Του Μάνου Στεφανίδη

Στον. Γ. Καραμπελιά

Αυτό που απέδειξε με κυνικήν ωμότητα ο μοιραίος Αλέξης σ’ αυτά τα χρόνια της εξουσίας του, είναι πως είμαστε κι εμείς όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους άλλους, τους απέναντι.  Ή, τουλάχιστον τους περισσότερους. Καμία διαφορά, καμία εξαίρεση, καμιά ελπίδα… Τα προσωπεία έπεσαν και τα πρόσωπα έγιναν θλιβερές καρικατούρες του εαυτού τους. Ο Μπαλάφας στη θέση του Γιακουμάτου.

Έτσι, κι οι απέναντι θα επιστρέψουν με την σειρά τους και με την ίδια κι απαράλλαχτη αλαζονεία με την οποία πρωτοανέβηκε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τα σκαλιά του Μαξίμου, στους παλιούς τους θώκους. Σίγουροι, δηλαδή επικίνδυνοι.

Λες και οι δυσάρεστες εμπειρίες κι ακόμα χειρότερα οι οδύνες αυτού του τόπου δεν αξίζει να διδάξουν τίποτα το ουσιαστικό στο μακάριο, πολιτικό μας σύστημα… Στις αποκρουστικές βεβαιότητες των δύο μονομάχων. Αφού κι οι απέναντι περιμένουν να νικήσουν όχι γιατί έχουν ανανεωθεί ριζικά ή κομίζουν κάτι το συνταρακτικά καινούργιο αλλά γιατί απλώς εκπροσωπούν το μη χείρον βέλτιστον. Λες και μπορεί να υπάρξει κάτι χειρότερο από την σπείρα των Συριζανέλ και των θλιβερών, δευτερότριτων πασόκων συνοδοιπόρων τους. Δείτε τι προτείνουν αμφότεροι για τον πολιτισμό. Τίποτε!

Στη Ν.Δ. λοιπόν αστεία, πολιτικά πρόσωπα που σε άλλες συνθήκες θα είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλληλοπροσφωνούνται «πρόεδροι» και περιμένουν την ευκαιρία για την προσωπική τους ρεβάνς χωρίς καμία ουσιαστική έγνοια για τον τόπο. Αηδία. Λες και δεν έφεραν αυτοί και η ανικανότητα τους τον μοιραίο Αλέξη στα πράγματα.

Του δε Κυριάκου παραμένει ακόμη ως πιο γενναία του, πολιτική κίνηση η καταψήφιση του Πάκη. Και πιο επικοινωνιακή του η προσχώρηση των Τατσόπουλου – Πανούτσου. Χωρίς να υπονοώ τίποτα αρνητικό και για τους δύο. Θα περίμενα όμως ένα πιο γενναίο άνοιγμα στον φιλελεύθερο χώρο ή την διανόηση.

Σ’ αυτό λοιπόν το θλιβερό τοπίο εξακολουθούν ασύδοτοι κάποιοι λειτουργώντας ως το αγελαίο, αριστερό άλλοθι μιας ετεροκίνητης, προσκυνημένης κυβέρνησης, να βάζουν τυφλές βόμβες έξω από ναό για να πλήξουν όσους πήγαν στην πρωινή, χριστουγεννιάτικη λειτουργία!

Φρίκη αληθινή για αυτούς που ανατράφηκαν σ’ ελληνικά σχολεία αλλά δεν έμαθαν τίποτα από τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου ή τον Καρούζο και θεωρούν την χυδαία βία σαν επανάσταση και σαν προοδευτισμό την τρομοκρατία της πίστης του άλλου και την εξαφάνιση των συμβόλων της παράδοσης. Ο φασισμός σε όλη του την αποκρουστική αποκάλυψη. Χειρότερος μάλιστα από κάθε άλλο φασισμό γιατί παρουσιάζεται πιο «διανοούμενος»! Χειρότερος ακόμη κι από εκείνον των προγλωσσικών χρυσαυγιτών.

Στην αρχή σκέφτηκα πως μπορεί να είναι προβοκάτσια αλλά έπειτα θυμήθηκα πως έχουν πυκνώσει τα περιστατικά αγνώστων που βρωμίζουν ή βανδαλίζουν εκκλησίες -τα όπια του λαού!- ενώ ποτέ δεν μαθεύτηκε ευρύτερα το αποκρουστικό γεγονός πως παρόμοιοι «ιδεολόγοι» αφόδευσαν (sic ) στο ναΐδριο της Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου. Πριν καιρό. Στο ιερό! Οχετός επανάστασης… Θα μού πείτε τί έκαναν οι πανεπιστημιακές αρχές; Και θα σας απαντήσω. Τίποτα!

Από το ήμερο χωριό της γαλλόφωνης Ελβετίας που βρίσκομαι, θα ήθελα να γράψω σήμερα κάτι πιο παρηγορητικό ή εορτάσιμο. Όμως το ότι κάποιοι πουλάνε φόβο και βία με στόχο εκκλησιαζόμενους, ημέρες γιορτών, με ξεπέρασε. Αιφνίδια λυπήθηκα που δεν πηγαίνω πια στην λειτουργία των Χριστουγέννων. Κάποτε η μάνα μάς ξύπναγε ξημερώματα για να ακούσουμε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε!» Εδώ και δεκαετίες δεν πηγαίνω, δεν αισθάνομαι αρκούντως αθώος. Λάθος. Λάθος ζωής.

Αιφνίδια συνειδητοποίησα πως κάποτε ζούσαμε εν σώματι τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Στο ίδιο του το τρυφερό σύμπαν. Τώρα, όχι πλέον. Ο Παπαδιαμάντης, όπως κι ο Θουκυδίδης με τον Επιτάφιο κι η Αντιγόνη και η Κύρου Ανάβασις κι ο Αρριανός έχουν εξοριστεί από την, εργαλειακή ούτως ή άλλως, εκπαίδευση μας. Από την άμεση μας καθημερινότητα …στο όνομα ενός αορίστου, δυσεπώνυμου εκμοντερνισμού. Δεν έχουν τίποτα να πουν όλοι αυτοί, αυτό το σώμα – σήμα παιδείας, στους νεότερους και ιδού τα αποτελέσματα. Το χειρότερο μάλιστα είναι πως ούτε και οι από εδώ ούτε και οι απέναντι έχουν τα πνευματικά εφόδια για να καταλάβουν σ’ όλο της το τραγικό βάθος αυτή την έλλειψη. Την εθνική απώλεια.

Υ. Γ. 1 Το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι βαθιά κατατονικό, βαθιά συμβιβασμένο. Μοιάζει οι μεν να έχουν να επιδείξουν στους δε απλώς και μόνο καλύτερη τεχνογνωσία ως προς την διαχείριση των συμβιβασμών. Και το χειρότερο: Ούτε θέλουν αμφότεροι, ούτε μπορούν να εμπνεύσουν και να ποδηγετήσουν μια κοινωνία εξίσου κατατονική και εξίσου συμβιβασμένη.

Υ. Γ. 2 Το χωριό λέγεται Bevaix κι είναι χτισμένο πάνω στη λίμνη του Neuchâtel. Στο βάθος οι Άλπεις από την πλευρά της Βέρνης. Το μέρος είναι ήσυχο, οι άνθρωποι ευγενείς και διακριτικοί, η φύση αγέρωχη κι απόλυτη. Η περιοχή έως την αστική επανάσταση του 1848, ήταν πρωσικό πριγκιπάτο. Το διαπιστώνει κανείς από την σωζόμενη αρχιτεκτονική… Έκτοτε μεσολάβησαν πολλά. Σπίτια δίπατα, καλαίσθητα ανθρώπων που αγωνίστηκαν για να πετύχουν σ’ έναν τόπο όχι εύκολο. Και τα κατάφεραν. Σήμερα βλέπει κανείς μιαν καλοκουρδισμένη κοινωνία που απολαμβάνει μοναδική ποιότητα ζωής και τα πλεονεκτήματα της άμεσης δημοκρατίας. Το πνεύμα (και η ψυχή) του Καποδίστρια. Στα μάτια μου η Ελβετία είναι η μικρογραφία αυτού που θα μπορούσε να ήταν η Ευρώπη. Αλλά δεν είναι.

«Δίχα γαρ της κατά μετάνοιαν οδού άλλη τρίβος επαναγάγουσα εις σωτηρίaν ου πέφυκεν», Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, πνευματικός διδάσκαλος του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά· PG 143, 384C.

Αποτέλεσμα εικόνας για παραβολή του ασώτου

Χείρ Φωτίου Κόντογλου

«Η Ευρώπη, είναι αλήθεια, πως ποθεί αχαλίνωτα την πρόοδο, μα μοιάζει με το νήπιο που αναπτύσσεται και μεγαλώνει με τεράστιες διαστάσεις. Για τούτο βλέπουμε τον πολιτισμό της να εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πνευματικά ακανόνιστος.

Αντίθετα, η Ανατολή, σαν την γριά που αργοβαδίζει έχοντας πείρα της ζωής, είναι επιφυλακτική και συντηρητική, και μένει ακλόνητη στην πίστη της […]

[…] Αυτό που χαρακτηρίζει τον ζωγράφο αυτόν, είναι ότι δεν είναι ερασιτέχνης, αλλά αισθάνεται την Τέχνη ως τον δεσμό του λαϊκού ρυθμού αρμονικά δεμένο με τη χιλιόχρονη θρησκευτική παράδοσή του, μέσα στην πνευματική ενότητα και στασιμότητά της. Και επειδή, ο ψυχικός δεσμός με τη θρησκεία του είναι ζωντανός μέσα του, για τούτο ο Κόντογλου βρίσκει το ρυθμό του στη Βυζαντινή τέχνη, ως το σημείο να τη θεωρεί θεμέλιο λαϊκής συνθέσεως και της ατομικής του εμπνεύσεως. Βαδίζει συστηματικά στο σκοπό του αυτόν και πιστεύει στον αδιάσειστο συμβατικό ελληνικό ρυθμό που κατ’ αυτόν ενσαρκώνεται μέσα στη Βυζαντινή αγιογραφία και αυτό τον κάνει να μην πάρει την τέχνη στο Μουσείο όπως κάνουν όλοι οι άλλοι αλλά να δώσει μια νέα ζωή στην ξεπερασμένη εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας […]

[…] Μια επισκόπηση στο σπίτι του ανθρώπου αυτού δεν τη θεωρούμε διόλου άσκοπη.

Εκεί που μένει και εργάζεται δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σπίτι ούτε εργαστήριο. Θα το λέγαμε μάλλον εκκλησία, και εντούτοις έχει κάτι, που δεν μοιάζει ούτε με εκκλησία.

“Όπως η Βυζαντινή τέχνη είναι απλή, έτσι και με λόγια απλά θα σου την εξηγήσω – μου λέει ο Κόντογλου. Το ότι ο κόσμος σήμερα δεν την εννοεί, δεν μου φαίνεται διόλου παράξενο, μια που ο σημερινός άνθρωπος, με τις περίπλοκες ιδέες του, δεν είναι σε θέση να δεχθεί μια απλή συγκίνηση. Η λιτότητα και η απλότητα της ζωγραφικής της ανατολικής χριστιανοσύνης έχει προσόντα όλως διόλου ξέχωρα. Βλέπουμε πραγματικά με πόση απλότητα και σοφία η Ερμηνεία της Ζωγραφικής του Μοναχού Διονυσίου του εκ Φουρνά των Αγράφων εξηγεί όλα τα τεχνολογικά και συνθετικά της ανατολικής ζωγραφικής” […]

[…] “Όχι. Η Βυζαντινή τέχνη – λέει ο Κόντογλου – δεν μπορεί να πει κανείς πως εχάθηκε. Στην Τουρκοκρατία εξακολουθούσε να ζει η μεγάλη παράδοσή της. Έφτασε σε ακμή που κανείς δεν την υποπτεύεται. Οι ταπεινοί και πραείς τη καρδία καλόγεροι και κοσμικοί δουλεύοντας δίχως καμιά φιλοδοξία και πολλάκις και αμοιβή, έδωσαν μορφές και συλλήψεις σπάνιες στην παγκόσμια ζωγραφική. Στους λαϊκούς ζωγράφους της Τουρκοκρατίας υπάρχει ένας έντονος αρχαϊσμός, που δεν είναι η νεκρή ανάμνηση του κλασικισμού, αλλά ζωντανό αίσθημα που πηγάζει από τις αστείρευτες πηγές της λαϊκής ψυχής” […]

[…] “Στην Ανατολή – εξακολουθεί ο Κόντογλου – η πνευματικότητα είναι στοιχείο αυτής της ίδιας εκτέλεσης. Αυτή καθεαυτή η τεχνική επεξεργασία και η χρήση των υλικών είναι πνευματική . Όσο για τη ζωγραφική δεν υπάρχει άλλο από την τεχνική της μαστοριά. Όλη η προσπάθεια του ζωγράφου είναι να κάμει έργα σωστής τεχνικής. Τα άλλα είναι φυσικά χαρίσματα της καλής εκτέλεσης” […]

[…] Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ασφαλώς καθιερώσει τους συμβατικούς κανόνες που απέδιδαν τις θαυματουργικές αυτές μορφές, των αγαλμάτων, την πλαστική τους και το χρωματισμό τους. Από το χριστιανισμό χάθηκαν οι κανόνες εκείνοι, αλλά αναζητούν με άλλον τρόπο μέσα στην Ερμηνεία του Διονυσίου του Μοναχού.

Η σημερινή μας εποχή δεν αισθάνεται τη θρησκευτική τέχνη μα όταν θα την αισθανθεί, τότε η Ερμηνεία αυτή θα αναδώσει νέο φως».

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗ, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά και Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1992, 12-13, 16-17, 19-20, 23, 30, 31.

Ο ΠΟΛΥΑΠΗΜΕΝΟΣ ΑΓΙΟΣ

Σεραφείμ του Σάρωφ

Kάποιος καλός φίλος μου μού χάρισε ένα μικρό εικονισματάκι σε σμάλτο ρούσικο, ένα εγκόλπιο, που παριστάνει τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ. Aπό το πίσω μέρος είναι καπλαντισμένο με βελούδο, και φαίνεται πως το φορούσε κατάσαρκα στο λαιμό του κανένας άγιος άνθρωπος της τσαρικής Pωσίας.
Mε πολλή συγκίνηση δέχθηκα αυτό το δώρο, γιατί αυτός ο άγιος είναι πολύ αγαπητός σε μένα, όπως είναι συμπαθέστατος και σε όσους τον ξέρουνε. Kρέμασα λοιπόν αυτό το εικονισματάκι στο εικονοστάσι μας, ανάμεσα στους άλλους αγίους, που τους παρακαλούμε στις περιστάσεις της ζωής μας, και που ανάμεσά τους ξεχωρίζουνε ο άγιος Nικόλαος κι’ ο άγιος Γιάννης ο Πρόδρομος, κ’ οι νέοι ή νεοφανείς άγιοι, όπως οι άγιοι μάρτυρες Pαφαήλ και Nικόλαος, ο άγιος Γεώργιος ο Xιοπολίτης, ο άγιος Γεώργιος Iωαννίνων, ο άγιος Δαυΐδ ο Γέρων, ο άγιος Nεκτάριος κ.ά.Συνεχίστε την ανάγνωση

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Μέρες γιορτινές! Έχω κυριολεκτικά μπουχτίσει με τον μίστερ Κόκα – Κόλα «Αη Βασίλη».  Επιτέλους, ας διδάξουμε στα παιδιά μας την αληθινή ιστορία του Αγίου Βασιλείου, ο οποίος εν τη ζωή ακόμη απεκαλείτο Μέγας. Είναι πράγματι ευτύχημα το γεγονός ότι η παράδοσή μας μάς διδάσκει τον Άγιο Βασίλειο γνήσια και ωφέλιμα, να φέρνει βιβλία και πίτα. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία του Αγίου, όπως τη διδαχθήκαμε από τις παλαιότερες γενιές, που ακόμη δεν είχαν αλλοτριωθεί από την νέα τάξη πραγμάτων. Μόνη ανάπαυση, κείμενα όπως το παρακάτω, «Το βλογημένο το μαντρί», του κυρ Φώτη Κόντογλου.

«Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν τ’ ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.Συνεχίστε την ανάγνωση

Ο ΡΟΒΙΝΣΩΝΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Οσία Θεοκτίση η Λεσβία

«Mέγα το κατόρθωμα του σου βίου, Mήτερ, αληθώς. Eκπλήττεις γαρ των πιστών πάσαν ακοήν τοις σοις αριστεύμασιν. Ότι ως άγγελος επί γης… Oσία, εβίωσας και αγγέλοις καθωμοίωσαι».    «Δίκαιος ώσπερ λέων πέποιθε», λέγει ο σοφός Σολομών. Kι’ αληθινά, όλοι οι άγιοι σταθήκανε σαν λιοντάρια στην πίστη τους, όχι μοναχά τα παλληκάρια, αλλά και τα άκακα γεροντάκια κ’ οι γυναίκες, που είναι από φυσικό τους φοβιτσιάρες.
H χριστιανική θρησκεία είναι ηρωική. Όποιος έχει πίστη δεν φοβάται τίποτα, παρεκτός από το Θεό. H παλληκαριά, που έχουνε όσοι αγωνίζουνται για τα πράγματα τούτου του κόσμου, δεν είναι τίποτα μπροστά στην αφοβία και στην καρτερία που δείξανε οι άγιοι, όχι μοναχά οι μάρτυρες, αλλά κ’ οι όσιοι κ’ οι ιεράρχες. Ποιος από τους αντρείους του κόσμου μπορεί να αντέξη στην καταφρόνεση; Ποιος έχει τη δύναμη να υπομένη τις άδικες κατηγόριες; Ποιος γυρίζει το πρόσωπό του κι’ από τ’ άλλο μέρος για να τον χτυπήσουν, χωρίς να αντισταθή; Ποιος έχει τη δύναμη ν’ αγαπά τους οχτρούς του και να παρακαλή γι’ αυτούς;Συνεχίστε την ανάγνωση

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ἂν καὶ φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Κυδωνιέως Φώτη Κόντογλου, ὑπάρχουν πολλοὶ μελετητὲς ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀξιολογοῦν καὶ νὰ ἑρμηνεύουν τὸ ἔργο του, εἴτε αὐτὸ ἀφορᾶ στὴ λογοτεχνική, εἴτε στὴν καλλιτεχνική του παραγωγή, χώρια ἀπὸ τὴ συνεχιζόμενη πολλὲς φορὲς ἀνούσια καὶ ἄκριτη πολεμικὴ εἰς βάρος του. Καὶ ἡ θεώρηση αὐτὴ φαίνεται νὰ μὴν ἔχει τελειωμό. Πενήντα σχεδὸν χρόνια δημιουργικῆς πορείας τοῦ Ἀϊβαλιώτη συγγραφέα καὶ καλλιτέχνη, ποὺ ἄφησαν πολύμορφα λογοτεχνήματα καὶ καλλιτεχνήματα, ἐξακολουθοῦν ἄλλοτε νὰ θαμπώνουν τοὺς μελετητές του κι ἄλλοτε νὰ κάμουν πολλοὺς νὰ ἐπαναλαμβάνουν τὰ ἴδια πράγματα.

Δὲν προτίθεμαι ἐδῶ νὰ ἀπαριθμήσω τὸ τί ἔχει γραφεῖ ὑπὲρ καὶ τί κατὰ τοῦ Κόντογλου. Οὔτε, βέβαια, νὰ κάμω ὁποιαδήποτε συνθηματολογία, ἀκόμη καὶ ὡραιολογία, γύρω ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὸ ἔργο του. Αὐτὰ σὲ ὅσους ξέρουν γράμματα καὶ ἔχουν καλὴ σπουδὴ στὴ λογοτεχνία καὶ τὴν τέχνη – καὶ ὄχι μόνο, θέλω νὰ πιστεύω καὶ στὴ θεολογία, μιᾶς κι ὁ Κόντογλου κατέδειξε ὅσο κανεὶς ἄλλος ὅτι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση δὲν εἶναι οἱ προχειρολογίες ἀρκετῶν διανοουμένων, ἀλλὰ καὶ ῥασοφόρων περὶ ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας, ἀλλὰ κάτι τὸ ἁπτὸ καὶ συγκεκριμένο, ὅπως τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ γίνεται Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ – εἶναι νομίζω γνωστά.

Σὲ μερικὰ σημεῖα ἐπιθυμῶ μόνο νὰ σταθῶ. Αὐτὰ σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κόντογλου στοὺς περίεργους καιροὺς ποὺ ζοῦμε. Ποιά, δηλαδή, εἶναι ἡ μαρτυρία του σήμερα. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα, ὡστόσο, θὰ ἤθελα νὰ καταγράψω μερικὰ ἐρωτήματα, ποὺ συχνὰ-πυκνὰ ἔρχονται στὸ προσκήνιο. Ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πονεμένη ἡ ῥωμιοσύνη; Ἐπιβιώνει στὸ ὑποσυνείδητό μας; Ἢ μήπως τὴν καταντήσαμε κι αὐτή, ὅπως τόσα ἄλλα ποὺ παραπέμπουν στὶς πηγὲς καὶ τὶς ρίζες μας φολκλόρ; Γιατὶ σ᾿ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητα καὶ αὐτοσυνειδησία, μᾶς κατατρέχει πάντοτε τὸ σύνδρομο τῆς ἀπολογητικῆς, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ μᾶς κάμει συνεχῶς νὰ διατρανώνουμε τὴν πιστότητά μας σ᾿ αὐτή; Εἶναι τόσο δύσκολο νὰ κατανοήσουμε, ὄχι τὸ ποιοὶ καὶ τί εἴμαστε, ὅσο νὰ πραγματώσουμε μέσα μας αὐτὸ ποὺ ὄντως εἴμαστε; Τὴν πινδαρικὴ, δηλαδὴ, προτροπὴ τοῦ «μάθε καὶ γίνε αὐτὸ ποὺ εἶσαι», μὲ ἔμφαση στὸ γίγνεσθαι παρὰ στὸ μανθάνειν;

Ἡ πολύχρονη τριβή μου μὲ τὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου θέλω νὰ πιστεύω ὅτι μοῦ ἔχει δώσει κάποιες ἀπαντήσεις στὰ παραπάνω ἐρωτήματα. Ἀπαντήσεις ποὺ μὲ κάμουν νὰ μὴν ἐθελοτυφλῶ ἀπέναντι σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ θέλει τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση κλεισμένη στὸν ἑαυτό της. Ὅποτε διαβάζω Κόντογλου, ἀντιστέκομαι σ᾿ ὅλους ἐκείνους πού, ἐνῶ διατρανώνουν τὴν «ὀρθοδοξία τους», στὴν πραγματικότητα δὲν ξεφεύγουν ἀπὸ τὸ πουθενά, ἀλλὰ συνεχίζουν τὴ μάταιη πορεία πώρωσης τοῦ ἴδιου του ἑαυτοῦ τους. Κι ὅποτε, βέβαια, ξαναδιαβάζω Κόντογλου, προσπαθῶ νὰ ἀπεμπλακῶ ἀπὸ τὸν τρόπο ἀνάγνωσης νὰ θηρεύσω ἀπ᾿ αὐτὸν κάποιες ἠθικίζουζες ἢ ἀκόμη καὶ θεολογίζουσες ἰδέες, ὅπως ἄλλωστε κάμουν οὐκ ὀλίγοι μελετητές του. Ἡ θήρα τέτοιων ἰδεολογημάτων, ἁπλῶς γιὰ νὰ ἐπισημάνει ἢ νὰ ἐπιβεβαιώσει κανεὶς τὴν καλή του σχέση μὲ τὸν Ἀϊβαλιώτη πρωτομάστορα τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, οὐδεμία σχέση ἔχει μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἤθελε ὁ ἴδιος ὁ Κόντογλου: πέρα ἀπὸ κάθε ὅριο αἰσθητικῆς συγκίνησης, ἐπιζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες τοῦ συνοδοιπορία στὸ βίωμα τῆς μακρόσυρτης ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Τούτη τὴν ἔβλεπε ἀνθεκτικὴ στὸ χρόνο καὶ δυναμικά, εἴτε μὲ τὰ γραπτά του, εἴτε μὲ τὰ καλλιτεχνήματά του, τὴ μπόλιασε στὸν κορμὸ τοῦ πολιτισμοῦ ὅπου ἔζησε καὶ ἔπλασε τὰ ἔργα του. Μὲ πάθος ἀφουγκράστηκε ὅ,τι θεωροῦσε ζωντανό. Πολεμοῦσε νὰ ζωντανέψει σὲ σύμβολα καὶ δρώμενα ὁλάκερο τὸν καημὸ τῆς ῥωμιοσύνης. Εἶχε μία ὁλικὴ σύλληψη περὶ τοῦ Γένους. Δὲν τὸ ἔβλεπε στὸ πλαίσιο τοῦ ἑλλαδικοῦ κρατιδίου.

Στὰ τόσα πολλὰ ποὺ ἔχουν γραφεῖ γιὰ τὸν Κόντογλου, ποὺ ὀρθὰ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ζωντανὴ ἔκφραση τῆς ῥωμιοσύνης, ποὺ λάτρεψε τὰ γράμματα καὶ ξεχωριστὰ τὴν παράδοση τῆς ἑλληνορθοδοξίας, ὀφείλω νὰ πῶ ὅτι μὲ ἀναπαύουν γραπτὰ ποὺ ἐπιτέλους ἔχουν νὰ ποῦν σημαντικὰ πράγματα. Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης φρονῶ ὅτι δίνει τὸν τόνο: «τὴν ἀγάπη μου γι᾿ ὅ,τι ἀποτελεῖ μία καταφρόνεση τῆς στεγνῆς λογικῆς, μιὰ περιπέτεια τοποθετημένη πέρα ἀπὸ τὰ σύνορα τοῦ φρόνιμου καὶ τοῦ γνώριμου, τὸ κέντρισμα γι᾿ αὐτὸ τὸ παιχνίδι τοῦ ῾θαυμαστοῦ᾿ ποὺ λέω νὰ μὴν τὸ σταματήσω ποτέ μου, δὲν μπορῶ νὰ ξεχάσω, μοῦ τό ῾δωσε πρώτη φορὰ ὁ Pedro Cazas τοῦ Κόντογλου, τότε ποὺ μαθητὴς ἀκόμα βυθιζόμουνα μὲ μία παράξενη καὶ ἀλλόκοτη γοητεία στὶς σελίδες του. Σήμερα, ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, δὲν παύω νὰ κηρύχνω τὴ μεγάλη σημασία ποὺ ἔχει ὁλόκληρο πιὰ τὸ ἔργο τοῦ Κόντογλου γιὰ τὴ γενιά μας, ἔργο ἀπὸ τὰ λίγα ἐκεῖνα ποὺ ἀφήνουν τὴν ἀπολησμονημένη φωνὴ τῆς Ἀνατολῆς νὰ ξανακουστεῖ καὶ πάλι μ᾿ ὅλα τὰ δικαιώματα καὶ νὰ μᾶς θυμίσει ποιὰ μπορεῖ νάναι ἡ σωστὴ θέση ἑνὸς τόπου ποὺ εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν παράδοση νὰ στέκει κυρίαρχα ἀνάμεσα στὰ δυὸ μεγάλα ρεύματα ποὺ τὸ διαπερνᾶνε, νὰ τὰ ζυγιάζει, νὰ τὰ κρίνει, νὰ κρατάει ὅ,τι καλύτερο ἔχουνε, νὰ τὰ συγχωνεύει καὶ τελικὰ νὰ τὰ ξαναδίνει – προσθέτοντας τὸ μεράκι τῆς ψυχῆς του – σὲ μίαν ἀμίμητη καὶ μοναδικὴ σύνθεση». Ἐδῶ εἶναι προφανὴς ἡ σημασία ποὺ δίνει ὁ Ἐλύτης στὸν Κόντογλου καὶ στὸ περιεχόμενο τῶν δυὸ πόλων τῆς παράδοσής μας, τῆς ἑλληνικότητας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας, στὴ διαχρονικότητά τους.

Σύμφωνα μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς καλύτερους μελετητές του, ποὺ μάλιστα δέχθηκε καὶ πολλὲς ἐπιρροὲς ἀπ’ αὐτόν, ἐννοῶ τὸν Π. Β. Πάσχο, ὁ Κόντογλου «γράφοντας ζωγραφίζει καὶ ζωγραφίζει γράφοντας», πάνω σὲ μιὰ παράδοση, ποὺ ὑπαρκτικὰ τὴ βίωνε στὸ τρίσημο σχῆμα της, Ἀρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ἑλληνισμός. Πρόκειται γιὰ μία συνειδητὴ καὶ ὄχι πατριδοκαπηλικὴ ἑλληνικότητα καὶ ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία ποὺ «συναιρεῖ στὴ μήτρα της ὁλάκερη τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία καὶ ζωή»», ὅπως γράφει σ’ ένα μελέτημά του ὁ Κ. Τσιρόπουλος. Ὅταν ὁ Κόντογλου ἔγραφε γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, τὴν Ὀρθοδοξία, τὸ Βυζάντιο, τὴν παράδοση, δὲ μασοῦσε τὰ λόγια του. Χωρὶς φανατισμὸ καὶ δίχως ἴχνος προκατάληψης, ἀλλὰ μὲ γνώση, συνέπεια καὶ πάθος, πάθος ποὺ ἔβγαινε μέσα ἀπὸ τὰ σωθικὰ τοῦ Ἀνατολίτη, μαχόταν, γιὰ νὰ προβάλει τὸν πλοῦτο τοῦ Γένους μας, τὸν πλοῦτο ποὺ κρύβουμε ὅλοι μέσα μας, τὸν πλοῦτο μιᾶς «ἀνανεούμενης ἑλληνικότητας», ποὺ ὡς τρόπο ζωῆς ὁ ἴδιος ὁ Κόντογλου, στὸ ἔργο του, ἀπὸ τὸν Πέδρο Καζᾶς, τὴ Βασάντα, Τὰ δαιμόνια της Φρυγίας, Ἐξ Ἀνατολῶν πνεύματα ὀργισμένα, Ἡ ξεχασμένη Ἀνατολή, Ὁ Γιαβᾶς ὁ Θαλασσινός, ἴσαμε τὰ ἀμέτρητα, ἀξεπέραστα θαλασσογραφήματά του, ἀνίχνευσε στὸ λαϊκὸ ἦθος, στὴ λαϊκὴ μουσική, στὴν ἐκκλησιαστικὴ πίστη, στὸν τρόπο ποὺ ὁ λαός μας ἔχτιζε καὶ εἰκονογραφοῦσε τὶς ἐκκλησίες του, μακριὰ ἀπὸ ἰδεολογικὰ καὶ φυλετικὰ κριτήρια. Γι᾿ αὐτό, καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου του παρέμεινε ἀκλόνητος, πιστὸς στὰ λόγια τῶν παππούδων του, πιστὸς στὸ μεγαλεῖο τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Οἱ ὁποιεσδήποτε «ἀκρότητές» του πάνω σὲ ζητήματα πίστης, ἂν καὶ ἀδικοῦσαν πολλούς, δὲν προδίδουν κάποια ἀνακολουθία. Ὁ ἴδιος, ἐξάλλου, φρονοῦσε ὅτι ἡ ὀρθοδοξία τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι ἀπὸ μία «ἀκρότητα».

Ὑπὸ τὸ παραπάνω πρίσμα, ὁ ἐπαρκὴς καὶ προσεκτικὸς ἀναγνώστης τοῦ ἔργου τοῦ Κόντογλου, ἀπὸ τὸν πρωτόλειο Πέδρο Καζὰ ὡς τὰ τελευταία δοκιμιακοῦ χαρακτήρα κείμενά του, ἀλλὰ καὶ τὰ ζωγραφικὰ ἔργα του, διαπιστώνει ὅτι σ᾿ ὅλη τὴ δημιουργικὴ παραγωγή του, ἂν καὶ ἐπαναλαμβάνει πολλὰ κοινὰ σημεῖα, αὐτὰ ἄλλοτε ἐξαίρονται περισσότερο καὶ ἄλλοτε λιγότερο. Ὁ ἐντοπισμός τους εἶναι εὔκολος, μὰ χρειάζεται προσεκτικὴ μελέτη ὄχι μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πηγῶν ἀπ᾿ ὅπου ἀντλεῖ ὁ συγγραφέας καὶ καλλιτέχνης Κόντογλου. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ τόλμημα, γιατὶ ὁ Κόντογλου δὲν εἶχε μόνο τὸ χάρισμα νὰ φτιάχνει μύθους, εἰκόνες καὶ σύμβολα, τὰ ὁποῖα σάρκωνε σὲ ὑπαρκτὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἀπὸ γεννησιμιοῦ του κατάφερε νὰ ἀφομοιώσει πάμπολλα στοιχεῖα τῶν μνημείων τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Πέραν ἀπὸ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν ἔξω κόσμο, ὁ βυζαντινὸς Κόντογλου μέσα του ἦταν ἕνας ἀναχωρητής. Θρεμμένος καὶ μυημένος στὸ κλίμα τῆς ὀρθῆς ἀνάγνωσης τῆς «ὀρθόδοξης ἑλληνικότητας», κατὰ τὸν Π. Β. Πάσχο, ἔδωσε στὸ ἔργο του μιὰ μεταφυσικὴ χροιὰ καὶ ὄχι μιὰ ἠθική. Καὶ ὅταν λέγω μεταφυσική, δὲν ἐννοῶ κάτι τὸ δύσκαμπτο ποὺ μᾶς πάει σὲ ἕνα ἀπρόσιτο ὑπερπέραν, ἐννοῶ μία δημιουργικὴ καὶ συνθετικὴ κίνηση ποὺ διευρύνει τὰ ὅρια τῆς ἑλληνικότητας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τὰ κάμει οἰκουμενικά.