾶ. Στὴν παραδοσιαρχικὴ τάση θὰ μποροῦσα νὰ τοποθετήσω ὅσους παραμένουν στὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀγνοώντας τὸ πνεῦμα του. Ἔτσι παρατηρεῖται μία ἐξωτερικὴ κυρίως σκλήρυνση, ποὺ ἀπαιτεῖ ὑποταγὴ τῶνμελῶν τῆς Ἐκκλησίας σὲ νόρμες, κανόνες καὶ τύπους. Τούτη ἡ τάση ἀγγίζει τόσο τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τὸ χῶρο τῆς θεολογίας. Εἶναι κοινὸς τόπος ἄλλωστε τὸ γεγονὸς ποὺ θέλει ἡ θεολογικὴ μονομέρεια νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἐπικίνδυνες μορφὲς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἢ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ νὰ θεωρητικοποιεῖται θεολογικὰ γιὰ νὰ δικαιωθεῖ. Πάντως,  καί στὴ μία καί στὴν ἄλλη περίπτωση, οἱ κραυγὲς γιὰ τὴν παράδοση μοιάζουν παραπλανητικές, καθὼς ἡ παράδοση ἀπομονώνεται ἀπὸ τὸ παρόν, ἡ θεολογία ξεκόβει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ ἡ ζωὴ ἐκφυλίζεται σὲ μορφὲς ἠθικισμοῦ καὶ εὐσεβισμοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ παράξενο· οἱ παραδοσιαρχικοί, ποὺ ἐπικεντρώνουν τὸ ἐνδιαφέρον τους στὴν παράδοση, ἀλλοιώνουν τὴν ἴδια τὴν παράδοση στὴν πράξη. Πραγματώνουν τὴν μὴ παράδοση,  ὁμιλώντας μόνο γιὰ τὴν παράδοση. Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ θιασῶτες αὐτῆς τῆς τάσης ἀρνοῦνται ὁποιαδήποτε ἐπαφὴ ὄχι μόνο μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ σύγχρονα ρεύματα ποὺ ἀναπτύσσονται στὴ σύγχρονη κοινωνία. Ἔτσι καταλήγουν σὲ ἕναν ἀπομονωτισμό, ἀποτέλεσμα ἠθελημένης ἐπιλογῆς καὶ στάσης ζωῆς. Ἡ θεολογία καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀφορᾶ τοὺς λίγους, τοὺς ἐκλεκτούς καὶ ἐξάπαντος ὄχι ὅλον τὸν κόσμο». Ο χρόνος που παρήλθε από τότε έως σήμερα φαίνεται πως όχι μόνον δεν άλλαξε τα πράγματα, αλλά τα οδήγησε στα άκρα.

Γεγονός, που επιβεβαιώνει την  κοινή για πολλούς μας διαπίστωση, πως η Ορθοδοξία μοιάζει σήμερα σε πολλές περιπτώσεις μαλωμένη με την αλλαγή και την κίνηση. Μια σύγκρουση, μια αντίθεση, που σχετίζεται καταρχήν με την πολύχρονη αιχμαλωσία της στα παιχνίδια της ιστορίας και η οποία αγνοεί ή μηδενίζει ετσιθελικά τη θεολογική της οντολογία, όπως για παράδειγμα την περί κινήσεως διδασκαλία ενός Μαξίμου Ομολογητή -τελείωση των όντων χωρίς κίνηση στην ορθόδοξη θεολογία δεν υφίσταται- ή τις μεθοδολογικές σταθερές  διαλόγου θεολογίας και επιστήμης ενός Βασιλείου Καισαρείας, οι οποίες προϋποθέτουν γνώση και λειτουργική πρόσληψη των επιστημολογικών αρχών, αλλά και των αγαθών καρπών του πολιτισμού στο σύνολό τους.  Στην ίδια κατεύθυνση αλλοτρίωσης και η υποτίμηση της θέσης του πλησίον, του ξένου, του άλλου και του διαφορετικού στα όρια της εκκλησιολογικής της μη αυτοσυνειδησίας. Δομικές παραδοχές που οδηγούν φορείς και πρόσωπα, στο όνομα της παράδοσης και της επιστροφής στα θεμέλια της πίστης, να απομακρύνονται ταχύτατα από τη βιβλική τους κοιτίδα και την ελευθερία του προσώπου, μαζί και την οικουμενική κατανόηση της εκκλησιαστικής τους υπόστασης, που αυτή προϋποθέτει. Ο αγώνας, δυναμικός και ακατάπαυστος, γίνεται ως εκ τούτου υπέρ της παραδόσεως ερήμην της παραδόσεως. Τα επαναλαμβανόμενα και πολύμορφα σήμερον της λειτουργικής της αμεσότητας -σήμερον κρεμάται, σήμερον γεννάται, σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις-, μένουν α-νόητα σύμβολα ενός εξόριστου τρόπου που έδωσε τη θέση του στα είδωλα και τον φετιχισμό. Α-νόητα σύμβολα ενός εξόριστου Χριστού, που αντικαταστάθηκε με τις προσωπικές ιδεολογίες, τους γεροντισμούς και εξάπαντος την επιδιωκόμενη και επιβαλλόμενη άγνοια, που αποτελεί την προϋπόθεση των «εμπειριών της σαγιονάρας». Μεθοδεύσεις, που δένουν δυναμικά με τη διάθεση  εξουσιασμού  της λαϊκής συνείδησης, της ύπαρξης απλών ανθρώπων, οι οποίοι έμαθαν -τους οποίους έμαθαν οι αυτοχειροτονημένοι κριτές της Ορθοδοξίας- να ζουν  χαμένοι μέσα στο πέλαγος του φόβου και της ενοχικότητας. Παντού και πάντα εχθροί. Η συγκρότηση του εαυτού απαιτεί το γκρέμισμα του άλλου, του απέναντι, ο οποίος δεν είναι εγώ. Την εξαφάνιση της οποιαδήποτε ετερότητας.

Άμεσο αποτέλεσμα όλων των παραπάνω η έκρηξη του εθνοφυλετισμού και η συνακόλουθη άρνηση της οικουμενικότητας, η ανερυθρίαστη συμπόρευση με τον φασισμό, οι πράξεις βίας και ο σεχταρισμός. Μοναδική επιδίωξη η «θρησκευτική κλωνοποίηση» του προσώπου, που ισοδυναμεί με την οριστική κατάργησή του. Την κατάργηση, δηλαδή, εκείνης της πρωτοτυπίας που κατανοεί τον άνθρωπο ως  την ύπαρξη που είναι «όλοι οι άλλοι μαζί και ταυτόχρονα ο εαυτός του». Μια διαπίστωση που οδήγησε τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη να ομολογήσει πως «το εγώ μου είναι ένας άλλος». Και επειδή τελευταία, με αφορμή την περί άλλου συζήτηση,  μεγάλος λόγος γίνεται για τη νομιμότητα χρήσης αυτού του όρου στα πλαίσια της Ορθόδοξης θεολογίας, θα πρέπει να θυμίσω στους αντιδρώντες, πως ο άλλος και το άλλο, αποτελούν συστατικά στοιχεία του συνολικού τρόπου της  Ορθοδοξίας, δίχως τα οποία είναι αδύνατη η κατανόηση της τριαδολογίας, της χριστολογίας και  εξόχως της εκκλησιολογίας. Τουτέστιν η κατανόηση και πολύ περισσότερο η βίωση της ζωής.

Βέβαια,  για όλους εκείνους που αγνοούν το μυστήριο του αυτοπροσδιορισμού και χάνονται στην έρημο του απόλυτου ετεροπροσδιορισμού -πότε αντιδυτικοί, πότε αντιμουσουλμάνοι, πότε αντισυνοδικοί, πότε αντιακαδημαϊκοί, πότε αντί στο αντί-, «οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις»,  καθώς τονίζει ο αλεξανδρινός. Μια λύση που αποδεικνύει την τραγικότητα της απουσίας του «ευαγγελίου της αγάπης» και δείχνει μεμιάς το «τραυματισμένο κορμί, τον τραυματισμένο τόπο και τον τραυματισμένο καιρό». Και είναι αυτές οι εποχές που γεννούν και ξαναγεννούν περιπλανώμενους προφήτες και θαυματοποιούς, που υπόσχονται εξουσία, δύναμη και ολοκληρωτική κυριαρχία. Είναι αυτές οι εποχές που βυθίζονται μέσα στον λαϊκιστικό θρησκευτικό φονταμενταλισμό, που εκβάλλει στον βίαιο μεσσιανισμό. Στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και φτάνουμε έτσι, στο μετέωρο βήμα της πρόθεσης. Ξέρετε και όλοι έχετε καταλάβει το δάνειο του τίτλου της εισήγησής μου. Βέβαια, εάν το μετέωρο βήμα του πελαργού πασχίζει να αποκαλύψει τον «αναγεννημένο άνθρωπο», ο οποίος μετά το μακρύ ταξίδι, «είναι έτοιμος να συγχωρήσει κι όχι να μισήσει, είναι έτοιμος ν’ αγαπήσει, να καταλάβει και να δεχτεί του άλλους όπως είναι, με όλες τους τις διαφορές απ’ όπου κι αν προέρχονται», αλλάζοντας κυριολεκτικά τον εαυτό του, το μετέωρο βήμα της πρόθεσης θέλει να αλλάξει τον κόσμο εμμένοντας στον ακίνητο και ως εκ τούτου νεκρό εαυτό. Απειλεί τον εγκλωβισμό του κόσμου ολάκερου σε έναν κόσμο ανύπαρκτο, σε έναν κόσμο αναιμικό, στον οποίο τελικά και το ίδιο αυτοεγκλωβίζεται.

«Υπάρχουν άνθρωποι», σημειώνει ο Αντρέ Ζιντ στα Τέλματα, «που βρίσκονται έξω μονομιάς. Η φύση χτυπάει το κατώφλι τους: η πόρτα τους ανοίγει στην αχανή πεδιάδα όπου, αμέσως μόλις κατέβουν, η κατοικία τους ξεχνιέται και χάνεται. Την ξαναβρίσκουν το βράδυ, όταν τη χρειάζονται για να κοιμηθούν∙ την ξαναβρίσκουν εύκολα. Θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να κοιμηθούν κάτω απ’ τα αστέρια, ν’ αφήσουν το σπίτι τους για μια ολάκερη μέρα, ακόμα και να το ξεχάσουν για καιρό. -Αν αυτό το βρίσκετε φυσιολογικό, σημαίνει ότι δεν με καταλαβαίνετε. Θα έπρεπε να σας εκπλήσσουν περισσότερο τα πράγματα… Σας διαβεβαιώ ότι -όσο μας αφορά- αν ζηλεύουμε αυτούς τους τόσο ελεύθερους κατοίκους, είναι επειδή, κάθε φορά που χτίζαμε με κόπο μια στέγη για να προφυλαχτούμε, αυτή η στέγη μας ακολουθούσε, κι ύστερα παρέμενε πάνω από τα κεφάλια μας∙ μας προστάτευε από τη βροχή, είναι αλήθεια, αλλά μας έκρυβε τον ήλιο. Κοιμηθήκαμε στη σκιά της∙ δουλέψαμε, χορέψαμε, αγαπηθήκαμε, στοχαστήκαμε στη σκιά της∙ καμιά φορά, η λαμπρότητα της αυγής ήταν τόσο μεγάλη, που πιστέψαμε ότι μπορούσαμε να ξεφύγουμε το πρωί∙  θελήσαμε να τη λησμονήσουμε∙ γλιστρήσαμε σαν κλέφτες κάτω από την αχυρένια σκεπή, όχι για να μπούμε, εμείς, αλλά για να βγούμε -λαθραία-  και τρέξαμε προς την πεδιάδα. Κι η στέγη έτρεχε ξωπίσω μας. Αναπηδούσε, σαν την καμπάνα του παραμυθιού, ξωπίσω από εκείνους που προσπαθούσαν να το σκάσουν από τη λειτουργία. Συνέχεια νιώθαμε το βάρος της πάνω από τα κεφάλια μας. Για να τη φτιάξουμε, είχαμε ήδη μεταφέρει όλα τα υλικά∙ κάναμε μια εκτίμηση του συνολικού βάρους. Το κεφάλι μας έσκυβε, οι ώμοι μας καμπούριαζαν -σαν τον Σεβάχ κάτω από το βάρος του Γέρου της Θάλασσας. Στην αρχή δεν το προσέχει κανείς∙  έπειτα, είναι φριχτό∙  δένεται μαζί μας μόνο χάρη στο βάρος της. Δεν μπορείς ν’ απαλλαγείς απ’ αυτή. Πρέπει να φέρεις μέχρι τέλους όλες τις ιδέες που συλλαμβάνεις…».

[1] Από συνέντευξη στη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Η Καθημερινή» (2/11/1975).

Εισήγηση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Θρησκεία και Βία», που έγινε στη Θεσσαλονίκη (27-29 Απριλίου 2015).

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης