Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Οι Εβραίοι άκουσαν τους προφήτες τους. Οι Έλληνες γιατί δεν άκουσαν τους ποιητές τους; Την ερώτηση τη διατύπωσε ο Κώστας Αξελός στη δεκαετία του ’50 (την παραθέτω από μνήμης). Υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι η ελληνική παιδεία εξόρισε τους ποιητές της, τους λογοτέχνες της.

Μπορεί να αισθανόμαστε υπερήφανοι για τα δύο ποιητικά Νομπέλ μας, όμως όταν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, τα αντιμετωπίζουμε λίγο ώς πολύ ως είδος πολυτελείας, ένα υποχρεωτικό βάρος. Δεν έχουμε αναρωτηθεί ποτέ στα σοβαρά γιατί για τους λογοτέχνες μας δεν υπήρξε ποτέ γλωσσικό ζήτημα. Ο Σολωμός έγραψε στα δικά του ελληνικά, ο Κάλβος στα δικά του. Κι εμείς τρέχαμε στους Μιστριώτηδες και στους Ψυχάρηδες για να μας πουν ποια ελληνικά πρέπει να μιλάμε αν θέλουμε να λεγόμαστε Έλληνες.

Το πρόβλημα εννοείται ότι δεν περιορίζεται στο γλωσσικό. Αν και αναρωτιέμαι σε ποιο άλλο ευρωπαϊκό έθνος η διαμάχη για τη γλώσσα άφησε πίσω της ακόμη και νεκρούς. Υπενθυμίζω τα Ορεστειακά. Αναρωτιέμαι, επίσης, ποιο άλλο έθνος προσέδωσε ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα σε ένα μέρος της γραμματικής, όπως εμείς στην τρίτη κλίση. Η κατάργησή της λειτούργησε σαν πιστοποιητικό προοδευτικών φρονημάτων. Το Ισραήλ που δημιουργήθηκε από Εβραίους της διασποράς, με διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα, αποφάσισε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στη γλώσσα των προφητών. Εμείς αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας στη Βαβυλωνία, το θεατρικό του Βυζάντιου, και αναθέσαμε στους γραμματικούς και τους φιλόλογους να νομοθετήσουν. Η τυπολατρική νοοτροπία μας θριάμβευσε ακόμη κι εδώ. Στην Ελλάδα υπάρχουν νόμοι για τα πάντα, απλώς δεν μπορούν να μας προστατεύσουν από το χάος που οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν.

«Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα». Τον τίτλο τον χρωστώ στον φίλο Βασίλη Παπαβασιλείου. Ήταν το αγαπημένο του ρεφρέν στις εκπομπές που κάναμε τον χειμώνα στον ΣΚΑΪ με τον Περικλή Βαλλιάνο και τον Αρη Πορτοσάλτε. Δύσκολα διότι το έθνος βρισκόταν σε μόνιμη αναζήτηση του εαυτού του. Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτήν την αναζήτηση ανέλαβε και το περίφημο «γλωσσικό». Σήμερα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Θεωρούμε ότι το λύσαμε. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία επέβαλε την δημοτική ως γλώσσα της εκπαίδευσης. Θύματα η υπέροχη τρίτη κλίση και η «ωραία περισπωμένη» όπως έλεγε ο Εγγονόπουλος. Οι γλωσσολόγοι και οι προοδευτικοί φιλόλογοι θριάμβευσαν. Ηττήθηκαν οι καθαρευουσιάνοι; Λυπάμαι αλλά ηττήθηκε ο Παπαδιαμάντης.

Θυμάμαι ακόμη μια ομιλία του Γιώργου Ιωάννου για τον Παπαδιαμάντη. Ήταν στη δεκαετία του ’70 και μου έχει μείνει ο τρόπος που ο Ιωάννου περιέγραφε την ανάπτυξη της φράσης του Παπαδιαμάντη. Μακροπερίοδος, σαν κύμα που φουσκώνει και ξεσπάει. Η μουσική της συνομιλεί με τα ελληνικά της εκκλησίας, συνομιλεί όμως και με την ανάπτυξη της φράσης του Φλομπέρ ή του Ντοστογιέφσκι που είχε ο ίδιος μεταφράσει. Ο Παπαδιαμάντης οδήγησε τις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας στα εκφραστικά της όρια. Ουπς! Που σου γράφει και το καταραμένο Διαδίκτυο όταν βάλεις λάθος κωδικό. Σήμερα στο σχολείο διδάσκεται ως ένας Σκιαθίτης συγγραφέας, λαϊκός άνθρωπος, μεράκλωνε ψέλνοντας στον Άγιο Ελισαίο, του άρεσε το κρασί, κάπνιζε και πληρωνόταν με τη λέξη από τις εφημερίδες του καιρού εκείνου. Ηθογράφος μιας Ελλάδας ξεπερασμένης, μάλλον γραφικής, όπως γραφική είναι και η γλώσσα του. Τα ελληνικά τού Παπαδιαμάντη, και η λογοτεχνία του, για το Ελληνόπουλο που πάει σήμερα σχολείο είναι «έθνικ». Κάτι σαν ιστορικό κειμήλιο που φιλοξενείται στο κακότεχνο μουσείο του εγχειρίδιου της Νέας Ελληνικής.

Δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι πολιτικός. Είμαι, όμως, αναγνώστης λογοτεχνίας, και μάλιστα συντηρητικός αναγνώστης. Σε πείσμα των καιρών θεωρώ ότι η κλασική λογοτεχνία δεν είναι απλώς διακοσμητικό έπιπλο στο καθιστικό της δημοκρατίας. Σήμερα αναφέρθηκα στη μουσική του Παπαδιαμάντη, σ’ αυτήν την καθαρεύουσα που μας φαίνεται εξωτική. Θα μπορούσα να αναφερθώ και στη μουσική του Βαλτινού, στον αντίποδα της μακροπεριόδου φράσης του Σκιαθίτη. Πώς μια γλώσσα που έζησε τόσους αιώνες μπορεί ακόμη να βγάζει τέτοια μουσική;

Ασχέτως επισήμων εορτασμών, η συμπλήρωση διακοσίων ετών από την έναρξη της Επανάστασης, είναι μια ευκαιρία να ακούσουμε τη φωνή των ποιητών μας. Καιρός να καταλάβουμε ότι η εθνική μας ταυτότητα, και η αδυναμία μας να την προσδιορίσουμε, για τους λογοτέχνες μας υπήρξε έναυσμα δημιουργίας. Παραθέτω από μνήμης και πάλι τον Παπαδιαμάντη, στον «Βαρδιάνο στα Σπόρκα» όπου γράφει ότι η Ελλάδα απέκτησε την ανεξαρτησία της για να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σκέφτομαι πολλές φορές πως η ελληνική λογοτεχνία ελάχιστα, αν όχι καθόλου, έχει ασχοληθεί με τη Μεσόγειο. Το λέω σε σύγκριση με τη γαλλική λογοτεχνία, για παράδειγμα, τον Βαλερύ ή τον Καμύ, που έγραψαν για τον «μεσογειακό πολιτισμό» αντιπαραθέτοντάς τον στους τρόπους του Βορρά. Για εμάς, η Μεσόγειος είναι σαν να μην υπάρχει. Για τον Ελύτη, η θάλασσα είναι το Αιγαίο. Για τον Καβάφη, είναι ο ορίζοντας της Αλεξάνδρειας. Αναρωτιέμαι αν σε όλη του την ποίηση εμφανίζεται κάπου η λέξη. Μπορεί να κάνω και λάθος. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον κατ’ εξοχήν θαλασσινό πεζογράφο μας, τον Παπαδιαμάντη. Ο τρόπος της λογοτεχνίας του είναι νησιωτικός. Βλέπει τη θάλασσα γύρω του και τον ορίζοντά του τον κλείνει η σκιά του διπλανού νησιού. Διότι πάντα υπάρχει ένα διπλανό νησί στον ελληνικό ορίζοντα. Θυμάμαι πάντα τη φαντασίωση κάποιου Μπουεντία στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. Πίστευε πως στο Αιγαίο τα νησιά είναι τόσο κοντά που μπορείς να πηδήξεις από το ένα στο άλλο.

Θα μπορούσε κανείς να δει κάτω απ’ αυτό το πρίσμα τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης – βρεφική, παιδική ηλικία, εφηβεία, αποφοίτηση, ενηλικίωση. Αν θέλουμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο πηλός της ψυχής κάτω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αφήνοντας κατά μέρος τους εμφυλίους, τους πολέμους, τις πολιτικές ανατροπές. Το βλέμμα μας δεν έβλεπε τη Μεσόγειο. Μια ψυχική ροπή που ενδεχομένως να εξηγεί και το γεγονός ότι η ελληνική πολιτεία αναπτύχθηκε εις βάρος του μείζονος ελληνισμού που ήταν απλωμένος στη Μεσόγειο. Από την Αίγυπτο ώς την Κωνσταντινούπολη και την τραγική Σμύρνη.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, ίσως επειδή την έχουμε στα πόδια μας. Ποιος σκέφτεται ότι ο Σαρωνικός είναι στον μυχό της; Για τον Καμύ, το ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό μπορεί να είναι μια στιγμή του «τραγικού» στη Μεσόγειο, όταν οι σκιές αντικαθιστούν το φως. Για τη δική μας ευαισθησία είναι ένα ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, επειδή το βλέμμα μας, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τη λάμψη της σύγχρονης ζωής, ήταν στραμμένο αλλού. Ελάτε τώρα. Η Ελληνική Επανάσταση, εκτός όλων των άλλων, είναι και η υπόθεση ενός λαού που γοητεύθηκε από τον κόσμο της εποχής του και ήταν έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του ακόμη για να βρει τη θέση του σε αυτόν. Πέστε το Διαφωτισμό, πέστε το ό,τι θέλετε. Το ζήτημα είναι ότι το βλέμμα μας ήταν στραμμένο προς την πηγή της λάμψης, σαν εκείνον τον δεσμώτη στο πλατωνικό σπήλαιο που αντικρίζει το φως του ήλιου.

Το δικό μας ιστορικό σπήλαιο ήταν η βαλκανική ενδοχώρα. Δεσμώτες της γεωγραφίας που μας χώριζε από τη Δυτική Ευρώπη, δεσμώτες όμως και της ιστορίας που μας κράτησε για τέσσερις αιώνες εκτός ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση που διατρέχει τη νεοελληνική ύπαρξη έως σήμερα ακόμη. Η υπέρβαση της βαλκανικής ταυτότητας οδηγούσε στην υπέρβαση της οθωμανικής «εξορίας», όμως δεν μπορούσε να μετατραπεί σε απόρριψη της βαλκανικής μας ταυτότητας, αφού μέρος αυτής ήταν η καταλυτική για την εθνική ταυτότητα ορθοδοξία. Στη «Σύγκρουση των πολιτισμών» ο Χάντιγκτον μας κατατάσσει στο ανατολικό τόξο λόγω ορθοδοξίας. Η ιστορία της Ελλάδας μέχρι στιγμής δεν τον έχει δικαιώσει. Πλην όμως η τοποθέτησή του καταδεικνύει τη δυναμική αντίφαση που σημάδεψε τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης. Μια εργώδης προσπάθεια απαλλαγής από το βάρος της βαλκανικής ενδοχώρας από τη μια, κι από την άλλη μια προσπάθεια συμφιλίωσης με αυτό το βάρος αφού η ορθοδοξία εμψύχωσε την απελευθέρωσή του.

Ο εθνικός μας ποιητής, ο Σολωμός, ήταν Ζακυνθινός, άρα εκτός οθωμανικού τόξου. Ο εθνικός μας ιστορικός όμως, ο Παπαρρηγόπουλος, ήταν Κωνσταντινουπολίτης με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Τους συνέδεε η ορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήρθε για να οικοδομήσει ένα κράτος σύγχρονο, με πρότυπα Δυτικής Ευρώπης, όμως υπήρξε υπουργός Εξωτερικών του τσάρου. Η σύνθεση ήταν δύσκολη. Ε ναι. Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα.

Παρακαλώ τους απαιτητικούς αναγνώστες, ευτυχώς είναι πολλοί, να μη βιαστούν να μου προσάψουν βιασύνη ή συνειρμική ευκολία. Επειδή δεν πρόκειται να σταματήσω να γράφω όλον τον Αύγουστο, δεσμεύομαι για τη συνέχεια και ελπίζω να συμμετάσχω με τον τρόπο μου στην προετοιμασία για την επέτειο των διακοσίων ετών. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αναζήτηση της εθνικής μας ταυτότητας. Μια ευκαιρία ώστε η χώρα του περίπου να αναζητήσει το ακριβώς της, και, αν είναι να το βρει στο «περίπου», χαλάλι της.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Πετούν σαν γλάροι στο αφρισμένο πέλαγος της προόδου. Θαυμάζω την ανεμελιά τους, την άνεση της πτήσης τους στον αιθέρα του Διαδικτύου. Μετεωρίζονται με τα φτερά τους απλωμένα και το βλέμμα καρφωμένο στη λεία τους. Μυρίζονται από μακριά τις ξεπερασμένες ιδέες και χιμούν να τις καταβροχθίσουν με την αυταρέσκεια του κατακτητή των καιρών. Είχα καιρό να ακούσω το κρώξιμό τους πάνω από τη χωματερή της κεφαλής μου. Είχα αρχίσει να ανησυχώ. Μήπως τα συντηρητικά μου σκουπίδια δεν αξίζουν πια τον κόπο; Την περασμένη Κυριακή, στο άρθρο μου με τίτλο «Το “παπαδαριό” και οι αμβλώσεις», έγραψα ότι ευτυχώς υπάρχει και η Εκκλησία, για να μπορούν οι προοδευτικοί να θυμούνται πόσο προοδευτικοί είναι. Και τα κοπάδια των γλάρων μυρίστηκαν σκουπίδι και μου όρμησαν, όπως τα «Πουλιά» στην ομώνυμη ταινία του Χίτσκοκ. Αυτή τη φορά με κατηγορούν ότι προσπαθώ να «ξεπλύνω» την Εκκλησία, έχοντας το θράσος να υποστηρίξω ότι οφείλει να είναι κατά των αμβλώσεων. Υποστηρίζω δε ότι μια σοφία 2.000 ετών δεν μπορούμε να την ξεπετάξουμε στο όνομα του αντικληρικαλισμού, που πολλοί θεωρούν ότι είναι η μόνη πραγματική σοφία. Προφανώς, διότι δεν γνωρίζουν άλλη. Αν δεν είσαι αμόρφωτος, είτε είσαι θρησκευόμενος είτε όχι, ξέρεις ότι τα Ευαγγέλια και οι Πατέρες παράγουν σοφία. Αν δεν την αποδέχεσαι, τότε δεν μπορείς να καταλάβεις τη μισή Αναγέννηση, που σκηνοθετεί τη Βίβλο. Και δεν μπορείς να καταλάβεις ούτε γιατί θεωρήθηκε αιρετικός «Ο τελευταίος πειρασμός» του Καζαντζάκη. Θα μου πείτε, τι να την κάνεις την Αναγέννηση όταν έχεις στα χέρια σου τις Εντολές της πολιτικής ορθότητας σε υπερσύγχρονες χολιγουντιανές σκηνοθεσίες. Και ο Καζαντζάκης, τι μισογύνης κι αυτός!

Η Εκκλησία δεν είναι εγκληματική οργάνωση για να χρειάζεται «ξέπλυμα». Έχει πολλά προβλήματα, προκαλεί άλλα τόσα, όμως είναι ένας από τους θεσμούς που στηρίζουν το κοινωνικό οικοδόμημα. Τα αναθέματα του αντικληρικαλισμού δεν διαφέρουν από τα αναθέματα των φανατικών χριστιανών. Ο φιλελεύθερος δογματισμός συναντά το μαρξιστικό «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».  Με αφορμή τις αντιδράσεις στο άρθρο μου της Κυριακής, μπόρεσα για ακόμη μία φορά να διαπιστώσω το βασικό πρόβλημα της παιδείας μας. Έχουμε μάθει να διαβάζουμε με όρους έκθεσης ιδεών. Τι το «ορθόν», τι «μη ορθόν» και τι το ανάμεσό τους. Όπου το ανάμεσο είναι το ίδιο το κείμενο. Αρπάζουμε σαν τους γλάρους ό,τι θεωρούμε θρεπτικό για το στομάχι των απόψεών μας. Πώς λέγεται αυτό; Αδυναμία κατανόησης κειμένου. Θα έλεγα πως είναι πρόβλημα της ελληνικής παιδείας αν δεν υπήρχαν τα αμερικανικά πανεπιστήμια ή η βέβηλη γραφή του Ουελμπέκ. Και πάλι το κοινότοπον. Μόνον η ανάγνωση της κλασικής λογοτεχνίας μπορεί να μας θεραπεύσει από την αδυναμία κατανόησης κειμένου, την κερκόπορτα του πολιτισμού μας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ευτυχώς υπάρχει η Ιερά Σύνοδος που δίνει την ευκαιρία στις κοινότητες των προοδευτικών να αποδεικνύουν ότι είναι προοδευτικοί. Τελευταίο σουξέ το θέμα των αμβλώσεων. «Παπαδαριό» τους ανεβάζει και τους κατεβάζει το επαναστατικό Διαδίκτυο, αναθεματίζοντάς τους, εξορίζοντάς τους στον Μεσαίωνα επειδή τόλμησαν να ταχθούν κατά των αμβλώσεων και να κηρύξουν την «ημέρα του αγέννητου παιδιού».

Η Εκκλησία, και όχι μόνον η Εκκλησία της Ελλάδος, είναι από τη φύση της οργανισμός συντηρητικός. Στηρίζει την ύπαρξή της στην υπεράσπιση αξιών που αποτελούν τον κορμό της σκέψης της και της συμπεριφοράς της. Αν δεν ανταποκρίνεται πάντα σε αυτές τις αρχές αυτό είναι άλλο ζήτημα. Την αποτελούν άνθρωποι και αυτοί οι άνθρωποι έχουν αδυναμίες. Όταν πιστεύεις και κηρύσσεις πως η ζωή είναι δώρο του Θεού θα ήταν παράλογο να υποστήριζες πως είσαι υπέρ των αμβλώσεων. Είναι άλλο να διαφωνείς με τη στάση της Εκκλησίας και άλλο να την απαξιώνεις επειδή υπερασπίζεται την πίστη της.

Να υπενθυμίσω στους κήρυκες της προοδευτικής σκέψης πως στη δεκαετία του ’70, όταν η Καθολική Εκκλησία είχε προτείνει δημοψήφισμα για το θέμα, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι είχε ταχθεί κατά της νομιμοποίησης των αμβλώσεων. Οι αριστεροί φίλοι τού είχαν επιτεθεί. Κάποιος ψυχαναλυτής είχε αποφανθεί πως επειδή ήταν ομοφυλόφιλος ταυτιζόταν με το έμβρυο μέσα στη μήτρα. Ποιος είπε ότι η ψυχανάλυση σε απαλλάσσει από τον φόρο της βλακείας; Επικαλούμαι τη στάση του εμβληματικού Παζολίνι επειδή αποδεικνύει ότι το ζήτημα δεν εντάσσεται στον μανιχαϊσμό που χωρίζει το ανθρώπινο σύμπαν σε προοδευτικούς και συντηρητικούς. Είναι ζήτημα πολυπλοκότερο από τη γραβάτα.

Όσο για τον όρο «αγέννητο παιδί» που τους φαίνεται τόσο παράλογος και σκοταδιστικός, παραπέμπω στη συγκίνηση των γονιών όταν στο πρώτο υπερηχογράφημα ακούσουν τους χτύπους της καρδιάς του ασχημάτιστου ακόμη πλάσματος. Δεν έχουν δει το πρόσωπό του, δεν το έχουν πιάσει στα χέρια τους, όμως είναι το παιδί τους.

Έχει ταυτότητα και ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξάλλου αν ο γυναικολόγος έχει επιστημονική συνείδηση, όσο προοδευτικός κι αν είναι, θα κάνει ό,τι μπορεί για να μεταπείσει τη μητέρα ακόμη κι αν είναι ο ίδιος που θα δεχθεί να πραγματοποιήσει την άμβλωση.

Η στάση της Εκκλησίας αναδεικνύει ένα σοβαρό ζήτημα. Η αποδοχή της άμβλωσης δεν είναι προφανής, όπως θέλει να μας την παρουσιάσει η κυρίαρχη προοδευτική σκέψη. Και η αλήθεια είναι ότι σε έναν κόσμο που θεωρεί προφανή, αν όχι αναγκαία, κάθε υπέρβαση ορίων και αξιών που έχει κληρονομήσει, κάποιοι πρέπει να μας υπενθυμίζουν πως η αλόγιστη κατάργηση των ορίων οδηγεί στη βαρβαρότητα.

Ανήκω στη γενιά της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ήταν τα ωραία αυτά χρόνια που τα παραδοσιακά αφροδίσια είχαν καταπολεμηθεί από τα αντιβιοτικά και ο τρόμος του AIDS δεν είχε κάνει την εμφάνισή του. Κενό αναστολών. Οι προφυλάξεις θεωρούνταν περιττές, όταν δεν αντιμετωπίζονταν ως ενοχλητικές. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια ολονυχτία παρά θίν’ αλός μπορούσε να οδηγήσει τη γυναίκα στο μαιευτήριο δύο μήνες μετά για να «ρίξει» ό,τι περίσσεψε από την απόλαυση. Ο,τι πιο απλό το θεωρούσαμε τότε, ώσπου ήρθε η ώρα να κάνουμε κι εμείς παιδιά και να διαπιστώσουμε ότι δεν ήταν δα και τόσο απλό.

Δεν έχω αντίρρηση ότι ιεράρχες υποτιμούν με τη στάση τους την Εκκλησία. Όπως εκείνος που συνέδεσε την ομοφυλοφιλία με τον πρωκτικό έρωτα κατά τη διάρκεια της κύησης. Δεν εξηγεί βέβαια τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, όμως αυτή μάλλον δεν τον απασχολεί. Για περισσότερες πληροφορίες τον παραπέμπω στον λόγο του Αριστοφάνη στο πλατωνικό «Συμπόσιο». Είναι αφελής ο άνθρωπος, είναι πονηρός ή απλώς αγράμματος; Ένα είναι το βέβαιο. Οι ανοησίες τέτοιου τύπου υποβαθμίζουν την Εκκλησία και τη ρίχνουν βορά στη χλεύη του αντικληρικαλισμού.

Ισχυρό ταμπού της γενιάς μου ο αντικληρικαλισμός. Συμβαδίζει με τις υποχρεώσεις που μας επέβαλε η σεξουαλική απελευθέρωση. Ταυτίσαμε το ράσο με το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και το εξορίσαμε σ’ ένα παρελθόν που δεν θέλαμε να ξαναζήσουμε. Όμως η Ελλάδα ευτυχώς ξεπέρασε την εποχή που ο Χριστόδουλος διοργάνωνε συλλαλητήρια για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ο αντικληρικαλισμός είναι εξίσου παρωχημένος με τους ζηλωτές που κάποτε διαδήλωναν για την προβολή του έργου «Ο τελευταίος πειρασμός». Μας περισσεύουν και οι δύο εκδοχές του φανατισμού.

Πρόπερσι ήταν η διδασκαλία των Θρησκευτικών. Τώρα είναι οι αμβλώσεις. Κάποτε θα πρέπει να αρχίσει να μας απασχολεί η ευκολία με την οποία διαδηλώνουμε την ανωτερότητά μας απέναντι σε μια σοφία που έχει δύο χιλιάδες χρόνια ζωής. Και να πάψουμε να περιφρονούμε την γιαγιούλα που ανάβει κεράκι επειδή φοβάται τον θάνατο.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Κινδυνεύει το μέλλον της χώρας από την υποβάθμιση της διδασκαλίας των Aρχαίων Ελληνικών; Σιγά τα ωά, θα μου πείτε. Εδώ ο κόσμος καίγεται, το παιδί δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη, τα Aρχαία το μάραναν. Κι όμως το μάραναν. Διότι τα Aρχαία δεν είναι μόνον αρχικοί χρόνοι και τριτόκλιτα. Τα Aρχαία Ελληνικά δεν αποκαλύπτουν μόνον τον βαθύ ιστορικό ορίζοντα της γλώσσας που μιλάει ο σημερινός μαθητής, τις μνήμες της, την ευαισθησία της, τις δυνατότητες που είχε κάποτε να παράγει σκέψη. Διδάσκουν και πολιτισμό. Και, όταν τα εξορίσεις από τη γενική παιδεία και τα θεωρήσεις κατάλληλα μόνον για τους ειδικούς, απλώς στερείς από τους υπολοίπους αυτήν την πολιτισμική προοπτική. Το ίδιο ισχύει και για τα Λατινικά. Πάντα τα θεωρούσαμε τους φτωχοδιάβολους της παιδείας μας. Ο σοφός κ. Γαβρόγλου τα υποβάθμισε σε μάθημα επιλογής για όσους φιλοδοξούν να σπουδάσουν στη Νομική ή στη Φιλοσοφική. Στους υπολοίπους ο κερδισμένος χρόνος θα καλυφθεί με χορήγηση μεθαδόνης, κοινωνιολογίας. Τι αξία έχει η ελληνική λογοτεχνία μπροστά στις διακόσιες κακογραμμένες σελίδες που θα αποκαλύπτουν την κρυφή γοητεία της ταξικής πάλης; Το είχε πει ο Τσαρούχης από την εποχή που η προοδευτική διανόηση χειροκροτούσε το μονοτονικό. «Μα είναι τόσο τεμπέληδες, που βαριούνται να βάλουν μια περισπωμένη;» Όσο λιγότερο, τόσο καλύτερο. Το μότο της εκπαιδευτικής πολιτικής του Γαβρόγλου.

Λιγότερος κόπος συνεπάγεται λιγότερες απαιτήσεις. Αντί για την ολοκλήρωση της εγκυκλίου παιδείας, της στοιχειώδους μόρφωσης, το λύκειο παρέχει υπηρεσίες φροντιστηρίου. Χαμηλά, όσο μπορείς πιο χαμηλά. Μπορείς να μη δώσεις εξετάσεις αν τις βαριέσαι, αρκεί να δεχθείς να σε στείλουν στα αζήτητα, κατ’ ευφημισμόν «τμήματα με χαμηλότερη ζήτηση». Παραδέξου πως είσαι τενεκές και όλα θα πάνε καλά. Γιατί είναι επικίνδυνη η αναβάθμιση των ΤΕΙ σε ΑΕΙ; Επειδή πρόκειται για υποβάθμιση των ΑΕΙ, αφού η αναβάθμιση των ΤΕΙ δεν προϋποθέτει καμιά αναβάθμιση ούτε του διδακτικού προσωπικού ούτε της διδακτέας ύλης. Βλέπετε, ο κ. Γαβρόγλου δεν είναι κάνας τυχαίος. Έχει ολοκληρωμένη άποψη για την εκπαίδευση. Έχοντας ζήσει στο πανεπιστήμιο μια ζωή, έχει γίνει σαν τον Γκράουτσο Μαρξ. Περιφρονεί τη λέσχη που δέχεται ανθρώπους σαν κι αυτόν για μέλη της.

Θεωρούμε τον Πολάκη επικίνδυνο. Είτε γιατί καπνίζει επιδεικτικά είτε γιατί βρίζει και απειλεί. Ο Κατρούγκαλος έκανε ένα ασφαλιστικό που αποτέλειωσε τη μεσαία τάξη. Ο Τσακαλώτος ξέρει μόνον να εισπράττει φόρους για τα πλεονάσματα του αφεντικού του. Ο πιο επικίνδυνος απ’ όλους όμως είναι ο Γαβρόγλου. Αυτός υπονομεύει τη μόνη δυνατότητα που έχει η χώρα να βγει από το κώμα. Φτιάχνει μια εκπαίδευση μειωμένων απαιτήσεων, μια κρεατομηχανή παραγωγής Ελλήνων ακόμη πιο αμόρφωτων, με ακόμη λιγότερες απαιτήσεις από τον εαυτό τους.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η βαθιά φωνή με την αργόσυρτη εκφορά των λέξεων, χωρίς ανεβοκατεβάσματα, χωρίς έμφαση, σαν κάθε λέξη να ’ναι ένα κομμάτι μάρμαρο και ο ποιητής να κουβαλάει το βάρος του. Στο τέλος της φράσης η τελεία ακούγεται σαν πνιγμένος λυγμός. Ήταν 28 Μαρτίου του 1968 όταν ο Σεφέρης έσπασε τη σιωπή του με την πολύκροτη δήλωση για τη δικτατορία που μεταδόθηκε από το BBC. «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος… Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή». Η δήλωση αυτή έγινε ένας από τους ιδρυτικούς μύθους της αντίστασης κατά της δικτατορίας. Σίγουρα δεν επηρέασε τις «πλατιές λαϊκές μάζες», που στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορούσαν για το καθεστώς των συνταγματαρχών. Μπορεί να βρήκε κάποια απήχηση στο διεθνές περιβάλλον, ως δήλωση ενός Έλληνα ποιητή βραβευμένου με Νομπέλ. Σίγουρα όμως επηρέασε τη στάση του πνευματικού κόσμου της χώρας μας για τα υπόλοιπα χρόνια της δικτατορίας. Ο Σεφέρης δεν μίλησε στο όνομα της πολιτικής. Επικαλέσθηκε το έθνος με το δικαίωμα που του έδινε το έργο του. Είναι αυτή η στάση που εγκατέλειψε ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Το 1969 ο Σεφέρης έγραψε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το «Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα». Σήμερα μοιάζει με προφητεία της κατάστασης που έζησε η Ελλάδα μετά την κατάρρευση της δικτατορίας. Έστειλαν τις γάτες για να εξοντώσουν τα φίδια, όμως εξοντώθηκαν κι οι ίδιες από το πολύ δηλητήριο που κατάπιαν για να τα εξοντώσουν. Ποιος άλλος μπορούσε να προβλέψει ότι η αποχουντοποίηση θα οδηγούσε τον πνευματικό κόσμο σε υποχρεωτική κομματική στράτευση με αποτέλεσμα την ακύρωση του ρόλου του; Ποιος άλλος μπορούσε να δει το τέρας που θα κατάπινε την εκπαίδευση στο όνομα μιας προόδου, που εκφυλιζόταν ημέρα με την ημέρα σε δηλώσεις κοινωνικών φρονημάτων;

Πολλές φορές, από την ημέρα που ξέσπασε η κρίση, μου έχει έρθει στο μυαλό η ορφάνια που όλοι αισθανόμαστε. Και δεν εννοώ ότι μας έλειψαν οι «εθνικοί ποιητές» ή πνευματικές δυνάμεις με το κύρος του Σεφέρη ή του Παλαμά παλιότερα. Η εποχή τους έχει περάσει ανεπιστρεπτί και το κύρος της υπογραφής έχει υποβαθμισθεί από την αγελαία συμπεριφορά στα χρόνια της μεταπολίτευσης – όπου τη σημασία της διαμαρτυρίας τη μετρούσαμε με το καντάρι, κοινώς με τον αριθμό των υπογραφών. Η επίπλαστη ελευθερία της έκφρασης που προσφέρει το Διαδίκτυο ολοκλήρωσε το έργο της αλαλίας. Και τη λέω επίπλαστη διότι δεν έχει όρια, και χωρίς όρια οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους. Στα χρόνια της κρίσης δεν μας έλειψε η πατρική μορφή του Σεφέρη. Μας έλειψε το βάρος των λέξεων που υπερασπιζόταν ο Σεφέρης. Κι έτσι, δέκα χρόνια τώρα, παίζουμε τυφλόμυγα.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Με την πρώτη ματιά χαίρεσαι διότι κάποιοι αντελήφθησαν πως ο τρόπος με τον οποίον διδάσκεται η Ιστορία ευθύνεται για την παραγωγή του τελικού προϊόντος, του ανιστόρητου Έλληνα πολίτη. Κάποιοι στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής αποφάσισαν να θεραπεύσουν τη διδασκαλία της Ιστορίας από την παρατεταμένη νεκροφάνεια. Ο μαθητής δεν θα περιορίζεται πλέον στην αποστήθιση χρονολογιών και στους ατελείωτους καταλόγους με τα ονόματα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Θα συνδυάζει τα ως άνω με θεματικές ενότητες που αφορούν την κάθε περίοδο, με ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Ίσως έτσι αντιληφθούν τα παιδιά πως η σύγχρονη Ελλάς, εκτός από εμφυλίους και πτωχεύσεις, παρήγαγε και σημαντικούς συγγραφείς και μεγάλους ζωγράφους. Μπορεί και να μάθουν επίσης πως τα πιο δυναμικά της στοιχεία συνομιλούσαν πάντα με τον δυτικό κόσμο και προσπαθούσαν να μεταφράσουν τα επιτεύγματά του στη δική μας γλώσσα και στις δικές μας συνθήκες ζωής. Στη μεταρρύθμιση ας προσθέσουμε και τους «κύκλους», που ξεκινούν από τον πρώτο, τον «ελληνικό», περνούν στο «βαλκανικό» περιβάλλον και ξανοίγονται ως το ευρωπαϊκό για να μπορέσουν οι μαθητές να αποκτήσουν αντίληψη του κόσμου στον οποίον μεγαλώνουν. Ως εδώ όλα καλά. Εδώ όμως αρχίζει το βασίλειο της σκιάς, η επικράτεια του βαθέος κράτους της εκπαίδευσης.

Θα γραφούν, λένε, νέα εγχειρίδια βάσει των ως άνω προδιαγραφών, οι δε συγγραφείς τους θα επιλεγούν από την τράπεζα υπογραφών που διαθέτει το ΙΕΠ. Κοινώς από ένα κεφάλαιο κακογράφων ως επί το πλείστον εκπαιδευτικών οι οποίοι δεν διαθέτουν κανενός είδους γλωσσικό αίσθημα. Ξέρουν μόνον να παραθέτουν πληροφορίες. Αυτό σημαίνει ότι θα αλλάξουν οι πληροφορίες, όμως η σχέση του μαθητή με το βιβλίο θα παραμείνει εξίσου αποτροπαϊκή. Ξεχνούν βέβαια ότι, αν δεν αλλάξει ο τρόπος που διδάσκονται η γλώσσα και η λογοτεχνία, δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά και ο τρόπος που διδάσκεται η Ιστορία. Θα δοθεί, λένε, η πρωτοβουλία στους εκπαιδευτικούς. Μεταμοντέρνα πράγματα, που λέμε. Σε ποιους εκπαιδευτικούς; Αφού η διδασκαλία της Ιστορίας γίνεται, ως επί το πλείστον, από φιλολόγους, ενίοτε δε και από καθηγητές ξένων γλωσσών, οι οποίοι καλούνται να συμπληρώσουν τα κενά, κοινώς να βουλώσουν τρύπες. Πότε θα σταματήσουν να αντιμετωπίζουν την Ιστορία σαν τρύπα; Όταν αντιληφθούν τη σημασία της γλώσσας στην οποία είναι γραμμένη. Τολμούν και μιλούν για «βιωματική κατανόηση» –άλλη μεταμοντερνιά κι αυτή– όμως δεν υπολογίζουν ότι η «βιωματική κατανόηση» προϋποθέτει γλωσσική ευαισθησία.

Κοινώς, μην ανησυχείτε. Τίποτε δεν θα αλλάξει. Θα γραφούν νέα εγχειρίδια τα οποία οι μαθητές θα αποστηθίζουν και όλα θα πάνε καλά.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η διδασκαλία τους υπήρξε πάντα προσχηματική. Ακόμη και στην εποχή μου που κάναμε, ελέω δικτατορίας, αρχαία ελληνικά από την Α΄ Γυμνασίου, λατινικά διδασκόμασταν στα δύο τελευταία χρόνια του λυκείου, στο «κλασικό». Κλίσεις, χρονικές αντικαταστάσεις, στοιχεία συντακτικού και, το χειρότερο, κείμενα σύγχρονα, γραμμένα ειδικά για να μας διδάσκουν γραμματική. Καμία επαφή με τη λατινική γραμματεία, Βιργίλιο ή Κικέρωνα. Και ελάχιστη επαφή με τον μεγάλο ρωμαϊκό πολιτισμό. Ο ρωμαϊκός πολιτισμός ήταν το μεγάλο απωθημένο της νεοελληνικής ιδεολογίας. Μαθαίναμε πάνω – κάτω πως ό,τι άξιζε από τόσους αιώνες Ιστορίας ήταν ό,τι μπόρεσαν να μιμηθούν και να αντιγράψουν από τους Έλληνες. Ακόμη και η μεγάλη ελληνική λογοτεχνία που δημιουργήθηκε κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο μάς ήταν άγνωστη. Πολύβιος, Πλούταρχος, Λουκιανός, αλλά και Μάρκος Αυρήλιος δεν υπήρχαν. Τα λατινικά και η Ρωμαϊκή περίοδος θάμπωναν την εικόνα του εθνικού ναρκισσισμού μας στον καθρέφτη και η σιωπή που τα περιέβαλλε υπηρετούσε την ανάγκη να μη θεωρηθεί το Βυζάντιο συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το σχίσμα των Εκκλησιών δεν επηρέασε μόνον τον τρόπο που κάνουμε τον σταυρό μας. Επηρέασε και την παιδεία μας. Τα λατινικά χρειάζονταν μόνον για τις εξετάσεις στη Νομική. Κυρίως τους χρησίμευαν για να τα ξεχάσουν μόλις άρχιζαν να ασκούν το επάγγελμα. Τίποτε δεν άλλαξε έκτοτε.

Η κατάργηση της διδασκαλίας τους είναι συμβολική. Εντάσσεται στη γενικότερη τάση αποψίλωσης της εκπαίδευσης από τις κλασικές αξίες. Μόνον και μόνον ο χαρακτηρισμός των ελληνικών και των λατινικών, των δύο κλασικών γλωσσών του πολιτισμού μας, ως νεκρών, δείχνει την αδιαφορία αλλά και τον φόβο των ιδεοληπτικών, ακαλλιέργητων διπλωματούχων πανεπιστημιακών της πολιτικής. Έσβησαν την «Αντιγόνη», διέγραψαν τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και τώρα καταργούν την, έστω προσχηματική, διδασκαλία των λατινικών. Για να την αντικαταστήσουν με την περίφημη κοινωνιολογία. Διότι προφανώς θεωρούν ότι το τελευταίο, κατά προτίμηση κακογραμμένο, πόνημα αποφοίτου του Παντείου με θέμα τη σχέση ταξικής πάλης και εκπαίδευσης είναι σημαντικότερο. Ο δε συγγραφέας του, ως απόφοιτος του Παντείου, ξέρει σίγουρα πολύ περισσότερα από τον Σοφοκλή, ο οποίος, καλός και άξιος, αλλά δεν είχε ιδέα από μαρξισμούς και μετανεωτερικότητες. Άσε που ο Ευριπίδης ήταν σεξιστής, οι δε Έλληνες, συλλήβδην ρατσιστές. Περιμένω μετά τη δικαστική απαγόρευση της λέξης «λαθρομετανάστης» να καταργηθεί και η λέξη «βάρβαρος» και το κείμενο του Ηροδότου να υποστεί τη σχετική επεξεργασία.

Το πογκρόμ εναντίον της κλασικής καλλιέργειας έχει και ψυχολογικά ερείσματα: τη φοβούνται διότι αυτή αναδεικνύει τις αναπηρίες της δικής τους σκέψης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε φύγει από την εξέδρα όταν το μικρόφωνο πέρασε στη δικαιοδοσία του Μεθόδιου, ηγούμενου της Μονής Εσφιγμένου. Αν ο συνθέτης άκουσε στην τηλεόραση όσα διαλυτικά της λογικής είπε ο μοναχός, δεν το ξέρω, δεν το θεωρώ πάντως πιθανό. Άκουσε μήπως τούτες τις μέρες όσους φίλους του τον παρακάλεσαν δημόσια να μην εκτεθεί και να μην εκθέσει τον τόπο και όσους αθώους ζουν πάνω του στον ιό του εθνικισμού, νομιμοποιώντας με την παρουσία του την κάθε λογής ακροδεξιά; Άκουσε όσους του θύμισαν όσα εντελώς διαφορετικά έλεγε και έπραττε σε σχέση με την ΠΓΔΜ λίγα χρόνια νωρίτερα;

Μάλλον δεν τον άκουσε τον ασυγκράτητο, παροξυσμικό καλογερικό αλυτρωτισμό ο κ. Θεοδωράκης. Τον άκουσαν όμως πάμπολλοι άνθρωποι, στο Σύνταγμα ή από τα κανάλια. Ο Μεθόδιος λοιπόν, που με το χριστουγεννιάτικο μήνυμά του μας πληροφόρησε ότι «Κάνανε την Ελλάδα πόρνη της Ευρώπης» και μας προειδοποίησε για «επερχόμενη δικτατορία των Εβραίων που παρόμοια δεν θα έχει ξαναϋπάρξει», είπε και ελάλησε: «Όχι μόνο δεν δίνουμε το όνομα της Μακεδονίας αλλά απαιτούμε και όλες τις χαμένες πατρίδες μας, τις αλύτρωτες πατρίδες μας. Απαιτούμε όλον τον Πόντο, τη Μικρασία, τη Σόφια, το Μοναστήριον, τη Γευγελή. Απαιτούμε όλα αυτά που μας πήρανε. Και τα απαιτούμε γιατί είναι ελληνικά και δεν έχει το δικαίωμα κανένας να τα αφαιρέσει από την Ελλάδα. Και το τελευταίο που απαιτούμε. Πρέπει όλοι μας να ορκιστούμε. Απαιτούμε την Αγία Σοφία μας».

Χαρακτήρισα λίγο πριν ασυγκράτητο τον αλυτρωτισμό του Μεθόδιου, που γινόταν δεκτός με χειροκροτήματα και μπράβο από όσους βρίσκονταν στην πλατεία. Λάθος. Συγκρατημένος ήταν. Ολιγαρκής. Ούτε τη Μεγάλη Ελλάδα απαίτησε ούτε τη Βόρεια Ήπειρο, τις δεκάδες Αλεξάνδρειες, τη γαλλική Νίκαια, τα μέρη των Καλάς. Ούτε βέβαια την Επαρχία Γιουνάν της Κίνας, τι επαρχία δηλαδή, διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι, ελληνογενείς. Αλλά εφόσον «απαιτούμε τη Σόφια», γιατί όχι και τα Γαυγάμηλα; την Κυρηναϊκή; λίγη Ινδία;

Κάποιος θα τον ενημέρωσε τον κ. Θεοδωράκη, έστω εκ των υστέρων, για τον Μεθοδικό αλυτρωτισμό, που δεν διακηρύχθηκε από λαθρόβιο κανάλι αλλά στο Σύνταγμα, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, μια ανάσα από τη Βουλή των «προδοτών». Έστω και τώρα, ας βρει δυο λέξεις να διαχωρίσει τη θέση του. Κι ας συζητήσει συγγνώμη (από τον εαυτό του έστω) που, αγέρωχα εγωλάτρης, δεν μερίμνησε να εξακριβώσει ποιοι θα τον ακολουθούσαν στο βήμα «του πατριωτισμού που δεν είναι εθνικισμός».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν οι μισοί αντιμετωπίζουν την κλασική αρχαιότητα σαν βάρος και οι άλλοι μισοί σαν εθνικό φυλαχτό, ιερό σκήνωμα, είναι φυσικό η μετάδοση της γνώσης της να κακοποιείται με τον τρόπο που την κακοποιεί η μέση εκπαίδευση. Κάποτε τουλάχιστον στο σχολείο μπορεί να μην εμβαθύναμε στα πολιτισμικά επιτεύγματα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, τουλάχιστον όμως μαθαίναμε κάποια αρχαία ελληνικά. Άλλοι περισσότερα άλλοι λιγότερα. Η δικτατορία που κατήργησε την μεταρρύθμιση του Παπανούτσου επανέφερε τη διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής από την Α΄ γυμνασίου. Δεν ήμουν άριστος μαθητής, απλώς καλός, και μέσα μου ήμουν διχασμένος. Ο αριστερός συρμός της ηλικίας μου τα αντιμετώπιζε ως τμήμα της ιδεολογίας του καθεστώτος, πλην όμως κυκλοφορούσαν και βιβλία του Λεκατσά, ο περίφημος «Επίκουρος» του Θεοδωρίδη, τα οποία κάθε άλλο παρά «δεξιά» μπορούσαν να χαρακτηρισθούν. Μυριζόμασταν ότι το ζήτημα ήταν πολυπλοκότερο από ό,τι μας υποχρέωνε να πιστέψουμε ο πολιτικός μας μανιχαϊσμός.

Τα αρχαία ελληνικά έμαθα να τα εκτιμώ στη διάρκεια των σπουδών μου στο Παρίσι. Στον πρώτο κύκλο είχα γραφτεί στο τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας, κοινώς σύγχρονης, παρ’ όλ’ αυτά οι αναφορές στην αρχαία ελληνική και τη λατινική γραμματεία ήσαν συνεχείς. Τη δεύτερη δεν την είχα ποτέ διδαχθεί, η πρώτη όμως, παρά τα κενά, μου ήταν οικεία. Είναι από τα λίγα πράγματα για τα οποία έχω μετανιώσει στη ζωή μου. Αν ξανάρχιζα σπουδές, θα γραφόμουν στα «Κλασικά Γράμματα». Εκεί, αν μη τι άλλο θα βελτίωνα τα λατινικά μου, παρ’ ό,τι ήταν ένα από τα υποχρεωτικά μαθήματα και στη Συγκριτική Λογοτεχνία. Κι όμως, με τα αρχαία ελληνικά που έμαθα στο ελληνικό λύκειο της εποχής, έγινα δεκτός για διδακτορικό από τον Βιντάλ Νακέ στο τμήμα «Κοινωνικής ανθρωπολογίας του ελληνορωμαϊκού κόσμου». Με λίγη παραπάνω προσπάθεια μπορούσα να διαβάσω και Ιπποκράτη και Ευριπίδη στο πρωτότυπο. Το θέμα της διατριβής μου ήταν «H γυναίκα και η νόσος στους τραγικούς», οπότε μου χρειάζονταν και οι δύο.

Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε. Ένα από τα δεινά που μας κληροδότησε η δικτατορία είναι ότι έθεσε τους όρους των αντιθέσεων και των συγκρούσεων που μας ταλαιπώρησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών θεωρήθηκε προπύργιο συντηρητισμού, πολιτικού, πολιτισμικού. Όταν στη δεκαετία του ογδόντα ετέθη πρώτη φορά το θέμα της κατάργησης της διδασκαλίας τους, ένας από τους σημαντικότερους κλασικούς φιλολόγους, μεταφραστής του Ομήρου συν τοις άλλοις, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, την υπερασπίσθηκε. Καταλαβαίνω πώς ένας γλωσσολόγος σαν τον Εμμανουήλ Κριαρά, που πίστευε ότι η σύγχρονη ελληνική γλώσσα δεν έχει καμία σχέση με την αρχαία, να θέλει να καταργήσει τη διδασκαλία της, όμως ένας κλασικός φιλόλογος γιατί; Το ζήτημα ήταν ιδεολογικό. Η εκπαίδευση όφειλε να απαλλαγεί από τα συντηρητικά της κατάλοιπα και να αφεθεί στον χορό της προόδου.

Δυστυχώς και ο Μαρωνίτης και ο Κριαράς είναι πλέον μακαρίτες και τους έχουν διαδεχθεί διάφοροι ημιεγγράμματοι έως αγράμματοι, οι οποίοι, μη έχοντας ιδέα από την κλασική παιδεία, ενδιαφέρονται μόνον για τη λεγόμενη πρόοδο. Τα αποτελέσματα είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Οι απόφοιτοι της Μέσης Εκπαίδευσης όχι μόνον δεν μπορούν να αποκτήσουν αναγνωστική εμπειρία των αρχαίων κειμένων, αλλά και όσα μαθαίνουν για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό τα μαθαίνουν από τα κακογραμμένα εγχειρίδια. Όσοι δε υποστηρίζουν πως τα αρχαία ελληνικά πρέπει να διδάσκονται στο γυμνάσιο και το λύκειο κατατάσσονται αυθωρεί και παραχρήμα στις τάξεις των συντηρητικών, οι οποίες ταυτίζονται με τον σκοταδισμό και διάφορα άλλα δυσάρεστα και κακόηχα.

Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσω κάτι. Συντηρητικός είναι αυτός που θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερη δύναμη η γονιμοποίηση των παραδεδεγμένων αξιών από την καταστροφή τους στο όνομα νέων, τις οποίες δεχόμαστε ως αξίες, μόνον και μόνον επειδή είναι νέες. Απ’ αυτήν την άποψη, είμαι συντηρητικός. Και το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι όταν αρχίσεις να μελετάς στα σοβαρά την κλασική σκέψη είναι ότι οι αξίες δεν κρίνονται από όρους «συντηρητικού ή προοδευτικού».

Αντιλαμβάνομαι την ορμή ορισμένων φιλελεύθερων που αντιμετωπίζουν ό,τι συντηρητικό ως απαξία. Έζησαν κι αυτοί στην παρανομία της μεταπολίτευσης, όπως και η Αριστερά έζησε στην παρανομία της δικτατορίας. Όταν υποστηρίζω τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, όταν υποστηρίζω ότι το φύλο δεν είναι θέμα επιλογής, ή ότι ο χριστιανισμός είναι πυλώνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού, με αποκαλούν νεο-συντηρητικό, σεξιστή ή σχεδόν ρατσιστή. Είναι μια πνευματική ασθένεια, την οποία την έχουμε ζήσει με την Αριστερά και την ξαναζούμε με τους νεόκοπους φιλελεύθερους. Η σκέψη τους έχει εξοκείλει στο τέναγος του χρόνου, όπως και της Αριστεράς που θεωρεί ότι η σκέψη ξεκινάει από τον Μαρξ και τον 19ο αιώνα. Τους λείπει η κλασική παιδεία, κοινώς για έναν συντηρητικό όπως εγώ, η παιδεία.

Είναι και ευρωπαϊστές. Απλώς αν θεωρείς ότι η Ευρώπη νομιμοποίησε τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών επειδή είναι η σημερινή Ευρώπη, χωρίς να λάβεις υπ’ όψιν σου την παράδοση και την ιστορία τόσων αιώνων, τότε δεν έχεις καταλάβει τίποτε απ’ την Ευρώπη.

Τόσες Κυριακές έχει το καλοκαίρι. Έπεται συνέχεια, και για τα θρησκευτικά, και για τις έμφυλες ταυτότητες, και για την Ευρώπη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ