Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να συν-εννοηθούν, να συμπέσουν σε κοινή αντίληψη της πραγματικότητας, ένας απλός πολίτης και ένας επαγγελματίας της πολιτικής. Διαφορετικά δεδομένα πιστοποιεί και διαχειρίζεται καθημερινά ο πολίτης, εντελώς άλλα, διαφορετικά ο πολιτικός. Ίδια τα σημαίνοντα (οι λέξεις), διαφορετικά τα σημαινόμενα (τα πράγματα).

Όχι από πρόθεση. Ο πολίτης, επειδή με τη γλώσσα κοινωνεί την πείρα του. Ο επαγγελματίας της εξουσίας, επειδή με τη γλώσσα εκφράζει νομοτελειακά την επαγγελματική διαστροφή του. Δεν υπάρχει επάγγελμα χωρίς κάποια εξειδικευμένη ορολογία («γλώσσα») που οπωσδήποτε απηχεί ένα άλλοτε κοινωνικό λειτούργημα. Και δεν υπάρχει λειτούργημα, που όταν γίνεται επάγγελμα, η γλώσσα του να μη διαστρέφεται σε σημαντική τής χρησιμοθηρίας, όχι πια της κοινωνούμενης ανάγκης.

Ο πολίτης υφίσταται προβλήματα. Ο επαγγελματίας της εξουσίας διεκπεραιώνει συμφέρουσες λύσεις. Συμφέρουσες για τον πελάτη-πολίτη, σε κάποιο ποσοστό και για τον διεκπεραιωτή. Επαγγελματική διαστροφή είναι, να πρωτεύει το συμφέρον του διεκπεραιωτή αυτονόητα. Όπως πάντοτε στην περίπτωση των επαγγελματιών της πολιτικής.

Υπήρξε η ιστορική εξαίρεση, το κατόρθωμα της αρχαιοελληνικής πόλεως. Όπου οι πολίτες κληρώνονταν στα αξιώματα, δεν εκλέγονταν, άρα αποκλειόταν θεσμικά το ενδεχόμενο να μεταποιηθεί το κοινωνικό λειτούργημα σε εξουσιαστικό επάγγελμα. Το ελληνικό μοντέλο ήταν βραχύβιο – «το ανθρώπινο είδος δεν αντέχει πάρα πολλή πραγματικότητα».

Οι πολίτες σήμερα υφίστανται τα προβλήματα, οι επαγγελματίες της εξουσίας διαφημίζουν (και ως πάρεργο διεκπεραιώνουν) αποσπασματικές λύσεις. Αυτή η πραγματικότητα θα μπορούσε να εικονογραφηθεί παραβολικά με τη σχέση πενθούντων συγγενών και εμπορευόμενου νεκροθάφτη: οι συγγενείς θρηνούν την απώλεια αγαπημένου, βιώνουν οδύνη, ο νεκροθάφτης κοστολογεί το φέρετρο, παζαρεύει την ποιότητα του ξύλου, κερδοσκοπεί με τις εντυπώσεις που θα προκαλέσει ο διάκοσμος. Με τον νεκροθάφτη δεν συζητάνε οι συγγενείς το πένθος τους, όπως και οι πολίτες δεν συζητάνε τα ουσιώδη της ζωής τους με τους πολιτικούς.

Οι κάποιας ηλικίας Έλληνες, με ενεργό μνήμη, ας διερωτηθούν: Υπήρξε ποτέ υπουργός Παιδείας στην Ελλάδα διατεθειμένος και ικανός να θέσει και να συζητήσει τη σκανδαλωδέστερη και προκλητικότερη απόδειξη χρεοκοπίας του εκπαιδευτικού συστήματος: το καρκίνωμα της παραπαιδείας, το «φροντιστήριο»; Υπήρξε (έστω ένας) υπουργός Παιδείας ικανός να συνειδητοποιήσει την καίρια απειλή της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού: τη συντελεσμένη ρήξη της γλωσσικής του συνέχειας;

Κι ακόμα: Υπάρχει πολίτης που να θυμάται, στα τελευταία σαράντα χρόνια, Έλληνα υπουργό Εξωτερικών να απευθύνεται στους Τούρκους ομολόγους του από θέσεως ισχύος; Όχι με ρητορικά νταϊλίκια και μεγαλοστομίες, αλλά με γλώσσα ιστορικού ρεαλισμού, δηλαδή πανανθρώπινης πολιτισμικής αξίωσης. Υπήρξε ποτέ τέτοιος υπουργός; Σώζει Έλληνας πολίτης εικόνα Έλληνα αγορητή σε βήμα Διεθνούς Οργανισμού (ΟΗΕ, Ευρωκοινοβουλίου, ΝΑΤΟ ή οποιουδήποτε άλλου) με λόγο καταγγελτικό, όχι τουρκικών παραβάσεων του «Διεθνούς Δικαίου» (ανυπόστατου για κάθε ισχυρόν), αλλά με κραυγή αγωνίας για την προγραμματική εξαφάνιση του τρισχιλιόχρονου ελληνικού, αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού;

Χωρίς ακέραιη τη γεω-πολιτισμική ολότητα του Αιγαίου (τις ακατοίκητες βραχονησίδες του και όλη τη χρωματική γκάμα των νερών σε οποιοδήποτε σημείο του) χάνεται ο μπούσουλας διαδρομής του σύνολου ανθρώπινου πολιτισμού μέσα στην Ιστορία – κραύγασε ποτέ αυτή την αγωνία ελλαδίτης πολιτικός, από διεθνές βήμα, τα τελευταία σαράντα χρόνια; Έχει απίστευτη διεθνοπολιτική ισχύ η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, και συμβαίνει σταθερά να τη διαχειρίζονται ανυποψίαστοι σπιθαμιαίοι, με αποτέλεσμα τον αδιάκοπο ακρωτηριασμό της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού.

Κάθε επαγγελματίας της εξουσίας στη σημερινή Ελλάδα δείχνει έμπρακτα και πειθήνια παραιτημένος από κάθε σοβαρότητα στην άσκηση εκπαιδευτικής και εξωτερικής πολιτικής, όποια κυβέρνηση κι αν κυβερνάει. Μιθριδατισμός; Ασυνειδησία; Η «νεκροψία» θα δείξει, κάποτε. Σε τελευταία διαδήλωση εκπαιδευτικών, ένα μεγάλο «πανό» απαιτούσε από την υπουργό να «αποσύρει» κάποιο νομοσχέδιο: Την πρόσταζε: «απέσυρε το νομοσχέδιο»! Ο στοιχειώδης σεβασμός του Ελληνικού Λαού και της αξιοπρέπειάς του απαιτούσε από την Κυρία Κεραμέως να έχει απολύσει, ανέκκλητα, την άλλη μέρα το πρωί, τον συντάκτη, τον γραφέα και τους βαστάζους του πανό. Δεν μπορεί να διδάσκουν τα παιδιά μας στο σχολειό, οποιοδήποτε μάθημα, άνθρωποι με θρασύτατη γλωσσική απαιδευσία.

Οδυνηρό, αλλά και θεμελιώδες το δίλημμα: Συντασσόμαστε με το πένθος των οικείων ή με τον ρεαλιστικό εθισμό του νεκροθάφτη; Υποτασσόμαστε στα μικρονοϊκά επινοήματα της «προοδευτικής» τρομοκρατίας ή δίνει «νόημα» στην καθημερινότητά μας η αντίσταση στη φτήνια της αδιάντροπης αγραμματοσύνης;

Υπάρχει το γνήσιο πάθος του ερευνητή, υπάρχει και η φτηνιάρικη περιέργεια του κουτσομπόλη. Η περιέργεια είναι παρακμιακός αυτοηδονισμός. Η απάντηση, όμως, στο ερώτημα του ερευνητή θα φώτιζε τα αινίγματα του μέλλοντός μας. Λοιπόν, ποιοι σύμβουλοι, ποιο σκεπτικό, ποια σοφία ή ποιος εκβιασμός οδήγησαν τον πρωθυπουργό στην πολιτική στελέχωση των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών; Η αλήθεια θα φώτιζε παρόν και μέλλον.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πάσχα, η λέξη σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Από τη γη της αιχμαλωσίας στη γη της επαγγελίας, από την απολυταρχία του μηδενισμού στην έμπειρη ελπίδα ότι «ο θάνατος πατείται θανάτω». Η επαγγελία δεν έχει οπαδούς, έχει γιορταστές – όσους έχουν ψηλαφήσει ή πολύ διψάσει το θαύμα.

Το θαύμα είναι άσχετο με φαντασιώσεις για το «υπερφυσικό», την αλχημική μετασκευή της επιθυμίας σε ψυχολογική «βεβαιότητα». Άλλο η βιωμένη εμπειρία και άλλο η πληροφορία που την προσπορίζει η κατανόηση ή και η συναισθηματική ετοιμότητα. Το θαύμα της κυοφορίας και της γέννας, λ.χ., είναι γνώση αποκλειστική, μόνο για τη μάνα. Ο άνδρας, έστω και ο άριστος των μαιευτήρων, έχει πληρότατη πληροφόρηση, όχι γνώση της γέννας.

Στις κοινωνίες, τις ίδιες τις δικές μας, πριν τη Νεωτερικότητα, αλήθεια ήταν η βεβαιότητα, γεννημένη όπως το βλαστάρι, από σπόρο. Ξεχώριζε η γνώση από την πληροφορία, από τη συσκευασμένη για να πουληθεί είδηση. Σήμερα οι γνώσεις μας προϋποθέτουν τον συμβιβασμό με τη χρηστικότητα. Μας αρκεί η κατανόηση, περιττεύει η διακινδύνευση της εμπειρίας. Προσπερνάμε τη σχέση, μας εξασφαλίζουν οι «αυθεντίες». Προέχει ή συμβαδίζει με τη γνώση η απλή «ενημέρωση» ή η ψυχολογική μας συναίνεση.

Το Πάσχα του 2020 οδηγήθηκε να συρρικνωθεί στις εντυπώσεις. Καθόλου σχέση, καθόλου μετοχή, επομένως ούτε υποψία για Γιορτή – μόνο θέαμα τηλεοπτικό και ακρόαμα τηλεακουστικό. Στη θέση σώματος λαϊκού που γιορτάζει νίκη καταπάνω στον θάνατο, στήθηκε η solo ψαλμωδία. Ο λειτουργός να ευλογεί ένα κενό απουσίας πιστών, και στη γωνιά της μικρής οθόνης η τέλεια αρλούμπα: μεταφορά ιλιγγιώδους ποίησης και δραματουργίας σε «γλώσσα νοηματική»!

Όλοι οι ναοί κατάκλειστοι, βουβοί, τάφοι σφραγισμένοι «μετά κουστωδίας» (το περιπολικό της Αμεσης Δράσης στην πόρτα) – εξασφαλισμένος ο αποκλεισμός του θαύματος. Έρημοι δρόμοι συμπλήρωναν την εικόνα γενικευμένης συμφοράς ή πολέμου. Ασφαλώς και έπρεπε να ληφθούν μέτρα, να αναχαιτιστεί με κάθε τρόπο το θανατικό. Αλλά με τρόπο τίμιο, ευθύ, λ.χ. με τον εκκλησιαστικό ρεαλισμό του «πένθους», της θυσιαστικής έμπονης στέρησης. Να δηλώνουν πένθος οι κλειστές εκκλησιές, όχι πειθάρχηση σε «προοδευτικές» μηδενιστικές πολιτικές. Η ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση μιας στημένης παντομίμας σίγουρα είναι παρηγοριά για τον άρρωστο, τον κατάκειτο, τον υπερήλικα. Όμως η εικόνα της οθόνης γυμνώνει το αίνιγμα: Αν είναι έγνοια για τους αναγκεμένους ή φτηνιάρικη πολιτική επίδειξη «μέριμνας».

Μοιάζει παρακμιακός εκφυλισμός να παίρνει η εξουσία μέτρα «για την αποφυγή συνωστισμού», πιο βάναυσα στις εκκλησιές από αυτά που καθόρισε για τα σούπερ μάρκετ. Δυο μέτρα η απόσταση ανάμεσα στους πελάτες των υπεραγορών, αποκλεισμός ολοκληρωτικός των πιστών από την εκκλησιά τους. Στο φετινό Πάσχα ψηλαφήσαμε, χειροπιαστά, τι σημαίνει η τερατώδης αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού στην Ελλάδα σώματος σε «επικρατούσαν εν Ελλάδι θρησκείαν»: Επίσκοποι και πρεσβύτεροι ήταν οι απλοί διεκπεραιωτές των κρατικών εντολών, υπάλληλοι της εξουσιαστικής γραφειοκρατίας.

Το κράτος έκανε τη δουλειά του, εξυπηρέτησε τους στόχους του, η Εκκλησία ήταν, άλλη μια φορά, ανύπαρκτη, αλλοτριωμένη, εκούσια θρησκειοποιημένη. Αυτό είμαστε, μια αποτυχία – η νίκη καταπάνω στον θάνατο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως, ουδέ ερούσιν ιδού ώδε ή ιδού εκεί». Πορευόμαστε με ελπίδα, αλλά ταυτόχρονα κοινωνούμε τον πόνο μας. Λέμε: θα μπορούσε να μαρτυρηθεί το «κάτι άλλο», το διαφορετικό που είναι η Εκκλησία, η ελευθερία της από τη θρησκευτική τυπολατρεία και τον νομικισμό. Για παράδειγμα:

Να πουν κάποιοι επίσκοποι με συνείδηση ρεαλιστικής, όχι αλληγορικής «πατρότητας»: Σεβόμαστε τον τρόμο του αδύναμου ανθρώπου για τον κορωνοϊό, για βασανιστικό θάνατο από πνιγμό. Γι’ αυτό επιστρέφουμε (προσωρινά ή μόνιμα) στο αρχαίο λειτουργικό τυπικό: Οι πιστοί να δέχονται τη «μερίδα των αγιασμάτων» στην παλάμη και όχι με κοχλιάριο από το κοινό ποτήριο. Αλλά είναι φανερό, είμαστε πολύ, πάρα πολύ μακριά από την αγάπη που ελευθερώνει.

Το Πάσχα του 2020 συρρικνώθηκε στις εντυπώσεις. Ωστόσο, έστω και στο γήπεδο των εντυπώσεων, η σύγκριση του υποταγμένου στην επαρχιωτική μειονεξία κρατικού Ελλαδισμού με την κοσμοπολίτικη αρχοντιά του μαρτυρικού Φαναρίου ήταν ζωηφόρα αποκάλυψη. Η τηλεοπτική εικόνα επέτρεπε τη σύγκριση και γεννούσε την οδύνη. Από το 1862, που εγκαινιάστηκε το αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα του Γάλλου Boulanger, με σχέδια του Γερμανού Hansen, δεν βρέθηκε ένας (μα ούτε ένας) Έλληνας αρχιεπίσκοπος που να απαιτήσει την εξάλειψη – απόσβεση τουλάχιστον της ζωγραφικής θρησκευτικής παιδαριωδίας που «διακοσμεί» τον μητροπολιτικό ναό (έργα του Γερμανού Alexander Seitz).

Η τηλεοπτική αναμετάδοση προκαλούσε τη σύγκριση: της αρχοντιάς στο Φανάρι με την επαρχιωτίλα της Αθήνας. Εικόνες, λειτουργικά σκεύη, άμφια, ιεροτελεστικό τυπικό. Οι Ελλαδίτες με στολές σαν από καλογυαλισμένες φανταχτερές λαμαρίνες, οι Φαναριώτες με φινέτσα αισθητικής καλλιέργειας σε κάθε λεπτομέρεια.

Τι έχασε ο Έλληνας, τι έχει, τι του πρέπει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πρέπει να είναι ψυχοφθόρος μαζοχισμός να είσαι αρχιτέκτονας με συνείδηση εργολάβου οικοδομών, γιατρός με συνείδηση κομψού χρηματολάγνου, δάσκαλος αργυρώνητος με καλοστημένα «ιδιαίτερα», πολιτικός υποταγμένος στον υπόκοσμο του άνομου πλούτου και του δημοσιογραφικού αμοραλισμού. Και η δυστυχέστερη από όλες τις άλλες περίπτωση: να είσαι επίσκοπος με συνείδηση κορυφαίου στην υπαλληλία εξυπηρέτησης των «θρησκευτικών αναγκών του λαού».

Να το ξαναπούμε, κι ας είναι χιλιοειπωμένο ή σκόπιμα στρεβλωμένο: Η Εκκλησία βρίσκεται στους αντίποδες της θρησκείας, πρόκειται για αλληλοαναιρούμενες έννοιες. Η θρησκεία είναι ατομοκεντρικό γεγονός, θωρακίζει το εγώ με μεταφυσικές πεποιθήσεις, ναρκισσιστική πειθαρχία σε νομικές διατάξεις, παρέχει ψυχολογική ευεξία προσδοκίας ότι το εγώ θα επιβιώσει σε ατέρμονα γραμμικό χρόνο. Η Εκκλησία είναι αυτό που δηλώνει καταγωγικά η ελληνική της ονομασία: Μια κλήση-σε-σχέση (εκ-καλώ) αγαπητικής ελευθερίας. Όχι να υπάρχεις και επιπλέον να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες της ιδιοτέλειας.

Να υπάρχεις με τον τρόπο της Τριαδικής Αιτιώδους Αρχής τού υπάρχειν, η οποία «αγάπη εστί». Τα ονόματα «Πατήρ», «Υιός», «Παράκλητος» δηλώνουν την ύπαρξη ως σχέση, ως ελευθερία αγάπης.

Για την «εκκλησία των πολιτών» στην Αρχαία Ελλάδα «κριτήριον αληθείας», δηλαδή αθανασίας της ύπαρξης, ήταν ο «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος): η λογική αρμονία των σχέσεων, η συμπαντική ευταξία και κοσμιότητα. Για τους Χριστιανούς είναι η ελευθερία της αγάπης, το άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Η αναζήτηση να πραγματωθεί ο «κατ’ αλήθειαν» τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας: την πόλιν και τους θεσμούς της, το θάμβος της αρχιτεκτονικής, την τραγωδία, το «άγαλμα» στη γλυπτική. Η ίδια αναζήτηση αλήθειας των χριστιανών Ελλήνων γέννησε τον πολιτισμό της κοινότητας – ενορίας, την αρχιτεκτονική των «κεκλιμένων ουρανών» (θόλων-ημιθολίων-τόξων), τη συνέχιση της τραγωδίας στην ευχαριστιακή δραματουργία και του αρχαιοελληνικού άσματος στο «βυζαντινό» μέλος.

Για λόγους ιστορικά ευκρινείς και με καταλύτη την κοσμογονική αλλαγή στην πληθυσμική σύνθεση των ευρωπαϊκών περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον 4ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανακόπηκε και εξαρθρώθηκε η συναρμογή του ελληνικού και του χριστιανικού «παραδείγματος». Οι βαρβαρικοί εισβολείς «εκχριστιανίστηκαν», δηλαδή προσάρμοσαν το εκκλησιαστικό γεγονός στις δικές τους απαιτήσεις για «θρησκεία». Ο θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός στη Δύση έδωσε, στον μεσαίωνα, θαυμαστά δείγματα Τέχνης – τεχνικής με θρησκευτική έμπνευση και μαστορική επιδεξιότητα, αλλά η καισαρική διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία είχε πια χαθεί.

Ο Ελληνισμός, όταν, ύστερα από τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας, κατόρθωσε να ελευθερώσει ένα ελάχιστο τμήμα από τις κοιτίδες του πολιτισμού του, επιβίωσε για δώδεκα μόλις χρόνια με μια ανεξαρτησία δραματικά εμφυλιοπολεμική. Η αποτυχία λειτούργησε ταχύτατα ως πρόσχημα, για να καταστεί το κρατίδιο με τον Όθωνα, τοπικό προτεκτοράτο των δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων, με τους θεσμούς και τις λειτουργίες του παθητικές απομιμήσεις του ευρωπαϊκού πρωτοτύπου. Κατεπειγόντως η Εκκλησία αυτοανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» σε ρόλο κρατικής θρησκείας, μετασχηματίστηκε σε χρηστικό κρατικό θεσμό, με απόλυτη προτεραιότητα την ηθικιστική ωφελιμοθηρία, το νοησιαρχικό προπαγανδιστικό κήρυγμα.

Έτσι διολισθήσαμε στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, στη ριζική αλλοτρίωσή του. Χάθηκε η συνείδηση μετοχής σε σώμα: ενορίας – κοινότητας. Η πίστη έπαψε να σημαίνει εμπιστοσύνη, σημαίνει ατομικές «πεποιθήσεις» ή (το ευκολότερο) υποταγή στις ντιρεχτίβες μιας «αυθεντίας». Η αρετή είναι ατομικό κατόρθωμα (οπωσδήποτε χρηστικό) και η αλήθεια μια εξουσιαστικά εγγυημένη γνώση. Σήμερα πια, στο ελλαδικό κρατίδιο, η Εκκλησία, μαζί με το ΚΚΕ, είναι οι δυο πανομοιότυποι θεσμοί με την ίδια εμπιστοσύνη στην ιδεολογική πειθαρχία και απόλυτη προτεραιότητα της διάνοιας και της χρηστικής ωφελιμότητας των δογμάτων.

Στην Ελλάδα σήμερα οι επίσκοποι στο σύνολό τους (οι εξαιρέσεις σπάνιες) δείχνουν να καταλαβαίνουν το λειτούργημά τους ως αξίωμα πρωτοκλασάτου προπαγανδιστή – συγγενεύουν περισσότερο με τη λογική των opinion makers και των υπερασπιστών ενός ιδεολογικού «αλαθήτου». Αντιλαμβάνονται την «πατρότητα» που ευαγγελίζεται η Εκκλησία, σαν στοργικό «ύφος», στην κηρυγματική τους φλυαρία, την αφ’ υψηλού παροχή συμβουλών συμπεριφοράς.

Ο μανιώδης πληθωρισμός του κηρύγματος είναι η εξόφθαλμη βεβαίωση του εκπροτεσταντισμού της Εκκλησίας στην Ελλάδα. Κήρυγμα-κήρυγμα-κήρυγμα, καταιγισμός ωφελιμολογίας – όλα αρχίζουν και τελειώνουν στην κατα-νόηση και στο συναίσθημα, ακριβώς όπως και στο ΚΚΕ. Δεν αρκεί η προφορική κενολογία, υπάρχει και η έντυπη (εκατοντάδες χιλιάδες κηρυγματικά φυλλάδια η «Φωνή Κυρίου», κάθε Κυριακή), μαζί και το περιοδικό που απαραίτητα κάθε Μητρόπολη εκδίδει – εκεί τα ιδεολογικά «ψυχωφέλιμα» μοιράζονται τις σελίδες με αναρίθμητες επιδεικτικές φωτογραφικές απαθανατίσεις του τοπικού επισκόπου.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι, χωρίς έστω και τη μικροαστική σοβαρότητα. Ποιος κορωνοϊός θα μπορέσει ποτέ να συγκλονίσει την «ηγετική» τους υπεροψία και να τους υποψιάσει για το χάρισμα της πατρότητας;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Το πρόβλημα το ζούμε όλοι κατάσαρκα. Το ξέρουμε, ξέρουμε όλοι και τη λύση του. Κανένας μας δεν τολμάει να πει τη λύση. Όπως σε αποτυχημένο γάμο κανένας δεν μιλάει για διαζύγιο, στον καρκίνο κανένας δεν μιλάει για θάνατο. Συνεχίζουμε να διχογνωμούμε παθιασμένοι για το πρόβλημα, ενώ ξέρουμε τη λύση. Όπως στη δικτατορία: πολυσέλιδες οι εφημερίδες, καμιά δεν ονομάτιζε το πρόβλημα, οι δημόσιοι αγορητές το ίδιο.

Τότε μίλησε ο Σεφέρης. Με γλώσσα άλλη, «έξω από τα πολιτικά του τόπου» (Δήλωση, 28.3.1969). Ονομάτισε «δικτατορικές καταστάσεις» και τις όρισε σαν «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά». Προμήνυσε την «τραγωδία που περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος» και σίγουρα δεν εννοούσε μόνο τη βίαιη αποκοπή της Κύπρου από τον ενιαίο κορμό της ελληνικής ιστορικής παρουσίας.

Σήμερα δεν υπάρχει Σεφέρης για να σπάσει τη σιωπή, και αν υπήρχε, τη γλώσσα του την έχει αχρηστέψει, την κάνει ακατανόητη, ο διακομματικός «προοδευτικός» μηδενισμός της μεταπολίτευσης – ίδια «ελώδη, στεκάμενα νερά», από τον Λευτέρη Βερυβάκη ώς τη Νίκη Κεραμέως. Συνεχίζουμε ανέκφραστοι να ζούμε το πρόβλημα, διαιωνίζουμε την «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης» σαν αναπότρεπτη μοίρα ή ριζικό.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες μέρες ή εβδομάδες (όσο ορίσουν τα «μέσα») το λέμε «φορολογικό». Στη συνέχεια το μετονομάζουμε σε «ασφαλιστικό». Μετά σε «μεταναστευτικό». Ύστερα, σε πρόβλημα «εθνικής άμυνας». Και τα χρόνια κυλάνε, με μια καινούργια τραγωδία να περιμένει σε κάποια απρόβλεπτη στιγμή, που όλοι την απευχόμαστε και όλοι την προετοιμάζουμε με την αδράνεια ή την ανημπόρια μας.

Κάθε Έλληνας πολίτης με στοιχειώδη νοημοσύνη, προσπαθεί να μειώσει με τεχνάσματα ή να αποφύγει εντελώς την καταβολή φόρου. Φράσεις όπως: «με απόδειξη, εκατό, χωρίς απόδειξη, σαράντα» συνοδεύουν τις περισσότερες δοσοληψίες.

Οι δυνάστες μας, στο καθεστώς της κομματοκρατίας, προσπαθούν να «πατάξουν» τη φοροδιαφυγή, με αυξημένους ελέγχους, αστυνομικές μεθοδεύσεις. Ταιριάζει κι εδώ ο βιβλικός χαρακτηρισμός: «μωροί και τυφλοί»: Δεν καταλαβαίνουν, επειδή δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι η φοροδιαφυγή είναι λογικά τετράγωνη αυτοάμυνα. Θα πλήρωναν οι πολίτες ολοπρόθυμα τους φόρους τους, αν ήταν φανερό και ψηλαφητό ότι οι φόροι ξαναγυρίζουν στον πολίτη ως υπηρεσίες μέσω των θεσμών – λειτουργιών του κράτους. Ότι χρηματοδοτούν οι φόροι την ηλεκτροδότησή μας, την ύδρευση, τις συγκοινωνίες, την καθαριότητα των οικισμών, σχολειά για τα οποία να καμαρώνουμε, πανεπιστήμια να τα ’χουμε καύχημα.

Σήμερα οι πολίτες ξέρουμε ότι οι φόροι είναι ωμή ληστεία που υπηρετεί, προκλητικά και χυδαία, το πελατειακό κράτος των κομμάτων: Αναρίθμητους αυθαίρετους διορισμούς στο Δημόσιο (εξαγορασμένη ψηφοθηρία), διαπλοκή της εξουσίας με έναν δαιδαλώδη υπόκοσμο εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου. Όλα τα κοινωνικά λειτουργήματα έχουν παραδοθεί στην αδηφαγία της ιδιωτικής κερδοσκοπίας: το ηλεκτρικό, το πετρέλαιο, οι δρόμοι, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα τρένα, το ταχυδρομείο, η πληροφόρηση – όλα τα χρειώδη του βίου ο πολίτης πρέπει να τα αγοράσει, οπότε οι φόροι που απαιτεί το κράτος είναι μόνο «κεφαλικοί», χαράτσι για να του επιτρέπει η εξουσία να υπάρχει.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες άλλες μέρες ή εβδομάδες το λέμε «ασφαλιστικό»: Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού πληρώνεται από το κρατικό ταμείο, δήθεν υπάλληλοι ή δήθεν συνταξιούχοι, επειδή εφάπαξ πούλησαν την ψήφο τους σε κάποιον αετονύχη πολιτευτή. Το «κράτος» δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει ούτε καν τις κατάφωρες αδικίες – για εργασία δεκαπέντε χρόνων (ή και λιγότερων) συνταξιοδοτούνται μυριάδες επί τριάντα, σαράντα, σαράντα πέντε χρόνια. Δίχως στοιχειώδη, έστω, δικαιοκρισία: Αξιωματικός, για δεκαετίες στο χαράκωμα και στις προφυλακές ή πανεπιστημιακοί που εκλέχθηκαν καθηγητές στην τέταρτη ή πέμπτη δεκαετία του βίου τους, έχουν πολλοστημόριο της σύνταξης κλητήρα της Βουλής ή υπαλλήλου της άλλοτε «Ολυμπιακής», της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, του ΟΣΕ ή κρατικών Τραπεζών.

Ένα το πρόβλημα, αλλά πολυώνυμο – για κάποια περίοδο το λέμε «εθνική άμυνα». Μας έτυχε γείτονας λαός, σήμερα κάπου ογδόντα εκατομμύρια, που θέλησε και πέτυχε κάποτε να μας απωθήσει στο περιθώριο της Ιστορίας για τέσσερις ολόκληρους αιώνες. Και το ελάχιστο κρατίδιο που ξαναχτίσαμε το πριονίζει αδιάκοπα και το απειλεί αναιδέστατα. Εξάλειψε τον Ελληνισμό από την πανάρχαια μικρασιατική του κοιτίδα, τον ξερίζωσε από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Ιμβρο, την Τένεδο, τη Βόρεια Κύπρο, απέσπασε θρασύτατα συγκυριαρχία στο πέλαγος, στον αέρα, στις βραχονησίδες του Αιγαίου.

Απέναντι σε απειροελάχιστο ενδεχόμενο ανάλογης απειλής, οι πολίτες Ελβετοί ανανεώνουν τη στρατιωτική τους εξάσκηση κάθε χρόνο, από τα δεκαοχτώ ώς τα πενήντα τους, συντηρώντας στο σπίτι τους τον οπλισμό που τους παρέχεται – είναι η πιο ετοιμοπόλεμη κοινωνία της Ευρώπης, και γι’ αυτό απόλεμη. Στη σημερινή Ελλάδα, με καθημερινές και θρασύτατες τις απειλές της Τουρκίας, η στρατιωτική θητεία έχει εξευτελιστεί σε κωμικής διάρκειας (κι όμως απεχθέστατο) μπελά – είμαστε ίσως η πιο τυφλά εθελόδουλη κοινωνία της Ευρώπης.

Το πρόβλημα πολύπτυχο, αλλά ένα: Η κομματοκρατία.

ΠΗΓΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μπήκε στον καινούργιο χρόνο η ζωή μας, ζούμε στο 2020. Ο συλλογικός μας χαρακτήρας και η καλλιέργειά μας δεν μας αφήνουν περιθώρια να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα – δεν την αντέχουμε. Αυτό το ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, κομματάνθρωποι και τηλεπερσόνες. Έτσι, εκλείπει εντελώς η κοινωνική αυτοκριτική, η αναγνώριση λαθών, άρα και οι ρεαλιστικές προοπτικές.

Σταματάμε σε αστοχίες χειρισμών, κρίνουμε και τις επικαιρικές στραβοτιμονιές, εκεί τελειώνει ο δημόσιος προβληματισμός μας. Η μάζα (λέξη ταπεινωτική αλλά δυστυχώς ρεαλιστική) προτιμάει το ψέμα, αρκεί να είναι ευφραντικό: να ζει με «εντυπώσεις», όχι με πιστοποιήσεις.

Αυτό είναι που ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, θύματα και αυτοί, αλλά της αυτοχειρίας τους. Το δικό τους ντοπάρισμα θέλει διαφορετικό αφιόνι, πανάκριβο, και η στέρησή του βασανιστική: δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς δημοσιότητα. Το αποδείχνουν, άθελά τους, δέκα χρόνια τώρα που ο τόπος ρημάζει, λαφυραγωγείται χυδαία από τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα, η νεολαία φεύγει, η στέρηση και η ανελπιστία συντρίβουν το δυναμικότερο κομμάτι του πληθυσμού. Όμως οι κομματικές αντιμαχίες συνεχίζονται ερήμην της τρομακτικής συμφοράς και με αναστήματα όλο και πιο ασήμαντα έως και σπιθαμιαία.

Καίριος παράγων γι’ αυτή τη δραματική, ανέλπιδη έκπτωση είναι, κατά το «κοινό αίσθημα», η θεσμοποιημένη ατιμωρησία και τα ΜΜΕ: Η έγκαιρη και σκόπιμη μεσολάβηση πρωτόγονης νομοθεσίας που αμνηστεύει, σε ελάχιστο χρόνο, εξόφθαλμα εγκλήματα πρωθυπουργών και υπουργών, επιτρέπει, προκλητικότατα, να δημοσιεύουν άρθρα, να κάνουν βαρύγδουπες δηλώσεις και να μας δίνουν αφ’ υψηλού συμβουλές «πολιτικοί» ένοχοι, τουλάχιστον για τον εξωφρενικό δανεισμό της χώρας. Κατάφωρα ένοχοι για εξαγορά ψήφων με αντάλλαγμα τον διορισμό στο Δημόσιο εκατοντάδων χιλιάδων περιττών υπαλλήλων. Ένοχοι για παραγραφές χρεών του κόμματός τους. Για εύνοια (καταστροφική της δημόσιας οικονομίας) σε μεγιστάνες του πλούτου. Ατιμωρησία για τους υπουργούς με ακέραιη την ενοχή που η υποχρεωτική σχολική Παιδεία παράγει κάθε χρόνο ποσοστό, πολύ πάνω από 50%, λειτουργικώς αναλφαβήτων.

Δεύτερος παράγων για τη δραματικά ανέλπιδη έκπτωση του Ελληνισμού και του ελλαδικού κρατιδίου, είναι, στην κοινή πια συνείδηση, τα ΜΜΕ. Δεν χρειάζεται ανάλυση, τα ΜΜΕ στη σημερινή Ελλάδα είναι κοινή ντροπή. Τα μη κρατικά κανάλια έχουν μεταβληθεί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σε μικρομάγαζα ευτελισμένου γιουσουρούμ – πουλάνε κοφτερά μαχαίρια και μαλακές παντούφλες, ματογυάλια, βερνίκια και εσώρουχα, θαυματουργές αλοιφές και πάσης χρήσεως ράφια, μαζί με αναρίθμητες άλλες άθλιες μικροπραμάτειες. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει παραδώσει τη ραδιοτηλεοπτική πληροφόρηση και την ψυχαγωγία των πολιτών στην πιο φτηνιάρικη αγοραία ασυδοσία, σε λιανοπουλητές της «ευκαιρίας».

Όσα κανάλια έχουν Δελτία «Ειδήσεων» και όσες εφημερίδες επιβιώνουν μέσα στην πλημμυρίδα των «λειτουργικώς αναλφαβήτων», μιλάνε για την εκρηκτική δυναμική του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού, τις εξωφρενικές επεκτατικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, το σοβαρό ενδεχόμενο να χαθούν για την Ελλάδα νησιά πανάρχαιης ελληνικής καταγωγής ή και χερσαία εδάφη. Όμως δεν μοιάζει να διερωτάται κανείς: με ποιο ψυχολογικό σθένος, με ποιο «ηθικό» (φρόνημα και αυταπάρνηση) θα υπερασπίσουμε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι τη γη μας και τις θάλασσές μας;

Σαράντα χρόνια τώρα, οι «προοδευτικές δυνάμεις» έχουν μεθοδικά ξεριζώσει από το σχολείο και από την κωμική (λίγων μηνών) στρατιωτική θητεία κάθε εκτίμηση και αξιολόγηση της ελληνικότητας (γλώσσας, Ιστορίας, Τέχνης που πήγασε από την εμπειρία της μεταφυσικής, όχι από ιδεολογίες). Το ΠΑΣΟΚ εμπέδωσε στην Παιδεία τον «προοδευτικό» μηδενισμό – πήγαινε πακέτο με τον πολιτικό αμοραλισμό του. Η Ν.Δ. πιθήκιζε πάντοτε το ΠΑΣΟΚ και πλειοδότησε στον αφελληνισμό της ελλαδικής κοινωνίας, τρέμοντας μη χαρακτηριστεί «Ακροδεξιά». Ο ΣΥΡΙΖΑ, μεθοδικός στην πανουργία, ξερίζωσε «σύριζα» (εκ βαθέων) κάθε βιωματική συνέχεια πατρίδας. Ο πατριωτισμός ταυτίζεται πια με κόμματα «της πλάκας».

Λογικά πιθανότερο μοιάζει, ότι σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, σε οποιοδήποτε σημείο της κρατικής εδαφικής μας υπόστασης, η αντίδραση των Ελλαδιτών θα είναι επανάληψη του υποδείγματος των Ελληνοκυπρίων: Θα επιβιβαστούν στα Ι.Χ. τους και θα φύγουν, για να εγκατασταθούν στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αυτό οι Τούρκοι το ξέρουν και τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα έκδηλα το ποθούν. Ο «πόθος» τους δεν μοιάζει άσχετος και με τη στελέχωση των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών – η σύνθεση των κυβερνήσεων αντανακλά τις «φιλοευρωπαϊκές» προτεραιότητες, καθόλου την αγωνία ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού.

Εξάλλου, τα πατρογονικά χωράφια, ακόμα και αρχοντόσπιτα στα χωριά δεν γοητεύουν όσο ένα «τριάρι» ή και «δυάρι» στην ατιμασμένη βάναυσα και τερατοπλασμένη Αττική. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα (το χωριό) πνίγηκε μεθοδικά και αφανίστηκε με απαίτηση των ευρωπαϊκών «αγορών». Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» καταστρέψανε, επίσης μεθοδικά, τη γλώσσα και στρέβλωσαν εξαμβλωματικά τη διδασκαλία της Ιστορίας. Το σχολείο έγινε θανατερά χρηστικό, βαρετό συμπλήρωμα ή υποκατάστατο του κερδοσκοπικού φροντιστηρίου.

Το όραμα του Κοραή και των Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν μια Ελλάδα «πολιτισμικό» προτεκτοράτο της «πεφωτισμένης» Ευρώπης, περιορισμένο στα εδάφη που φέρουν αρχαιοελληνικά ονόματα: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Μυκήνες, άντε και Δελφοί. Κυρίως, να κοπεί ο λώρος που συνέδεε τους Έλληνες με την «Πόλη και την Αγιά-Σοφιά», την αυτοκρατορική μνήμη και αρχοντιά.

Μοιάζει το όραμα να πλησιάζει στην πραγμάτωσή του.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η «Κ» δημοσίευσε, στις 13.09.2019, την έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ), για το 2019. Ο δημοσιογράφος που παρουσίασε την έκθεση, κ. Απόστολος Λακασάς, συνόψισε εισαγωγικά το συμπέρασμα των δραματικών πιστοποιήσεών της: «Μεγάλη μερίδα μαθητών κινδυνεύει να ολοκληρώσει τη σχολική εκπαίδευση, Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια, παραμένοντας λειτουργικώς αναλφάβητη».

Συζητάμε στις συντροφιές, αν η γενική κατάσταση της χώρας είναι «καλύτερη» με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, προτιμότερη από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Μάταιη αδολεσχία, όταν οι στατιστικές μετρήσεις Ανεξάρτητης Αρχής βεβαιώνουν ότι η πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα μπαίνουν στη δημιουργική (και ευθυνών) φάση της ζωής τους λειτουργικώς αναλφάβητοι. Που σημαίνει: ανίκανοι να κατανοήσουν – κρίνουν – ελέγξουν τις πληροφορίες που δέχονται, επομένως ανίκανοι να αντιληφθούν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους. Αδύνατο να μορφώσουν σε νόημα (λεκτικό σχήμα) την ανάγκη, επιθυμία, προτίμησή τους.

«Λειτουργικώς αναλφάβητος» θα πει: δεν ξέρει να σκεφτεί και να κρίνει, ξέρει μόνο να προσλαμβάνει εικόνες – αποκόβεται από την πραγματικότητα και ζει στον τεχνητό κόσμο των εντυπώσεων. Ο κοινός βίος στη σημερινή Ελλάδα, σε κάθε παραμικρή πτυχή του (μάθησης, σπουδής, επιλογής επαγγέλματος και βιοπορισμού, πολιτικής ευθύνης, ενδιαφερόντων και ψυχαγωγίας) έχει μοναδική αφετηρία και μοναδικό στόχο τις ευάρεστες «εντυπώσεις». Παρακάμπτεται αυθόρμητα η σκέψη, η κρίση, η σύγκριση, η εγκυρότητα της πληροφόρησης, η αξιοπιστία του πληροφοριοδότη, ο έλεγχος ρεαλισμού της ανάγκης, η κριτική αξιολόγηση του στόχου.

«Γιατί είσαι Παναθηναϊκός; Γιατί ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ; Γιατί ψωνίζεις από το Lidl; Γιατί σπουδάζεις τη Νομική;» – η ρεαλιστικότερη και αυθεντικότερη απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήσεις θα ήταν: «γιατί έτσι μου αρέσει». Τυχαία και συμπτωματικά, συνέπεσε, οι πρώτες εντυπώσεις μου για τον Παναθηναϊκό, το ΠΑΣΟΚ, το Lidl, τα Νομικά να είναι ευάρεστες, να κολακεύουν (ασυνείδητα) τo εγώ μου. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι κατασκευαστές εντυπώσεων και οι έμποροι εντυπώσεων. Γι’ αυτό ηγεμονεύουν σε όλα τα πεδία: της πληροφόρησης, της «ψυχαγωγίας», της αγοράς, των ιδεολογιών, της τεχνοκρισίας και βιβλιοκρισίας, της εξουσίας.

Στο ερώτημα, λοιπόν, αν είναι «καλύτερη» η κατάσταση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, οι απαντήσεις συνεχίζουν να διαμορφώνονται και να κρίνονται από την αυθαιρεσία των ατομικών εντυπώσεων. Δηλαδή, συντηρείται ακόμα το καθεστώς αυθαιρεσίας (δικτατορίας) των εντυπώσεων.

Οι εντυπώσεις μάς χειραγωγούν να «αισθανόμαστε» ότι αποκαταστάθηκε κάποια «ευπρέπεια» σε δύο πτυχές του δημόσιου βίου: στην εμφανή προστατευτική αστυνόμευση και στη μηχανοργάνωση επικοινωνίας μεταξύ αλληλοεπικαλυπτόμενων πλοκάμων του κυβερνητικού Λεβιάθαν.

Κάποιες στιγμές φωτίζεται, με διάρκεια πυροτεχνήματος, ένα από τα θανατηφόρα (στην κυριολεξία) κοινωνικά αδιέξοδα, χωρίς την παραμικρή συνέπεια πολιτικής αφύπνισης και επέμβασης. Πιστοποιεί, λ.χ., η ΑΔΙΠΠΔΕ ότι Δημοτικό και Γυμνάσιο στέλνουν στο Λύκειο κυρίως λειτουργικά αναλφάβητους, παιδιά που τα κατέστησε ανάπηρα το σχολείο, όμως η Κυρία Κεραμέως, παρά το βαρύ οικογενειακό της όνομα, ασχολείται με τις εντυπώσεις που θα μας πείσουν ότι οι ελλείψεις σε δασκάλους και καθηγητές, επί των ημερών της, είναι λιγότερες και οι χώροι διδασκαλίας επαρκέστεροι. Ανίατη η φτηνή εντυπωσιοθηρία.

Η χειροπιαστή και μετρητή πραγματικότητα της χώρας μας βοά (όχι δίνει την εντύπωση) πως δεν χρειάζεται έναν ευφυή, χαμογελαστό και τσαχπίνη πολιτικό ηγέτη που να κερδίζει τις εντυπώσεις, χρειάζεται έναν κοινωνικό αναμορφωτή. Που σημαίνει: χρειάζεται η χώρα όχι διαχείριση εντυπωσιακών «λύσεων» των προβλημάτων της, αλλά τολμηρές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα γεννήσουν λύσεις των προβλημάτων. Οι βιώσιμες και αποτελεσματικές λύσεις γεννώνται, δεν επιβάλλονται.

Πώς να στηθούν και να λειτουργήσουν υπηρεσίες και οργανισμοί του Δημοσίου, όταν «προοδευτικοί» χαρακτηρίζονται στην Ελλάδα οι πολιτικοί ενσαρκωτές του μηδενισμού και αμοραλισμού; Μηδενισμός και αμοραλισμός είναι τα τυπικά προϊόντα της πολιτικής καταξίωσης του ατομοκεντρισμού, υποκατάστασης του κοινωνικού αθλήματος από τον πρωτογονισμό προτεραιότητας του εγωτικού συμφέροντος.

Τέτοιες μικρονοϊκές αρνήσεις της κοινωνικής συνοχής, περιφρόνηση της πλουτισμένης από διαδρομή αιώνων γλώσσας, ατίμωση της αρχοντιάς των αγώνων για την ελευθερία, απαξίωση του κάλλους και της σοφίας που συγκεφαλαιώνει η λαϊκή παράδοση, δεν αντιμετωπίζονται, βέβαια, με αστυνομικές απαγορεύσεις ή με προπαγάνδα.

Ο πνιγερός απελπισμός για το μέλλον του Ελληνισμού γεννιέται, κυρίως, από το γεγονός της ανυπαρξίας αντιστάσεων στον πανίσχυρο ολοκληρωτισμό της απολυταρχίας των εντυπώσεων. Δεν υπάρχει ένα ελάχιστο έστω κόμμα, που να πιστεύει σε ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Στην απόλυτη προτεραιότητα της αλλαγής του σχολειού – από το νηπιαγωγείο ώς το πανεπιστήμιο. Της επιστροφής στην αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Στην ανάκτηση αξιοπρέπειας και ραχοκοκαλιάς στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

«Όλα τα θηρία τρώγουν από μας» επειδή είμαστε το «μπαίγνιο» της Ευρώπης. Ακόμα σήμερα, ύστερα από τόση πείρα της συμπεριφοράς των Ευρωπαίων, περιμένουμε τους «συμμάχους» να διώξουν τους Τούρκους από τις γεωτρήσεις στις θάλασσές μας. Μωροί και τυφλοί. Ξεχνάμε ότι η «Ευρώπη» χάρισε τη Μικρασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη στον Κεμάλ, τη μισή Κύπρο στους διαδόχους του, τη Βόρεια Ήπειρο στους Αλβανούς, την Ανατολική Ρωμυλία στους Βουλγάρους, τη Μακεδονία στους αργοφτασμένους Σκοπιανούς. Θέλει την Ελλάδα εδαφικά ελάχιστη, γραφικό προτεκτοράτο, αρχαιολογικού ντιλεταντισμού.

Ποια η κατανόηση της λέξης «εθελοδουλεία»;

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με το Οφφίκιο του Άρχοντος Μεγάλου Ρήτορος τίμησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τον διακεκριμένο ομότιμο καθηγητή πανεπιστημίου, συγγραφέα και αρθρογράφο της «Κ» Χρήστο Γιανναρά, μετά το πέρας του Εσπερινού, κατά τον οποίο χοροστάτησε, χθες το απόγευμα, παραμονή της εορτής της Ινδίκτου, στην Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, παρουσία πλήθους Ιεραρχών, Αρχόντων Οφφικιαλίων, του γενικού προξένου της Ουκρανίας στην Πόλη, Ολεκσάντρ Γκαμάν, και πιστού λαού.

Διαβάστε τη συνέχεια  εδώ και εδώ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η  επιφυλλίδα επιτρέπεται να αιθεροβατεί – είναι φιλολογικό είδος, δεν πειθαρχεί στις απαιτήσεις επικαιρότητας της ειδησεογραφίας.

Στην οργάνωση και στη λειτουργία του ελλαδικού κράτους, ποια δεδομένα δεν είναι ελληνικά, δεν τα γέννησε η σοφία της ανάγκης, η εμπειρική παράδοση του Ελληνισμού; Είναι πολλά, ας ξεχωρίσουμε τρία: Ο διακοσμητικός ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή το συγκεντρωτικό κράτος. Επίσης, η προτεραιότητα δάνειων ιδεολογημάτων (όχι της επιχώριας ανάγκης) στην άσκηση της πολιτικής. Και η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού κοινωνικού θησαυρίσματος σε «επικρατούσα θρησκεία».

Η θρησκεία συνήθως είναι θεσμοποιημένη αγοραπωλησία: κάποιοι πουλάνε, κάποιοι αγοράζουν. Πωλούνται χρηστικά ωφελιμοθηρικά προτάγματα, αγοράζονται παρηγορητικές ψευδαισθήσεις. Το κράτος κατοχυρώνει τη συναλλαγή, διότι του εξασφαλίζει λιγότερο φόρτο δουλειάς για την αστυνομία και τα δικαστήρια. Αλλοτριώνει θεσμικά σε θρησκεία (σε ατομοκεντρικό νομικισμό και ηθικοπλαστική προπαγάνδα, δηλαδή σε «κήρυγμα») την ανατροπή της θρησκείας, που είναι ο εκκλησιαστικός γιορτασμός της ζωής. Παραβλέπει το κράτος ότι μπροστάρηδες στη Γιορτή της Εκκλησίας είναι ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος. Στη θέση της τολμηρής απελευθερωτικής ανατροπής, το κράτος αντιτάσσει ένστολους υπαλλήλους της δημόσιας τάξης και του καθωσπρεπισμού.

Οι θρησκευτικοί υπάλληλοι του κράτους διαβαθμίζονται – οι υψηλόβαθμοι είναι ογδόντα δύο (82) «μητροπολίτες». Πώς επιλέγονται; Πρέπει να είναι άγαμοι (όχι έμπειροι μοναστικής άσκησης, απλώς απάντρευτοι). Να έχουν και πτυχίο «πανεπιστημιακής» Θεολογικής Σχολής. Με ποια διαδικασία εκλέγονται; Μόνο με παρασκήνιο – η ψηφοφορία είναι μυστική, οι εκλέκτορες δεν αιτιολογούν την ψήφο τους. Πρόκειται για το απόλυτο της αυθαιρεσίας.

Η μετάβαση από τη βαθμίδα του «πρεσβυτέρου» (ιερέα) στη βαθμίδα του μητροπολίτη επισκόπου συνιστά υπαρκτική μετάλλαξη, κυριολεκτική – από σερνάμενη κάμπια σε χρυσοστολισμένη πεταλούδα. Το ασήμαντο, καλογεροφορεμένο «παπαδάκι» μεταμορφώνεται ακαριαία σε πρίγκηπα, γίνεται αφέντης, δεσπότης, μπορεί και τριανταπεντάρης αλλά σεβασμιότατος, όλοι γονατίζουν μπροστά του και τον προσκυνούν.

Συχνά διαχειρίζεται χρήματα πολλά, αλλά τον άνθρωπο τον αλλάζει κυρίως η δύναμη, η εξουσιαστική ισχύς, το ακαταμάχητο κύρος του αξιώματος. Και μαζί, το αιφνίδιο της ριζικής μεταβολής. Ο φτωχός, χιλιοταπεινωμένος στις σημερινές συνθήκες «παπάς», που τον έχει λιώσει η μοναξιά και η περιθωριοποίηση, «εξαίφνης» γίνεται οικοδεσπότης επισκοπικής έπαυλης, συχνά διώροφης ή τριώροφης, με κήπο, ανθοκομική ποικιλία, υπηρετικό προσωπικό, ένα ή και «στόλο» αυτοκινήτων, με οδηγό ή οδηγούς, μάγειρα, οικονόμο.

Αυτή η ονειρώδης «μεταστοιχείωση» κερδίζεται με ένα πτυχίο Θεολογικής, που το παίρνει πια σήμερα ο πάσα ένας. Το μεγαλωμένο συνήθως στην ένδεια, συμπλεγματικό χωριατόπουλο, χωρίς εμπειρία και εθισμούς στην αστική συμπεριφορά, μεταφυτεύεται σε συνθήκες και όρους άρχοντα. Επίσημα δείπνα, συνεχής συγχρωτισμός με τους σκληροπετσωμένους της εξουσίας, αλισβερίσια μυθικών κονδυλίων, περίγυρος αδίστακτων κερδομανών.

Και όταν «λειτουργεί», τα παραισθησιογόνα κορυφώνονται: Ο χθεσινός «Μήτσος», «Κώτσος» ή «Παναγής» ντύνεται ακέραιη τη στολή τού άλλοτε απόλυτου μονάρχη της «οικουμένης»: Σάκο αυτοκρατορικό και μανδύα με «ουρά», μίτρα και σκήπτρο επίσης του «άρχοντος και δεσπότου βασιλέως», με τον διάκονο να του κρατάει την «ουρά». Αυτά όλα, με καταιγιστικούς τους πολυχρονισμούς και άφθονο το θυμίαμα, όχι στον καθεδρικό, της πρωτεύουσας του κράτους ναό, αλλά και στο τελευταίο κουτσοχώρι όπου ιερουργεί «δεσπότης».

Από όλα αυτά τίποτε δεν είναι ανάγκη να αλλάξει στην ιεροτελεστία, αρκεί να λείψει το ψέμα και η αφόρητη αδικία. Είναι πρόκληση και μάλιστα βάναυση, άνθρωποι τόσο ελάχιστων προσόντων ή και κραυγαλέα ανύπαρκτης σοβαρότητας να έχουν μεταβάλει ένα τεράστιας δυναμικής λειτούργημα σε λαχείο, που μεταμορφώνει θλιβερούς σπιθαμιαίους σε υπερευνοημένους μεγιστάνες. Το μυστικό για να μην χαθεί τίποτα και όλα να μεταμορφωθούν, είναι να προταχθεί η δίψα και ανάγκη για ανθρώπινη ποιότητα.

Ανοίξτε την ετήσια έκδοση «Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπου απογράφονται τα βιογραφικά σημειώματα όλων των μητροπολιτών. Είναι ίλιγγος: για τη συντριπτική πλειονότητα, τα προσόντα εξαντλούνται στο πτυχίο της Θεολογικής και σε θητεία ιεροκήρυκα, δηλαδή αμειβόμενου προπαγανδιστή. Με αυτά τα δύο «εφόδια» γίνεσαι από πληβείος άρχοντας πολυζήλευτος. Ακόμα και υπουργό σήμερα δεν σε κάνουν με ένα πτυχίο και κάποια θητεία προπαγανδιστή. Δεσπότη, αν έχεις αποδείξει ότι είσαι (και θα παραμείνεις) πειθήνιος, σε χειροτονούν.

Μέσα από διαβλητές και εξοργιστικά άδικες διαδικασίες εκλογής, το «σώμα» των επισκόπων-μητροπολιτών στο ελλαδικό κρατίδιο έχει να επιδείξει (αλλά δεν το κάνει) και κάποια δείγματα εξαιρετικής ανθρώπινης ποιότητας. Είναι μια μειονότητα πολύτιμη, αλλά μάλλον ανενεργός συνοδικά. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς ποιοι παράγοντες ή ποιοι συντελεστές παγιδεύουν αυτή την ποιότητα στην ατολμία. Είναι πρόβλημα που πιστοποιείται σε πολλούς κομβικής λειτουργίας θεσμούς στο παρακμιακό μας Ελλαδέξ.

Ασυγκρίτως οδυνηρότερη από την πλημμυρίδα της ανικανότητας και φαυλότητας, είναι η παραλυτική ατολμία της ποιότητας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο πρωθυπουργός, συνταγματικός μονοκράτορας στην Ελλάδα, αποφάσισε να ξεκινήσει η προετοιμασία, προκειμένου, τον μεθεπόμενο χρόνο (2021), να γιορτάσουμε οι Έλληνες τη συμπλήρωση δύο αιώνων από τον ξεσηκωμό των προγόνων μας για την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Το πρόσωπο που διάλεξε ο πρωθυπουργός για την προεδρία της επιτροπής εορτασμού, δηλώνει τι ο ίδιος φαντάζεται και τι περιμένει να οργανωθεί, προκειμένου να τιμηθεί η επέτειος: Περίπου τα γνωστά πανηγυριώτικα «ευρήματα» σκηνοθετικού εντυπωσιασμού, που επαναλαμβάνονται στις ενάρξεις «ολυμπιακών αγώνων», σε φιέστες καρναβαλικές, σε διεθνή τουρνουά ποδοσφαίρου κ.ά.α.

Απόλυτος στόχος, να κερδηθούν οι εντυπώσεις, να εκστασιαστεί το πόπολο, να ενδιαφερθούν για το θέαμα τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα.

Στόχος παντού και πάντοτε οι εντυπώσεις: Στην οργάνωση της παραγωγής, στην αγορά προϊόντων, στη διακίνηση ιδεών, στην επιστημονική κατάρτιση, στον ανταγωνισμό εμπορικών αθλητικών ομάδων, εμπορικών πολιτικών κομμάτων, εμπορικών τηλεοπτικών καναλιών και ραδιοφώνων. Έτσι και με την επιλογή του πρωθυπουργού για την προεδρία του εορτασμού δύο αιώνων από την «παλιγγενεσία», πρώτο κριτήριο η ικανότητα εντυπωσιασμού των ασχέτων.

Ο συνταγματικός μονοκράτορας πρωθυπουργός θα μπορούσε να είχε, έστω και μόνο, ξεφυλλίσει το αυτοβιογραφικό πόνημα της εκλεκτής του – εκδόθηκε το 2013. Θα είχε τότε, ίσως, κάτι αντιληφθεί για τη διαφορά της σοβαρότητας από την ελαφρότητα, του δημιουργικού ταλέντου από την επιδεικτική επιδεξιότητα. Ίσως όλα να ήταν διαφορετικά στην πατρίδα μας, αν έστω κι ένας πρωθυπουργός, στα τελευταία σαράντα χρόνια, μπορούσε να διακρίνει την κρίσιμη διαφορά του σοβαρού από το ασόβαρο, του πραγματικού από τις εντυπώσεις.

Ασφαλώς προσβάλλει την όποια έλλογη ευαισθησία η πρωθυπουργική επιλογή της προέδρου για την προετοιμασία του εορτασμού της παλιγγενεσίας. Όμως, ολόκληρο το «σύστημα» διαχείρισης της ελληνικής συνέχειας στη χώρα μας (κυβερνήσεις, κόμματα, η κρατική μηχανή, η Δικαιοσύνη, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, οι Επίσκοποι, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Τοπική Αυτοδιοίκηση ή ό,τι άλλο) βεβαιώνουν, έμπρακτα, καθημερινά και με έμφαση ότι αντιλαμβάνονται την «παλιγγενεσία» ακριβώς όπως και ο πρωθυπουργός: Δηλαδή, ακριβώς όπως μια πρώην αποικία που αποτίναξε, με τεράστιες θυσίες, τον ζυγό αθέλητης δουλείας αιώνων, για να της παραχωρηθεί μια πιο λουστραρισμένη, αλλά τώρα θελημένη υποδούλωση: ηδονικά καμουφλαρισμένος αυτεξευτελισμός. 

Κατάφαση ή αντίρρηση σοβαρή γι’ αυτή την πιστοποίηση προϋποθέτει μελέτη πολλή και δίχως προκαταλήψεις – μια επιφυλλίδα μόνο σαν πρόκληση μπορεί να λειτουργήσει. Με την καταθλιπτική, εκ προτέρου επίγνωση ότι και η πρόκληση είναι προ πολλού παγιδευμένη: Η συντριπτική πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα είναι απολύτως βεβαιωμένη ότι έχει την «ορθή» άποψη, έστω κι αν την αντλεί από επιπόλαια ψιλοδιαβάσματα ή κυρίως από την εγκληματική ανευθυνότητα των ΜΜΕ. Δεκαετίες τώρα (τουλάχιστον τέσσερις) η ιστορικο-υλιστική προπαγάνδα μονοπωλεί τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ στη χώρα μας.

Το ερώτημα είναι απλό: Ποιος ήταν ο Ελληνισμός πριν την παλιγγενεσία και ποιος είναι σήμερα; Η απάντηση μπορεί να ελεγχθεί με δεδομένες μετρήσεις, πολλαπλά βεβαιωμένες μαρτυρίες: Οι Έλληνες τότε, πριν την «παλιγγενεσία», ήταν πολλές και μεγάλες πληθυσμικές ομάδες διάσπαρτες τόσο μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής. Με τα λόγια του Ελύτη, ο Έλληνας τότε «ανάσαινε (ακόμα) τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότιο Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και φυσικά την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ώς κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».

Έστω και μόνο τα κτίρια που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες στην Τεργέστη, στην Οδησσό, στη Βιέννη, στη Βενετία, στη Μασσαλία, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, στο Βουκουρέστι βεβαιώνουν το συναρπαστικό παράδοξο: Ότι υπόδουλοι στους Τούρκους οι Έλληνες ήταν άρχοντες. Λαός με πηγαία περηφάνια για τη γλώσσα του, την Ιστορία του, τους προγόνους του, την πίστη του. Οικονομικοί μεγιστάνες στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής, άρχοντες καλλιέργειας της ευαισθησίας στην άγονη ύπαιθρο και στα νησιά, με τη συναρπαστική ποικιλότητα της λαϊκής φορεσιάς, της σοφής και έκπαγλης λαϊκής αρχιτεκτονικής, της λαϊκής μουσικής, αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την οθωνική ασέλγεια βιασμού της Ελληνικότητας από τον φορμαλιστικό «εξευρωπαϊσμό», οι Έλληνες δεν είναι πια Έλληνες. Η εικόνα λαού αρχόντων καταπόθηκε από τα στερεότυπα των «λαντζέρηδων» στα εστιατόρια της Αμερικής, των εξαθλιωμένων που «ξύνουν ψάρια» στα Fish and Chips της Αυστραλίας, των ανθρακωρύχων του Βελγίου, των Gastarbeiter της Γερμανίας. Χάθηκε αμετάκλητα ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Βόρειας Ηπείρου, της Βόρειας Κύπρου, της μακεδονικής Πελαγονίας.

Η βαρύτερη απώλεια δεν είναι οι χαμένες πατρίδες, οι σφαγμένοι, τυραννισμένα εξοντωμένοι Έλληνες της άλλοτε ελληνικής «οικουμένης». Είναι η οριστική απόσβεση του ελληνικού «τρόπου». Δεν υπάρχει πια γλώσσα να συνεχίσει την ελληνική μοναδικότητα, κοινή επίγνωση Ιστορίας, σώμα εκκλησιαστικής κοινωνίας, διασπορά που να λογαριάζει με καύχηση την ελληνικότητά της.

Και ούτε ένας «θάνατος από αηδία», δηλωτικός αντίστασης στη νεκροφόρο φιέστα της Γιάννας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ