Ετικέτα: Χρήστος Γιανναράς

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μεγάλο μέρος του ιατρικού προσωπικού των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα και μεγαλύτερο (ίσως) του νοσηλευτικού προσωπικού αρνούνται να εμβολιαστούν για προστασία από τον εφιάλτη του κορωνοϊού – ο Τύπος και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έδωσαν έμφαση στην πληροφορία. Τα ερωτήματα που γεννώνται από αυτή την εντυπωσιακή, αυθόρμητη άρνηση είναι πολύ δύσκολο να βρουν ξεκάθαρη, πειστική απάντηση.

Φοβίζει, ασφαλώς, η διαπλοκή της ιδιοφυούς υπερσύγχρονης εργαστηριακής έρευνας με ένα ιλιγγιώδες οικονομικό κόστος, αλλά και με μια μυθώδη κερδοφορία, που ασφαλώς θα προκύψει από τέτοιας εμβέλειας εμπόρευμα. Φοβούνται οι έμπειροι των «επιστημών υγείας», γιατροί και νοσηλευτές, μήπως ένας τέτοιος εξωφρενικός πλουτισμός ξεστρατίσει την έρευνα (και τις βιομηχανικές εφαρμογές της) σε προτεραιότητες κυρίως ορέξεων πλούτου και δευτερευόντως στόχων δημόσιας υγείας.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα πανίσχυρα, μεγάλα στρατόπεδα που περίπου μοιράζονται τον πλανήτη σε επιρροή ισχύος «μοίρασαν» αυτονοήτως και την εκμετάλλευση της επιστημονικής έρευνας και των αποτελεσμάτων της σε τρία προϊόντα του ανταγωνισμού τους: κινέζικο εμβόλιο, ρώσικο, γερμανο-αμερικανικό. Τώρα η κυρία Μέρκελ, με τον απαιτούμενο «ανέμελο» ενθουσιασμό, συνδιαλέγεται, επιδιώκοντας κάτι σαν επανασχεδιασμό της παραγωγής και κατανομής των εμβολίων. Είναι μια κίνηση που μάλλον σχετικοποιεί τον ιατρικό και νοσηλευτικό σχεδιασμό, για χάρη της εξισορρόπησης παγιωμένων φιλοδοξιών ισχύος.

Φυσικά, οι διεθνείς πρωτοβουλίες, από μόνες τους, δεν δικαιολογούν γιατρούς και νοσηλευτές να παραγνωρίζουν τον εξ ορισμού φιλάνθρωπο (ακόμα και με αφελή νοο-τροπία «ανθρωπισμού») χαρακτήρα του εμβολίου. Ισως παραμονεύει η καχύποπτη πάντοτε φοβία όλων μας για τους ραγδαία πλουτίζοντες: Πρέπει να εμβολιαστεί περίπου το 60% του πληθυσμού της γης, για να δημιουργηθεί «ανοσία αγέλης» και ο γήινος πληθυσμός υπερβαίνει τα επτάμισι δισεκατομμύρια ατόμων. Επομένως, η παραγωγή και η διάθεση του εμβολίου σε τέτοιες ποσότητες ιλιγγιώδεις εύκολα θα καταστήσουν κάποιες μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ισχυρότερες οικονομικά από ένα κράτος –ικανές να εκβιάσουν οργανωμένα κράτη.

Ασφαλώς υπάρχουν ήδη σήμερα ιδιώτες που η περιουσία τους ξεπερνάει το ΑΕΠ κρατών. Αυτή η υπεροχή καθεαυτήν δεν συνιστά οπωσδήποτε απειλή, ακυρώνει ωστόσο προκλητικά την κοινωνική λειτουργία και σκοποθεσία του χρήματος. Κοινωνία συγκροτείται, είχε ορίσει ο Αριστοτέλης, όταν η «χρεία» των ανθρώπων καλύπτεται με αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση των αναγκών τους («το αντιπεπονθός κατ’ αναλογίαν»): Οι ανάγκες μπορούν να κοινωνούνται, όταν συγκρίνονται και η σύγκριση – μέτρηση αποτυπώνεται σε κοινό νόμισμα (το νόμισμα μετράει «πόσα παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων»). Όταν το συγκεκριμένο νόμισμα-χρήμα αυτονομηθεί από την αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση (από μεγέθη πραγματικών αναγκών – την ανταλλαγή και τη δοσοληψία), αναιρείται το κοινωνικό γεγονός, η κοινωνία της χρείας, οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής.

Στον 21ο αιώνα, όπου βρισκόμαστε, είναι πια φανερό ότι η λειτουργία της οικονομίας έχει αυτονομηθεί από τον στόχο της κοινωνίας των αναγκών. Ο κοινός τρόπος του βίου (πολιτισμός μας) καυχάται που είναι ατομοκεντρικός, πολιτισμός του cogito. Σκέπτομαι άρα υπάρχω, και υπάρχω σημαίνει κατέχω, κυριαρχώ, απολαμβάνω. Η χαρά της ζωής αντλείται από την κατοχή, κυριαρχία, ηδονή, όχι από τη σχέση, τη δημιουργική αυτοπροσφορά, τον αυθυπερβατικό έρωτα.

Ασφαλώς και συντηρούμε τη χρηστική ανάγκη να τιθασεύεται η εγωτική απληστία με συμβάσεις, «συντάγματα», νομοθεσίες. Συντηρούμε προσχήματα «δημοκρατίας», δήθεν «ελεύθερων επιλογών», κοινής χρησιμότητας θεσμών, αλλά ταυτόχρονα η ατομική κατασφάλιση θωρακίζεται με την απόλυτη προτεραιότητα του «ατομικού δικαιώματος». Για να υπάρξει και να λειτουργήσει «κοινωνία» σχέσεων, αναγκών, ελπίδας, χρειάζεται άλλη λογική, όχι ο εγωτισμός του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Στον σημερινό πολιτισμό του «δικαιώματος» ο άνθρωπος λογαριάζεται απρόσωπο άτομο, ουδέτερη μονάδα ομοειδούς συνόλου – δεν παράγει μοναδικότητα μέσα από τη δυναμική σχέσεων κοινωνίας, αντλεί χρηστική μοναδικότητα από έναν Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, ΑΜΚΑ ή όποια άλλη σύμβαση. Επαρκεί ως ταυτότητα η συμβατικά αριθμημένη διαφορά, η νομική (κρατική) υπηκοότητα. Και «υπήκοος» σημαίνει: υποταγή σε όποιο κράτος (εξουσία) μας αντιπαρέχει ταυτότητα.

Η ίδια χρηστική λογική παρέχει στο άτομο και πολλαπλή υπηκοότητα – η ταυτότητα δεν απηχεί υπαρκτική μοναδικότητα, μόνο επιλογή αυτοκαθορισμού. Η ισχύς του «δικαιώματος» υπερβαίνει το πεδίο επιλογών συμπεριφοράς, διεκδικεί και το πεδίο της ύπαρξης: η εξουσία θεσμοποιεί πολλαπλούς γάμους, επιλογή αλλαγής του φύλου, αλλαγή της επωνυμίας. Τίποτε σήμερα, σε πανανθρώπινη κλίμακα, δεν προϋποθέτει τον άνθρωπο ως «ζώον κοινωνικόν». Ο ατομισμός είναι ο αυτονόητος υποχρεωτικός άξονας της λογικής του βίου. Το άτομο ξέρει μόνο να επιλέγει, όχι να κοινωνεί.

Το ατομοκεντρικό μας, σήμερα, ακοινωνησίας «παράδειγμα» είναι παγιδευμένο στον αυγουστίνειο και προτεσταντικό νομικισμό (ατομική αξιομισθία, ατομική σωτηρία) – αυτόν κηρύττουν (προπαγανδίζουν) σχεδόν η ολότητα επισκόπων και ιεροκηρύκων μας. Το προσδοκώμενο δεν είναι ένας χαρισματικός πρωθυπουργός, αλλά ίσως κάποιοι εκκλησιαστικής αυθεντικότητας επίσκοποι. Ίσως.

ΠΗΓΗ

Χρῆστος Γιανναρᾶς. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ: Χάρισμα Φίλων

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Αν υπάρχει ένα ακαταμάχητο τεκμήριο της παρακμής μας των σημερινών Ελλήνων, δεν είναι η ολοκληρωτική οικονομική χρεοκοπία του κωμικού μας κρατιδίου ούτε η ανίατη, μικροπρεπέστατη συμφεροντολαγνεία όσων διαχειρίζονται την εξουσία και όσων τη διεκδικούν. Δεν είναι η κατακόρυφη πτώση επιπέδου της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ο εξωφρενικός πρωτογονισμός της δημόσιας «πληροφόρησης» και «ψυχαγωγίας», η ανυποληψία του σχολείου, ο ιλιγγιώδης εκπεσμός των πανεπιστημίων. Δεν είναι ο αδίστακτος σε αναισχυντία αμοραλισμός, η διαστροφή ως «δικαίωμα», η αρνησιπατρία ως κορδακισμός, η ατιμία ως προϊόν. Ούτε είναι το ξέφρενο ξεπούλημα κάθε στοιχείου κοινωνικής περιουσίας – οδικών δικτύων, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων, ηλεκτροδότησης, τηλεπικοινωνιών, υποδομών τουρισμού – δεν απομένει τίποτε από αυτά και από ανάλογα απειράριθμα «τζιβαϊρικά πολυτίμητα». Το εφιαλτικότερο τεκμήριο παραίτησής μας των Ελλήνων από τη μετοχή στην Ιστορία είναι ότι παρακάμψαμε απεγνωσμένες προειδοποιήσεις για τον επερχόμενο εφιάλτη του ιστορικού μας τέλους.

Ποιος από τους επαγγελματίες της εξουσίας έδειξε ποτέ ότι γνωρίζει και παίρνει στα σοβαρά τις εκκλήσεις για πολιτική εντιμότητα, ανιδιοτέλεια και σωφροσύνη, που κατέθεταν οι Νέστορες του δημόσιου βίου; Σύμβολα ελληνοπρέπειας και χαρισματικής ωριμότητας, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Θεοτοκάς, ο Λορεντζάτος, ο Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις και όσοι ανάλογοι. Δεν έχει ακουστεί ένας πολιτικός (ένας, για δείγμα) να δείξει ότι τους πρόσεξε ή, τουλάχιστον, ότι έχει διαβάσει τον μάλλον κορυφαίο της διαγνωστικής οξυδέρκειας που γνώρισε στις μέρες μας η ελληνική κοινωνία: τον Παναγιώτη Κονδύλη.

Θα περίμενε κανείς, όσοι φιλοδοξούν σήμερα να ασκήσουν πολιτική στην Ελλάδα, να κυκλοφορούν έχοντας παραμάσχαλα τη «Θεωρία πολέμου» του Κονδύλη και έχοντας αποστηθίσει, τουλάχιστον, το «Επίμετρο: Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Το 1997 εκδεδομένο το βιβλίο, και μέσα σε δεκαπέντε μόλις χρόνια οι προβλέψεις του επαληθεύονται με απίστευτη ακρίβεια. Έγραφε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα μέλη της), μη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο…

Θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές ειρωνείες, τις οποίες τόσο συνηθίζει η Ιστορία: Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίστηκε ψυχή τε και σώματι στην Ευρώπη για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας». ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΠΡΩΤΗ, επαληθευμένη εκπληκτικά.

«Δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά… να αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και καθήκον του “εξευρωπαϊσμού” της – αφού μάλιστα οι “πολιτισμένοι άνθρωποι” που έχουν ξεπεράσει τους “εθνικιστικούς αταβισμούς”, δεν ξεκινούν πολέμους… για κυριαρχικά δικαιώματα»! ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, ψηλαφητά επαληθευμένη.

«Η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έμπρακτα ότι… οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει, όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Τα “δίκαια” της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και “προγράμματα στήριξης”». ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ – ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΤΡΙΤΗ, ανατριχιαστικά ρεαλιστική.

«Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, το παιχνίδι, ξέρουμε από τώρα ότι είναι χαμένο… Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα… αποδεικνύοντας πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας, ακριβώς μέσω του “ευρωπαϊκού δρόμου”… Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται, ανεπαίσθητα, γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος – αρκεί να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός». ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ, επαληθευμένη χειροπιαστά.

«Την κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά σιγά να την ονομάζουν “πολιτισμένη συμπεριφορά”, “υπέρβαση του εθνικισμού”, “εξευρωπαϊσμό”… Το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοριοποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού… απαιτεί την επιτέλεση ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους… Βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας». ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗ αυτή, και τελεσίγραφο.

Τι μπορεί να προσφέρει οποιοσδήποτε δημόσιος λόγος, όταν δεκαπέντε χρόνια μετά από ένα τέτοιο κείμενο, οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα εξακολουθούν να στελεχώνονται με τη λογική της συλλογικής ευφραντικής ασχετοσύνης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Είπε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Λένε (ορισμένοι πολιτικοί) ότι θέλουν να χωρίσουν την Εκκλησία από το κράτος. Αν μπορούσαν να χωρίσουν και τον λαό από το κράτος θα ήταν το τέλειο!» (η παράθεση από μνήμης).

Είναι φανερό, από σωρεία ενδείξεων, ότι το 1821 οι Έλληνες δεν ξεσηκώθηκαν για να ιδρύσουν έθνος – κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Στόχος αυτονόητος ήταν «να πάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ο ίδιος ο Όθωνας, με την είδηση θανάτου του σουλτάνου Μαχμούτ (1839), ήταν έτοιμος να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να στεφθεί αυτοκράτορας! Όμως το κατεπείγον, από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, ήταν να διακηρυχθεί, με την ορολογία της εποχής, η συγκρότηση πολιτειακού σχήματος που να πραγματώνει την επανένταξη των Ελλήνων στην κοινωνία των εθνών.

Η καθολικευμένη στην Ευρώπη ορολογία-γλώσσα της εποχής έλεγε «θρησκεία» και εννοούσε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό – η Ορθοδοξία αφορούσε στα σλαβικά φύλα, όχι στην κυρίως Ευρώπη, όπου διεκδικούσαν θέση οι Έλληνες. Επιπλέον, όταν τα «Συντάγματα» των εξεγερμένων Ελλήνων χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Η επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», ήταν αδύνατο να έχουν διαγνώσει τον αντιθετικό νοηματικό χαρακτήρα που εύστοχα προσδόθηκε στις λέξεις «εκκλησία» και «θρησκεία» περίπου στα μέσα του 20ού αιώνα.

Ας μου επιτραπούν τηλεγραφικές διευκρινίσεις: Η λέξη «θρησκεία» παραπέμπει σε ένα απολύτως ατομοκεντρικό γεγονός: ατομικές πεποιθήσεις, ατομική πειθάρχηση σε ηθικές εντολές, ατομική συμμετοχή στη λατρεία, τελικά και ατομική «σωτηρία»: συνέχιση της ατομικής ύπαρξης σε έναν «υπερβατικό», αέναο χρόνο. Η λέξη «εκκλησία» σήμαινε αρχικά τη σύναξη, μάζωξη, συνάθροιση των πολιτών, που αποφάσιζε για τον συλλογικό βίο. Και, στη συνέχεια, έναν τρόπο ύπαρξης και βίου, που πραγματώνει τη ζωή ως σχέση, ως κοινωνία αναγκών, ελπίδων, στόχων. Μια αληθινή σχέση που ελευθερώνει την ύπαρξη από τον χρόνο, όπως την ελευθερώνει και ο έρωτας.

Διακόσια χρόνια τώρα, το μικρό κομμάτι του Ελληνισμού που ελευθερώθηκε, ζει μέσα σε ένα ψέμα αυτοκαθορισμού του. Αποτυπωμένο το ψέμα σε όλα τα Συντάγματα, από το πρώτο, της Επιδαύρου (1822), ως τον σημερινό πασοκικό τραγέλαφο, επαναλαμβάνουν το ίδιο «θεμελιώδες» άρθρο: «Επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».

Το «επικρατούσα θρησκεία» κραυγάζει ότι είναι δάνειο από τη Δύση. Σημαίνει μια ατομική επιλογή που υπερτερεί αριθμητικά, δεν σχετίζεται με την ταυτότητα του Έλληνα.

Γι’ αυτό και στα τρία πρώτα Συντάγματα (Επιδαύρου, Άστρους, Τροιζήνας) είναι σαφής η ανάγκη να καθοριστεί ποιος είναι ο Έλληνας – τι κάνει τον Έλληνα να είναι Έλληνας: η φυλή, η γεωγραφία, μια κοινή ιδεολογία; Ορίζουν λοιπόν και τα τρία πρώτα Συντάγματα ότι:

«Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (Επίδαυρος, 1822).

– Ακριβής επανάληψη και στο Σύνταγμα του Άστρους (1823).

«Έλληνες είναι, όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν διά να συναγωνισθώσιν ή να κατοικήσωσιν εις αυτήν. Όσοι εις ξένας Επικρατείας είναι γεννημένοι από πατέρα Ελληνα» (Τροιζήνα, 1827).

Η λέξη «πολιτισμός» σημαίνει τον «τρόπο βίου στην πόλη» και κατά προέκταση τον κοινό «τρόπο βίου». Σήμερα η σημασία των λέξεων (δηλαδή, η νοο-τροπία, ο τρόπος-του-νοείν) έχει αλλάξει ριζικά. Όταν τότε οι Έλληνες έλεγαν πιστεύω, έχω πίστη, εννοούσαν: εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη. Η πίστη δεν ήταν εγωτική πεποίθηση, ατομική επιλογή ιδεολογίας και ηθικού κώδικα, ήταν τρόπος ζωής, τρόπος σχέσεων. Όπως αγαπάς τη μητέρα σου ή η μητέρα το παιδί της, όπως η φιλία, όπως ο έρωτας δεν είναι επιλογές «πεποιθήσεων» ή καλλιέργεια συναισθημάτων, έτσι και η μετοχή στην Εκκλησία ήταν σχέσεις, τρόπος ύπαρξης, πράξη αυθόρμητη, καθημερινή – σταυροκόπημα, αναμμένο καντήλι, κοινή όλων νηστεία, διάλογος με τους αγίους (όπως ο Μακρυγιάννης με τον Αϊ-Γιάννη), μετοχή στη γιορτινή χαρά της Κυριακής και κάθε πανηγύρεως.

Ζούμε σε άλλη κοινωνία από αυτήν που έσωζε κάποτε ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτήν που προϋπέθεταν τα πρώτα Συντάγματα της ανεξαρτησίας. Σήμερα έχει αλλάξει και η σημασία των λέξεων, η νοο-τροπία (τρόπος-του-νοείν). Με απλοϊκό ορθολογισμό πρέπει να παραδεχτούμε ότι γι’ αυτό το σαφέστατο ιστορικό τέλος της Ελληνικής Διαφοράς, τέλος της Ελληνικότητας, ευθύνη καίρια έχει ο ελλαδικός κλήρος, οι επίσκοποι.

Ανέχθηκαν και ανέχονται να χαρακτηρίζεται στο Σύνταγμα η Εκκλησία σαν «επικρατούσα θρησκεία». Αυτή τη θρησκειοποίηση τη θέλουν, τους βολεύει. Είναι υπάλληλοι του κράτους, τους μισθοδοτεί, για τις δικές του σκοπιμότητες, το επίσημα και υποχρεωτικά άθεο κράτος. Η επισκοπική ηγεσία της Εκκλησίας συνήθως από κοινωνικά στρώματα πολύ χαμηλής καλλιέργειας, ζουν σαν μαικήνες και άρχοντες, με στόλο ιδιωτικών αυτοκινήτων, επαύλεις, παραθαλάσσια θέρετρα, σωρεία υποκόμων – κάποιοι απαιτούν μέχρι και 4.000 ευρώ για να λειτουργήσουν σε ενορία της επισκοπής τους! Ίσως οι λιγότεροι. Αλλά οι υπόλοιποι σιωπούν.

Το χειρότερο από όλα: Έχουν αλλοτριώσει το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ζωής και αλήθειας σε, χυδαία χρησιμοθηρικό, κηρυγματικό ηθικισμό. Κήρυγμα, ιδεολογική προπαγάνδα, ωφελιμολογία – ούτε λέξη για το νόημα της ζωής και του θανάτου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μάλλον θα συμφωνούσαμε όλοι με την απλοϊκή διαπίστωση ότι «θα είναι κρίσιμη η καινούργια χρονιά». Η γενίκευση γίνεται εύκολα παραδεκτή, ο καθένας μας έχει στον νου του και μια διαφορετική πιστοποίηση κρισιμότητας. Δυσκατάποτος είναι ο ρεαλισμός του συγκεκριμένου και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι έχουν μεταλλαχθεί οι όροι (προϋποθέσεις) και οι τρόποι (θεσμικές λειτουργίες) του ανθρώπινου βίου. Κάποτε η ανθρώπινη ύπαρξη λειτουργούσε στο πεδίο των σχέσεων (οικογένεια, κοινότητα, πόλις, πατρίδα), σήμερα επιβιώνει, πρωταρχικά, με θωράκιση του εγώ (χαλαρή έως ανύπαρκτη οικογενειακή συνοχή, χρηστική εκδοχή του σχολείου και της μάθησης, απρόσωπη συνύπαρξη σε πολυκατοικίες και μεγαλουπόλεις, κράτος που εξυπηρετεί πρωτίστως συμφέροντα εξουσιαστικής ολιγαρχίας).

Αυτονόητη και με ακαταμάχητη δυναμική η προτεραιότητα του ατομοκεντρισμού, ως καθολικευμένου τρόπου του βίου. Οι άλλοτε κοινωνίες μεταλλάσσονται σε μάζες, οι λειτουργίες συνοχής αλλοτριώνονται σε θωρακισμένες με «δικαιώματα» αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Η άλλοτε αστυνομία έχει μετασχηματιστεί σε στράτευμα ενδοαστικό και με εχθρό εντόπιο, νεολαίο συμπολίτη, με νυχθήμερο το πείσμα του για φονικό.

Θα έλεγε κανείς ότι ζούμε, διασωληνωμένοι όλοι, στην «κάψουλα» της εγωτικής, απρόσωπα συλλογικής αυτοάμυνας, έρμαια του ακοινώνητου φόβου, θύματα κάθε παρανοϊκής διαστροφής των «δικαιωμάτων του ατόμου». Και αγωνιώδες το ερώτημα: Υπάρχει δυνατότητα να αντισταθούμε, περιθώριο άμυνας στην καθολικευμένη πια αυτοκαταστροφική υστερία;

Οι γενικολογίες είναι άγονες, τόσο ως διαπιστώσεις όσο και ως υποδείξεις. Να εστιάσουμε λοιπόν την αναζήτηση ελπίδας στη δική μας χώρα, στις δυνατότητες και προοπτικές της.

Ρεαλιστικό δεδομένο της ελλαδικής πραγματικότητας, η ιδιαιτερότητά της: Διακόσια χρόνια τώρα, παλεύει απεγνωσμένα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, και δεν τα καταφέρνει, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σύγχυση, στην παραλυτική ανημπόρια, στην ντροπή της ανικανότητας. Γιατί και πού μπερδευόμαστε, πού «μπλοκάρουμε»;

Οι επαναστάτες του 1821 μοιάζει να ήξεραν πολύ καλά ποιοι είναι και τι θέλουν: Ήταν πολίτες – οπλίτες του «μαρμαρωμένου βασιλιά», στόχο είχαν να ξαναπάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά. Ο Ελληνισμός για τους τότε Έλληνες δεν ήταν «εθνικότητα», ήταν άλλος πολιτισμός, ριζικά άσχετος με τον νομικισμό του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσης και την παιδαριώδη μεταφυσική του Ισλάμ. Το πώς διολισθήσαμε οι νεωτερικοί Ελληνώνυμοι από την εμπειρία της πολιτισμικής διαφοράς στα αφελή ιδεολογήματα του εθνικισμού και από την εκκλησιαστική εόρτια κοινωνία στον ηθικισμό και νομικισμό του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ήταν το μεθόδευμα, εκπληκτικό και δόλιο, των «Μεγάλων Δυνάμεων» της Ευρώπης.

Κάθε πτυχή και βήμα αυτής της διολίσθησης απαιτεί κοπιώδη σπουδή, το τελικό κατόρθωμα παραποίησης της Ιστορίας ήταν κατάληξη ευφυέστατης στρατηγικής. Θα άξιζαν ίσως μια απόπειρα τιτλοφόρησης οι πτυχές και τα βήματα: Η αρχική, οργισμένη αντίδραση της ευρωπαϊκής «Ιερής Συμμαχίας» σε μια ακόμα εξέγερση των Ελλήνων. Η ταυτόχρονη έκρηξη σε Μολδοβλαχία και Πελοπόννησο, που βεβαίωνε τη συνοχή του ενιαίου ελληνικού χώρου. Οι πρώτες νίκες των εξεγερμένων, παρά τη φρικωδία της οθωμανικής αντεκδίκησης. Πώς άρχισε να τεχνουργείται, σαν αυτονόητος, ο διχασμός των Ελλήνων – «να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά» ή να μιμηθούμε «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη-κράτη»;

Τα βαρβαρικά στίφη, που είχαν εισβάλει στην Ευρώπη, από τον 4ο κιόλας μ.Χ. αιώνα, διεκδικούσαν, όχι μόνο τους τίτλους της άλλοτε ρωμαϊκής κυριαρχίας και της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά και το κύρος των συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Με αυτή την αξίωση σχεδίασαν λύση συμβιβασμού με τους εξεγερμένους «Γραικούς»: Να γίνει ανεκτό ένα ελληνώνυμο κρατίδιο, τυπικά ανεξάρτητο, στην πραγματικότητα υποτελές (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά) προτεκτοράτο της Δύσης. Να περιλαμβάνει τις ένδοξες αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Αθήνα, Ελευσίνα, Κόρινθο, Αργος, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Θήβα, Δελφούς, Χαιρώνεια κ.λπ.

Καταγωγικά εξαρτημένο από ευρωπαϊκά δάνεια.

Επιλέγεται ο Καποδίστριας ως πρώτος Κυβερνήτης, αποδείχνεται δύσχρηστος, η αγγλική στρατιωτική αποστολή οργανώνει άψογα τη δολοφονία του. Επόμενη κίνηση είναι η ωμή και απροσχημάτιστη καθυπόταξη του κρατιδίου σε βαυαρική διακυβέρνηση – η Ελλάδα παραδίνεται στη δυναστεία των Βίττελσμπαχ αρχικά, των Γλύκσμπουργκ στη συνέχεια.

Εδαφικά καθηλωμένο στη δυτική όχθη του Αιγαίου, το παντελώς μεταπρατικό, ελληνώνυμο κρατίδιο, αποκύημα της ευρωπαϊκής αυθαιρεσίας και κάποιων αιώνων αχαλίνωτου φθόνου, θα γιορτάσει φέτος (2021) τα διακόσια χρόνια από το πηγαίο θαύμα του 1821. Θα γίνουν εορτασμοί, με κατασκευασμένο το «εόρτιο» κλίμα από διάσημους, χρυσοπληρωμένους τεχνουργούς του εντυπωσιασμού – το πόπολο, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, κυρίως χωρίς περίσκεψιν, θα καταναλώνει «εθνική περηφάνια». Αν γινόταν ένα θαύμα, και σε κάθε έκφανση του πανηγυριώτικου εορτασμού να υπήρχε ένα χαμίνι, όπως στο παραμύθι του Άντερσεν, να φωνάξει την αλήθεια – «ο βασιλιάς είναι γυμνός»! Κοντολογίς, να επαναλάβει τον σπαραγμό του Μακρυγιάννη: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη».

ΠΗΓΗ

Χρήστος Γιανναράς. Ιστοσελίδα: Χάρισμα Φίλων

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο κορωνοϊός, απειλή εφιαλτική για την ανθρωπότητα σύμπασα, χωρίς εξαιρέσεις. Αγγιξε τον πλανητάρχη, καταπόνησε τον Βρετανό πρωθυπουργό, ταπείνωσε πολλές διεθνείς διασημότητες. Και θερίζει κάθε μέρα χιλιάδες ανθρώπινες, μοναδικές και ανεπανάληπτες υπάρξεις. Ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσιαστική ισχύς, ούτε η φήμη και οι επιφανείς τίτλοι μπορούν να αναχαιτίσουν την άγρια επιβουλή. Εφιάλτης θανάτου βασανιστικού και προθανάτιας, ανελέητης μοναξιάς, της πιο απόλυτης. Ούτε βλέμμα ούτε νεύμα για να ακουμπήσει κάπου η (έτσι και αλλιώς ασυντρόφευτη) αγωνία του τέλους.

Η πανανθρώπινη εμπειρία του άγριου τρόμου της απειλής δικαιολογεί ως επιγέννημα (διαχρονικό και πανανθρώπινο) την πλασματική θρησκευτικότητα. Είναι αδήριτη αναγκαιότητα, ορμέμφυτη στη φύση του ανθρώπου, η θρησκεία: Να γαντζωθεί ο άνθρωπος σε μια υπερβατική ελπίδα ότι μπορεί και να νικηθεί η νομοτέλεια, να γίνει πιθανό το αδύνατο.

Ποια είναι τα όπλα της θρησκείας, πώς επιβάλλεται στον άνθρωπο; Όπλα της είναι «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος», βεβαιώνει ο Ντοστογιέφσκυ. Και τα τρία μαζί μπορούν να χαρίσουν στον άνθρωπο ελπίδα, πέρα από τη λογική και τις αισθητές βεβαιότητες. Γιατί όμως ο Χριστιανός Ντοστογιέφσκυ, καύχημα της Εκκλησίας, βεβαιώνει ταυτόχρονα ότι «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος» είναι «οι τρεις δυνάμεις του κακού» στον κόσμο και στην Ιστορία; Γιατί «δυνάμεις του κακού» τα όπλα της θρησκείας;

Επειδή, εξηγεί ο Ντοστογιέφσκυ, «μόλις ο άνθρωπος αρνηθεί το θαύμα, θα αρνηθεί παρευθύς και τον Θεό… Δεν ζητάει τόσο τον Θεό όσο τα θαύματα… δεν έχει τη δύναμη να μείνει δίχως θαύματα, δημιουργεί αμέσως για τον εαυτό του θαύματα τσαρλατάνων».

Και προχωράει την ανάλυσή του ο Ντοστογιέφσκυ: «Δεν κατέβηκε ο Χριστός από τον σταυρό όταν τον προκαλούσαν περιγελώντας τον και λοιδορώντας τον οι σταυρωτές του. Δεν κατέβηκε, επειδή δεν θέλησε να υποδουλώσει τον άνθρωπο με το θαύμα. Ήθελε την ελεύθερη πίστη – εμπιστοσύνη του ανθρώπου… Αξία έχει η ελευθερία της απόφασης: η αγάπη, όχι το μυστήριο ούτε το κύρος. Στο μυστήριο και στο κύρος υποτάσσεσαι τυφλά, υποχρεωτικά, ακόμα και ενάντια στη συνείδησή σου». («Αδελφοί Καραμάζοφ» 2, 5, V).

Αν ο Χριστός κατέβαινε από τον σταυρό, θα έπαυε να υπάρχει άνθρωπος, ύπαρξη ελεύθερη να πει «ναι» ή «όχι» στην Αιτιώδη Αρχή της, στον πλαστουργό της. Η ιλιγγιώδης μεγαλοσύνη του ανθρώπου είναι, ακριβώς, η υπαρκτική ελευθερία του, η αυτοπροαίρετη κατάφαση ή απόρριψη του τριαδικού πρωτοτύπου της ζωής – του Θεού που δεν «έχει» αγάπη, αλλά «είναι» αγάπη, υπάρχει όχι ως αιτιώδης αναγκαιότητα, αλλά ως ελευθερία προσώπου, «πατρική», «υική», «παρακλητική».

Ο Ντοστογιέφσκυ είναι ακατανόητος στη σημερινή ελλαδική κοινωνία, διότι η Εκκλησία έχει πάψει, πολλές δεκαετίες τώρα, να είναι τρόπος της ύπαρξης και θέλει να είναι μόνο μια διδαχή συμπεριφοράς. Υποκύπτοντας στον κυρίαρχο εκπροτεσταντισμό (στα πλαίσια του μικρονοϊκού, μιμητικού «εξευρωπαϊσμού» της ελλαδικής κοινωνίας) η ελλαδική Εκκλησία σαρκώνει έναν διδακτισμό και νομικισμό, που κραυγάζει τη μακάβρια αλλοτρίωσή της, την ολοκληρωτική θρησκειοποίησή της. Παντού κήρυγμα, κήρυγμα, ιδεολογικές ντιρεχτίβες και δεοντολογία συμπεριφοράς, πανομοιότυπα όπως στο ΚΚΕ. Μοιάζει να έχει ολότελα ξεχαστεί ότι η γνώση στην Εκκλησία κατορθώνεται με την εμπειρία μετοχής, «ανεπαισθήτως»: όπως η γνώση της μητρικής αγάπης, της πατρικής προστασίας, της συναρπαγής του έρωτα, όπως η εκ-στατική προφάνεια της Τέχνης. Στην Εκκλησία δεν έχει θέση η κατοχύρωση του εγώ με αρεταλογική ορθοπραξία, με βαθμολογούμενη – μετρητή πειθάρχηση σε νόμους και εντολές, η καμουφλαρισμένη έπαρση του τηρητή νομικών διατάξεων. Είναι «βασιλεία του Θεού» η Εκκλησία, όπου μας «προάγουν» (χειραγωγούν) οι τελώνες, οι πόρνες, οι ληστές, πρωτοπόροι της αυτοπαραίτησης, όχι προσκοπάκια της «καλής πράξης κάθε μέρα».

Ζούμε μια δραματική δοκιμασία σήμερα, στους ναούς της ελλαδικής επικράτειας, πληρώνουμε τίμημα ακριβό θρησκειοποίησης του εκκλησιαστικού γεγονότος:

Πολλοί, πάρα πολλοί από τους εκκλησιαζόμενους, έχουν αρράγιστη την (ψυχολογική) βεβαιότητα ότι ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας δεν είναι δυνατό να μεταδίδουν τον θανατηφόρο ιό COVID-19, τον «κορωνοϊό». Έχουν ακούσει αναρίθμητα κηρύγματα «χριστιανικής» συμπεριφοράς, αλλά μάλλον δεν άκουσαν ποτέ τίποτα για τον τρόπο ύπαρξης που συνιστά την Εκκλησία.

Δεν πληροφορήθηκαν ποτέ ότι ο «καθαγιασμός» του άρτου και του οίνου στην Ευχαριστία δεν μεταβάλλει την κτιστή φύση σε άκτιστη, αλλάζει τον τρόπο της ύπαρξης. Το υλικό σώμα (σάρκα και αίμα) του ιστορικού Ιησού δεν «μετουσιώθηκε» σε άκτιστο – τη θεωρία της «μετουσίωσης» (transubstantiatio) την εφεύρε η φιλοσοφικά υπανάπτυκτη, πρώιμη μεσαιωνική Δύση, που έκανε από τον άρτο «όστια». Η Εκκλησία πάντοτε μαρτυρεί και κηρύττει ότι το υλικό σώμα του Χριστού σάρκωσε τον τρόπο της υπαρκτικής ελευθερίας του Ακτίστου. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας δεν «μεταλλάσσονται» μαγικά σε άφθαρτη ύλη. Πραγματώνουν, ως φθαρτή ύλη, τον τρόπο (αγαπητική κένωση) της υπαρκτικής ελευθερίας.

Αυτά με τη γραφίδα ενός αναρμόδιου, χωρίς το παραμικρό κύρος, με το ρίσκο να αδικεί ή να ζημιώνει τα όσα τον υπερβαίνουν. Θα προσθέσω ωστόσο, μια έκκληση: Ας βρισκόταν ένας, έστω μοναδικός και ασυντρόφευτος επίσκοπος, όχι «παιδαγωγός», που να επαναφέρει τη λειτουργική πρακτική των πρώτων χριστιανικών αιώνων: Να κοινωνούν οι πιστοί με τεμάχιο εμβαπτισμένου στον οίνο άρτου, που ο λειτουργός θα αποθέτει με λαβίδα στην παλάμη τους.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πόσο αστείοι γινόμαστε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι, όταν «πρέπει» να υπερασπίσουμε την ελληνικότητα του παρελθόντος που αδιάντροπα αγνοούμε (την αρχαιοκλασική) ή που βαθειά περιφρονούμε και αυθόρμητα απεχθανόμαστε (τη λεγόμενη «βυζαντινή»)! Είναι να γελάει κάθε απροκατάληπτος, κάποιας παιδείας συνάνθρωπος (ή να θλίβεται, ανάλογα με το είδος του «φιλελληνισμού» του) ακούγοντας τους πολιτικούς μας άρχοντες και τους κομματικούς αρχηγούς μας να διαμαρτύρονται που ο Ερντογάν ξανακάνει την Αγιά Σοφιά τζαμί.

Η μαχητικά μηδενιστική, λάτρις του Διαφωτισμού παγκυρίαρχη στη σημερινή Ελλάδα διανόηση, υπαγορεύει στα κόμματα (της τάχα Αριστεράς και της «προοδευτικής» Δεξιάς) να απαιτούν από διεθνείς οργανισμούς προστασία του «μνημείου» και των «έργων Τέχνης» που συγκεφαλαιώνονται στην ονομασία «Αγιά Σοφιά». Αγνοούν οι θλιβεροί αυτό που ήξερε καλά ο Πορθητής και το έχει συνειδητοποιήσει ευστοχότατα ο Ερντογάν: Ότι η Αγιά Σοφιά δεν είναι απλώς ένας «θρησκευτικός ναός», έστω έκτακτου κάλλους και με τεράστιας καλλιτεχνικής αξίας θησαυρίσματα. Είναι το σύμβολο (ταυτότητα) της «αυτοκρατορίας», δηλαδή μιας διεθνικής «τάξης πραγμάτων», που συγκεφαλαιώνει τρόπο βίου ή πολιτισμό. Για πολλούς αιώνες σάρκωνε η Αγιά Σοφιά το «πάντρεμα» Ρώμης – Αθήνας, εκκλησίας του δήμου και λατινικής ευταξίας (ordo rerum), Ηράκλειτου – Αριστοτέλη και «εκκλησιάζουσας βασιλείας». Με τον Πορθητή η στόχευση μεταφέρθηκε στο επίπεδο του απλοϊκού πόθου «κοσμοκρατορίας» και με τον Ερντογάν μοιάζει να γοητεύει το όραμα: μήπως αντιπαλέψει η παιδαριώδης «μεταφυσική» του Ισλάμ, σε διεθνή κλίμακα, τη λοιμική του ιστορικο-υλιστικού κρετινισμού, «αριστερών» ή «δεξιών» προσχημάτων, κερδίζοντας μιαν εύκολη υπεροχή.

Την παραπάνω τηλεγραφικά συμπυκνωμένη οπτική οι πολιτικοί μας άρχοντες και οι κομματικοί αρχηγοί μας ούτε την υποψιάζονται ούτε και τους ενδιαφέρει – η διαπίστωση δεν είναι υπεροπτική μομφή, είναι πίκρα και οδύνη. Ας βρισκόταν ένας έγκυρος δημοσιογράφος, να θέσει στους πρώην Αρχηγούς του Κράτους (επιλογές όλοι του πρωθυπουργοκεντρικού μας ολοκληρωτισμού), στους πρώην πρωθυπουργούς, πρώην αρχηγούς ΓΕΕΘΑ, ένα και μόνο ερώτημα: «Γιατί ο Παρθενώνας είναι σημαντικότερος από τον Πύργο του Άϊφελ και η Αγιά Σοφιά σημαντικότερη από τη γέφυρα του Μπρούκλιν;». Θα προέκυπταν διατυπώσεις κονσερβαρισμένης κενολογίας, που ίσως αφύπνιζαν κάποια συνείδηση συλλογικής ντροπής. Σίγουρη πρόβλεψη.

Δυστυχώς έχει χαθεί πια και η δυνατότητα δημόσιου διαλόγου – η σύνθεση της Επιτροπής Εορτασμού των Διακοσίων χρόνων από το ’21, το βεβαιώνει. Θα ήταν μια καλή αφορμή, πέρα από τα βλακώδη πανηγυριώτικα και τις συναισθηματικές παιδαριωδίες, να δούμε κατάματα και να συγκρίνουμε την περίπτωσή μας με αυτή των Τούρκων.

Και οι δυο λαοί φιλοδοξήσαμε να μετάσχουμε στη Δυτική Νεωτερικότητα. Εμείς, απόγονοι και συντελεστές – συνεχιστές της Ελληνο-ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και μετά σκλάβοι των Τούρκων, αλλά με εναργέστατη συνείδηση της αυτοκρατορικής αρχοντιάς και του αρχαίου κλέους. Οι Τούρκοι, λαός της στέπας και του πολέμου, της σφαγής και της κυριαρχίας, μπήκαν στον «πολιτισμό» μέσω μιας θρησκείας θεμελιωμένης στη βία και στον καταναγκασμό. Διακρίθηκαν σε Τέχνες λεπτουργημένης διακοσμητικής, πάντοτε μειονεκτικοί απέναντι στους Έλληνες, που γεννούσε τις Τέχνες τους πάντοτε η προτεραιότητα των μεταφυσικών τους αναζητήσεων.

Ύστερα από τετρακόσια χρόνια οθωμανικής απομίμησης της αυτοκρατορίας και δυναμικής παρουσίας των Ελλήνων στις Αγορές της Ευρώπης, της Αιγύπτου, της ναυσιπλοΐας στη Μεσόγειο κι ως τη Μαύρη Θάλασσα, αναγκάζονται, οι Έλληνες πρώτοι, με τη στυγνή Βαυαροκρατία, και μετά οι Τούρκοι, με τον δυνάστη Κεμάλ, να υποταχθούν στο σχήμα οργανωμένης συλλογικότητας που είχε γεννήσει η Ευρώπη: το έθνος – κράτος. Η καταστατική λογική του «εθνικού κράτους» ήταν η φιλοσοφία του «Διαφωτισμού», δηλαδή η απαλλαγή των κοινωνιών από την τυραννία του ρωμαιοκαθολικού αυταρχισμού και του προτεσταντικού νομικισμού.

Ο Κεμάλ προσπάθησε να μετασκευάσει την Τουρκία σε άθρησκο (laïque) κράτος. Πέτυχε έτσι να την καταστήσει «κλειδί» για τις διεθνείς «ισορροπίες τρόμου». Ο Ερντογάν, οξυδερκέστερος, διέγνωσε ότι η κεμαλική επιλογή οδηγούσε νομοτελειακά την Τουρκία να υποστεί τη μακάβρια μοίρα των Ελλήνων: Από «αυτοκρατορία» που σάρκωνε τον ιλιγγιώδη πολιτισμό του Παρθενώνα και (σε οργανική συνέχεια) της Αγιά Σοφιάς, να μετασχηματιστεί σε γελοιώδες κρατίδιο, μετα-αποικιακής ολοκληρωτικής εξάρτησης από τη Δύση, μονίμως υπόδουλο οικονομικά, θεσμικά και πολιτισμικά. Ο μιμητισμός και η υποτέλεια εγγυώνται εξωνημένους «άρχοντες», σάπια διοίκηση, εξαθλιωμένη, ανάπηρη παιδεία, πρωτογονισμό διχασμών και πολλή, μα πολλή γελοιότητα. Ψάξ’ το το θέμα, φίλε αναγνώστη.

ΠΗΓΗ

Christos Yiannaras

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Όταν μια κοινωνία ζει με εντυπώσεις, όχι με πληροφόρηση, οι συνέπειες δεν είναι βλαβερές, δυσφορικές, ψιλοτυραννικές, είναι κυριολεκτικά ανθρωποφαγικές. Οι εντυπώσεις υποκαθιστούν και ακυρώνουν τις λειτουργίες της σκέψης, της κρίσης, του εμπειρικού ελέγχου, αλλοτριώνουν τον νοήμονα άνθρωπο σε μικρονοϊκό, άκρως βουλιμικό καταπότη. Ευκολότατα (και δολιότατα) οι εντυπώσεις κατασκευάζονται, προκειμένου να υπηρετηθούν ορέξεις, συμφέροντα, ναρκισσισμοί. Συνιστά η κατασκευή τους έντεχνη παραπληροφόρηση, α-νόητες «πεποιθήσεις», τυφλές «βεβαιότητες», σκληρυμένες εμμονές.

Για χάρη των εντυπώσεων η συλλογικότητα χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, γίνεται άθυρμα των επαγγελματιών κατασκευής ψευδαισθήσεων. Το εμπόριο, η πολιτική, οι δοσοληψίες, το Δίκαιο, οι θεσμοί, η θρησκευτικότητα υποτάσσονται στα επινοήματα και στις πρακτικές του εντυπωσιασμού. Την εξουσία σήμερα (πολιτική, οικονομική, ιδεολογική) τη μονοπωλούν οι ιδιοκτήτες «μέσων πληροφόρησης»: τους εξαγοράζει οποιαδήποτε κυβέρνηση (με 8 εκατομμύρια ευρώ, λ.χ., για επικαιρική ενημέρωση αυτοπροστασίας του πληθυσμού από τον «κορωνοϊό»)! Και οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ με τη σειρά τους αγοράζουν εξαθλιωμένη από την ανεργία νεολαία, ανατριχιαστικά αγράμματη, άγλωσση (άρα και άσκεφτη) που εναλλάσσει, αναγκασμένη από το φάσμα της πείνας, το «ντελίβερι» με τη δημοσιογραφία.

Από το νηπιαγωγείο και ως το τέλος της ζωής μας, το τι «πρέπει» να πληροφορηθούμε και να εμπεδώσουμε, το αποφασίζουν κάποιοι μανιακοί της εξουσίας δικηγορίσκοι ή με όποιο άλλο συμβατικό πτυχίο λανσάρονται για πρόκληση εντυπώσεων και μόνο, φανερά απαίδευτοι, προκλητικά αμοραλιστές, αδιάντροπα μηδενιστές. Όμως επιδέξιοι στο να προκαλούν εντυπώσεις. Να εξαγγέλλουν διθυραμβικά «Ριζικές αλλαγές στα ΑΕΙ», «νέο τοπίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», «εισαγωγή νέων επιστημονικών πεδίων» – και ούτε λέξη για τον παγιωμένο αναχρονισμό «παραδόσεις-εξετάσεις», τα μηχανεύματα της κυρίαρχης αντιγραφής, τα κραυγαλέα σκάνδαλα αναξιοκρατίας στις καθηγητικές εκλογές.

Μια κοινωνία που ζει σαν μονόδρομο την παγίδευση στις εντυπώσεις, με έντεχνα κατασκευασμένη την «πληροφόρηση», χάνει «ανεπαισθήτως» την επαφή με την πραγματικότητα, τη συνείδηση-επίγνωση τι είναι πραγματικό και τι πλαστό και ψεύτικο. Διαβάζει δημόσιους κομπασμούς περιώνυμων διαχειριστών δοτής εξουσίας για τον εύδιο ομόφυλο γάμο τους – και λογαριάζει φυσικό το αφύσικο ονομάζοντάς το: «δικαίωμα». Απονέμει σωρηδόν βραβεία σε δήθεν ποιητές και τάχα λογοτέχνες, τους καταξιώνει στις «πανελλήνιες» εξετάσεις των εφήβων σαν πρότυπα σκέψης και έκφρασης, αλλ’ όταν ξεμπροστιάζονται οι «επιφανείς» ως λογοκλόποι παραχαράκτες, δεν παραιτείται κανένας, δεν λογοδοτεί κανένας δημόσιος λειτουργός.

Άλλο παράδειγμα («εικονικό» αυτό, κάθε συσχετισμός με υπαρκτά πρόσωπα και ενεργήματα αποκλείεται): Δήμαρχος μεγαλούπολης «πεζοδρομεί» αιφνίδια τις κεντρικές κυκλοφοριακές αρτηρίες της πόλης «του». Χωρίς δημοψήφισμα (γιατί να έχει γνώμη η πλεμπάγια;), αλλά και χωρίς στοιχειώδη προετοιμασία εναλλακτικών μέτρων προστασίας του κοινωνικού αγαθού της συγκοινωνίας. Τα ΜΜΕ θριαμβολογούν (συντεταγμένα) για την «επιτυχία» του δημάρχου, ενώ η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών γίνεται κόλαση. Ούτε που ξεμύτισε το ερώτημα ή ο καγχασμός για την επονομασία της τερατωδίας «μεγάλος περίπατος»: Ποιος δημότης, με σώας τας φρένας, θα επιλέξει για την αναψυχή του σαν «περίπατο» έναν μπογιατισμένο διάδρομο κεντρικής λεωφόρου, δίπλα σε εκατοντάδες φρακαρισμένα οχήματα, με κόλαση εξατμίσεων;

Είπαμε: οι εντυπώσεις υποκαθιστούν στεγανά την πραγματικότητα της ζωής μας. Είναι το πιο δυσδιάκριτο εφεύρημα επιβολής κάθε ολοκληρωτισμού. Ωχριούν οι πανηγυρισμοί και οι αυτοδιαφημιστικές επιδείξεις μικρονοϊκών στρατιωτικών δικτατόρων, σε σχέση με τους κρετινικούς κομπασμούς των χρυσοπληρωμένων ΜΜΕ που εξυμνούν τον «μεγάλο περίπατο» της τριτοκοσμικής ξιπασιάς. Από τότε που έγινε δεκτή και η Ελλάδα στην Ε.Ε., και ξεριζώθηκαν αναρίθμητα λιόδεντρα ή τεμαχίστηκαν εκατοντάδες υπέροχα ψαροκάικα για να «συντονιστούμε» με τον κεντρικό σχεδιασμό παραγωγικής πολιτικής των Βρυξελλών, από τότε οι ρεαλιστές διέβλεπαν ευκρινέστατα: «Σε είκοσι χρόνια οι Έλληνες θα ζουν μόνο από τον τουρισμό, Έλληνας θα σημαίνει γκαρσόνι: αυτόν που νοικιάζει και το κρεβάτι του, εκδίδει και τη γυναίκα του»!

Χρειάστηκαν τα διπλάσια χρόνια για να πεισθούμε οι μωροί και τυφλοί Ευρωμανιακοί ότι εκείνη η πρόβλεψη ήταν ένας στημένος σχεδιασμός. Σε χρόνο ρεκόρ έκλεισαν ή πουλήθηκαν σε ξένους όλες (και ήταν πολλές) οι βιομηχανίες και βιοτεχνίες της χώρας, όλα τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, το οδικό δίκτυο, τα τρένα – βάλαμε ενέχυρο για 99 χρόνια και όλα τα «τιμαλφή» της χώρας. Κρατήσαμε μια κωμική καύχηση για το απώτατο παρελθόν μας, εντελώς απρόσιτο στη δική μας καλλιέργεια και κωμικά περιθωριοποιημένο στα σχολειά μας.

Όταν εκραγεί ο πανικός, θα είναι πολύ αργά για οτιδήποτε.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να συν-εννοηθούν, να συμπέσουν σε κοινή αντίληψη της πραγματικότητας, ένας απλός πολίτης και ένας επαγγελματίας της πολιτικής. Διαφορετικά δεδομένα πιστοποιεί και διαχειρίζεται καθημερινά ο πολίτης, εντελώς άλλα, διαφορετικά ο πολιτικός. Ίδια τα σημαίνοντα (οι λέξεις), διαφορετικά τα σημαινόμενα (τα πράγματα).

Όχι από πρόθεση. Ο πολίτης, επειδή με τη γλώσσα κοινωνεί την πείρα του. Ο επαγγελματίας της εξουσίας, επειδή με τη γλώσσα εκφράζει νομοτελειακά την επαγγελματική διαστροφή του. Δεν υπάρχει επάγγελμα χωρίς κάποια εξειδικευμένη ορολογία («γλώσσα») που οπωσδήποτε απηχεί ένα άλλοτε κοινωνικό λειτούργημα. Και δεν υπάρχει λειτούργημα, που όταν γίνεται επάγγελμα, η γλώσσα του να μη διαστρέφεται σε σημαντική τής χρησιμοθηρίας, όχι πια της κοινωνούμενης ανάγκης.

Ο πολίτης υφίσταται προβλήματα. Ο επαγγελματίας της εξουσίας διεκπεραιώνει συμφέρουσες λύσεις. Συμφέρουσες για τον πελάτη-πολίτη, σε κάποιο ποσοστό και για τον διεκπεραιωτή. Επαγγελματική διαστροφή είναι, να πρωτεύει το συμφέρον του διεκπεραιωτή αυτονόητα. Όπως πάντοτε στην περίπτωση των επαγγελματιών της πολιτικής.

Υπήρξε η ιστορική εξαίρεση, το κατόρθωμα της αρχαιοελληνικής πόλεως. Όπου οι πολίτες κληρώνονταν στα αξιώματα, δεν εκλέγονταν, άρα αποκλειόταν θεσμικά το ενδεχόμενο να μεταποιηθεί το κοινωνικό λειτούργημα σε εξουσιαστικό επάγγελμα. Το ελληνικό μοντέλο ήταν βραχύβιο – «το ανθρώπινο είδος δεν αντέχει πάρα πολλή πραγματικότητα».

Οι πολίτες σήμερα υφίστανται τα προβλήματα, οι επαγγελματίες της εξουσίας διαφημίζουν (και ως πάρεργο διεκπεραιώνουν) αποσπασματικές λύσεις. Αυτή η πραγματικότητα θα μπορούσε να εικονογραφηθεί παραβολικά με τη σχέση πενθούντων συγγενών και εμπορευόμενου νεκροθάφτη: οι συγγενείς θρηνούν την απώλεια αγαπημένου, βιώνουν οδύνη, ο νεκροθάφτης κοστολογεί το φέρετρο, παζαρεύει την ποιότητα του ξύλου, κερδοσκοπεί με τις εντυπώσεις που θα προκαλέσει ο διάκοσμος. Με τον νεκροθάφτη δεν συζητάνε οι συγγενείς το πένθος τους, όπως και οι πολίτες δεν συζητάνε τα ουσιώδη της ζωής τους με τους πολιτικούς.

Οι κάποιας ηλικίας Έλληνες, με ενεργό μνήμη, ας διερωτηθούν: Υπήρξε ποτέ υπουργός Παιδείας στην Ελλάδα διατεθειμένος και ικανός να θέσει και να συζητήσει τη σκανδαλωδέστερη και προκλητικότερη απόδειξη χρεοκοπίας του εκπαιδευτικού συστήματος: το καρκίνωμα της παραπαιδείας, το «φροντιστήριο»; Υπήρξε (έστω ένας) υπουργός Παιδείας ικανός να συνειδητοποιήσει την καίρια απειλή της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού: τη συντελεσμένη ρήξη της γλωσσικής του συνέχειας;

Κι ακόμα: Υπάρχει πολίτης που να θυμάται, στα τελευταία σαράντα χρόνια, Έλληνα υπουργό Εξωτερικών να απευθύνεται στους Τούρκους ομολόγους του από θέσεως ισχύος; Όχι με ρητορικά νταϊλίκια και μεγαλοστομίες, αλλά με γλώσσα ιστορικού ρεαλισμού, δηλαδή πανανθρώπινης πολιτισμικής αξίωσης. Υπήρξε ποτέ τέτοιος υπουργός; Σώζει Έλληνας πολίτης εικόνα Έλληνα αγορητή σε βήμα Διεθνούς Οργανισμού (ΟΗΕ, Ευρωκοινοβουλίου, ΝΑΤΟ ή οποιουδήποτε άλλου) με λόγο καταγγελτικό, όχι τουρκικών παραβάσεων του «Διεθνούς Δικαίου» (ανυπόστατου για κάθε ισχυρόν), αλλά με κραυγή αγωνίας για την προγραμματική εξαφάνιση του τρισχιλιόχρονου ελληνικού, αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού;

Χωρίς ακέραιη τη γεω-πολιτισμική ολότητα του Αιγαίου (τις ακατοίκητες βραχονησίδες του και όλη τη χρωματική γκάμα των νερών σε οποιοδήποτε σημείο του) χάνεται ο μπούσουλας διαδρομής του σύνολου ανθρώπινου πολιτισμού μέσα στην Ιστορία – κραύγασε ποτέ αυτή την αγωνία ελλαδίτης πολιτικός, από διεθνές βήμα, τα τελευταία σαράντα χρόνια; Έχει απίστευτη διεθνοπολιτική ισχύ η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, και συμβαίνει σταθερά να τη διαχειρίζονται ανυποψίαστοι σπιθαμιαίοι, με αποτέλεσμα τον αδιάκοπο ακρωτηριασμό της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού.

Κάθε επαγγελματίας της εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα δείχνει έμπρακτα και πειθήνια παραιτημένος από κάθε σοβαρότητα στην άσκηση εκπαιδευτικής και εξωτερικής πολιτικής, όποια κυβέρνηση κι αν κυβερνάει. Μιθριδατισμός; Ασυνειδησία; Η «νεκροψία» θα δείξει, κάποτε. Σε τελευταία διαδήλωση εκπαιδευτικών, ένα μεγάλο «πανό» απαιτούσε από την υπουργό να «αποσύρει» κάποιο νομοσχέδιο: Την πρόσταζε: «απέσυρε το νομοσχέδιο»! Ο στοιχειώδης σεβασμός του Ελληνικού Λαού και της αξιοπρέπειάς του απαιτούσε από την Κυρία Κεραμέως να έχει απολύσει, ανέκκλητα, την άλλη μέρα το πρωί, τον συντάκτη, τον γραφέα και τους βαστάζους του πανό. Δεν μπορεί να διδάσκουν τα παιδιά μας στο σχολειό, οποιοδήποτε μάθημα, άνθρωποι με θρασύτατη γλωσσική απαιδευσία.

Οδυνηρό, αλλά και θεμελιώδες το δίλημμα: Συντασσόμαστε με το πένθος των οικείων ή με τον ρεαλιστικό εθισμό του νεκροθάφτη; Υποτασσόμαστε στα μικρονοϊκά επινοήματα της «προοδευτικής» τρομοκρατίας ή δίνει «νόημα» στην καθημερινότητά μας η αντίσταση στη φτήνια της αδιάντροπης αγραμματοσύνης;

Υπάρχει το γνήσιο πάθος του ερευνητή, υπάρχει και η φτηνιάρικη περιέργεια του κουτσομπόλη. Η περιέργεια είναι παρακμιακός αυτοηδονισμός. Η απάντηση, όμως, στο ερώτημα του ερευνητή θα φώτιζε τα αινίγματα του μέλλοντός μας. Λοιπόν, ποιοι σύμβουλοι, ποιο σκεπτικό, ποια σοφία ή ποιος εκβιασμός οδήγησαν τον πρωθυπουργό στην πολιτική στελέχωση των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών; Η αλήθεια θα φώτιζε παρόν και μέλλον.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πάσχα, η λέξη σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Από τη γη της αιχμαλωσίας στη γη της επαγγελίας, από την απολυταρχία του μηδενισμού στην έμπειρη ελπίδα ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω». Η επαγγελία δεν έχει οπαδούς, έχει γιορταστές – όσους έχουν ψηλαφήσει ή πολύ διψάσει το θαύμα.

Το θαύμα είναι άσχετο με φαντασιώσεις για το «υπερφυσικό», την αλχημική μετασκευή της επιθυμίας σε ψυχολογική «βεβαιότητα». Άλλο η βιωμένη εμπειρία και άλλο η πληροφορία που την προσπορίζει η κατανόηση ή και η συναισθηματική ετοιμότητα. Το θαύμα της κυοφορίας και της γέννας, λ.χ., είναι γνώση αποκλειστική, μόνο για τη μάνα. Ο άνδρας, έστω και ο άριστος των μαιευτήρων, έχει πληρότατη πληροφόρηση, όχι γνώση της γέννας.

Στις κοινωνίες, τις ίδιες τις δικές μας, πριν τη Νεωτερικότητα, αλήθεια ήταν η βεβαιότητα, γεννημένη όπως το βλαστάρι, από σπόρο. Ξεχώριζε η γνώση από την πληροφορία, από τη συσκευασμένη για να πουληθεί είδηση. Σήμερα οι γνώσεις μας προϋποθέτουν τον συμβιβασμό με τη χρηστικότητα. Μας αρκεί η κατανόηση, περιττεύει η διακινδύνευση της εμπειρίας. Προσπερνάμε τη σχέση, μας εξασφαλίζουν οι «αυθεντίες». Προέχει ή συμβαδίζει με τη γνώση η απλή «ενημέρωση» ή η ψυχολογική μας συναίνεση.

Το Πάσχα του 2020 οδηγήθηκε να συρρικνωθεί στις εντυπώσεις. Καθόλου σχέση, καθόλου μετοχή, επομένως ούτε υποψία για Γιορτή – μόνο θέαμα τηλεοπτικό και ακρόαμα τηλεακουστικό. Στη θέση σώματος λαϊκού που γιορτάζει νίκη καταπάνω στον θάνατο, στήθηκε η solo ψαλμωδία. Ο λειτουργός να ευλογεί ένα κενό απουσίας πιστών, και στη γωνιά της μικρής οθόνης η τέλεια αρλούμπα: μεταφορά ιλιγγιώδους ποίησης και δραματουργίας σε «γλώσσα νοηματική»!

Όλοι οι ναοί κατάκλειστοι, βουβοί, τάφοι σφραγισμένοι «μετά κουστωδίας» (το περιπολικό της Αμεσης Δράσης στην πόρτα) – εξασφαλισμένος ο αποκλεισμός του θαύματος. Έρημοι δρόμοι συμπλήρωναν την εικόνα γενικευμένης συμφοράς ή πολέμου. Ασφαλώς και έπρεπε να ληφθούν μέτρα, να αναχαιτιστεί με κάθε τρόπο το θανατικό. Αλλά με τρόπο τίμιο, ευθύ, λ.χ. με τον εκκλησιαστικό ρεαλισμό του «πένθους», της θυσιαστικής έμπονης στέρησης. Να δηλώνουν πένθος οι κλειστές εκκλησιές, όχι πειθάρχηση σε «προοδευτικές» μηδενιστικές πολιτικές. Η ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση μιας στημένης παντομίμας σίγουρα είναι παρηγοριά για τον άρρωστο, τον κατάκειτο, τον υπερήλικα. Όμως η εικόνα της οθόνης γυμνώνει το αίνιγμα: Αν είναι έγνοια για τους αναγκεμένους ή φτηνιάρικη πολιτική επίδειξη «μέριμνας».

Μοιάζει παρακμιακός εκφυλισμός να παίρνει η εξουσία μέτρα «για την αποφυγή συνωστισμού», πιο βάναυσα στις εκκλησιές από αυτά που καθόρισε για τα σούπερ μάρκετ. Δυο μέτρα η απόσταση ανάμεσα στους πελάτες των υπεραγορών, αποκλεισμός ολοκληρωτικός των πιστών από την εκκλησιά τους. Στο φετινό Πάσχα ψηλαφήσαμε, χειροπιαστά, τι σημαίνει η τερατώδης αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού στην Ελλάδα σώματος σε «επικρατούσαν εν Ελλάδι θρησκείαν»: Επίσκοποι και πρεσβύτεροι ήταν οι απλοί διεκπεραιωτές των κρατικών εντολών, υπάλληλοι της εξουσιαστικής γραφειοκρατίας.

Το κράτος έκανε τη δουλειά του, εξυπηρέτησε τους στόχους του, η Εκκλησία ήταν, άλλη μια φορά, ανύπαρκτη, αλλοτριωμένη, εκούσια θρησκειοποιημένη. Αυτό είμαστε, μια αποτυχία – η νίκη καταπάνω στον θάνατο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν ιδού ώδε ή ιδού εκεί». Πορευόμαστε με ελπίδα, αλλά ταυτόχρονα κοινωνούμε τον πόνο μας. Λέμε: θα μπορούσε να μαρτυρηθεί το «κάτι άλλο», το διαφορετικό που είναι η Εκκλησία, η ελευθερία της από τη θρησκευτική τυπολατρεία και τον νομικισμό. Για παράδειγμα:

Να πουν κάποιοι επίσκοποι με συνείδηση ρεαλιστικής, όχι αλληγορικής «πατρότητας»: Σεβόμαστε τον τρόμο του αδύναμου ανθρώπου για τον κορωνοϊό, για βασανιστικό θάνατο από πνιγμό. Γι’ αυτό επιστρέφουμε (προσωρινά ή μόνιμα) στο αρχαίο λειτουργικό τυπικό: Οι πιστοί να δέχονται τη «μερίδα των αγιασμάτων» στην παλάμη και όχι με κοχλιάριο από το κοινό ποτήριο. Αλλά είναι φανερό, είμαστε πολύ, πάρα πολύ μακριά από την αγάπη που ελευθερώνει.

Το Πάσχα του 2020 συρρικνώθηκε στις εντυπώσεις. Ωστόσο, έστω και στο γήπεδο των εντυπώσεων, η σύγκριση του υποταγμένου στην επαρχιωτική μειονεξία κρατικού Ελλαδισμού με την κοσμοπολίτικη αρχοντιά του μαρτυρικού Φαναρίου ήταν ζωηφόρα αποκάλυψη. Η τηλεοπτική εικόνα επέτρεπε τη σύγκριση και γεννούσε την οδύνη. Από το 1862, που εγκαινιάστηκε το αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα του Γάλλου Boulanger, με σχέδια του Γερμανού Hansen, δεν βρέθηκε ένας (μα ούτε ένας) Έλληνας αρχιεπίσκοπος που να απαιτήσει την εξάλειψη – απόσβεση τουλάχιστον της ζωγραφικής θρησκευτικής παιδαριωδίας που «διακοσμεί» τον μητροπολιτικό ναό (έργα του Γερμανού Alexander Seitz).

Η τηλεοπτική αναμετάδοση προκαλούσε τη σύγκριση: της αρχοντιάς στο Φανάρι με την επαρχιωτίλα της Αθήνας. Εικόνες, λειτουργικά σκεύη, άμφια, ιεροτελεστικό τυπικό. Οι Ελλαδίτες με στολές σαν από καλογυαλισμένες φανταχτερές λαμαρίνες, οι Φαναριώτες με φινέτσα αισθητικής καλλιέργειας σε κάθε λεπτομέρεια.

Τι έχασε ο Έλληνας, τι έχει, τι του πρέπει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πρέπει να είναι ψυχοφθόρος μαζοχισμός να είσαι αρχιτέκτονας με συνείδηση εργολάβου οικοδομών, γιατρός με συνείδηση κομψού χρηματολάγνου, δάσκαλος αργυρώνητος με καλοστημένα «ιδιαίτερα», πολιτικός υποταγμένος στον υπόκοσμο του άνομου πλούτου και του δημοσιογραφικού αμοραλισμού. Και η δυστυχέστερη από όλες τις άλλες περίπτωση: να είσαι επίσκοπος με συνείδηση κορυφαίου στην υπαλληλία εξυπηρέτησης των «θρησκευτικών αναγκών του λαού».

Να το ξαναπούμε, κι ας είναι χιλιοειπωμένο ή σκόπιμα στρεβλωμένο: Η Εκκλησία βρίσκεται στους αντίποδες της θρησκείας, πρόκειται για αλληλοαναιρούμενες έννοιες. Η θρησκεία είναι ατομοκεντρικό γεγονός, θωρακίζει το εγώ με μεταφυσικές πεποιθήσεις, ναρκισσιστική πειθαρχία σε νομικές διατάξεις, παρέχει ψυχολογική ευεξία προσδοκίας ότι το εγώ θα επιβιώσει σε ατέρμονα γραμμικό χρόνο. Η Εκκλησία είναι αυτό που δηλώνει καταγωγικά η ελληνική της ονομασία: Μια κλήση-σε-σχέση (εκ-καλώ) αγαπητικής ελευθερίας. Όχι να υπάρχεις και επιπλέον να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες της ιδιοτέλειας.

Να υπάρχεις με τον τρόπο της Τριαδικής Αιτιώδους Αρχής τού υπάρχειν, η οποία «αγάπη εστί». Τα ονόματα «Πατήρ», «Υιός», «Παράκλητος» δηλώνουν την ύπαρξη ως σχέση, ως ελευθερία αγάπης.

Για την «εκκλησία των πολιτών» στην Αρχαία Ελλάδα «κριτήριον αληθείας», δηλαδή αθανασίας της ύπαρξης, ήταν ο «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος): η λογική αρμονία των σχέσεων, η συμπαντική ευταξία και κοσμιότητα. Για τους Χριστιανούς είναι η ελευθερία της αγάπης, το άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Η αναζήτηση να πραγματωθεί ο «κατ’ αλήθειαν» τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας: την πόλιν και τους θεσμούς της, το θάμβος της αρχιτεκτονικής, την τραγωδία, το «άγαλμα» στη γλυπτική. Η ίδια αναζήτηση αλήθειας των χριστιανών Ελλήνων γέννησε τον πολιτισμό της κοινότητας – ενορίας, την αρχιτεκτονική των «κεκλιμένων ουρανών» (θόλων-ημιθολίων-τόξων), τη συνέχιση της τραγωδίας στην ευχαριστιακή δραματουργία και του αρχαιοελληνικού άσματος στο «βυζαντινό» μέλος.

Για λόγους ιστορικά ευκρινείς και με καταλύτη την κοσμογονική αλλαγή στην πληθυσμική σύνθεση των ευρωπαϊκών περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον 4ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανακόπηκε και εξαρθρώθηκε η συναρμογή του ελληνικού και του χριστιανικού «παραδείγματος». Οι βαρβαρικοί εισβολείς «εκχριστιανίστηκαν», δηλαδή προσάρμοσαν το εκκλησιαστικό γεγονός στις δικές τους απαιτήσεις για «θρησκεία». Ο θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός στη Δύση έδωσε, στον μεσαίωνα, θαυμαστά δείγματα Τέχνης – τεχνικής με θρησκευτική έμπνευση και μαστορική επιδεξιότητα, αλλά η καισαρική διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία είχε πια χαθεί.

Ο Ελληνισμός, όταν, ύστερα από τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας, κατόρθωσε να ελευθερώσει ένα ελάχιστο τμήμα από τις κοιτίδες του πολιτισμού του, επιβίωσε για δώδεκα μόλις χρόνια με μια ανεξαρτησία δραματικά εμφυλιοπολεμική. Η αποτυχία λειτούργησε ταχύτατα ως πρόσχημα, για να καταστεί το κρατίδιο με τον Όθωνα, τοπικό προτεκτοράτο των δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων, με τους θεσμούς και τις λειτουργίες του παθητικές απομιμήσεις του ευρωπαϊκού πρωτοτύπου. Κατεπειγόντως η Εκκλησία αυτοανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» σε ρόλο κρατικής θρησκείας, μετασχηματίστηκε σε χρηστικό κρατικό θεσμό, με απόλυτη προτεραιότητα την ηθικιστική ωφελιμοθηρία, το νοησιαρχικό προπαγανδιστικό κήρυγμα.

Έτσι διολισθήσαμε στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, στη ριζική αλλοτρίωσή του. Χάθηκε η συνείδηση μετοχής σε σώμα: ενορίας – κοινότητας. Η πίστη έπαψε να σημαίνει εμπιστοσύνη, σημαίνει ατομικές «πεποιθήσεις» ή (το ευκολότερο) υποταγή στις ντιρεχτίβες μιας «αυθεντίας». Η αρετή είναι ατομικό κατόρθωμα (οπωσδήποτε χρηστικό) και η αλήθεια μια εξουσιαστικά εγγυημένη γνώση. Σήμερα πια, στο ελλαδικό κρατίδιο, η Εκκλησία, μαζί με το ΚΚΕ, είναι οι δυο πανομοιότυποι θεσμοί με την ίδια εμπιστοσύνη στην ιδεολογική πειθαρχία και απόλυτη προτεραιότητα της διάνοιας και της χρηστικής ωφελιμότητας των δογμάτων.

Στην Ελλάδα σήμερα οι επίσκοποι στο σύνολό τους (οι εξαιρέσεις σπάνιες) δείχνουν να καταλαβαίνουν το λειτούργημά τους ως αξίωμα πρωτοκλασάτου προπαγανδιστή – συγγενεύουν περισσότερο με τη λογική των opinion makers και των υπερασπιστών ενός ιδεολογικού «αλαθήτου». Αντιλαμβάνονται την «πατρότητα» που ευαγγελίζεται η Εκκλησία, σαν στοργικό «ύφος», στην κηρυγματική τους φλυαρία, την αφ’ υψηλού παροχή συμβουλών συμπεριφοράς.

Ο μανιώδης πληθωρισμός του κηρύγματος είναι η εξόφθαλμη βεβαίωση του εκπροτεσταντισμού της Εκκλησίας στην Ελλάδα. Κήρυγμα-κήρυγμα-κήρυγμα, καταιγισμός ωφελιμολογίας – όλα αρχίζουν και τελειώνουν στην κατα-νόηση και στο συναίσθημα, ακριβώς όπως και στο ΚΚΕ. Δεν αρκεί η προφορική κενολογία, υπάρχει και η έντυπη (εκατοντάδες χιλιάδες κηρυγματικά φυλλάδια η «Φωνή Κυρίου», κάθε Κυριακή), μαζί και το περιοδικό που απαραίτητα κάθε Μητρόπολη εκδίδει – εκεί τα ιδεολογικά «ψυχωφέλιμα» μοιράζονται τις σελίδες με αναρίθμητες επιδεικτικές φωτογραφικές απαθανατίσεις του τοπικού επισκόπου.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι, χωρίς έστω και τη μικροαστική σοβαρότητα. Ποιος κορωνοϊός θα μπορέσει ποτέ να συγκλονίσει την «ηγετική» τους υπεροψία και να τους υποψιάσει για το χάρισμα της πατρότητας;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων