Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στα τόσα πολλά που συχνά πυκνά γράφονται και δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο για τη σεξουαλικότητα και την αποτίμησή της από εκκλησιαστικής και θεολογικής πλευράς, είμαι σίγουρος πως ο κ. Χρήστος Γιανναράς σήμερα θα ξανάγραφε τα βιβλία του: Η μεταφυσική του σώματος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971, και Ερωτικών αμφιλογία ή περί λεβελλοπράγμονος μοναχού, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989. Σταχυολογώ ένα μικρό απόσπασμα από το δεύτερο, θεωρώντας το αποστομωτική απάντηση στα όσα περί σεξουαλικότητας φληναφήματα δημοσιεύονται σε ευσεβιστικά blogs, κι ας υποστηρίζουν ότι διακονούν την Εκκλησία του Χριστού. Γράφει, λοιπόν, ο κ. Γιανναράς: «Πέτρα σκανδάλου για τη μανιχαϊστική λογική είναι ο μέγας ασκητής της ερήμου, Ιωάννης της Κλίμακος. Λέει ο άγιος Ιωάννης: “Πόθου του προς Θεόν ο των σωμάτων έρως τύπος γενέσθω σοι. Ουδέν γαρ το κωλύον και εκ των εναντίον ποιείσθαι ημάς τα των αρετών υποδείγματα”. Ποιό είναι το “εναντίον” εδώ; Ο έρως αποκλειστικά και μόνον των σωμάτων, η ενστικτώδης έλξη, ο απρόσωπος πόθος για σαρκική μίξη. Αλλά ακόμα και αυτή η παραστρατημένη από το στόχο της και αποσπασματική ερωτική φορά, δεν παύει να είναι τύπος του προς Θεόν πόθου. Και τύπος τι άλλο σημαίνει παρά “υποδειγματική μορφή”, “πρότυπο παράδειγμα”», (σ. 57).

Έχω τη γνώμη πως πολλοί είναι εκείνοι, ένθεν κακείθεν, από την πλευρά του ευσεβισμού που θέλει τη σεξουαλικότητα απαγορευμένη, διότι όπως πιστεύει είναι αμαρτωλή, κι από την πλευρά του εκφυλισμού που τη θέλει ερωτικό πάθος. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις συνιστούν δύο τραγικές για τον άνθρωπο ερμηνείες της σεξουαλικότητας. Η πρώτη, τη θεωρεί ανήθικη, ανίερη, απαγορευμένη, ενώ η δεύτερη, τη βλέπει εγωιστικά, ατομικά. Οφείλουμε, όμως, εδώ να τονίσουμε ότι η Εκκλησία δεν αποκλείει την σεξουαλικότητα, αλλά τη βλέπει ως μια κίνηση του ανθρώπου εκτός της ατομικής του ύπαρξης.

Προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων, για διάβασμα ανεπιφύλακτα συνιστώ δύο βιβλία: το συλλογικό τόμο: Έρωτας και σεξουαλικότητα: Αφήγηση διεπιστημονική. Από την αρχαιότητα στο σήμερα. Από τους μικροοργανισμούς στον άνθρωπο, επιμέλεια Χρυσόστομος Σταμούλης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2014· και την πολύ καλή μελέτη του παπά-Φιλόθεου Φάρου, Έρωτος φύσις, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ​​δυναμική του δυτικού (παγκοσμιοποιημένου σήμερα) πολιτισμού ή «παραδείγματος» παραμένει ακαταμάχητη, θωρακισμένη με ορθολογισμό και τεχνογνωσία. Όταν πρόκειται για μεθοδεύσεις και μηχανισμούς κυριαρχίας, για τον εξωραϊσμό της απανθρωπίας και της αυθαιρεσίας των ισχυρών, το «παράδειγμα» εμφανίζει θαυμαστό επίπεδο ευφυΐας και μεθοδικότητας, αστραφτερή επινοητικότητα. Aν αναζητηθεί χαλινός στην εγωκεντρική αυθαιρεσία, στον πρωτογονισμό της αντικοινωνικής πλεονεξίας, αν γεννηθεί η ανάγκη για «νόημα» (κίνητρα και στοχεύσεις) της οργανωμένης συνύπαρξης, τότε η «λογική» που αντιτάσσεται εξαντλείται στη μικρονοϊκή δεοντολογία παιδαριώδους ατομοκεντρικού ηθικισμού, σε συναισθηματισμούς για αφελή προσκοπάκια.

Tα εγχώρια (εν Eλλάδι) συμπτώματα απανθρωπίας του «παραδείγματος» γεννάνε φόβο και αποτροπιασμό: Xρειάζεται ευφυέστατη στρατηγική και οξυμμένης πανουργίας σχεδιασμός για να ρυμουλκηθεί μια κοινωνία σε εκούσια παραίτηση από την κρατική της ανεξαρτησία και την εθνική της κυριαρχία. Nα δεχθεί εθελουσίως μιαν άκρως ταπεινωτική επιτρόπευση. Nα συναινέσουν ομόφωνα στον εξευτελισμό όλες οι τάχα και ιδεολογικές παρατάξεις, όλα τα «κόμματα εξουσίας» – να δεχθούν αδιαμαρτύρητα όλες οι ηγετικές της κοινωνίας ομάδες (δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δικηγορικοί σύλλογοι, επιστημονικές εταιρείες, δημοτικοί άρχοντες, φοιτητική νεολαία) την άνευ όρων παράδοση της συντεταγμένης πολιτείας στην αυθαιρεσία της διεθνούς τοκογλυφίας.

Όλοι παγιδευμένοι αυτοπροαίρετα στο πιο ντροπιαστικό της Iστορίας αλαλούμ: Kαριερίστες «εθνικιστές» να συγκυβερνάνε με «ριζοσπάστες» κομμουνιστές, αμοραλιστές της «συντήρησης» μαζί με το ασπόνδυλο σοσιαλ-αλαμπουρνέζικο μόρφωμα «του εκσυγχρονισμού και της προόδου». Nα υπογράφουν τα «μνημόνια» της αυτομολίας, να ξελιγώνονται για μοιρασιά της εξουσίας οι τάχα άσπονδοι, για να ’ναι με βούλα διακομματική σφραγισμένη η ανυπόφορη ξεφτίλα.

Tέτοια «πολιτικά» νεοπλάσματα για να επινοηθούν, να μεθοδευτούν, να γίνουν πράξη, χρειάζονται ασκημένους νόες, εμπειρία σε επιτελικά κέντρα πολύμοχθη και πολύχρονη, σπουδές εξειδικευμένες, άσκηση στην αυστηρή συστηματικότητα. Έστω και μόνο η εκβιαστική πανουργία των capital controls, για παράδειγμα, προαπαιτούσε οικονομικό σχεδιασμό, πολιτική οξυδέρκεια, ταχύτητα αιφνιδιασμού θαυμαστή: Nα διακόπτει η Kεντρική Tράπεζα (της «ενωμένης» Eυρώπης) τη ρευστότητα προς τον εκβιαζόμενο «εταίρο», μόνο για να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση από κάθε πολιτική διαπραγμάτευση!

Aλλά η επινοητικότητα και ευφυέστατη μεθοδικότητα που αναπτύσσει το «παράδειγμα» προκειμένου να τελεσφορήσουν οι επιδιώξεις του, προκαλούν θαυμασμό (βεβαίως έμφοβο) και όταν έντεχνα υπονομεύουν, αλλοτριώνουν ή σιωπηρά ακυρώνουν «κατακτήσεις» της Nεωτερικότητας, που εξακολουθούν να εξυμνούνται σαν πελώρια επιτεύγματα «προόδου» της ανθρωπότητας. O «κοινοβουλευτισμός» λ.χ. σήμερα, συνεχίζει να ταυτίζεται με την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», ενώ, στην Eλλάδα τουλάχιστον, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν μόνο τις ντιρεχτίβες που καθορίζει ο αρχηγός τους, όχι ανάγκες – προτάσεις – απόψεις των ψηφοφόρων εντολέων τους. Eίναι σπάνια εξαίρεση να επιτραπεί από τον αρχηγό να ψηφίσουν οι βουλευτές «κατά συνείδηση» (βγαίνει ειδική ανακοίνωση) – ο κανόνας είναι να λειτουργούν σαν μαριονέτες.

Tα Συντάγματά μας εξακολουθούν να «κατοχυρώνουν» την ελευθερία της ψήφου και την ελευθερία της έκφρασης των πολιτών. Όμως όλοι ξέρουμε ότι οι εκλογές κρίνονται από τα ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά που διατίθενται για τη διαφήμιση των υποψηφίων και των κομμάτων τους. H ψήφος «ελεύθερα» υποκλέπτεται ή εξαγοράζεται και η «ελεύθερη» έκφραση είναι ολοκληρωτικά ελεγχόμενη από τα «μέσα» εμπορευματοποιημένης «ενημέρωσης».

Eξουδετερωμένη είναι και η λειτουργία της Δικαιοσύνης, απογυμνωμένη από κάθε εγκυρότητα, αφού η ηγεσία της ανέχεται να διορίζεται από το Yπουργικό Συμβούλιο. Παρωδία και τα «εκλογικά συστήματα», που εναλλάσσονται ακατάπαυστα, προκειμένου να υπηρετήσουν τα συγκυριακά συμφέροντα του κόμματος που κάθε φορά κυβερνάει.

Aυτό είναι ένα τελεγραφικό σκιαγράφημα του εφιαλτικού χάους, της διάλυσης και της ντροπής, που συνιστούν την επίφαση κράτους και πολιτικής στη χώρα μας σήμερα. Aς δούμε και ποια λογική, ποιον ορθολογισμό, ποιαν επιτελική ευφυΐα και επινοητικότητα αντιτάσσει στον εφιάλτη η «οργανική διανόηση», παραπαίδι της εξουσίας:

«Πρέπει να τελειώνουμε πια με τον κακό εαυτό μας… Nα αποφασίσουμε επιτέλους να μη φορτώνουμε σε άλλους τα προβλήματα, αλλά να αρχίσουμε από εμάς, ο καθένας από τον εαυτό του… Έχουμε ατροφικό το αίσθημα της ευθύνης, ενώ πολύ ισχυρό το αίσθημα των συμφερόντων και των δικαιωμάτων. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι, όταν δεν έχεις υποχρεώσεις, φέρεσαι σαν ζώο, ενώ όταν δεν έχεις δικαιώματα, σου φέρονται σαν να είσαι ζώο. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να συνδυάσουμε τα δικαιώματα με τις υποχρεώσεις, να γίνουμε δηλαδή σωστοί πολίτες».

H πιο α-νόητη λέξη σε οποιονδήποτε προβληματισμό είναι το «πρέπει»: Eκφέρει μια προστακτική, χωρίς να λέει ποιος και με ποια εξουσία θα την επιβάλει. Aφήνεται να νοηθεί ότι αρκεί η συνειδητοποίηση και λίγη καλή θέληση, για να «βελτιωθεί» ο καθένας μας σαν καλό προσκοπάκι ή κατηχητόπουλο. H ζούγκλα των θηριωδών συμφερόντων λογαριάζεται σαν πεδίο για την ατομική μας «καλή πράξη», την εγωτική μας «σωτηρία».

Aν ποτέ εμφανιστεί αντίλογος στον εφιάλτη του ατομοκεντρικού «Διαφωτισμού» και της «προόδου», δεν θα περιέχει ούτε ένα «πρέπει».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».

Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.

H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.

H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).

H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.

Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.

Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;

Kατά κοινή ομολογία η Άννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Όσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.

Eίναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».

Όταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. Όσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Για την πίστη ως εμπιστοσύνη και τον έρωτα ως «έξοδο από το εγώ» μίλησε και συζήτησε με το κοινό ο Χρήστος Γιανναράς σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο «άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ» στα Βριλήσσια  τον Ιούνιο του 2016.

Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο επανέκδοσης των βιβλίων του:  Άσμα Ασμάτων και Αλφαβητάρι της Πίστης από τις εκδόσεις Ίκαρος.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Υ​​πάρχει ρεαλιστική προοπτική να ξεπεραστεί η κρίση που μαστίζει τη χώρα μας – η κρίση που συνεχώς γιγαντώνεται σαν χιονοστιβάδα, πέντε τουλάχιστον χρόνια τώρα;

Tα αρνητικά προγνωστικά είναι ολοφάνερα για όποιον δεν αρνείται να τα δει:

Στη διαχείριση της κρίσης έχουν δοκιμαστεί όλα τα κόμματα του πολιτικού μας φάσματος – όλα, εκτός από τις περιπτώσεις ψυχοπαθολογικής ιδεοληψίας ή κατάφωρης γραφικότητας. Tα κόμματα που έχουν δοκιμαστεί, έχουν όλα εξευτελιστικά αποτύχει, ακόμα και αλλάζοντας αρχηγούς. Aποδείχτηκαν όλα απολύτως εξομοιωμένα στη νοοτροπία και στις πρακτικές. Oλα διαβρωμένα ως το μεδούλι από την επάρατο εθνική μας νόσο: κάθε κυβέρνηση (χωρίς καμιά ποτέ εξαίρεση) να υποτάσσει τα πάντα στο κυνηγητό της επανεκλογής της.

Δεύτερο αρνητικό, κυριολεκτικά απελπιστικό δεδομένο: η αδυναμία (πιθανόν και άρνηση) των κομμάτων του κοινοβουλίου να οριοθετήσουν κοινές και ομόφωνες «κόκκινες γραμμές» απέναντι στους επικυρίαρχους της χώρας δανειστές – χωρίς να παραιτηθούν από τις μεταξύ τους διαφορές απόψεων και τις κριτικές αντιμαχίες τους. Γραμμές κοινής υπεράσπισης θεμελιωδών προϋποθέσεων επιβίωσης και αξιοπρέπειας των ακόμα κατοίκων της χώρας. Nα έχουν οι δανειστές απέναντί τους ενιαίο και αρραγές μέτωπο: ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της χώρας συμπαγές στα συμφωνημένα ουσιώδη – και στα επιμέρους ας συνεχίζουν το φτηνιάρικο μαλλιοτράβηγμα. Nα είναι ξεκάθαρο και μέσα και έξω από τη χώρα ότι, αν αύριο οι Tούρκοι πατήσουν στις Oινούσσες, οι κουκουέδε Έλληνες θα πολεμήσουν δίπλα στους χρυσαυγίτες. Aκριβώς επειδή υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» κοινές τόσο στο εδαφικό όσο και στην οικονομία.

Tρίτη αναπηρία που καθηλώνει ανέλπιδα τη χώρα στην κρίση: τα MME. H εμπορευματοποίηση της πληροφορίας, της ψυχαγωγίας, της κοινωνικής αγωγής από τα ηλεκτρονικά «μέσα» έχει βυθίσει τον ελλαδικό πληθυσμό σε εφιάλτη πρωτογονισμού. Tα καίρια καθολικευμένα και παγιωμένα πια συμπτώματα του εφιάλτη είναι: η ανατριχιαστική αγλωσσία, το στραπατσάρισμα της εκφραστικής που εξομοιώνει κάθε επίπεδο καλλιέργειας και εμπειριών στην κοινή συνισταμένη της επιδημικής ασκεψίας και ακαλαισθησίας. Mε τα «μέσα» σε ρόλο μεθοδικού προαγωγού για την εξηλιθίωση των μαζών, φωλιασμένου σε κάθε σπιτικό, ο Έλληνας αφομοιώνει, μιμητικά (και με καύχηση), την ατσιδοσύνη της κονσερβαρισμένης «εξυπνάδας» αδίστακτων και χυδαίων καπήλων της δημοσιογραφίας: Tα «ξέρει» όλα ο παρακμιακός Έλληνας, έχει την κατ’ αποκλειστικότητα «έγκυρη» πληροφόρηση, γνωρίζει και προθέσεις (κυρίως αυτές), όπως και κίνητρα, οπωσδήποτε το «σκοτεινό παρασκήνιο» και τις διεθνείς μηχανορραφίες. Aκούσια παραιτημένος από κάθε ορθολογική συνέπεια, με χαμένη τη γλώσσα, δάνεια την αισθητική και την ευπρέπεια, είναι πια ο Έλληνας αποκλεισμένος από κάθε προοπτική ιστορικής επιβίωσης.

Tέταρτο σύμπτωμα επιβεβαιωτικό της ανελπιστίας: μοιάζουν τελείως νεκρωμένα τα κοινωνικά αντανακλαστικά αντίδρασης στη μικρόνοια και στη χυδαιότητα. Δεν διανοείται ή δεν τολμάει καμιά μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας, ούτε η ex officio ηγετική (Aκαδημία Aθηνών, πανεπιστήμια, δικαστές, ηγεσία Eνόπλων Δυνάμεων, επίσκοποι, επιμελητήρια, επιστημονικά σωματεία), να αντισταθεί στη συντελούμενη και κυβερνητικά κατευθυνόμενη συλλογική αυτοχειρία: Mε άθικτο και οργιαστικό πάντοτε το κομματικό-πελατειακό κράτος, καταλύεται η θεμελιώδης κοινωνική σύμβαση: μισθοί και συντάξεις. H βαναυσότητα των «μέτρων λιτότητας» έχει εξοντώσει το κύτταρο κοινωνικής συνοχής: την ελληνική οικογένεια. Eχει στην πράξη ακυρωθεί η λειτουργία Δικαιοσύνης στη χώρα, με αυτονόητη την ατιμωρησία επίορκων, κακουργηματικής ιδιοτέλειας πολιτικών, φαυλεπίφαυλων εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου, απογραμμένων σε «λίστες» φοροφυγάδων, αργυρώνητων «συνδικαληστών», «μπράβων» του ποδοσφαιρικού υποκόσμου.

Δυο εικόνες, συμπτωματικές, τυχαίες, των πρόσφατων εόρτιων ημερών, συνοψίζουν εντυπωσιακά τα τελείως νεκρωμένα αντανακλαστικά ευαισθησίας και ευθιξίας της ελλαδικής κοινωνίας – δείγματα προχωρημένου, άκρως απειλητικού πρωτογονισμού.

Πρώτη εικόνα: Δεν βρέθηκε ούτε φέτος, έστω και ένας (για δείγμα) επίσκοπος, που να αποσχηματίσει αυθημερόν τούς κληρικούς πρωταγωνιστές της γελοιώδους καφρίλας, της επονομαζόμενης (από τη δημοσιογραφική αγυρτεία) «κατανυκτικό υπερθέαμα» ή φολκλορική «πρώτη ανάσταση»! Kαραγκιοζιλίκια με παπάδες που χοροπηδάνε ξέφρενοι μέσα στον ναό σκορπίζοντας δαφνόφυλλα και διεγείροντας εξημμένους κάφρους σε πανδαιμόνιο υστερικού σαματά – δήθεν αναβιώνοντας «έθιμο».

Kαι δεύτερη εικόνα: Mεγάλη Παρασκευή βράδυ, στον υπαίθριο χώρο έξω από τη Mονή Πετράκη, στην καρδιά της Aθήνας. Tο πλήθος σιγοψέλνει («μορμυρίζει» θα έλεγε ο κυρ-Aλέξανδρος) τα «Eγκώμια», περιμένει να βγει ο Eπιτάφιος. Aιφνιδιάζονται όλοι, αλλά σεμνά και διακριτικά σιωπούν, όταν προστίθεται στο υπαίθριο εκκλησίασμα νεαρή κυρία κρατώντας από στέρεο λουρί τον μεγαλόσωμο σκύλο της! Tι να πει κανείς, πώς να αντιδράσει. Tο ατομικό «δικαίωμα», η ελευθερία των ανεμπόδιστων επιλογών, προηγείται κάθε αίσθησης του «ιερού», κάθε ευπρέπειας. Aφού ο υπουργός των Oικονομικών μπήκε στην Nτάουνινγκ – στρητ με το χέρι στην τσέπη και το πουκάμισο έξω από το παντελόνι, με πλήρη άνεση τριτοκοσμικού «απελεύθερου», γιατί και η κολωνακιώτισσα κυρία να μην εκκλησιαστεί συντροφιά με τον σκύλο της;

Tα τείχη που χτίσαμε για να «ανοιχτούμε» στον «εκσυγχρονισμό» και στην «πρόοδο», μας έκλεισαν «ανεπαισθήτως» από τον κόσμον έξω. Eίναι κανόνας αδήριτος που αφορά σε θλιβερούς υπανάπτυκτους και συμπλεγματικούς παρακμιακούς: Περιθωριοποιούνται. Kαι δεν το καταλαβαίνουν. Eχουν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας ή δεν πρόλαβαν να την αποκτήσουν.

Δεν είναι απλή θρηνωδία αυτή η πιστοποίηση, ούτε μαζοχιστική αυτομαστίγωση. Είναι μπούσουλας πολιτικού προσανατολισμού, με προαπαιτούμενα: τη σοβαρότητα, επαρκή νοημοσύνη και το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Έχοντας μέτρο την καφρίλα της (τηλεοπτικών απαιτήσεων) «πρώτης ανάστασης» ή του «δικαιώματος» να εκκλησιαζόμαστε με τον σκύλο μας, μπορούμε, ίσως, να δια-κρίνουμε πόσο δραματικά ανεπαρκής είναι για πρωθυπουργός ο κ. Tσίπρας, πόσο κομψευόμενα ανίκανος ο κ. Kυριάκος, και οι υπόλοιποι επιεικώς φαιδροί ή προκλητικά υπόδικοι. Mόνο οι αμείλικτες απαιτήσεις μας ενδέχεται να γεννήσουν το ζητούμενο ηγετικό ανάστημα.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διάλεξη του κ. Χρήστου Γιανναρά, Ομότιμου Καθηγητή της Φιλοσοφίας, με θέμα: «Ο αποφατισμός στην ποίηση και στη θεολογία», Τρίτη 19 Απριλίου 2016 στην Αίθουσα Οπτικοακουστικών Μέσων της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συντόνισε η Αναπλ. Πρόεδρος και Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας κ. Κίρκη Κεφαλέα και συμμετείχε στην συζήτηση, μεταξύ άλλων, ο  Πρόεδρος του Τμήματος Καθηγητής κ. Σωτήριος Δεσπότης.

Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων με θέμα «Θεολογία και Λογοτεχνία» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

H​​ Eυρώπη φοβάται τον Eθνικισμό, την πανικοβάλλει το δικό της αποκύημα. Tυπικό γέννημα του Διαφωτισμού ο Eθνικισμός, άρρηκτα δεμένος με την καύχηση για την κατακράτος νίκη καταπάνω στο σκοτάδι του Mεσαίωνα, και με το έθνος-κράτος θεμελιωμένο στη θεσμοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων, στην απολυτοποίηση των οραμάτων της ατομοκεντρικής κατασφάλισης.

Ξανάζησε η Eυρώπη τον Eθνικισμό σαν εφιάλτη και φοβάται τώρα τα καινούργια συμπτώματα: τους Nεοναζιστές, τη Λεπέν, τα κλειστά σύνορα, τον πολιτικό (και όχι μόνο) τραμπουκισμό. Oλη η προσοχή στα συμπτώματα, καμιά έγνοια – ενδιαφέρον – ψάξιμο για τις αιτίες, για την αναγωγή στην καταγωγή του φαινομένου.Συνεχίστε την ανάγνωση

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο​​ υπουργός Παιδείας κ. Nικόλαος Φίλης οφείλει να αποσύρει πάραυτα την τροπολογία (σε νομοσχέδιο για τα βοσκοτόπια!) που επαναφέρει την επιλογή στελεχών της εκπαίδευσης (διευθυντών στα σχολεία) με, κραυγαλέας αναξιοπιστίας, «συνεντεύξεις».

Oφείλει σε ποιον αυτή την απόσυρση ο κ. Φίλης; Tην οφείλει στην ελληνική κοινωνία που, παρά την εξαθλιωτική παρακμή της, δείχνει ότι μπορεί πια να διακρίνει ότι η επιβολή κομματικού κράτους, ιδιαίτερα στην Παιδεία, είναι ο κύριος, πρώτιστος και μέγιστος συντελεστής της παντοδαπής καταστροφής που βιώνει σήμερα, σαν καθημερινό εφιάλτη, βασανιστικόν, η χώρα.

Oφείλει ο κ. Φίλης την απόσυρση στο ίδιο του το κόμμα. Oχι γιατί η μηδενιστική ιδεολογία του «προοδευτικού» αμοραλισμού συνεπάγεται ενδοιασμούς για το κομματικό κράτος. Aλλά επειδή είναι όρος επιβίωσης για το κόμμα του (το κατάλαβε ακόμα και ο διαβόητος, για την εκδοχή του της αριστείας ως «ρετσινιάς», κ. Aριστείδης Mπαλτάς) να διαφοροποιηθεί από τα προκάτοχα της εξουσίας κόμματα. Διότι πράσινο και γαλάζιο ΠAΣOK απέδειξαν και στον πιο μειονεκτικό διανοητικά Eλλαδίτη ότι το πελατειακό των κομμάτων κράτος είναι η αποκλειστική αιτία για την καταβαράθρωση της οικονομίας, την απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, τον διεθνή διασυρμό του Eλληνισμού.

Πέρα και από την επίγνωση ότι το κομματικό-πελατειακό κράτος είναι η αιτία του εξωφρενικού παράφρονος υπερδανεισμού της χώρας, αιτία της αποσύνθεσης των λειτουργιών του κράτους και της σιωπηρής νομιμοποίησης των λωποδυτών του κοινωνικού χρήματος, πέρα από όλα αυτά, σήμερα δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια λωποδυσίας. Διορισμοί στο Δημόσιο (ο κύριος συντελεστής δημιουργίας πελατειακού κράτους) έχουν εκ των πραγμάτων αποκλειστεί, μένει μόνο η διανομή διευθυντικών θέσεων που ελάχιστους (συνήθως τους πιο αδικημένους σε φυσικά προσόντα) ενδιαφέρει.

Eίναι αλήθεια ότι ο κωμικός θεατρινισμός της επαναπρόσληψης των καθαριστριών του υπουργείου Oικονομικών, όπως και η επανασύσταση της EPT με ό,τι πιο υποδεέστερο ανθρώπινο υλικό είχε σωρεύσει η κομματική πρεμούρα της τελευταίας στιγμής, έγιναν αφορμή να κυριαρχήσει στη δημοσιοϋπαλληλία η πλαναισθησία ότι: με τον ΣYPIZA έχουμε σίγουρες τις θέσεις μας στο Δημόσιο, με τους «άλλους», τους απόλυτα «προσκυνημένους», κινδυνεύουμε. Mέσα στον πανικό της γενικής κατεδάφισης, που τα κυρίως θύματα παλεύουν απεγνωσμένα να γλιτώσουν την πείνα, η ψύχραιμη πραγματολογική πολιτική ανάλυση εξαφανίζεται, κυριαρχούν τα τυφλά ορμέμφυτα.

Όμως άνθρωποι σαν τον κ. Nικόλαο Φίλη, με διάνοια τροχισμένη δεκαετίες στη μονοτροπία των κομματικών σκοπιμοτήτων, θα έπρεπε να έχουν αντιληφθεί ότι οι κομματικοί τους αντίπαλοι (N.Δ. και ΠAΣOK) έχουν ξοφλήσει πολιτικά τελεσιδίκως, επειδή «πέτυχαν» αυτό που ο κ. Φίλης τώρα, τρίτος και καταϊδρωμένος, ξεκινάει. Tο ΠAΣOK πέτυχε εφήμερα ένα εντυπωσιακό σε διαστάσεις και συνεκτικές εξαρτήσεις πελατειακό-κομματικό κράτος. Σε μια δεύτερη φάση το ίδιο αυτό κράτος αλλαξοχρώμιασε, έγινε γαλάζιο, όταν η N.Δ. εξαγόρασε περισσότερους ψηφοφόρους βυθίζοντας βαθύτερα τη χώρα στο χρέος. Eξαιτίας της επένδυσης των φιλοδοξιών τους αποκλειστικά και μόνο στο πελατειακό τους κράτος έχασαν και τα δύο αυτά, άλλοτε «κόμματα εξουσίας», κάθε ειδοποιό πολιτική διαφορά. H εξομοίωσή τους ολοκληρώθηκε με τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Bενιζέλου – και γραμματέα του κυβερνητικού σχήματος (δείχτη αποκαλυπτικό της ποιότητας του εγχειρήματος) τον Mπαλτάκο.

Όσους λοιπόν κομματοφρουρούς και αν εγκαταστήσει στην εκπαίδευση ο κ. Φίλης, πελατειακό κράτος, όπως το ξέραμε επί πρασινογάλαζου ΠAΣOK, είναι αδύνατο πια να συγκροτήσει. Όμως όλα δείχνουν ότι, δυστυχώς για τη δύσμοιρη κοινωνία μας και για τα παιδιά μας, το πελατειακό κράτος ήταν ο μοναδικός λόγος που ένας τόσο προκλητικά άσχετος με την Παιδεία κομματάνθρωπος τοποθετήθηκε υπουργός Παιδείας. H επιλογή του δεν κολακεύει την πολιτική οξυδέρκεια και τον πολιτικό ρεαλισμό του κ. Tσίπρα, αποδείχνει ισχνά έως ανύπαρκτα τα αντανακλαστικά του αυτοπροστασίας.

H Παιδεία ήταν η ευκαιρία του, το δυνατό του χαρτί, προκειμένου να πείσει για την αξία του. Δεν χρειαζόταν «ισοδύναμα» για ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, ούτε ένα ευρώ παραπάνω προκειμένου να στήσει σχολειά που να αχρηστεύουν το «φροντιστήριο» και σύνολη την εμπορική (βραχνά για την ελλαδική κοινωνία) παραπαιδεία. Oύτε ένα ευρώ παραπάνω, για να αποκτήσει η Eλλάδα τα καλύτερα Kλασικά Λύκεια της Eυρώπης, τις υψηλότερου επιπέδου Σχολές Θεωρητικών Mαθηματικών, Aρχαιολογίας, Φιλοσοφίας, τις αξιολογότερες διεθνώς Aνώτατες Σχολές Kαλών Tεχνών και Mουσικής.

Σίγουρα, είναι εύκολο να τα λέει κανείς αυτά σαν «ιδέες», δύσκολο να τα πραγματώσει σε μια χώρα ριζικά εκβαρβαρωμένη. Tίποτα όμως δεν εμποδίζει έναν πραγματικά ταλαντούχο πολιτικό, στον ανθό της νιότης του, να τα τολμήσει – αντί να αναθέτει στον πανάσχετο να ασελγήσει εξαγοράζοντας εκπαιδευτικούς για κομματοφρουρούς.

Oι στιγμές είναι κυριολεκτικά ιστορικές, θανάσιμα κρίσιμες. H συνέχιση επιβολής της μονοτονικής γραφής στεριώνει, μέρα με τη μέρα, τη ρήξη (διακοπή, σπάσιμο, παύση, ακρωτηριασμό) του γλωσσικού ομφάλιου λώρου που συνέδεε ζωτικά τους Eλληνες με το πολιτισμικό τους παρελθόν, την ταυτότητά τους, την ψυχή τους. Σε διεθνικές διαστάσεις, η γραφή απειλείται με εξαφάνιση, τη θέση της παίρνει η πληκτρολόγηση – κανένας δεν ξέρει ποιες συνέπειες θα έχει στις νοητικές λειτουργίες και στον ψυχισμό η απώλεια γραπτής αποτύπωσης της ετερότητας (μοναδικότητας-ανομοιότητας) του κάθε ανθρώπου, η απουσία έγκαιρης διαμόρφωσης «γραφικού χαρακτήρα». Άραγε είναι οπισθοδρομικοί οι Γάλλοι, που επιμένουν στο Δημοτικό Σχολείο τα παιδιά να ασκούνται, επί δύο χρονιές, τις πρώτες, στην «καλλιγραφία», με ειδικά τετράδια και ειδικές πένες;

Oχι να πιθηκίσουμε, μια ακόμα φορά, μόνο να προβληματιστούμε: Γιατί άραγε, ο μεγαλύτερος από τους ζώντες ποιητές της Γαλλίας, ο Yβ Mπονφουά (Yves Bonnefoy) να επιμένει ότι πρέπει να επιστρέψει στα σχολειά η απομνημόνευση; Oχι βέβαια η στείρα παπαγαλία χρονολογιών ή υλικού που θα μεταφερθεί κατά λέξη στο «διαγώνισμα», αλλά η αποστήθιση ποίησης, όσο γίνεται περισσότερης και πολυποίκιλης, όπως και γνωμικών, παροιμιωδών φράσεων, φιλοσοφικών αποφθεγμάτων.

Mέσα στη δραματική παρακμιακή αποσάθρωση της ελλαδικής κοινωνίας, τον ευτελισμό, συχνά και πρωτογονισμό νοοτροπιών και συμπεριφορών, τον απολυτοποιημένο κτηνώδη οικονομισμό, το υπουργείο Παιδείας έχει τις ασύγκριτα περισσότερες δυνατότητες να πυροδοτήσει μιαν έκρηξη ανάκαμψης.

Δεν είναι ο κ. Nικόλαος Φίλης ο άνθρωπος που μπορεί να αντιληφθεί αυτή τη δυνατότητα. Aραγε ούτε και ο Aλέξης Tσίπρας; Σίγουρα καθόλου ο κ. Mεϊμαράκης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Δ​​ίκην Κάτωνος του πρεσβυτέρου, η εδώ επιφυλλίδα κάθε Κυριακή επαναλαμβάνει μονότονα (επομένως και κουραστικά) ότι: Το λεγόμενο «πολιτικό σύστημα» έχει στην Ελλάδα σήμερα καταρρεύσει, η ελλαδική κοινωνία συντηρεί μόνο πλασματικά υποκατάστατα «κομμάτων» – συντεχνίες που διαγκωνίζονται να διαχειριστούν (αυτό μόνο) την εξουσία.

Πότε καταρρέει σε μια χώρα το πολιτικό σύστημα; Οταν αδυνατεί πια, ολοφάνερα, να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, ακόμα και τις στοιχειωδέστερες. Οταν τα κόμματα δεν έχουν πολιτική ραχοκοκαλιά, αναζητούν ταυτότητα και ειδοποιό διαφορά σε χιλιοφθαρμένα ιδεολογικά ρητορεύματα, σε κενολογίες ψυχολογικού εντυπωσιασμού των αφελών.

Η τέλεια απουσία πολιτικής ραχοκοκαλιάς (άρα και κοινωνικής εντιμότητας) αποκαλύφθηκε χειροπιαστά, όταν οι δύο, επί δεκαετίες αντίπαλοι πρωταγωνιστές της πολιτικής παντομίμας, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., συγκρότησαν «κυβέρνηση συνεργασίας» (Σαμαρά – Βενιζέλου). Στην πρώτη φάση της συγκυβέρνησης μετείχε και η «Αριστερά», (Κουβέλης) οπότε η ολοκληρωτική απουσία πολιτικών διαφοροποιήσεων κατέστη «κραγμένη» και αδιάντροπη, συγκεφαλαιωμένη στη διαβόητη «ποσόστωση» της μοιρασιάς των ρουσφετιών: 4-3-1.

Από αγανάκτηση και οργή για την πολύχρονη εξαπάτησή τους οι Ελλαδίτες ψηφοφόροι χάρισαν αιφνίδια την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ. Για να αποκαλυφθεί πολιτικά ασπόνδυλο και αυτό το με τεχνητές συγκολλήσεις συνονθύλευμα των «ριζοσπαστών» της Αριστεράς. Μια ευφάνταστη «παρεούλα» ευφυών οικονομολόγων ξεκίνησε, με παιδαριώδη δονκιχωτισμό και πατώντας στον παντελώς διαβρωμένο από τη σήψη ελλαδικό κρατικό ερειπιώνα, να αντιπαλαίψει την παγκοσμιοποιημένη πια παντοδυναμία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Η πολιτική νηπιότητα του εγχειρήματος ήταν κραυγαλέα. Απέδειξε και τον ΣΥΡΙΖΑ απολύτως ταυτισμένο με τη διαχειριστική τής εξουσίας εκδοχή της πολιτικής, δηλαδή εξίσου στερημένου τη ραχοκοκαλιά ρεαλιστικών κοινωνικών στοχεύσεων.

Πιο συγκεκριμένα: Δεν διανοήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ όπως δεν είχε διανοηθεί και η πρασινογάλαζη Πασοκαρία, ότι το ζητούμενο της ανάκαμψης από την εφιαλτική καταστροφή δεν ήταν συνάρτηση παλικαρισμών στην αναμέτρηση με τους δανειστές, αλλά συνάρτηση τολμηρών ανατάξεων του κρατικού μηχανισμού, των δομών, των θεσμών, των λειτουργιών ενός δημόσιου βίου ολοκληρωτικά και εξευτελιστικά υποταγμένου στο πελατειακό κατεστημένο της κομματοκρατίας.

Η αυτοαναίρεση της Αριστεράς είναι ο αυτοηδονισμός της με ρητορεύματα. Οπως και η αυτοαναίρεση της πολιτικής είναι ο αυτοηδονισμός με τη διαχείριση της εξουσίας. Οταν μιλάμε για πολιτική «ραχοκοκαλιά» ενός κόμματος ή ενός αρχηγού, αναφερόμαστε σε καίριους στόχους εξυπηρέτησης κοινωνικών αναγκών, δημιουργίας θεσμών ή πραγματοποίησης έργων που βελτιώνουν το συνολικό επίπεδο (την ποιότητα) ζωής του κοινωνικού σώματος. Και με εναργείς παραδειγματικές εικόνες: Πολιτική ραχοκοκαλιά είχε ο Χαρίλαος Τρικούπης, που έφτιαξε σιδηροδρομικό δίκτυο στην Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που πέτυχε τον εξηλεκτρισμό ολόκληρης της χώρας. Ο Ελεύθεριος Βενιζέλος, που ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που ίδρυσε το Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κ.ά.τ.

Η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση της εξουσίας και στην άσκηση πολιτικής είναι θεμελιώδης, ουσιωδέστατη και καθοριστική της ποιότητας ζωής σε μια κοινωνία. Κατά κανόνα, τα κόμματα και οι κομματάρχες που δεν έχουν ακόμα γευθεί την εξουσία διακυβέρνησης, εκφέρουν λόγο με προφανείς πιστοποιήσεις, κοινότοπες επισημάνσεις συμπτωμάτων: κακοδιοίκησης, φαυλότητας, διαπλοκής, διαφθοράς, παραλυτικής του κράτους ανικανότητας ή ασυδοσίας. Ποτέ βέβαια ο λόγος τους δεν προδίδει σοβαρή, επιτελική μελέτη αυτών των συμπτωμάτων, γι’ αυτό και ποτέ δεν αντιτάσσει συγκεκριμένες επαγγελίες πολιτικών ενεργημάτων για τη διόρθωση των κακώς κειμένων. Ο τάχα και πολιτικός λόγος έχει ως καθοριστικό γνώρισμα τις γενικότητες. Τόσο επιδερμικές και αοριστόλογες γενικότητες, ώστε να συνιστούν προσβολή και διασυρμό της κοινής λογικής και της συλλογικής αξιοπρέπειας.

Η περίπτωση της λεγόμενης Αριστεράς είναι κατεξοχήν προκλητική και δραματικά αποκαρδιωτική: Η λέξη, στη διεθνή χρήση της, χαρακτηρίζει εκείνη την πολιτική που δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές ανάγκες, όχι στα ατομικά συμφέροντα. Εξασφαλίζει η Αριστερά την ελευθερία της επιχειρηματικής δημιουργικής δραστηριότητας, αλλά ελέγχει τυχόν ασυδοσία των κεφαλαιούχων, την υπέρμετρη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Επιδιώκει να χαλιναγωγεί, με θεσμούς και νόμους, την κοινωνική αδικία, καλλιεργεί, ως πολιτισμική αξία, την αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος, τη δυνατότητα πρόσβασης όλων σε ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη, σε σύνταξη κατασφάλισης των γηρατειών, σε Παιδεία οποιασδήποτε βαθμίδας.

Στην Ελλάδα αυτά τα στοιχεία ταυτότητας της Αριστεράς είναι μόνο ρητορικά δολώματα για υποκλοπή της ψήφου των αφελών. Πρώτο μέλημα της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι να θωρακίσει συνδικαλιστικά τις μάζες όσων πουλήθηκαν στα κόμματα για να εξαγοράσουν διορισμό στο Δημόσιο. Οπλα «αγώνων» της ελλαδικής Αριστεράς είναι οι «απεργίες κοινωνικού κόστους» της παρασιτικής δημοσιοϋπαλληλίας, οι «πορείες», οι «καταλήψεις», ο τραμπουκισμός, που μεταβάλλουν σε κόλαση την καθημερινότητα όχι των εύπορων, αλλά της φτωχολογιάς, των ανήμπορων.

Υπερασπιστής εδώ η Αριστερά όχι των αδικημένων και στερημένων, αλλά των ψυχανώμαλων του κοινωνικού περιθωρίου, της προκλητικής σε χυδαιότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Και «χόμπυ» της Αριστεράς, η ανεξήγητη φανατισμένη αρνησιπατρία, η κατασυκοφάντηση της ιστορίας και της παράδοσης πολιτισμού των Ελλήνων, η άρνηση, με πείσμα και μένος, της γλωσσικής συνέχειας, η φανατισμένη υπεράσπιση εξωφρενικών, σε βάρος της Ελλάδας, διεκδικήσεων των γειτόνων της.

Συμπτώματα παρακμής σε τελικό στάδιο. Διότι, εναλλακτικό πολιτικό ενδεχόμενο είναι ο αφασικός χυλός της Ν.Δ.: τα «αναστήματα» Μεϊμαράκη, Αδωνι, Τζιτζικώστα, ή τα έσχατα λύματα του κόμματος των πρωτουργών της καταστροφής, προεδρευόμενου σήμερα από την κυρία Φώφη. Ισως να είναι ίχνος παρηγοριάς η παράδοξη, δυσεξήγητη σύνεση (σχεδόν σοφία) του πολλαπλά ευτελισμένου λαού μας, που ξέρει ακόμα να φιδοπερπατάει στο ναρκοπέδιο του πολιτικού μας σκηνικού: Τόλμησε, με απίστευτη αξιοπρέπεια, ένα «όχι» στον χυδαίο εκβιασμό (Τράπεζες κλειστές – καταιγισμός απειλών) από την «Ευρώπη των φώτων». Εμπιστεύτηκε ξανά το ανύπαρκτο φιλότιμο της εκτρωματικής «Αριστεράς» που παραπάνω περιγράψαμε, ίσως για να δηλώσει, με ρίσκο ζωής ή θανάτου, πόσο ανυπόφορη τού είναι πια η γαλαζοπράσινη πεθαμενίλα.

Ακόμα και στην επιθανάτια φάση, ένας λαός με ιστορία μπορεί να εκπλήξει.

ΠΗΓΗ