Λήψη αρχείου



Λήψη αρχείου

KWAME ANTHONY APPIAH, (2015), Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμοπολιτισμός βιβλίο

«Σ’ αυτό τον εμπνευσμένο στοχασμό γύρω από την παγκόσμια ηθική ο διαπρεπής πολιτικός φιλόσοφος Απάια θέτει παλιά ερωτήματα που έχουν καταστεί επείγοντα από την παγκοσμιοποίηση. Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Οι απαντήσεις του Απάια προκύπτουν μέσα από μια συναρπαστική σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Η προσωπική ιστορία του συγγραφέα -γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, ο οποίος μεγάλωσε στη Γκάνα και σπούδασε στο Ηνωμένο Βασίλειο- ταιριάζει ωραία με τα υπεράνω συνόρων θέματα του βιβλίου, κεντρικός στόχος του οποίου είναι να ξανασκεφτούμε τις ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και τον εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας», G. JONH IKENBERRY, «Foreign Affairs».

«Ο διεγερτικός τρόπος με τον οποίο εκθέτει τη φιλοσοφία του διαταράσσει κάθε αυτάρεσκη ισορροπία… Όλα δίνονται μέσα από εκλάμψεις εικονοκλαστικού χιούμορ»,  NADINE GORDIMER, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1991.

«Ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα συναρπαστικό ύφος, διαλογικό μάλλον παρά διδακτικό», RICHARD RORTY, The New Leader.

«Ένιωσα καλύτερος άνθρωπος αφού το διάβασα και συνιστώ την ίδια εμπειρία και στους άλλους», ORHAM PAMUK, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006.

«Ο Κοσμοπολιτισμός είναι μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να αναγεννηθεί μια παλιότερη παράδοση ηθικού και πολιτικού στοχασμού και να καταδειχθεί η σημασία του για την τωρινή μας κατάσταση», JOHN GREY, The Nation.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Περιμένοντας στην ουρά του ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων, η μητέρα με το μικρό αγοράκι που βρισκόταν πίσω μου, έδωσε τον τόνο τού γνωστού στις μέρες μας ρατσισμού ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Κάποια στιγμή το μικρό αγοράκι ξεφεύγει από τα χέρια της και αρχίζει να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Προς την πλευρά της τράπεζας περπατούσε ένας μετανάστης. Ακούω τη μητέρα να λέει επί λέξει στο παιδί της: «πρόσεχε θα σε φάει ο μαύρος». Την κοιτάζω και τη ρωτώ το εξής απλό: «Τί λέτε στο παιδί σας;» Και η απάντηση που εισπράττω, κυριολεκτικά με αφήνει άφωνο: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι χιμπατζήδες».

Το σκηνικό θα μπορούσε να έχει συνέχεια… Ανήκει στα γεγονότα που καθημερινά ο καθένας μας βιώνει, με αφορμή το μεταναστευτικό φαινόμενο, το οποίο στις μέρες μας όλο και περισσότερο γιγαντώνεται, και ειδικότερα εδώ στη Λέσβο δεν είναι διαχειρίσιμο, με ευθύνες κυρίως των πολιτικών και των τοπικών παραγόντων.

Προχθές από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών του Βόλου έλαβα μια πρόσκληση, για τη διάλεξη που θα κάνει στην Αθήνα ο διεθνούς φήμης φιλόσοφος Charles Taylor, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου McGill (Μόντρεαλ, Καναδάς). Η διάλεξη, με θέμα: «Ο Χριστιανισμός στην κοσμική εποχή της Δύσης», θα γίνει στο αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα), στις 7.30 μμ., και οργανώνεται από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου και το Πρόγραμμα «Επιστήμες και Ορθοδοξία ανά τον κόσμο» (SOW) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Με αφορμή το παραπάνω ρατσιστικό παραλήρημα της μητέρας, ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα από βιβλία του κορυφαίου αυτού Καναδού καθηγητή, με τίτλο: Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, στο οποίο περιέχονται και σχόλια τεσσάρων συνεργατών του. Στην εισαγωγή, την οποία γράφει η Amy Gutmann, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Princeton, διάβασα ένα απόσπασμα, που κάπως αλάφρωσε τον θυμό μου για τη μισαλλόδοξη μητέρα και τον ρατσιστικό της λόγο, ο οποίος άνετα για πολλούς θα μπορούσε να γίνει και σύνθημα, αν δεν έχει ήδη γίνει. Γράφει η κα. Amy Gutmann: «Ο μισάνθρωπος λόγος (hate speech) παραβιάζει τον πλέον στοιχειώδη ηθικό γνώμονα να σεβόμαστε την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων και απλώς προϋποθέτει την εγγενή κατωτερότητα των άλλων», (σ. 67).

Θα έλεγα, λοιπόν, δίχως κανέναν ενδοιασμό ό,τι σε έναν κόσμο που εναγώνια αναζητά την ασφάλεια του, περίκλειστος μόνο στον εαυτό του, ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο εκδιωγμένος, ο αναγκασμένος από τα πράγματα να αλλάζει συνεχώς τόπο και τρόπο ζωής, είναι εκείνο το πρόσωπο του άλλου· καταπώς γράφει κι ο πολύς Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης: «Το εγώ μου είν’ ένας άλλος», (Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66).

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όσοι γονείς, στο σχολείο των παιδιών τους, αρνούνται  να φοιτήσουν προσφυγόπουλα, είναι προφανές ότι εις το έπακρον υιοθετούν την περιβόητη ρήση του Sartre «η κόλασή μου είναι οι άλλοι».  Ετούτη η έκφραση σημαίνει ότι την κόλαση των ανθρώπων δεν τη συνιστά η τιμωρία, αντίθετα ο κολασμός τους είναι οι «άλλοι». Και μιας και ομιλώ για κόλαση καλό είναι να υπενθυμίσω ότι στον αντίποδα του Sartre, ο κορυφαίος Ρώσος συγγραφέας Φ. Ντοστογιέβσκυ, μέσα από την ίδια σχεδόν προοπτική, για την κόλαση έκαμε πιο πληρέστερη διατύπωση, δίνοντας και θεολογική χροιά. Στο κλασικό έργο του Αδελφοί Καραμάζοβ γράφει: «κόλαση είναι το μαρτύριο τού να μην αγαπάει κανείς», γεγονός που σε μια ευθεία γραμμή μας συνδέει με τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο: «εγώ δε λέγω, ότι οι εν τη γεέννη κολαζόμενοι τη μάστιγι της αγάπης μαστίζονται».

Όσοι, λοιπόν, γονείς υψώνουν τοίχος μίσους ενάντια σε μικρά παιδιά προσφύγων, και στο δικαίωμά τους στο αγαθό της παιδείας, καλό είναι να κατανοήσουν ότι η παντελής παραίτηση από κάθε εγωπαθή κυριαρχικότητα συνιστά και αναζήτηση της ομορφιάς που σώζει τον κόσμο, για να ξαναθυμηθούμε τον Ντοστογιέβσκυ.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Λειτουργία στο Πρωτάτο.

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στη μνήμη του παπα-Στρατή Δήμου

Συμβαίνει συχνά, σε ημέρες γιορτινές και μη, όπως αυτές που τα τελευταία εικοσιτετράωρα ζούμε, θρησκευόμενοι και μη θρησκευόμενοι, θρησκόληπτοι, αλληλέγγυοι, κοινωνιστές, θιασώτες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικοί, πολιτικάντηδες, υπεύθυνοι των κοινών (δηλαδή δήμαρχοι, περιφερειάρχες, βουλευτές), εκπρόσωποι της Εκκλησίας, κ.ά., όταν τα πράγματα με τη φύση δυσκολεύουν, προς τους κατατρεγμένους ο καθένας να δείχνει το «φιλάνθρωπο προσωπείο του», έτσι «για τα μάτια του κόσμου», όπως σοφά λέγει ο λαός μας. Κι όταν τα δύσκολα περάσουν, όλοι ξανά θα κλειστούν και θα περιχαρακωθούν γύρω από τον εαυτούλη τους.

Γράφω ετούτες τις σκέψεις ορμώμενος από την τραγικότητα των εικόνων προσφύγων και μεταναστών, στα δήθεν «κέντρα φιλοξενίας» εδώ στη Μυτιλήνη: άνθρωποι ΠΡΟΣΩΠΑ κάθε ηλικίας, εκτεθειμένοι σε ακραίες καιρικές συνθήκες – για την επέλαση του χιονιά οι ειδικοί ημέρες τώρα έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου – να μας κοιτούν κατάματα ζητώντας λύτρωση από το φονικό κρύο. Και τα ΜΜΕ, ηλεκτρονικά και έντυπα, το καθένα για τους δικούς του λόγους τηλεθέασης και ανάγνωσης να παίζει το «δικό του παιχνίδι». Στις πλάτες ποιών, με τον πόνο ποιών; Μα φυσικά των πονεμένων και κατατρεγμένων προσφύγων και μεταναστών.

Αποτέλεσμα εικόνας για πρόσφυγες στη Μόρια στα χιόνια

Φίλος καλός μού έθεσε τα παρακάτω ερωτήματα, καίρια κατ’ εμέ:  σ’ αυτό το πρόβλημα δεν θα ‘πρεπε να πρωτοστατεί η Εκκλησία; Δεν θα ‘πρεπε πρώτη αυτή να αδράξει την ευκαιρία, να ανοίξει τους ναούς και τα πνευματικά της κέντρα για να φιλοξενήσει τους ανθρώπους ΠΡΟΣΩΠΑ, πρόσφυγες και μετανάστες; Που είναι οι σύγχρονες Βασιλειάδες; Πριν λίγα χρόνια αγαπητός συνάδελφος, ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είχε εκδώσει δύο σημαντικά βιβλία, άκρως διδακτικά. Το πρώτο με τίτλο: Ο Θεός μου ο αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι του δρόμου, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2002, είναι μια κραυγή αγωνίας στην προσπάθεια του συγγραφέα να αφυπνίσει την υπνώτουσα χριστιανική ταυτότητά μας. Το δεύτερο, με τίτλο: Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία. Μια προκήρυξη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2001, με αιχμηρό και κοφτερό λόγο διατυπώνει την εξής βασική συνιστώσα: «μέσα στην πολύμορφη ιστορική όδευση, η Εκκλησία οφείλει να κρατά ενεργές το όραμά της και να κομίζει μια σύστοιχη πρόταση ζωής. Όποτε λησμονεί ή απεμπολεί το ίδιο της το όραμα, γίνεται τύραννος του ανθρώπου, φυλακή του Θεού και προδότης του εαυτού της. Αντίθετα, όποτε τάσσεται στο πλευρό των θυμάτων και μπολιάζει την ιστορία με δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κι ελευθερία, προξενεί ρωγμές στις ταφόπλακες της κοινωνίας για να περάσει στο σήμερα το φως των Εσχάτων».

Για να μην θεωρηθώ ότι από τις ευθύνες έναντι συνανθρώπων μας βγάζω εκτός τον εαυτό μου ομολογώ κι ετούτο: πόσοι άραγε από εμάς που καταγινόμαστε με θεολογικά κείμενα αναρωτηθήκαμε ποτέ ότι ο «άλλος», ο πολιτισμικά και θρησκευτικά διαφορετικός, ο ξένος, ο αλλόφυλος, ο αλλοεθνής, ακόμη κι ο εχθρός τοποθετείται πάντα ως «πλησίον»; Αυτό το διαπιστωτικό ερώτημα, βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα της βιβλικής και πατερικής γραπτής παράδοσης, αν ποτέ κανείς το αφουγκραστεί και το διαβάσει σωστά, θα διαπιστώσει ότι ο φόβος του «ξένου», η «ξενοφοβία» – ας θυμηθούμε εδώ το λίαν πρόσφατο γεγονός της άρνησης στα μικρά προσφυγόπουλα του δικαιώματος να φοιτήσουν σε σχολείο – εξακολουθεί να είναι μια ασαφής συναισθηματική κατάσταση. Συνεπώς, οι οποιεσδήποτε αντιδράσεις έναντι του προσφυγικού ζητήματος, πέραν ότι γεννούν πολυειδείς ρατσισμούς, εμπεριέχουν και συγκεκριμένες προκαταλήψεις. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι λίγοι εκείνοι που στο όνομα της εθνοφοβίας και του εθνοφυλετισμού κατασκευάζουν το φαντασιακό πλαίσιο ότι «άλλος» δεν γίνεται και δεν μπορεί να υπάρξει.

Ξεδιπλώνοντας, λοιπόν, τις παραπάνω σκέψεις μου για το χιονιά της ψυχής μας έναντι των προσφύγων και μεταναστών, και επισημαίνοντας ότι εκείνο που τελικά συγκροτεί την ανθρώπινη και εκκλησιαστική μας ταυτότητα είναι ατόφια η φιλανθρωπία που βλέπει τον «άλλο» ως συνοδοιπόρο κι όχι ως απειλή, θεωρώ επιβεβλημένο να θυμίσω  αυτά που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Πρόκειται για ένα κείμενο που δένει απόλυτα με τις εικόνες που όλοι είδαμε ετούτες τις ημέρες του χιονιά: «ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ότι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ότι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη».

 

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Από τη σωρεία των κλισέ δημοσιογραφικής χρήσεως, στην ομάδα των περισσότερο ξεθυμασμένων, των σχεδόν μηδενισμένων νοηματικά, ανήκει οπωσδήποτε το «οικουμενικό σοκ» καθώς και το «παγκόσμια συγκίνηση». Αν αλήθευαν έστω και μία στις δέκα φορές που τα βλέπουμε γραμμένα στο γυαλί ή στο χαρτί, και αν τη φημολογούμενη «παγκόσμια συγκίνηση» τη μοιράζονταν και οι κεφαλές του κόσμου, τότε ο κόσμος αυτός θα ήταν διαφορετικός. Ή, πιο μετρημένα, θα μπορούσε ν’ αλλάξει, κάπως να βελτιωθεί. Και τότε ο όρος «παγκοσμιοποίηση» ίσως αποκτούσε και μια δεύτερη σημασία, ηθικότερη από εκείνη που του προσδίδουν οι αριθμοί του εμπορίου, η «ελεύθερη αγορά» και τα συναφή.

Το βλέμμα ενός παιδιού τσακισμένου από τον πόλεμο, του πεντάχρονου Σύρου Ομράν Ντανκές, ο οποίος ανασύρθηκε ζωντανός, ματωμένος και κατασκονισμένος, μέσα από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι οβίδες στο Χαλέπι, ένα βλέμμα πέρα και από τον φόβο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συγκλονιστικό αν πράγματι κλόνιζε έστω κι έναν από τους φανερούς και αφανείς πολεμόχαρους που διαμελίζουν επί πενταετία τη Συρία. Τον Άσαντ, τους αντικαθεστωτικούς, τους Ρώσους, τους Τούρκους, τους Αμερικανούς, τους Γάλλους, τους Σαουδάραβες – για τους φασίστες του Χαλιφάτου δεν γίνεται λόγος. Σε μια τέτοια περίπτωση, ίσως δεν ξαναβλέπαμε βομβαρδισμούς νοσοκομείων, ίσως δεν ξανακούγαμε για χρήση χημικών όπλων. Και μπορεί οι εγκλωβισμένοι στο Χαλέπι να είχαν μια ελάχιστη πιθανότητα σωτηρίας. Ακούμε βέβαια τώρα και διαβάζουμε για «διεθνή κατακραυγή», μετά την ανά τον κόσμο δημοσίευση της φωτογραφίας του Ομράν, και για «απαίτηση του ΟΗΕ και της Ε.Ε. να σταματήσουν αμέσως οι εχθροπραξίες στο Χαλέπι». Άλλη μία φορά. Η εικόνα όμως του Ομράν, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι στοιχειώνει πια την οικουμενική συνείδηση, θα επηρεάσει τη φορά των πραγμάτων όσο και η επίσης εμβληματική εικόνα του άλλου μικρού Σύρου, του τρίχρονου Αϊλάν Κουρντί. Κλείνει χρόνος από τη μέρα που ο Αϊλάν, ένα προσφυγάκι ανάμεσα σε χιλιάδες, βρέθηκε άψυχος σε τουρκική παραλία. Ούτε οι μάχες στη Συρία κόπασαν ούτε οι μεγάλες και μικρομεσαίες δυνάμεις συγκινήθηκαν ιδιαίτερα ούτε οι πρόσφυγες έπαψαν να είναι ανεπιθύμητοι «λαθραίοι». Ετσι δεν λέει ο μητροπολίτης Χίου, ένας άνθρωπος του Θεού;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑ[1]

Όταν πριν κάποια χρόνια, το 2002, κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το βιβλίο του καλού συναδέλφου Θανάση Ν. Παπαθανασίου: Ο Θεός μου ο αλλοδαπός[2], στην Ελλάδα το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα βρίσκονταν θα λέγαμε εν εξελίξει. Για τα θεολογικά γράμματα – κι όχι μόνον – το εν λόγω βιβλίο λειτούργησε ως καταλύτης σ’ ότι αφορά τη σχέση του νεοέλληνα με τα κύματα προσφύγων και μεταναστών, που από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όλο και περισσότερο κατακλύζουν την πατρίδα μας. Ο συγγραφέας με ιδιαίτερα καυστική γραφή διαπίστωνε ό,τι «οι νεοέλληνες τελούν μεν πλέον σε συγκατοίκηση με τους αλλοδαπούς που στάγδην κατέκλυσαν τη χώρα, η συγκατοίκηση, όμως, αυτή είναι εξαιρετικά τρικιμιασμένη και, συχνά, δυσβάστακτα πικρόγευστη εκατέρωθεν»[3]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ό,τι το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο, από την πλευρά της θεολογικής θεώρησης του τότε προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος, αποτελούσε τη σημαντικότερη συμβολή στο ζήτημα. Έκτοτε μια σειρά από δημοσιεύματα[4], αυτά που προέρχονται από το θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο, στην προοπτική της νηφάλιας θεώρησης του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου, το καθένα συνέβαλε θετικά στο πανανθρώπινο χριστιανικό μήνυμα ότι κάθε πρόσφυγας και μετανάστης δεν είναι εχθρός, αλλά συνάνθρωπος και ούτε μπορεί να λειτουργήσει ως απειλή για τον Δυτικό χριστιανικό πολιτισμό.

Ερχόμενος τώρα στο θέμα μου, ευθύς εξ αρχής ας μου επιτραπεί εδώ μια βασική διαπίστωση. Σε πολλούς είναι διάχυτη η άποψη ό,τι ο θεολογικός λόγος, κυρίως αυτός που απορρέει από το εσωτερικό της Ορθοδοξίας, είναι αποστεωμένος, ο οποίος συνεχώς κοιτά προς τα πίσω, συντηρώντας με πολλαπλούς τρόπους μια παράδοση που ξεκινά από την εποχή του Ιησού, διαπερνά τη ρωμαϊκή, μετέπειτα βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή εποχή και φτάνει μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ό,τι αυτή η άποψη είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Υποστηρίζεται, κυρίως, από ομάδες ανθρώπων που στο σύνολό τους σχεδόν δεν έχουν κάποια ουσιαστική σχέση γενικότερα με τη χριστιανική πίστη, ειδικότερα, όμως, με την Ορθοδοξία.

Σ’ αυτό το μοτίβο θεώρησης των πραγμάτων, εξυπακούεται ότι δεν είναι λίγοι και εκείνοι που θεωρούν ό,τι η θρησκεία στον 21ο αιώνα έχει μπει στο «ντουλάπι της ιστορίας». Δεν είναι του παρόντος εδώ να αναμοχλεύουμε τέτοια ζητήματα. Ωστόσο, εκείνο που οφείλω με παρρησία να τονίσω είναι το γεγονός ότι, η θρησκεία όχι μόνον με τη θεολογική της, αλλά κυρίως με τη θρησκειολογική[5] αλλά και την κοινωνιολογική[6] ερμηνεία του όρου, στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου και  μετανεωτερικού περιβάλλοντος, δεν δίνει μόνον απαντήσεις σε μεταφυσικά ερωτήματα. Ακουμπά και συνειδήσεις ανθρώπων που επιζητούν να ανήκουν κάπου. Στη διαλεκτική ανθρώπου και πίστης σε ένα Θεό, ή σε πολλούς θεούς και θεές, η θρησκεία, κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του πανεπιστημιακού Νίκου Κοτζιά «είναι ένας τρόπος δημιουργίας και κατανόησης των ανθρώπινων κοινωνιών»[7]. Η άποψη αυτή, στηριζόμενη στη θέση του Γερμανού φιλοσόφου και κοινωνιολόγου J. Habermas, φέρνει στο προσκήνιο το κυριότερο από θρησκευτικής και θεολογικής πλευράς πρόταγμα για το προσφυγικό και μεταναστευτικό σήμερα ζήτημα, ό,τι δηλαδή, η θρησκεία οφείλει να συνενώνει τις κοινωνίες πάντα σε μια θετική ηθική βάση, εκεί όπου η αλληλεγγύη θα υπερβαίνει θρησκευτικούς, φυλετικούς και εθνικούς διαχωρισμούς. Επιπλέον, η θρησκεία στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, η θρησκεία ως βασικός κορμός της συλλογικής ταυτότητας, σε σημαντικό βαθμό καθορίζει και διαμορφώνει την ταυτότητα κάθε λαού[8].

William McTaggart (1883-1889), «Οι μετανάστες»

ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

Είναι γεγονός ό,τι για ένα αρκετά μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, οι λέξεις πρόσφυγας και μετανάστης προκαλούν φόβο. Καλυπτόμενοι οι περισσότεροι πίσω από τις στερεότυπες διακρίσεις, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω, στη μακρά διάρκεια της Ιστορίας διέσχιζαν την ίδια τη ζωή των ανθρώπων, εκφράζουν την άποψη ότι καθετί διαφορετικό στον πολιτισμό, την κουλτούρα, τη θρησκεία, ουκ ολίγες φορές λειτουργεί ως εχθρός. Ποιοι, όμως, είναι εκείνοι που υποκινούν αυτήν την αξιολόγηση, που στο όνομα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης ομιλούν για την διαφορετικότητα, η οποία γίνεται εχθρική, για περιβάλλοντα που μέχρι πριν κάποια χρόνια θέλαμε να πιστεύουμε ό,τι είναι εθνολογικά και πολιτισμικά ομοιογενή; Πρόκειται για ένα καίριο πράγματι ερώτημα. Αναμφίβολα η ξενοφοβία και ο ρατσισμός στις μέρες μας βρίσκει εκφραστές όχι μόνο σε ακραίους πολιτικούς και ευρύτερους κοινωνικούς εν γένει χώρους, αλλά δυστυχώς και σε εκκλησιαστικούς. Οι περιπτώσεις είναι αρκετές κι αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν, μιας και ουδεμία σχέση έχουν με την πεμπτουσία της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία σε ότι αφορά στον άνθρωπο και τον κόσμο – εξ ου και οι όροι χριστιανική ανθρωπολογία και κοσμολογία – κινείται στους τρεις παρακάτω βασικούς άξονες. Πρώτον, το μοντέλο της ανθρώπινης ζωής δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κοινωνία προσώπων, μια «κοινωνία ετεροτήτων». Δεύτερον, αυτή η κοινωνία διαφορετικών προσώπων οφείλει πάντοτε να επιζητά την αυταπάρνηση, την αλληλεγγύη, την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, όσο διαφορετικός κι αν είναι αυτός. Αυτόν τον τρόπο θέασης του διαφορετικού ανθρώπινου προσώπου, ο κορυφαίος Ρώσος θεολόγος του 20ου αιώνα π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τον περιγράφει χαρακτηριστικά με τα εξής συνταρακτικά λόγια: «η αυταπάρνηση δεν εξαλείφει ούτε καταστρέφει την προσωπικότητα. Αντίθετα μάλιστα, η προσωπικότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αληθινά παρά μέσα σ’ ένα καθολικό διάλογο με τους άλλους. Όταν απαρνούμαστε τον εαυτό μας, διευρύνουμε την ύπαρξή μας, ανοιγόμαστε προς τους άλλους, τους φέρνουμε στο νου και στην καρδιά μας. Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας»[9]. Ο τρίτος βασικός άξονας, είναι άκρως σημαντικός, διότι από την σκοπιά της θεολογίας και της νηφάλιας θεώρησης των σημερινών κοινωνικών προβλημάτων, ένα εξ αυτών θα ‘λεγα ό,τι είναι και το προσφυγικό – μεταναστευτικό ζήτημα, βλέπει τους πολιτισμούς, όπου αυτοί ειρηνικά, ανθίζουν και καρποφορούν, να μην απαξιώνονται, καθότι όλοι τους «εμπεριέχουν ερμηνείες του κόσμου», όσο διαφορετικές, βέβαια, κι αν είναι αυτές.

Οι τρεις παραπάνω βασικοί άξονες, αξιώματα της θεολογικής επιστήμης για την ερμηνεία του ανθρώπινου προσώπου και του κόσμου[10] – επιτρέψτε μου εδώ με έμφαση να τονίσω ό,τι η θεολογία είναι επιστήμη, κι όπως κάθε επιστήμη έχει τα αξιώματά της, έτσι κι αυτή διατυπώνει τη δική της διδασκαλία με αυτά – για ό,τι σχετίζεται με το θέμα μας, την προσφυγιά και τη μετανάστευση, όταν αυτά δεν παραχαράσσονται και δεν παρερμηνεύονται, δείχνουν τον τρόπο οικοδόμησης μιας κοινωνίας ανθρώπων, εκεί που η ετερότητα, η διαφορετικότητα, μπορεί να ανοίξει το δρόμο ενάντια στην κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στοιχειοθετώντας την ανθρώπινη παρουσία σε αυτόν τον κόσμο στις πραγματικές της διαστάσεις, όπως ακριβώς ατόφια την αποτιμά ολάκερη η χριστιανική διδασκαλία, αλλά όπως λέγει κι ποιητής Τάσος Λειβαδίτης σε έναν πολύτιμο όπως τον ονομάζει στίχο: «κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο / είμαστε κιόλας νεκροί»[11].

Διδάσκοντας κάποια ημέρα πέρυσι το μάθημα των Θρησκευτικών σε ένα τμήμα της Β΄ Λυκείου στο σχολείο που υπηρετώ, στη συζήτηση που είχα με τους μαθητές και τις μαθήτριές μου για το προσφυγικό και μεταναστευτικό σήμερα ζήτημα, ο παραπάνω στίχος λειτούργησε θεραπευτικά, ενάντια σε λογικές στατικές και περίκλειστες γύρω από τον εαυτούλη μας, λογικές που θρυμματίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο, στην καθολικότητά του. Λογικές που ουκ ολίγες φορές από όσους αρέσκονται με πολλαπλούς τρόπους, κυρίως εκείνους που ως μοναδικό όπλο ενάντια στην ετερότητα και τη διαφορετικότητα χρησιμοποιούν τη βία, καταστέλλουν την πολυμορφία, ή το χειρότερο για δήθεν, τάχαμου «ανθρωπιστικούς» λόγους σπρώχνουν πρόσφυγες και μετανάστες να λειτουργούν «ως αρμαθιά ακοινώνητων μεταξύ τους γκέτο»[12], με αποτέλεσμα αυτοί που είναι απ’ έξω, οι καθαροί στη φυλή και στο αίμα, συχνά πυκνά να επαναλαμβάνουν ως μόνιμη πια επωδό τον κίνδυνο εθνολογικής αλλοίωσης της πατρίδας μας. Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για αισθήματα περικύκλωσης και απειλής, έξαρσης «πολυειδών ρατσισμών»[13], που δυστυχώς εκπορεύονται και από εκκλησιαστικούς κύκλους.

Σε αυτούς, πράγματι, τους εκκλησιαστικούς κύκλους κυοφορούνται αντιλήψεις μοναδικότητας και απολυτότητας. Σε ότι αφορά στις τραγικές διαστάσεις που σήμερα έχει πάρει η προσφυγιά και η μετανάστευση, οι ίδιοι αυτοί κύκλοι, συνεπικουρούμενοι και από ακραίες πολιτικές πρακτικές, επιδιώκουν να πείσουν όσους νηφάλια με αγάπη και  χριστιανικό ήθος τολμούν να μιλήσουν για τους πρόσφυγες και μετανάστες, ότι μόνο μέσα από τις δικές τους διαδικασίες και από το δικό τους χώρο μπορεί να δημιουργηθεί κάτι καλό. Έξω από αυτούς υπάρχει το χάος και η καταστροφή, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός. Στην κυριολεξία καθετί διαφορετικό δεν έχουν τη διάθεση να το ακούσουν. Κι αυτό συμβαίνει γιατί σκέφτονται ολιστικά και απόλυτα. Βέβαια, κάποιος μπορεί εδώ να υποστηρίξει ότι όλα αυτά ισχύουν μόνο για απλούς θρησκευόμενους ανθρώπους. Σας πληροφορώ ό,τι αυτό είναι ένα τραγικό λάθος. Οι επιλογές αυτές πληθαίνουν και σε ένα μέρος του θεολογικού – εκκλησιαστικού χώρου. Πως εξηγείται αυτό; Η υπόθεση – ερμηνεία, νομίζω, είναι τόσο απλή. Επιτρέψτε μου να καταθέσω ένα ερμηνευτικό σχόλιο. Όταν κάποιος διαλέγεται με τέτοιους κύκλους, στην καλύτερη περίπτωση θέλει να νομίζει ό,τι στοχεύει στον ειλικρινή διάλογο. Οι πολλαπλές, όμως, αγκυλώσεις τους σιγά – σιγά τον αποδιώχνουν από τον αρχικό στόχο. Αν και εκφράζει μια ευρύτερη προβληματική, αν και έχει ανοικτούς ορίζοντες, μετανιώνει για το εγχείρημά του να διαλεχθεί μαζί τους. Για να γίνω κατανοητός θα φέρω ένα τρανταχτό παράδειγμα. Σε συζήτηση για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που πριν λίγο καιρό είχα με γνωστούς τέτοιων κύκλων, οι οποίοι παρεμπιπτόντως τονίζω εδώ στα πρόσωπα των προσφύγων και των μεταναστών βλέπουν τον κίνδυνο ισλαμοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, γι’ αυτό και η καθύβρισή τους, για προβληματισμό τους έθεσα τα δύο παρακάτω κείμενα, δίχως, βέβαια, εξ αρχής να τους αποκαλύψω τους συγγραφείς τους. Το πρώτο κείμενο: «ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Τα ρούχα τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ότι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ότι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη»[14]. Και το δεύτερο: «Θα σας πω κάτι ενοχλητικό και βαρύ. Ξέρω ότι θα οργιστείτε, αλλά θα σας το πω. Και δεν θα το πω για να σας βλάψω, αλλά για να σας διορθώσω… Διάφοροι λένε ότι (αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι) είναι φυγάδες, ξένοι και τιποτένιοι, που άφησαν τις πατρίδες τους και συρρέουν στην πόλη μας. Για πες λοιπόν! Αυτός είναι ο λόγος που αγανακτείς… επειδή όλοι την θεωρούν λιμάνι τους και προτιμούν την ξένη πόλη από τη γενέτειρά τους; Αντιθέτως, θα ‘πρεπε να χαιρόμαστε για το γεγονός ότι όλοι καταφεύγουν στα χέρια σας σαν σε λιμάνι κοινό και θεωρούν την πόλη αυτή μητέρα όλων»[15].

Οικογένεια μεταναστών - Giuseppe Pellizza da Volpedo - 1906

Giuseppe Pellizza da Volpedo (1906), «Οικογένεια μεταναστών»

Στο ερώτημα αν τέτοια κείμενα, στο σημερινό θολό τοπίο της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας, όπου η πραγματικότητα των ανθρώπινων σχέσεων δεν είναι αμιγής και μονότροπη, μπορούν να λειτουργήσουν ως υπόδειγμα ανοχής και δεξίωσης του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου, μακριά, βέβαια, από εκείνη τη χθόνια λογική της καθαρότητας της φυλής και του αίματος, η απάντηση από τους «χριστιανομαθημένους» συνομιλητές μου δεν ήταν ξεκάθαρη. Μα δεν συμφωνείτε με όσα λένε τα κείμενα; Επέμενα. Καμιά ξεκάθαρη απάντηση. Απεναντίας, μάλιστα, «στόλισαν» με εκείνη την απέχθεια που νιώθουν όσοι ποτέ τους δεν έχουν νιώσει ψήγματα αλληλεγγύης το περιεχόμενο των κειμένων. Όταν, όμως, τους αποκάλυψα τους συγγραφείς, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τον Γρηγόριο Νύσσης, αδελφό του Μεγάλου Βασιλείου και τον Ιωάννη Χρυσόστομο, έμειναν έκπληκτοι για το πώς Πατέρες της Εκκλησίας αιώνες πριν από εμάς σήμερα, εξηγούσαν πως ο κοντινός, ο πλησίον, μπορεί να είναι ο πλέον «απόμακρος για την ανθρώπινη λογική»[16], είτε βιολογική, είτε πολιτισμική, είτε θρησκευτική: ο ξένος, ο εχθρός!

Οφείλω, βέβαια, εδώ να πω και ετούτο: η κοινωνία ανθρώπων και η σχέση μεταξύ των δεν είναι μια πραγματικότητα που προϋποθέτει τη συμμετοχή ενός μόνο εκ των συμμετεχόντων. Απεναντίας αυτή η κοινωνία ανθρώπινων προσώπων αποκτά νόημα, μόνο όταν ο καθένας μας ως πράξη συμβολής καταθέτει την ύπαρξή του με σεβασμό και κατανόηση της υπάρχουσας διαφορετικότητας, ετερότητας, στη διακονία πάντα μιας «κοινής εν κινήσει ευχαριστιακής τράπεζας»[17]. Κι αυτό δεν είναι ουτοπία. Είναι πραγματικότητα[18]. Φτάνει για κάποιους, ο εκκλησιαστικός και θεολογικός χώρος, σε ότι αφορά στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, να μην περιορίζεται μόνο σε πράξεις τελετουργικές, σε μια κάποια διεκπεραίωση θεσμικών συντεταγμένων από την αλήθεια των πραγμάτων της ζωής και του κόσμου, εκεί δηλαδή, που ο Άλλος είναι ολοκληρωτικά απών. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να κατανοήσουμε ό,τι η αγάπη, η ελευθερία, η αλληλεγγύη, η προσέγγιση και η δεξίωση του διαφορετικού πολιτισμικά Άλλου, είναι ατραποί και δρόμοι που δεν είναι αδιάβατοι.

Υπ’ αυτήν την έννοια η προσφυγιά και η μετανάστευση, όταν δεν τη βλέπουμε ως «απειλή και έγκλημα»[19], απεναντίας όταν τη βλέπουμε ως «σηματωρό»[20] για πλεύση σε κοινό πλοίο που οδηγεί στη συνύπαρξη, θα αντιταχθούμε απέναντι σε όσους υποστηρίζουν ό,τι ο κόσμος μας πρέπει να είναι συγκροτημένος μέσα από αποκλεισμούς και μοναδικότητες. Καθώς φαίνεται οι απαξιωτικές πρακτικές εκείνων που στα πρόσωπα των προσφύγων και των μεταναστών βλέπουν μόνον εχθρούς, είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιηθεί ό,τι η συνύπαρξη στηρίζεται σε μια λογική βάση που δικαιολογεί την ανοχή και αφήνει περιθώρια στην ελευθερία της επιλογής για ό,τι πιστεύει ο Άλλος. Στην προκειμένη περίπτωση το μεταναστευτικό ζήτημα θεωρούμενο στις ιστορικές τους διαστάσεις, δεν μπορεί να σημαίνει απλά ό,τι μετακινούνται κάποιες ομάδες ανθρώπων, στοχεύοντας σε μια καλύτερη ζωή και τίποτε παραπάνω. Αυτή η θεώρηση είναι τόσο απλουστευτική και καταντά γελοία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, λοιπόν, ό,τι οι άνθρωποι που μεταναστεύουν στις υποδεχόμενες κοινωνίες αναπόφευκτα μεταφέρουν την ξεχωριστή πολιτισμική και θρησκευτική τους παράδοση[21]. Κι αυτή οφείλουμε να τη σεβόμαστε.

Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη βασική παρατήρηση που κάμει ένας από τους σημαντικότερους σήμερα μελετητές της μετανεωτερικότητας, 0 Ζίγκμουντ Μπάουμαν· στο πλαίσιο, βέβαια, που η μετανεωτερικότητα[22] συνδέεται άμεσα με τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας, την παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας και τους τρόπους συσσώρευσης οικονομικού κεφαλαίου. Στο καταιγιστικό  βιβλίο του Ρευστοί καιροί, ο κορυφαίος Πολωνός κοινωνιολόγος, αναφερόμενος στους πρόσφυγες γράφει ό,τι «αποτελούν την ενσάρκωση των “ανθρώπινων αποβλήτων”, χωρίς να έχουν κάποια χρήσιμη λειτουργία να επιτελέσουν στη χώρα άφιξης και προσωρινής παραμονής και χωρίς να υπάρχει ούτε η πρόθεση ούτε η ρεαλιστική προοπτική για αφομοίωση και ενσωμάτωση στο κοινωνικό σώμα». Και συνεχίζει: «οι πρόσφυγες βρίσκονται μεταξύ διασταυρούμενων πυρών ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, είναι δέκτες αντιφατικών μηνυμάτων. Εκδιώκονται με τη βία ή εκφοβίζονται για να φύγουν από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, αλλά τους αρνούνται την είσοδο σε κάποια άλλη. Δεν αλλάζουν χώρους. Χάνουν το χώρο τους πάνω στη γη και πετιούνται στο πουθενά […] Τα στρατόπεδα των προσφύγων ή των αιτούντων άσυλο είναι έξυπνα επινοήματα προσωρινών εγκαταστάσεων που καθίστανται μόνιμα μέσω του αποκλεισμού των εξόδων τους. Επιτρέψτε μου να το επαναλάβω. Οι τρόφιμοι των στρατοπέδων προσφύγων ή των αιτούντων άσυλο δεν μπορούν να επιστρέψουν “εκεί απ’ όπου ήρθαν”, αφού οι χώρες αυτές δεν τους θέλουν πίσω. Οι ζωές τους έχουν καταστραφεί, τα σπίτια τους έχουν υποστεί ζημιές, ισοπεδωθεί ή κλαπεί. Επιπλέον δεν υπάρχει διέξοδος, γιατί καμιά κυβέρνηση δεν θα δει με ευχαρίστηση την εισροή εκατομμυρίων αστέγων και θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την εγκατάσταση των νεοφερμένων»[23]. Αυτές οι καίριες παρατηρήσεις του Μπάουμαν, οδηγούν στον εντοπισμό μιας σημαντικής αιτίας, κατά την οποία οδηγεί ένα πλήθος οργανισμών και θεσμών, στο πλαίσιο του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[24], να προβάλλουν μοντέλα συνύπαρξης διαφορετικών λαών, με σκοπό της δημιουργία ενός μελλοντικού «πολυπολιτισμικού και ανεκτικού “παγκόσμιου” πολίτη»[25], ή «κοινωνίες μεταναστών» κατά τον Μάικλ Ουόζλερ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον[26], στο πλαίσιο πάντα της συνύπαρξης και της ανεκτικότητας του πολιτισμικά διαφορετικού Άλλου.

Στην προοπτική που ο θεολογικός και ο εκκλησιαστικός χώρος μπορεί εδώ να έχει ουσιαστική συμμετοχή, όχι, όμως, με εκείνη την επιδερμική χρήση της φιλανθρωπίας, αλλά στη βάση της συνιστώσας που θέλει τον ξεριζωμό, τον λιμό και τη γενοκτονία των προσφύγων και των μεταναστών να καταλαγιάζει σε αληθινή «κοινωνία ετεροτήτων»[27]. Τότε και μόνον τότε η χριστιανική ανθρωπολογία φαίνεται να αποκτά ουσιαστική σημασία, όταν αναφέρεται στην αρμονική συνύπαρξη[28] ανθρώπων διαφορετικής πίστης και κουλτούρας. Χρέος και αγώνας κάθε χριστιανού είναι η ταύτισή του με τον Άλλο, όσο διαφορετικός πολιτισμικά, θρησκευτικά κι αν είναι. Κάτι σαν το πατέρα Ναζάριο, τον ρωμαιοκαθολικό ιερέα στη εκπληκτική ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, με τίτλο Ναζαρέν, ο οποίος προτιμούσε να ζει σε φτωχογειτονιές του Μεξικού ταυτίζοντας τον εαυτό του με πάμφτωχους και περιθωριακούς ανθρώπους, αλλά και κάτι σαν τον αξέχαστο παπα-Στρατή Δήμου, που κι αυτός ταύτισε τον εαυτό του με κάθε πρόσφυγα και μετανάστη.

Όλα τα παραπάνω εντάσσονται σε εκείνο το πλαίσιο θέασης και κριτικής του Δυτικού χριστιανικού πολιτισμού, που στο φλέγον σήμερα ζήτημα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, αδυνατεί να εκφράσει δυναμικό, ρηξικέλευθο, πανανθρώπινο λόγο. Αδυνατεί γιατί αρκείται μόνο στη ρητορική μιας λανθάνουσας φιλανθρωπίας, με μεταμφιεσμένο προσωπείο, που παλινωδεί ανάμεσα σε επισημότητες και συναισθηματισμούς, και λαχανιασμένος ανελέητα μαστιγώνει την αξιοπρέπεια ανθρώπων που αναζητούν διέξοδο στα αδιέξοδα που άλλοι τους δημιουργούν. Αν αυτό δεν είναι πασιφανής αμηχανία και ενοχή του Δυτικού χριστιανικού κόσμου απέναντι στον πρόσφυγα και μετανάστη, τί άλλο θα μπορούσε άραγε να είναι;

[1] Εισήγηση που έγινε στο Διεθνές Συνέδριο Crossing Borders (Λέσβος 7-10 Ιουλίου 2016) για το προσφυγικό ζήτημα / Λόφος Πανεπιστημίου Αιγαίου.

[2] Ο Θεός μου ο αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι του δρόμου, Αθήνα: Ακρίτας· η πρώτη έκδοσή του είχε γίνει το 1995, όχι όμως με όλα τα κείμενα της δεύτερης.

[3] Αυτόθι, σ. 13.

[4] Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής: Χρυσόστομος Σταμούλης, (2010), Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης, Αθήνα: Ακρίτας, και Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος), (2015), Συνύπαρξη, Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξία. Θρησκειολογική θεώρηση, Αθήνα: Αρμός. Ωστόσο, για την τεράστια εισροή προσφύγων και μεταναστών κατά την τελευταία δεκαετία, σημαντικότατη είναι και η συμβολή του αφιερώματος του περιοδικού Σύναξη, τχ. 96, (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2005) 3-66, όπου φιλοξενούνται ενδιαφέροντα κείμενα των: Νίκου Ζία, Χρυσόστομου Σταμούλη, Αντωνίου Κ. Παπαντωνίου, Αρχιμ. Γρηγορίου Δ. Παπαθωμά, Βασιλείου Ν. Μακρίδη, Πανωραίας Κανελλοπούλου, Γρηγορίου Ιωάννου, καθώς επίσης και ένα ιδιαίτερα συγκινητικό κείμενο μιας φοιτήτριας γεννημένης στην Αλβανία και εγκατεστημένης στην Ελλάδα, η οποία αφηγείται τη σχέση της με το Θεό και την Εκκλησία ως μετανάστρια. Το αφιέρωμα του περιοδικού κλείνει με δύο συναξάρια, με τίτλο: «Χαρά στον όπου νταγιαντά». Η λέξη νταγιαντάς σημαίνει αυτόν που υπομένει, αντέχει. Τα δύο συναξάρια που δημοσιεύονται εδώ αφορούν, το μεν πρώτο τον όσιο Ιωάννη Παλαιολαυρίτη, το δε δεύτερο τον άγιο Εύπλο, οι οποίοι συνεχώς έπαιρναν το δρόμο για ξένα μέρη.

[5] E. Feil, (1986), Religio, Gottingen. Πρβλ., Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος), (2004), «Θρησκεία», στο: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού. Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων, Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 27-47, όπου και σχετική ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

[6] Για το θέμα σημαντικό είναι το βιβλίο του Ιωάννη Πέτρου, (2002), Θρησκεία και κοινωνία. Κοινωνιολογική ανάλυση των σχέσεων θρησκείας και κοινωνίας στη σύγχρονη πραγματικότητα, Θεσσαλονίκη: Μπαρμπουνάκης.

[7] «Θρησκεία – Πολυπολιτισμός», (2004), στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο. Ένας οικουμενικός διάλογος, Εμμανουήλ Κλάψης, (επιμ.), Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 11 -12. Πρβλ., τα όσα επίσης ο ίδιος λέγει στα προλεγόμενά του για τη σχέση θρησκείας και ανεκτικότητας στο: Μάικλ Ουόλζερ, (1998), Περί ανεκτικότητας, Για τον εκπολιτισμό της διαφοράς, Κατερίνα Μανδενάκη (μτφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη, σσ. 26-29. Στην προκειμένη περίπτωση αξίζει, εδώ, να σημειωθεί και η εξαιρετικής σημασίας προσέγγιση της θρησκείας από ανθρωπολογικής και εθνογραφικής πλευράς, την οποία κάμει ο κορυφαίος Αμερικανός ανθρωπολόγος Clifford Geertz, (2003), Η ερμηνεία των πολιτισμών, Θεόδωρος Παραδέλλης (μτφρ.), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 95-131. Πρβλ. Lionel Obadia, (2008), Η ανθρωπολογία των θρησκειών, Ντάνα Παπαχρίστου, (μτφρ.), Αθήνα: Πολύτροπον.

[8] Νικόλας Βερνίκος – Σοφία Δασκαλοπούλου, (2002), Πολυπολιτισμικότητα. Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, Αθήνα: Κριτική, σ. 314.

[9] Το σώμα του ζώντος Χριστού. Μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, (1999), Ι. Κ. Παπαδόπουλος, (μτφρ.), Αθήνα: Αρμός, σ. 68.

[10] Για μια πρώτη επαφή με τη σύγχρονη θεολογική σκέψη και το πώς αυτή σήμερα διαλέγεται με τον κόσμο βλ. Ηλίας Βουλγαράκης, (1999), Χριστιανισμός και κόσμος. Αναζητώντας ένα σύγχρονο χριστιανικό λόγο, Αθήνα: Αρμός, σσ. 101-157.

[11] Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, (1987), Αθήνα: Κέδρος, σ. 43.

[12] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 4.

[13] Αυτόθι. Για το θέμα αυτό, επίσης, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το άρθρο του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη, (2014), «Ο αδιανόητος ρατσισμός. Η πολιτικοποίηση της “φιλοξενίας” την εποχή της κρίσης», στο: Σύγχρονα Θέματα, τχ. 127, (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σσ. 46-62.

[14] Θανάσης Παπαθανασίου, (2004), Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, σσ. 43-44.

[15] Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης, PG. 51, 269-270.

[16] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», σ. 4.

[17] Χρυσόστομος Σταμούλης, (2005), «Ώσπερ ξένος και αλήτης η Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 15.

[18] «Η ζωή δεν έχει ουτοπίες. Κι αυτοί που μιλάν για ουτοπίες δεν έχει μέσα τους ολοκληρωθεί πλέρια συνείδηση ανθρώπου», Ασημάκης Πανσέληνος, (1974), Τότε που ζούσαμε…, Αθήνα: Κέδρος, σσ. 374-375, [2η έκδοση].

[19] Αντώνιος Κ. Παπαντωνίου, (2005), «Η μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια σύντομη αποτίμηση», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 26.

[20] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», σ. 4.

[21] Βασίλειος Ν. Μακρίδης, «Μετανάστευση και ανοχή στη σύγχρονη Ευρώπη», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 48. Και για να μιλήσουμε ολίγον και θρησκειολογικά, η διάδοση πολλών θρησκειών, κατά το απώτερο αλλά και το εγγύτερο παρελθόν, εν πολλοίς οφείλεται σε μεταναστευτικά ρεύματα. Κλασικό παράδειγμα το Ισλάμ, το οποίο από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα αστραπιαία διαδόθηκε στον ευρύτερο μεσογειακό και ευρωπαϊκό χώρο, διαλεγόμενο δημιουργικά με τον χριστιανικό κόσμο. Βλ. Fernand Braudel, (2001), Γραμματική των πολιτισμών, Άρης Αλεξάκης (μτφρ.), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σσ. 138-152.

[22] Ζίγκμουντ Μπάουμαν, (2002), Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, Γιώργος –  Ίκαρος Μπαμπασάκης, (μτφρ.), Αθήνα: Ψυχογιός.

[23] ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ, (2008), Ρευστοί καιροί. Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, Αθήνα: Μεταίχμιο, σσ. 77, 82-83.

[24] Μάικλ Ιγκνάτιεφ, (2004), Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, Ελένη Αστερίου, (μτφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη.

[25] Βασίλειος Μακρίδης, (2005), «Μετανάστευση και ανοχή στη σύγχρονη Ευρώπη», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 53.

[26] Περί ανεκτικότητας, σσ. 82-87.

[27] Θανάσης Παπαθανασίου, (2005), «Γινόμαστε περισσότερο ο εαυτός μας», στη: Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σ. 4.

[28] Για μια πανοραμική ερμηνεία της συνύπαρξης από θρησκειολογική κυρίως πλευράς, σημαντικό είναι το τελευταίο βιβλίο του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), (2015), Συνύπαρξη, Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξία. Θρησκειολογική θεώρηση, Αθήνα: Αρμός.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Προς μια κοινωνία ετεροτήτων· θεολογική θεώρηση

Του ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ / Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Αναλύοντας την επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στη Λέσβο

Και ξαφνικά η Ελλάδα των μυρίων προβλημάτων έρχεται στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας.

Αυτό που δεν κατάφερε η κυβέρνηση τους τελευταίους μήνες – για την ακρίβεια, αυτό που εδώ και πολύ καιρό καταφέρνει, αλλά δυστυχώς αρνητικά, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του ΔΝΤ προσφάτως – το πετυχαίνει η θρησκευτική ηγεσία του τόπου.

Και μάλιστα με πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ο οποίος καθ’ όλη την μέχρι σήμερα αρχιεπισκοπική του θητεία δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για τις διαχριστιανικές, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις και τις διορθόδοξες, σχέσεις.

Η τεράστια και ομολογουμένως θετική συμβολή του παρέμενε η βελτίωση των σχέσεων με την πολιτεία, και κυρίως η πανελληνίως και διεθνώς αναγνωρισμένη κοινωνική δραστηριότητα της Εκκλησίας, της οποίας ηγείται.

Όλα ξεκίνησαν από αυτήν ακριβώς την ξεχασμένη δυστυχώς στα εκκλησιαστικά και θεολογικά μας πράγματα διάσταση της ιεραποστολικής ευθύνης της εκκλησίας.

Με αφορμή την προσφυγική κρίση ο Αρχιεπίσκοπος απέστειλε πριν από λίγες μέρες επιστολή εξ ονόματος της Εκκλησίας της Ελλάδος «προς τα θεσμικά όργανα της Ευρώπης, το Π.Σ.Ε. και τους επικεφαλής των Ορθόδοξων και άλλων Εκκλησιών, ώστε να ευαισθητοποιηθούν για το προσφυγικό πρόβλημα» (από το τελευταίο ανακοινωθέν της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου [Δ.Ι.Σ.] της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) αμέσως ανέδειξε το ζήτημα μεταφράζοντας την επιστολή αυτή και διακινώντας την urbi et orbi.

Το επίσημο, βέβαια, ανακοινωθέν του Βατικανού κάνει λόγο για «αποδοχή προσκλήσεως από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας» – πράγμα που έμμεσα υπονοείται και στην ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στην οποία ανταποκρίθηκε ασμένως ο εγνωσμένης κοινωνικής ευαισθησίας Πάπας Φραγκίσκος.

Σύμφωνα, βέβαια, με το ανακοινωθέν της ΔΙΣ, ο Αρχιεπίσκοπος ενημερώθηκε επίσημα από τις αρμόδιες αρχές του Βατικανού, οι οποίες του μετέφεραν την «επιθυμία του Πάπα Φραγκίσκου, να επισκεφθεί την πατρίδα μας. Σκοπός της επισκέψεώς του… η συμβολή του Πάπα στην ευαισθητοποίησή της παγκόσμιας κοινότητας για την άμεση παύση των πολεμικών συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής που πλήττουν σφόδρα τις χριστιανικές κοινότητες, αλλά και στην ανάδειξη του μείζονος ανθρωπιστικού προβλήματος που έχει προκληθεί από τους απεγνωσμένους πρόσφυγες, οι οποίοι αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον στην ευρωπαϊκή ήπειρο».

Παράλληλα, η Δ.Ι.Σ. αποφάσισε «να απευθύνει πρόσκληση στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, ώστε αυτός να τιμήσει με την παρουσία του το νησί της Λέσβου την ημέρα επίσκεψης του Πάπα Φραγκίσκου.

Η προσωπικότητα και το κύρος του Οικουμενικού Πατριάρχη, σε συνδυασμό με την βαρύτητα της παρουσίας του Πάπα Φραγκίσκου, στέλνει στα πέρατα του κόσμου ένα πολύ ηχηρό μήνυμα αφύπνισης της παγκόσμιας κοινότητας, προς την κατεύθυνση της ανακούφισης των προβλημάτων των προσφύγων και, ταυτόχρονα, της ανάληψης των δεουσών ενεργειών για την προστασία των χριστιανών που πλήττονται βάναυσα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και των λοιπών δοκιμαζόμενων συνανθρώπων μας» (από την ίδια ανακοίνωση).

Όποια και αν είναι η πραγματικότητα, η επίσημη πλέον απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος να συναινέσει στην εξαιρετικής σπουδαιότητας αυτή επίσκεψη καταδεικνύεται, με αρκετά νομίζω εύλογο τρόπο, από την αντίδραση του Μητροπολίτη Πειραιώς, που χαρακτήρισε σε ανακοίνωσή του άστοχη και εσφαλμένη την απόφαση, γιατί η παρουσία του «αιρεσιάρχη Φραγκίσκου Μπεργκόλιο» (!) «προκαλεί την Ορθόδοξη συνείδησή μας και πρέπει η Δ.Ι.Σ. άμεσα να ανακαλέσῃ την απαράδεκτον απόφασί Της».

Δυστυχώς υπάρχουν τέτοιοι ιεράρχες και μέσα στην Δ.Ι.Σ. Αλλιώς, δεν εξηγείται η ατυχής πρόταση του συνοδικού ανακοινωθέντος, ότι «η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απεδέχθη την πρόταση να επισκεφθεί ο Πάπας Φραγκίσκος ένα νησί του Αιγαίου, εφόσον πρόκειται για μία ολιγόωρη, εκτός πρωτοκόλλου και καθαρά ανθρωπιστικού και συμβολικού χαρακτήρα επίσκεψη».

Θα θυσίαζε δηλαδή το μείζον, κατά την ίδια την ανακοίνωση, για το έλασσον; Προφανώς το ανακοινωθέν θέλησε να ικανοποιήσει όσους, από αντι-οικουμενικό οίστρο και «ου κατ’ επίγνωσιν» ζήλο, θα ήθελαν να αποφύγουν μια κανονική μετά πρωτοκόλλου επίσκεψη του θρησκευτικού ηγέτη ενός δισεκατομμυρίου και διακοσίων εκατομμυρίων χριστιανών, «ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ᾿ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα» (Ιω 18:28)!

Και μια και ο λόγος για το Πάσχα, φέτος εμείς οι Ορθόδοξοι, για λόγους ιδεοληψιών και απολύτως αθεολόγητων προκαταλήψεων του παρελθόντος, θα το εορτάσουμε κατά παράβαση των αποφάσεων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου, «της αγίας και μεγάλης συνόδου», όπως χαρακτηρίζεται στην παράδοση (κατά μία εκδοχή αυτή η ονομασία συνέτεινε ώστε η Πανορθόδοξη Σύνοδος της Κρήτης τον Ιούνιο να ονομαστεί έτσι).

Όχι δηλαδή την πρώτη Κυριακή μετά την Πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, αλλά μετά την «δεύτερη» Πανσέληνο, και φυσικά ενάντια στο πνεύμα της μεγάλης αυτής Συνόδου της Χριστιανοσύνης, που ήταν ο κοινός εορτασμός του Πάσχα από όλους τους χριστιανούς!

Στον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, λοιπόν, πιστώνεται αυτή η συναίνεση της οικουμενικής συνάντησης, ενώ παράλληλα εκδηλώνεται και το ενδιαφέρον του για την ενότητα της Ορθοδοξίας, «ιδιαίτερα σε μία περίοδο που δίδεται η εικόνα ότι η ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών δοκιμάζεται» (όπως τονίζεται στο ίδιο ανακοινωθέν).

Παρά την μεμψιμηρία περί «ολιγόωρης και εκτός πρωτοκόλλου» αυτής συνάντησης οι πάντες πλέον κατανοούν τη σημασία δύο γεγονότων, εκτός φυσικά του ανθρωπιστικού και κοινωνικού της χαρακτήρα, για τον οποίον ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας) σε συνέντευξή του από την Κωνσταντινούπολη στο AsiaNews ευφυώς αναφέρει, ότι «το θέμα των προσφύγων είναι η κορυφή του παγόβουνου της βαθιάς κρίσης που πλήττει τον κόσμο, αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, αλλά και της αλλοτρίωσης και περιφρόνησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Και τα δύο αυτά γεγονότα είναι: (α) η επικείμενη Πανορθόδοξη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και (β) η συνειδητή επιλογή των Προκαθημένων της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης για «κοινή χριστιανική μαρτυρία», και – όχι σε μεγάλο βάθος χρόνου – το όραμα σύγκλησης στη Νίκαια μιας πραγματικά «Οικουμενικής» συνόδου το 2025, 1.700 χρόνια μετά την Πρώτη.

Για το πρώτο ο Αρχιεπίσκοπος έκανε σαφή αναφορά, και με τις τελευταίες του ενέργειες διέλυσε τα όποια σύννεφα διαφάνηκαν στον ορίζοντα το τελευταίο διάστημα, πριν και μετά την τελευταία Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Γενεύη τον περασμένο Ιανουάριο.

Αλλά και κύκλοι του Βατικανού παρατήρησαν, ότι «η συνάντηση είναι ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση μιας κοινής οικουμενικής συμπόρευσης, που αργά αλλά σταθερά έχει φέρει όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, μετά από σχεδόν 13 αιώνες, στην επικείμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κρήτης, που αρχίζει στις 18 Ιουνίου».

Το δεύτερο, όμως, την οικουμενική δηλαδή σημασία αυτής της συνάντησης, άμεσα ανέδειξε ο Πάπας, όπως άλλωστε το έπραξε και για την επίσης σημαντική συνάντησή του με τον Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών κ. Κύριλλο τον περασμένο Φεβρουάριο στην Κούβα.

Για τον προκαθήμενο της Καθολικής Εκκλησίας, πέραν του γνησίου ενδιαφέροντός του για την έμπρακτη κοινή μετά των άλλων χριστιανών μαρτυρία του ευαγγελίου, η συνάντηση αυτή αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των σημαντικών γεγονότων της παποσύνης του, που άρχισαν με την αυτοπρόσωπη παρουσία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην ενθρόνισή του, συνεχίστηκαν με την επίσκεψή του στο Φανάρι, την συνάντηση των δύο προκαθημένων Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα για την επέτειο των 50 χρόνων από την άρση των αναθεμάτων και την ιστορική επίσκεψη στην ίδια πόλη του Πάπα Παύλου VI και του Πατριάρχη Αθηναγόρα, αλλά και την για πρώτη φορά επίσημη συνάντηση Πάπα Φραγκίσκου και Πατριάρχη Κυρίλλου στην Αβάνα.

Ασφαλώς, η συνάντηση αυτή θα προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας. Γι’ αυτό και θα παραστεί και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος κ. Τσίπρας. Οι τρεις θρησκευτικοί και πνευματικοί ηγέτες θα αγκαλιάσουν τους πρόσφυγες στην ελληνική γη, ως σύμβολα των θυμάτων των πολιτικών επιλογών των κοσμικών ηγετών του σημερινού κόσμου, και θα αποτίσουν φόρο τιμής στους χιλιάδες ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους ή αγνοούνται στα νερά της Αιγαίου, αλλά και ολόκληρης της Μεσογείου.

Η συνάντησή τους, όμως, δεν παύει να είναι στις καρδιές των τριών εκκλησιαστικών ηγετών, αλλά και όλου του σώφρονα θρησκευτικού κόσμου, η πρώτη απτή δράση από την άποψη της κοινής χριστιανικής μαρτυρίας για την πολύ-επίπεδη κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η κοινωνία μας.

Μετά τη συμφωνία, που υπογράφηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία, και ουσιαστικά καταλύει ένα ακόμη κεκτημένο από το χάρτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι τρεις τους θα στείλουν ένα κρίσιμο μήνυμα στους Ευρωπαίους πολιτικούς ηγέτες, οι οποίοι δυστυχώς υιοθετούν όλο και πιο άγονες πολιτικές προτάσεις.

ΠΗΓΕΣ

Tribune.gr

Θεολογικά Δρώμενα

Του ΖΥΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ / Μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου

Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, οι ομιλίες των πολιτικών, τα «τιτιβίσματα», όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να εστιάσουν ή να εκτονώσουν τα άγχη και τις φοβίες του κοινού, ξεχειλίζουν πλέον από αναφορές στη «μεταναστευτική κρίση» – η οποία υποτίθεται πως πλημμυρίζει την Ευρώπη και προμηνύει την κατάρρευση και τον χαμό του τρόπου ζωής που αυτή γνωρίζει, εξασκεί και λατρεύει. Αυτή η κρίση χρησιμεύει προς το παρόν ως ένα είδος πολιτικώς ορθού κωδικού ονόματος για την τρέχουσα φάση του αέναου αγώνα που διεξάγουν οι καθοδηγητές της κοινής γνώμης για την κατάκτηση και την υποταγή των σκέψεων και των συναισθημάτων των ανθρώπων. Ο αντίκτυπος των ειδήσεων που μεταδίδονται από το εν λόγω πεδίο μάχης κοντεύει πια να προκαλέσει έναν πραγματικό «ηθικό πανικό» (φαινόμενο το οποίο, σύμφωνα με τον πιο κοινά αποδεκτό ορισμό που καταγράφει η Wikipedia, είναι «ένα αίσθημα φόβου που εξαπλώνεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι κάτι κακό απειλεί την κοινωνική ευημερία»).[1]

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, μια ακόμα τραγωδία –συνοδευόμενη από σκληρή αδιαφορία και ηθική τύφλωση- είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Ολοένα και πυκνώνουν τα σημάδια ότι η κοινή γνώμη, σε αγαστή σύμπνοια με τα εντυπωσιοθηρικά ΜΜΕ, σταδιακά αλλά αναπόδραστα πλησιάζουν το σημείο της «κούρασης με την προσφυγική τραγωδία». Τα πνιγμένα παιδιά, τα βιαστικά υψωμένα τείχη, τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τα υπερπλήρη στρατόπεδα συγκέντρωσης («κέντρα υποδοχής») και οι κυβερνήσεις που διαγωνίζονται στη ρίψη αλατιού στις πληγές της εξορίας, του παρά τρίχα γλυτωμού και των εξουθενωτικών κινδύνων του ταξιδιού προς την ασφάλεια αντιμετωπίζοντας τους πρόσφυγες σαν καυτές πατάτες – όλα αυτά τα ηθικά αίσχη αποτελούν ολοένα και λιγότερο «ειδήσεις» και πετιούνται ολοένα και συχνότερα κάπου «μέσα στις ειδήσεις». Αλίμονο, η μοίρα όλων των συγκλονισμών είναι η μετατροπή τους σε μια βαρετή ρουτίνα κανονικότητας – κι η μοίρα των ηθικών πανικών είναι η περιτύλιξή τους σ’ ένα πέπλο λησμοσύνης, η κατανάλωση και η εξαφάνισή τους από τα μάτια και τις συνειδήσεις μας. Ποιος θυμάται πια τους Αφγανούς πρόσφυγες που ζητούσαν άσυλο στην Αυστραλία κι έριχναν τα κορμιά τους πάνω στα συρματοπλέγματα της Woomera ή έλιωναν κλεισμένοι στα μεγάλα κέντρα κράτησης που η Αυστραλιανή κυβέρνηση έχτισε στο Nauru και το Νησί των Χριστουγέννων «για να εμποδίσει την είσοδό τους στα χωρικά της ύδατα»; Ή τους δεκάδες Σουδανούς εξόριστους που σφαγιάστηκαν από την αστυνομία στο κέντρο του Καΐρου «αφού απεκδύθηκαν των δικαιωμάτων τους από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ»;[2]

Η μαζική μετανάστευση δεν είναι φυσικά νέο φαινόμενο˙ συνόδευσε τη νεωτερική εποχή από την απαρχή της (αν και σε μεταβαλλόμενες, και κάποιες φορές αντιστρεφόμενες, κατευθύνσεις) – καθώς ο «σύγχρονος τρόπος ζωής μας» περιλαμβάνει εγγενώς την παραγωγή «περιττών ανθρώπων» (τοπικά «άχρηστων» – πλεοναζόντων και μη απασχολήσιμων- ελέω οικονομικής προόδου, ή τοπικά ανυπόφορων – απόβλητων ως αποτέλεσμα αναταραχών, συγκρούσεων και αλληλοσπαραγμών που οφείλονται σε κοινωνικούς/πολιτικούς μετασχηματισμούς και στους αγώνες ισχύος που ακολουθούν). Ωστόσο, τώρα υφιστάμεθα τις πρόσθετες συνέπειες της βαθιάς, και φαινομενικά αδιέξοδης, αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, στον απόηχο των απερίσκεπτων, ανόητα μυωπικών και πασίδηλα αποτυχημένων πολιτικών και στρατιωτικών επεμβάσεων των Δυτικών δυνάμεων στην περιοχή.

Οι παράγοντες που πυροδοτούν τις τωρινές μαζικές ροές στα σημεία εκκίνησής τους είναι λοιπόν διττοί· αντίστοιχα διττός είναι και ο αντίκτυπος των ροών αυτών στα σημεία προορισμού και οι αντιδράσεις των χωρών υποδοχής. Στα «ανεπτυγμένα» μέρη του κόσμου, στα οποία τόσο οι οικονομικοί μετανάστες όσο και οι πρόσφυγες αναζητούν καταφύγιο, τα επιχειρηματικά συμφέροντα επιβουλεύονται και καλωσορίζουν την εισροή του φτηνού εργατικού δυναμικού που υπόσχεται γι’ αυτούς μεγάλα κέρδη (όπως εύστοχα το συνόψισε ο Ντόμινικ Κασιάνι: «οι βρετανοί εργοδότες έχουν γίνει εξπέρ στο να βρίσκουν φτηνούς ξένους εργάτες – χρησιμοποιούν γραφεία απασχόλησης που εργάζονται πυρετωδώς στην ηπειρωτική Ευρώπη ακριβώς για το σκοπό αυτόν»)·[3] για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, από την άλλη, που ήδη κατατρύχεται από την υπαρξιακή και εργασιακή ανασφάλεια της κοινωνικής του θέσης και προοπτικής, αυτή η εισροή σηματοδοτεί ακόμα μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, βαθύτερη αβεβαιότητα και μειούμενες πιθανότητες βελτίωσης της ζωής τους: πρόκειται για μια πολιτικά και κοινωνικά εκρηκτική κατάσταση, και οι πολιτικοί προσπαθούν πολύ άγαρμπα να ισορροπήσουν τις ασύμβατες επιθυμίες να εξυπηρετήσουν τους κεφαλαιοκράτες αφέντες τους και ταυτόχρονα να καθησυχάσουν τους φόβους των ψηφοφόρων τους.

Εν γένει, όπως έχουν τα πράγματα προς το παρόν και όπως φαίνονται ότι θα είναι για πολύ καιρό στο μέλλον, η μαζική μετανάστευση είναι απίθανο να σταματήσει· παρά τις προσπάθειες να αποθαρρυνθεί ή και την αυξανόμενη εφευρετικότητα των προσπαθειών να σταματήσει. Όπως έξυπνα παρατήρησε ο Ρόμπερτ Ουάιντερ στον πρόλογο της β΄ έκδοσης του βιβλίου του BloodyForeigners,[4] «Μπορούμε να καθόμαστε στην παραλία όσο θέλουμε και να φωνάζουμε στα κύματα, αλλά η παλίρροια δεν θα μας ακούσει, ούτε η θάλασσα θα υποχωρήσει». Η ανέγερση τειχών για να σταματήσουν οι μετανάστες πριν «μπουν στις δικές μας αυλές» μοιάζει σε γελοίο βαθμό με την ιστορία του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Διογένη, ο οποίος μια μέρα έπιασε το πιθάρι στο οποίο έμενε και άρχισε να το κυλά άσκοπα πάνω κάτω στους δρόμους της Σινώπης. Όταν τον ρώτησαν για την παράξενη συμπεριφορά του, αυτός απάντησε ότι, μια κι έβλεπε τους γείτονές του να αμπαρώνουν τις πόρτες τους και να ακονίζουν τα σπαθιά τους εν όψει της πολιορκίας της πόλης από τα στρατεύματα του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, ντρεπόταν να αδρανεί κι είπε να συνεισφέρει κι εκείνος κάπως στην άμυνα της πόλης.

Αυτό όμως που έγινε τα τελευταία χρόνια, είναι ότι στους μετανάστες που χτυπούν τις πόρτες της Ευρώπης προστίθενται ένας εκρηκτικά αυξημένος αριθμός προσφύγων και αιτούντων άσυλο. Αυτή η έκρηξη προκλήθηκε από το αυξανόμενο πλήθος των κρατών που «αποτυγχάνουν» ή είναι ήδη «αποτυχημένα», των περιοχών όπου δεν υπάρχει καν κράτος και άρα αποτελούν θέατρα ανομίας, ατελείωτων φυλετικών και θρησκευτικών πολέμων, μαζικών σφαγών και ασταμάτητης λεηλασίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή είναι η παράπλευρη ζημιά που προκάλεσαν οι θανατηφόρα λανθασμένες, ατυχείς και καταστροφικές στρατιωτικές αποστολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι οποίες τελείωσαν με την αντικατάσταση των δικτατορικών τους καθεστώτων από ένα 24ωρο θέατρο αναρχίας και φρενιτιώδους βίας, που υποβοηθείται και υποκινείται από ένα παγκόσμιο εμπόριο όπλων που έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και ενισχύεται από την άπληστη εξοπλιστική βιομηχανία και τη σιωπηρή (αν και συχνά υπερήφανα επιδεικνυόμενη σε διεθνή εμπορικά φόρα) υποστήριξη κυβερνήσεων διψασμένων για μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η πλημμύρα των προσφύγων που, κάτω από την κυριαρχία της αυθαιρεσίας και της βίας, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, και να αναζητήσουν καταφύγιο από τα πεδία των μαχών, ήρθε να προστεθεί στη σταθερή ροή των αποκαλούμενων «οικονομικών μεταναστών», οι οποίοι έλκονται στη Δύση από την ανθρώπινη επιθυμία τους να αφήσουν τα άγονα εδάφη τους (τις πτωχευμένες χώρες τους που δεν προσφέρουν καμιά προοπτική) για πιο πράσινα βοσκοτόπια (τους ονειρικούς παραδείσους των άπλετων ευκαιριών). Γι’ αυτό το πλατύ ποτάμι των ανθρώπων που αναζητούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης (ένα ποτάμι με ροή σταθερή από τις απαρχές της ανθρωπότητας, που όμως φούσκωσε από τη σύγχρονη βιομηχανία περιττών ανθρώπων και «σπαταλημένων ζωών»[5]), ο Πολ Κόλιερ γράφει τα ακόλουθα[6]:«Το πρώτο γεγονός είναι πως το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες χώρες είναι τερατώδες και η παγκόσμια διαδικασία οικονομικής μεγέθυνσης θα το διατηρήσει έτσι για πολλές δεκαετίες. Το δεύτερο είναι πως η μετανάστευση δεν θα μειώσει δραστικά αυτό το χάσμα διότι οι μηχανισμοί ανάδρασης είναι πολύ αδύναμοι. Το τρίτο είναι πως, καθώς η μετανάστευση θα συνεχίζεται, οι μεταναστευτικές κοινότητες θα συνεχίσουν για δεκαετίες να πληθαίνουν. Οπότε, το εισοδηματικό χάσμα θα παραμένει, και οι παράγοντες διευκόλυνσης της μετανάστευσης θα πολλαπλασιάζονται. Το βέβαιο συμπέρασμα είναι πως η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες θα επιταχυνθεί. Για το προβλέψιμο μέλλον, η διεθνής μετανάστευση δεν θα φτάσει σε ισορροπία: αντίθετα, είμαστε μάρτυρες των απαρχών μιας ανισορροπίας επικών διαστάσεων».

Ο Κόλιερ υπολογίζει πως, μεταξύ του 1960 και του 2000 (οπότε τελείωναν και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία), «η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες απογειώθηκε από τα 20 εκατομμύρια (και λιγότερο) στα 60 εκατομμύρια (και περισσότερο). Επιπλέον, οι αυξητικές τάσεις επιταχύνονταν με το πέρασμα των δεκαετιών. […] Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι μετά το 2000 η επιτάχυνση συνεχίστηκε». Θα λέγαμε πως, αφημένοι στη δική τους λογική και δυναμική, οι πληθυσμοί των φτωχών και πλούσιων χωρών συμπεριφέρονται όπως ένα υγρό σε συγκοινωνούντα δοχεία. Ο αριθμός των μεταναστών είναι βέβαιο ότι θα αυξάνει έως ότου επιτευχθεί ισορροπία, μεταξύ των επιπέδων ευημερίας των «ανεπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων» (;) τομέων του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη μας. Ωστόσο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα πιθανότατα θα χρειαστεί πολλές δεκαετίες μέχρι να επιτευχθεί – ακόμα κι αν αποκλείσουμε τις απρόβλεπτες καμπές της ιστορικής μοίρας.

Μια ιστορία που δεν τελειώνει

Οι πρόσφυγες που ξεφεύγουν από την κτηνωδία του πολέμου και του ολοκληρωτισμού ή την αγριότητα μιας πεινασμένης και αδιέξοδης ύπαρξης χτυπούν τις πόρτες κάποιων άλλων, κι αυτό συμβαίνει από τις αρχές της σύγχρονης εποχής. Για τους ανθρώπους που αφουγκράζονται τα χτυπήματα πίσω από τις πόρτες τους, οι πρόσφυγες ήταν πάντα, όπως και τώρα, ξένοι. Οι ξένοι τείνουν να προκαλούν άγχος ακριβώς γιατί δεν τους ξέρουμε — είναι απρόβλεπτοι κι αυτό έχει κάτι το τρομακτικό, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε καθημερινά, από τους οποίους νομίζουμε ότι ξέρουμε τι να περιμένουμε· ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι όλοι αυτοί οι ξένοι δεν θα καταστρέψουν τα πράγματα που αγαπάμε, δεν θα σακατέψουν ή θα διαλύσουν τον συνηθισμένο τρόπο ζωής μας, που τόσο μας παρηγορεί; Τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να συμβιώνουμε, στις γειτονιές, τους δρόμους και τα γραφεία μας τους χωρίζουμε κοινότοπα σε φίλους και «εχθρούς», τους συναναστρεφόμαστε με ευχαρίστηση ή απλώς τους ανεχόμαστε· πάντως, σε όποια κατηγορία κι αν τους βάλουμε, γνωρίζουμε καλά πώς να τους φερθούμε και πώς να οργανώσουμε τη συνύπαρξή μας μαζί τους. Για τους ξένους, ωστόσο, γνωρίζουμε τόσο ελάχιστα πράγματα, που δεν μπορούμε να διαβάσουμε κατάλληλα τις κινήσεις τους ώστε να προετοιμάσουμε τις αντιδράσεις μας, ούτε να μαντέψουμε τις προθέσεις τους και τι ετοιμάζουν. Η άγνοια πώς να κινηθούμε, πώς να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση που δεν οφείλεται σε μας και δεν την ελέγχουμε, είναι ένα μείζον αίτιο του άγχους και του φόβου.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτά αποτελούν γενικά και υπεριστορικά προβλήματα της ύπαρξης «ξένων ανάμεσά μας», που εμφανίζονται σε όλες τις εποχές και κατατρύχουν όλα τα τμήματα του πληθυσμού, με λίγο-πολύ παρόμοια ένταση και σε λίγο-πολύ παρόμοιο βαθμό. Οι πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές προκαλούν αναπόφευκτα τις αντιφατικές παρορμήσεις της «μεικτοφιλίας» (της έλξης προς τα πολύχρωμα, ετερόκλητα περιβάλλοντα που προμηνύουν άγνωστες και ανεξερεύνητες εμπειρίες και άρα την ευχαρίστηση της περιπέτειας και της ανακάλυψης) και της «μεικτοφοβίας» (του φόβου του μη διαχειρίσιμου όγκου των άγνωστων, ανεξημέρωτων, άβολων και ανεξέλεγκτων ερεθισμάτων). Η πρώτη παρόρμηση είναι το βασικότερο θέλγητρο της αστικής ζωής. Η δεύτερη, αντίθετα, είναι το πιο τρομακτικό της τραύμα, ιδίως στα μάτια των λιγότερο τυχερών και εύπορων, οι οποίοι (σε αντίθεση με τους πλούσιους και τους προνομιούχους, που έχουν τη δυνατότητα να απομονωθούν σε «περιφραγμένες κοινότητες» προστατευόμενοι από την ενοχλητική, μπερδεμένη και συχνά τρομακτική αναταραχή και φασαρία των πολύβουων δρόμων της πόλης) δεν μπορούν εύκολα να απομακρυνθούν από τις αμέτρητες παγίδες και ενέδρες που είναι διάσπαρτες στο ετερογενές και συχνά δύσπιστο και εχθρικό αστικό περιβάλλον, στους κρυφούς του οποίου κινδύνους είναι καταδικασμένοι να μείνουν εκτεθειμένοι για όλη τους τη ζωή. Όπως μας πληροφορεί ο Αλμπέρτο Ναρντέλι, «σχεδόν το 40% των Ευρωπαίων αναφέρουν το μεταναστευτικό ως το πιο σοβαρό ζήτημα που έχει να επιλύσει η ΕΕ[7] – αναδεικνύοντάς το πρώτο. Μόλις ένα χρόνο πριν, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο από 25%. Αντίστοιχα, ένας στους δύο Βρετανούς αναφέρουν πλέον το μεταναστευτικό ως ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τη χώρα».

Στον ολοένα και πιο απορυθμισμένο, πολυκεντρικό, εξαρθρωμένο κόσμο μας, η μόνιμη αμφισημία της αστικής ζωής δεν είναι ο μόνος λόγος για να αισθάνεται κανείς αμήχανος ή φοβισμένος στη θέα άστεγων νεοφερμένων, ή για να εξάπτει την εχθρότητα εναντίον τους και να προκαλεί σε βία – και, επίσης, για να χρησιμοποιεί ή να καταχράται τα ολοφάνερα δεινά της φτώχειας, της δυστυχίας και της αδυναμίας τους. Μπορεί κανείς να αναφέρει δύο ακόμα παρορμήσεις, που προστίθενται από τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής και συγκατοίκησής μας μετά-την – απορρύθμιση· πρόκειται για δύο παράγοντες σαφώς διακριτούς μεταξύ τους, που επηρεάζουν μάλλον διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Καθένας από αυτούς εντείνει την πικρία και την επιθετικότητα που εκδηλώνεται προς τους μετανάστες – αλλά σε διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού υποδοχής.

Λαγοί και βατράχια

Η πρώτη παρόρμηση ακολουθεί, έστω και σε σύγχρονη μορφή, το σχήμα που περιέγραφε ο Αίσωπος στον μύθο με τους λαγούς και τα βατράχια. Οι λαγοί του μύθου δεν ήξεραν πλέον πού να καταφύγουν για να γλιτώσουν από το κυνηγητό των άλλων ζώων. Με το που έβλεπαν έστω κι ένα ζώο να τους πλησιάζει, το έβαζαν στα πόδια. Μια μέρα συνάντησαν μια αγέλη αφηνιασμένων αλόγων, και πανικόβλητοι έτρεξαν για μια κοντινή λίμνη, αποφασισμένοι να πνιγούν παρά να συνεχίσουν να ζουν μέσα στο φόβο. Αλλά καθώς πλησίαζαν στην όχθη, κάποιοι βάτραχοι, τρομαγμένοι με τη σειρά τους απ’ τους επερχόμενους λαγούς, πήδηξαν βιαστικά μες στο νερό. «Τελικά», είπε ένας λαγός, «τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα». Δεν υπάρχει πια λόγος να διαλέξουν τον θάνατο από μια ζωή στο φόβο. Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι ξεκάθαρο: η ικανοποίηση που ένιωσε ο λαγός – ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα από την καθημερινή απόγνωση του θηράματος – προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κουβαλάει βαρύτερο σταυρό από τον ίδιο.

Στην κοινωνία μας, την κοινωνία των ανθρώπινων ζώων, υπάρχουν άφθονοι «λαγοί που κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα» και βρίσκονται σε μια θέση παρομοίως δεινή με αυτή του μύθου: στις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός τους όλο και αυξάνεται, κι απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς σταματημό. Ζουν μέσα στη δυστυχία, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, εντός μιας κοινωνίας που τους έχει κάνει παρίες την ίδια στιγμή που επαίρεται για την πρωτοφανή άνεση και πολυτέλειά της. Οι λαγοί μας λοιδορούνται και καταδικάζονται από τα «άλλα ανθρώπινα ζώα», και προσβάλλονται που οι άλλοι τους εξευτελίζουν και τους απαξιώνουν — ενώ ταυτόχρονα λογοκρίνονται, χλευάζονται και ταπεινώνονται από το δικαστήριο της ίδιας της συνείδησής τους για την καταφανή ανικανότητά τους να αρθούν στο ύψος αυτών των άλλων. Σε έναν κόσμο όπου όλοι θεωρείται δεδομένο ότι θα «ζουν για τον εαυτό τους», και μάλιστα αναμένεται και προτρέπονται να το κάνουν, τέτοιοι ανθρώπινοι λαγοί που αποστερούνται τον σεβασμό, τη φροντίδα και την αναγνώριση από τους άλλους, είναι ακριβώς σαν αυτούς του Αισώπου που «κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα», πεταμένοι στην εσχατιά που προορίζεται για τα δίκαια λάφυρα του διαβόλου· και αφημένοι εκεί για πάντα χωρίς ελπίδα, πόσο μάλλον υπόσχεση, για λύτρωση ή για απόδραση.

Για τους απόκληρους που νομίζουν ότι έχουν φτάσει στον πάτο, η ανακάλυψη ότι υπάρχει κι άλλο ένα επίπεδο πιο κάτω από αυτό στο οποίο τους έχουν σπρώξει είναι ένα συμβάν λυτρωτικό που διασώζει την αξιοπρέπεια και ό,τι έχει απομείνει από την αυτοεκτίμησή τους. Η άφιξη ενός πλήθους άστεγων προσφύγων που έχουν απωλέσει τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, όχι μόνο στην πράξη αλλά και με το γράμμα του νόμου, προσφέρει τη (σπάνια) ευκαιρία για ένα τέτοιο συμβάν. Και μας βοηθά να εξηγήσουμε τη σύμπτωση του πρόσφατου μεταναστευτικού κύματος με την άνοδο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του σοβινισμού — και τις εκπληκτικές όσο και πρωτοφανείς εκλογικές επιτυχίες των ξενοφοβικών, ρατσιστικών, σοβινιστικών κομμάτων και κινημάτων και των υπερ-εθνικιστών ηγετών τους.

Les Bas profonds[8]

Το «Εθνικό Μέτωπο» της Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει ψήφους κυρίως από τα πολύ χαμηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας (τους απόκληρους, τους περιθωριοποιημένους, τους φτωχούς και αποκλεισμένους) και εξασφαλίζει την υποστήριξή τους άλλοτε διακηρύσσοντας ανοιχτά κι άλλοτε υπονοώντας σιωπηρά το σύνθημα «η Γαλλία για τους Γάλλους». Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθούν σ’ ένα τέτοιο σύνθημα αυτοί που απειλούνται με αποκλεισμό από την ίδια τους την κοινωνία στην πράξη, αν και όχι (ακόμα) τυπικά: εν τέλει, ο εθνικισμός τούς παρέχει το όνειρο μιας σωσίβιας λέμβου (ή ενός μηχανισμού αναβίωσης;) για την ξεθωριασμένη ή ήδη τσακισμένη αυτοεκτίμησή τους. Το να είναι Γάλλοι (ή Γαλλίδες) είναι το (ίσως μοναδικό εφικτό) χαρακτηριστικό που τους τοποθετεί στην ίδια κατηγορία με τους «καλούς καγαθούς», υψηλόφρονες και ισχυρούς ανθρώπους στην κορυφή, και ταυτόχρονα τους θέτει ψηλότερα από τους παρομοίως δυστυχείς αλλοδαπούς, τους ανέστιους νεοφερμένους. Οι μετανάστες είναι ακριβώς ο σωτήριος πάτος που βρίσκεται ακόμα πιο κάτω – χαμηλότερα από το σημείο που κρατούνται οι εγχώριοι Άθλιοι· ένας πάτος που καθιστά τη θέση των τελευταίων λίγο λιγότερο ταπεινωτική, και συνεπώς λίγο λιγότερο πικρή, αβάσταχτη και ανυπόφορη.

Υπάρχει κι άλλος ένας εξαιρετικός (με την έννοια ότι βρίσκεται πέραν της «κανονικής», υπεριστορικής δυσπιστίας για τους ξένους) λόγος ανησυχίας και αγανάκτησης με τη μαζική εισροή μεταναστών και προσφύγων. Και αυτός αφορά περισσότερο ένα κάπως διαφορετικό τμήμα της κοινωνίας: το αναδυόμενο «πρεκαριάτο», ανθρώπους που φοβούνται μη χάσουν τα αγαπημένα και ζηλευτά τους αποκτήματα και την κοινωνική τους θέση περισσότερο απ’ όσο το φοβούνται οι ανθρώπινοι «αισώπειοι λαγοί», που είναι απεγνωσμένοι από το γεγονός ότι τα έχουν ήδη χάσει ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να τα αποκτήσουν.

Ξένοι στην ακτή – και στον δρόμο 

Δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει ότι η μαζική και ξαφνική εμφάνιση των ξένων στους δρόμους μας, ούτε οφείλεται σε εμάς, ούτε βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας. Κανείς δεν μας συμβουλεύτηκε, κανείς δεν μας ρώτησε αν συμφωνούμε. Και δεν είναι να απορεί κανείς που τα διαδοχικά κύματα μεταναστών αντιμετωπίζονται εχθρικά ως (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ) «προάγγελοι κακών ειδήσεων». Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ενσωματώνουν την κατάρρευση της τάξης (ό,τι κι αν εννοούμε με τον όρο αυτό: μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι σχέσεις μεταξύ αιτίων και αιτιατών είναι σταθερές, κατανοητές και προβλέψιμες, επιτρέποντας στους κοινωνούς της να σχεδιάζουν πώς θα κινηθούν εντός της), που παύει πλέον να είναι δεσμευτική: θυμίζουν τους ανθρώπους με τα ολόσωμα πλακάτ που γράφουν «το τέλος του κόσμου είναι κοντά». Όπως λέει σε μια οδυνηρά εύστοχη φράση ο Τζόναθαν Ράδερφορντ, «μεταφέρουν τα άσχημα νέα από την άλλη άκρη του κόσμου μέχρι την πόρτα μας». Μας κάνουν να συνειδητοποιούμε κι επιμένουν να μας θυμίζουν αυτά που μας αρέσει να ξεχνάμε ή καλύτερα να ξορκίζουμε: ότι υπάρχουν κάποιες παγκόσμιες, μακρινές, καμιά φορά ακουστές αλλά πάντα αόρατες, ασαφείς, σκοτεινές και μυστηριώδεις δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να επεμβαίνουν και στις δικές μας τις ζωές και να αγνοούν τις προτιμήσεις μας.

Αυτοί οι νομάδες – όχι κατ’ επιλογήν αλλά καταδικασμένοι από μια άκαρδη μοίρα – μας θυμίζουν, με ενοχλητικό και εξοργιστικό τρόπο, την (αθεράπευτη;) ευαλωτότητα της δικής μας θέσης και την ευθραυστότητα της δικής μας κερδισμένης ευημερίας. Και είναι μια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη συνήθεια να κατηγορούμε και να τιμωρούμε τους αγγελιαφόρους για το μισητό περιεχόμενο του μηνύματος που μεταφέρουν εκ μέρους των περίπλοκων, ανεξιχνίαστων, τρομακτικών και δικαίως μισητών παγκόσμιων δυνάμεων που υποπτευόμαστε ως υπαίτιων για το αγωνιώδες και ταπεινωτικό συναίσθημα υπαρξιακής αβεβαιότητας που διαλύει την αυτοπεποίθησή μας και καταστρέφει τα σχέδια που κάνουμε για τις ζωές μας. Και ενώ δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτα για να χαλιναγωγήσουμε τις διαφεύγουσες και μακρινές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, μπορούμε τουλάχιστον να διοχετεύσουμε τον θυμό που μας προκάλεσαν και εξακολουθούν να μας προκαλούν, και να ξεφορτώσουμε αυτόν το θυμό, εμμέσως, προς τα κοντινά και ευπρόσιτα προϊόντα τους.

Φυσικά, δεν θα φτάσει πουθενά κοντά στη ρίζα των προβλημάτων, αλλά μπορεί να μας ανακουφίσει έστω και για λίγο από τον εξευτελισμό της κακοτυχίας μας και της ανικανότητάς μας να αντισταθούμε στην παραλυτική επισφάλεια της δικής μας θέσης στον κόσμο.

Η στρεβλή αυτή λογική και η νοοτροπία που γεννά προσφέρουν ένα καλά προετοιμασμένο, γόνιμο έδαφος, που προκαλεί πολλούς ψηφοθήρες να το βοσκήσουν — μια ευκαιρία που δεν θα ήθελαν επ’ ουδενί να χάσουν ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί. Η εκμετάλλευση της αγωνίας που προκαλεί η εισροή των ξένων, η οποία αναμένεται να σπρώξει κι άλλο προς τα κάτω μισθούς και επιδόματα που καιρό τώρα αρνούνται να μεγαλώσουν, να μακρύνει κι άλλο τις ουρές των ανθρώπων που στήνονται εις μάτην για δουλειές που μένουν πεισματικά σπάνιες, είναι ένας πειρασμός στον οποίο ελάχιστοι πολιτικοί που ήδη έχουν ή εποφθαλμιούν κάποιο αξίωμα θα μπορούσαν να αντισταθούν.

Οι στρατηγικές που επιστρατεύουν οι πολιτικοί για να αρπάξουν αυτή την ευκαιρία μπορεί να είναι –και είναι– πολλές και ποικίλες, αλλά ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: η πολιτική του αμοιβαίου διαχωρισμού και της τήρησης αποστάσεων, η οικοδόμηση τειχών αντί για γέφυρες και η καταφυγή σε ηχομονωμένους «ηχοθαλάμους» αντί για ανοιχτές γραμμές απαραμόρφωτης επικοινωνίας (ακόμα και η νίψη των χειρών ή η διακήρυξη της αδιαφορίας, μεταμφιεσμένης έστω σε ανεκτικότητα) δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην έρημο της αμοιβαίας δυσπιστίας, αποξένωσης και επιδείνωσης. Παρότι μοιάζει βραχυπρόθεσμα καθησυχαστική (γιατί διώχνει την πρόκληση εκτός πεδίου), αυτή η απατηλή, αυτοκτονική πολιτική συσσωρεύει εκρηκτικές ύλες που είναι έτοιμες να εκραγούν στην πρώτη φυτιλιά. Κι έτσι, ένα συμπέρασμα πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρο: ο μόνος δρόμος που μας απομακρύνει από την τωρινή δυσφορία και τη μελλοντική συμφορά περνά μέσα από την απόρριψη του ύπουλου πειρασμού του διαχωρισμού. Ακόμα καλύτερα, μέσα από την ακύρωσή του, την αποσυναρμολόγηση των φραχτών των «κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας» και το πλησίασμα των ενοχλητικών διαφορών, ανομοιοτήτων και των αυτοεπιβαλλόμενων χασμάτων σε στενή, καθημερινή και όλο και πιο άμεση επαφή –η οποία ελπίζω ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας γόνιμης σχέσης των δύο μερών αντί για την τωρινή, αυτοτροφοδοτούμενη σχάση ανάμεσά τους.

Ένας μακρύς και φιδωτός δρόμος

Ξέρω, ξέρω: ένα τέτοιο σχέδιο δράσης προμηνύει μια μακρά, ταραχώδη και ακανθώδη περίοδο· δεν είναι πιθανό να επιφέρει άμεση ανακούφιση, και μάλιστα μπορεί να πυροδοτήσει περισσότερο φόβο και να παροξύνει την καχυποψία και την εχθρότητα. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια εναλλακτική, πιο άνετη και λιγότερο επικίνδυνη, σύντομη λύση στο πρόβλημα. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε κρίση – και δεν υπάρχει άλλη έξοδος από αυτή την κρίση εκτός από την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους. Το πρώτο εμπόδιο στην οδό διαφυγής από την αμοιβαία αποξένωση είναι η άρνηση του διαλόγου, η σιωπή – της αυτοαποξένωσης, της ψυχρότητας, της απροσεξίας, της περιφρόνησης, της αδιαφορίας. Αντί για το δίπολο της αγάπης και του μίσους, η διαλεκτική της περιχαράκωσης πρέπει συνεπώς να γίνει αντιληπτή με όρους τριάδας: αγάπη, μίσος και αδιαφορία ή παραμέληση.

Για την αμαρτία της αδιαφορίας, ο Πάπας Φραγκίσκος είχε τα ακόλουθα να πει στις 8 Ιουλίου 2013, κατά την επίσκεψή του στη Λαμπεντούζα – εκεί και τότε που ξεκίνησαν ο τωρινός «ηθικός πανικός» και η επακόλουθη ηθική πανωλεθρία μας: «Πόσοι εξ ημών, εμού περιλαμβανομένου, έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας… Δεν προσέχουμε πια τον κόσμο που ζούμε, δεν μας νοιάζει· δεν προστατεύουμε αυτό που ο Θεός δημιούργησε για όλους, και καταλήγουμε να μη νοιαζόμαστε ούτε ο ένας για τον άλλο! Και όταν η ανθρωπότητα συνολικά χάνει τον προσανατολισμό της, καταλήγει σε τραγωδίες όπως αυτή που εκτυλίχθηκε εδώ… Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: ποιος είναι υπεύθυνος για το αίμα αυτών εδώ των αδελφών μας, αντρών και γυναικών; Κανείς! Αυτή είναι η απάντησή μας: δεν είμαι εγώ· εγώ δεν έχω καμία ευθύνη γι’ αυτό που συνέβη˙ πρέπει να είναι κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα δεν είμαι εγώ… Σήμερα κανείς στον κόσμο δεν αισθάνεται υπεύθυνος· έχουμε χάσει κάθε αίσθημα ευθύνης για τους αδελφούς και τις αδελφές μας… Η κουλτούρα της άνεσης, που μας κάνει να σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, μας κάνει αναίσθητους στις οιμωγές των άλλων ανθρώπων, μας κάνει να ζούμε σε σαπουνόφουσκες που, αν και όμορφες, είναι ανούσιες· μας προσφέρουν μια φευγαλέα και άδεια ψευδαίσθηση που έχει ως αποτέλεσμα την αδιαφορία μας για τους άλλους· στην πραγματικότητα, οδηγούν στην παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, καταπέσαμε στην παγκοσμιοποιημένη αδιαφορία. Συνηθίσαμε τις συμφορές των άλλων: δεν με επηρεάζει, δεν με αφορά, δεν είναι δική μου δουλειά!».

Ο Πάπας Φραγκίσκος μας καλεί «να αφαιρέσουμε τον Ηρώδη που ελλοχεύει στις καρδιές μας· να ζητήσουμε από τον Κύριο τη χάρη Του για να μπορέσουμε να θρηνήσουμε για την αδιαφορία μας, να θρηνήσουμε για τη σκληρότητα του κόσμου μας, της ίδιας της καρδιάς μας, και όλων αυτών που προστατευμένοι στην ανωνυμία παίρνουν αποφάσεις για την κοινωνία και την οικονομία μας που ανοίγουν τις πόρτες σε τραγωδίες όπως αυτή». Και, έχοντας πει αυτά, ρωτά: «Έχει θρηνήσει κανείς; Σήμερα, έχει θρηνήσει κανείς στον κόσμο μας;».

Το κείμενο με τίτλο «TheMigrationPanicAndIts (Mis)uses» δημοσιεύθηκε στο www.socialeurope.eu, στις 17.12.2015).

[1]https://en.wikipedia.org/wiki/Moral_panic

[2] Βλ. Agier, M. (2010) Managing the Undesirables,  Polity Press, http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745649016

[3] Casciani, D. (2015), “Why migration is changing almost everything”, http://www.bbc.com/news/uk-31748423.

[4] Winder, R. (2013), Bloody Foreigners. The Story of Immigration to Britain: Abacus.

[5] Bauman, Z. (2005), Σπαταλημένες Ζωές. Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας: Κατάρτι.

[6] Collier, P. (2014), Exodus. Immigration and Multiculturalism in the 21st Century: Penguin.

[7]http://ec.europa.eu/public_opinion/index_en.htm

[8] Τα απύθμενα βάθη (γαλλικά στο πρωτότυπο).

Πειραιάς Φωτογραφία Vadim Ghirda

Πειραιάς. Φωτογραφία Vadim Ghirda

Ειδομένη. Φώτο Μάριος Λώλος

Ειδομένη. Φωτογραφία Μάριος Λώλος

Πλατεία Βικτωρίας Φωτογραφία Vadim Ghirda

Πλατεία Βικτωρίας Φωτογραφία Vadim Ghirda

ΠΗΓΕΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

εθελουσία λήθη ένας χώρος για να (μη) ξεχνιόμαστε