https://blogs.sch.gr/akalamatas/files/2018/09/Κυριάκος-Χαραλαμπίδης.-Ποιείν-άμα-και-θεολογείν.-Αυτοσχόλιο.pdf

«Οι άντρες πιο πολύ φιλοσοφούν / Και μαζί με τον Θωμά αμφιβάλουν, / Οι Μυροφόρες όμως σιωπούν, / Με δάκρυα τα πόδια του Χριστού πλένουν. / Οι άντρες τους στρατιώτες φοβούνται, / Κρύβονται από την οργισμένη τους κακία / Μας οι γυναίκες τολμηρά μ’ αρώματα / Μόλις χαράξει σπεύδουν στο μνήμα», Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Οι Μυροφόρες, ρωσική εικόνα (14ος αιώνας)

ΠΗΓΗ

ΣΤΕΠΠΑ

«Εξαποθρησκευμένος ο χώρος όπου ακεραιώνεται η τελειότητα, θα μπορούσε να ονομασθεί Παράδεισος. Με την ίδια έννοια που η μεταξύ τιμονιέρη και Ικτίνου ακριβής στιγμή θα μπορούσε να ονομασθεί δικαιοσύνη».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, (1998), Εκ του πλησίον, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 20.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, (2016), Απρόσωπα Φαγιούμ, Αθήνα: Βακχικόν.

Αποτέλεσμα εικόνας για απρόσωπα φαγιούμ

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Κοινωνικά, σιβυλλικά κι αλληγορικά

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Για τα Απρόσωπα Φαγιούμ του Αντρέα Πολυκάρπου

«Η Θεία Αγάπη κατέβη πάλι στα Πράγματα. Επλημμύρησε τα φύλλα του ανοιχτού βιβλίου, του πηλού τη μαλακήν ύλη και του μαρμάρου την αδάμαστη σκληράδα. Με θείο φως έντυσε του λύχνου την αδύνατη λάμψη. Στην παρουσία της ακτινοβολούν οι γήινοι τοίχοι, το ταπεινό κατώφλι. Ένα φως περνάει τα σκοτάδια της νύχτας, και οι άνεμοι βουίζουν για τη δόξα Της.

Βάλσαμο θείο στην πονεμένη ψυχή σταλάζει, παρηγοριά, ειρήνη. Τις χρυσές ελπίδες αναφτερώνει. Και συγγνώμην όλη γεμάτη, στην περασμένη ζωή, στα έργα της Λήθης ρίχνει για μια στιγμή την απάτη της Αιωνιότητας».

Δ. ΠΙΚΙΩΝΗ, (1999), «Αγάπη», στο: Κείμενα, πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου, επιμέλεια Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, Αθήνα: Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 49.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πικιώνης Πίνακες

Μολύβι σε διαφανές χαρτί (20χ18)

ΠΗΓΗ: ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΝ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Μα ένα όνειρο απατηλό πόσο μπορεί να ζήσει;» γράφει ο Γ. Θ. Βαφόπουλος στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του με τίτλο: Τα Ρόδα της Μυρτάλης. Επικέντρωση στον έρωτα ως ψυχοσωματική λειτουργία του ανθρώπου, αλλά και επικέντρωση στο θάνατο ως αποτέλεσμα της ζωής, με γνώμονα πάντα τη χριστιανική αντίληψη της διάλυσης του σώματος, ως τη μέλλουσα ανασύνθεσή του στην ανάσταση των νεκρών. Κι αυτό γιατί η ποίηση του Βαφόπουλου διαπνέεται από την ιερότητα της χριστιανικής κοσμοθεωρίας.

Ο Γ. Θ. Βαφόπουλος του Πολύκλειτου Ρέγκου

«Στην καρδιά της Άνοιξης,
φέτος το Πάσχα έπεσε πολύ αργά
και το περιβάλλει η πάσα εμορφιά
της χαρούμενης εποχής.
Χαρά, όταν οι τελετές της ταφής
και της Ανάστασής Σου συμπίπτουν
με τα μειλίχια βραδινά, όπου η δροσιά
είναι μυρωμένη, καθώς ανακατωμένη
με το λιβάνι, την αισθάνομαι να μου έρχεται
στο περίσκεπτο πρόσωπο.

Χαίρομαι, χαιρόμουν δηλαδή στο παρελθόν.
Θυμούμαι και δοκιμάζω τη νοσταλγία εκείνη,
εκείνων των καιρών, όταν τα βραδινά,
– με το ιώδες χρώμα, της ανθισμένης γλυσίνας
κάπως, ή της πασχαλιάς που στρώνεται
πάνω στο επιτάφιο κέντημα,-
τα έμορφα ανοιξιάτικα βραδινά,
πήγαινα ταχτικά ν’ ακούσω την ακολουθία
των Παθών Σου.
Κι άλλοτε το είπα,
πως δεν πηγαίνω πια στην εκκλησία.
Ψες πήγα.

Περάσαμε απ’ το δροσερό πάρκο,
γεμάτο σκιές που φυλάγουν την αμαρτία.
Ποιαν αμαρτία;
Γιατί να είναι αμαρτία
ο έρωτας των ανθρώπων την άνοιξη;
Αμφιβολία. με σκέψεις διπλές
προχώρησα και μπήκα στην εκκλησία Σου.
Μια εκκλησία καινούρια, άσχημη,
με εικόνες κακοβαμμένες.
Ένας χαμηλός ουρανός, το χρώμα στο ταβάνι,
με τα πολλά άστρα, φτηνό.
Δε σε βοηθούσε το περιβάλλον να συγκεντρωθείς
να λησμονηθείς στην ψαλμωδία
κι αυτή καθόλου κατανυκτική.

Μα εγώ, καθώς προσήλθα,
καθώς μπήκα στην εκκλησία Σου
κι αν τα είδα όλα αυτά, στο τι!
Εκείνο που μ’ άρπαξε σα χέρι βαρύ,
που απλώθηκε απάνω μου,
ήταν η αμαρτία που έκανα,
προσερχόμενος σε Σένα,
με την καρδιά μου κενή από Σένα.
Είναι κενή από Σένα η καρδιά μου;

Δεν ξέρω αν οι αναμνήσεις
μιας εποχής περίπαθης πίστης,
δε μ’ αφήνουν ακόμα εμένα
να χαρώ μόνο αισθητικά τη θρησκεία Σου.

Κύριε του Μυστικού Δείπνου, της Σταύρωσης,
της Μεγάλης κι ένδοξης Ανάστασης,
μέσα μου Σ’ αισθάνομαι
κι ας έχω απομακρυνθεί από Σένα.

Εύκολα δάκρυα μου υγραίνουν τα μάτια.
Πόσην ικανοποίηση μπορεί να μας δώσει
και της αθλιότητάς μας η αναγνώριση,
η ομολογία.

Ομολογία σε ποιον;
Στον ευπροσήγορο εαυτό μας;
Μεγαλώνει η αμαρτία.
Τίνος και με τι λογαριάζεται;
Κάνω να την αποτινάξω
και συλλογίζομαι πως ούτε αυτό
θάταν δύσκολο, όταν έχεις κριτή τον εαυτό σου,
που έχει μαζέψει τόση δικαιολογία,
όσα είναι τα λουλούδια της άνοιξης,
οι καρποί του καλοκαιριού Σου,
που παίρνει το βάρος του φθινοπώρου Σου,
ώσπου να φτάσει ο χειμώνας…

Όμως είναι άνοιξη, άνοιξη απόψε,
ακόμα και για κείνους που γνώρισαν
τους βαρείς σου χειμώνες
κι οι γυναίκες αν κλαίνε τον Άδωνι,
θρηνούν με το πάθος της ερωτικής χαράς
που περιμένουν.

Είν’ η πολλή αγάπη για τη ζωή αμαρτία;
Κύριε, καθώς τόσος υπάρχει ο θάνατος,
που Εσύ τον έχεις για τον άνθρωπό Σου δεχτεί,
πώς θα δεχτούμε εμείς οι εφήμεροι,
δίχως Εσέ, τη φοβερή τιμωρία;
Η δική μου ψυχή που την αισθάνομαι
τόσο πολύ να μου δονεί το σώμα,
που την αισθάνομαι ν’ ανθίζει στο σώμα μου,
για μένα έπαψε να είναι αθάνατη.

Έχω φτάσει την παγερή αδιαφορία
για ό,τι αφορά τα μετά θάνατον.
Έχω παραδεχτεί το κενό, το μηδέν
και με κυριεύει της ζωής το πάθος,
πόσο η ψυχή μου υποφέρει το πολύ πάθος
του σώματος την δυναστεύει
και με κυνηγά του αμαρτήματος η σημασία,
πολύμορφη, δίχως να την καταλαβαίνω
ποια είναι.
Διάχυτη μου μολύνει τα μάτια, την όσφρηση,
την ακοή, τη γέψη και την αφή.
Μήπως τόσο πολύ την αισθάνομαι,
γιατί του βαπτίσματος τη στιγμή δέχτηκα
το δικό Σου άγιο Μύρο κι αυτό με χωρίζει
κι αυτό μου θυμίζει τη που σου οφείλω υποταγή.

Άλλοτε προσερχόμουν
στα καθημαγμένα Σου πόδια κι ευλαβικά,
– ποτέ πιο ψηλά δεν τολμούσα ν’ ατενίσω
προς το πρόσωπό Σου και τη δική σου ανθρώπινη υπόσταση
πνοή τόσο εφήμερη,- ευλαβικά έψαυα
με τ’ αμαρτωλά των αισθήσεων χείλη…

Γιατί αμαρτωλά; Πώς τόσο αισθάνομαι
την ανάγκη συγχώρεσης!

Αόριστη συντριβή,
τούτη με συντρίβει η αοριστία,
γιατί δεν γνωρίζω πού ν’ αποθέσω
την αμαρτία μου για να κριθεί.
Μη δεν είναι ανύπαρχτη;
Φαντασία κι εκείνο που λογαριάζεται,
μένει η δύναμη μονάχα κι η αντοχή,
για να λογαριαστεί η ζωή μας.
Γιατί αισθάνομαι έξαφνα τη φθορά
της πλησμονής που με κατέχει,
του δυνατού πόθου που έχω παραδεχτεί,
γιατί δεν μπορεί να βαστάξει η ψυχή μου
την περήφανη ανθρώπινη στάση μου;
Ποια αιώνια στιγμή
έχει απομείνει από Σένα μέσα μου,
Κύριέ μου, και τι μου ζητεί η τυραννισμένη
μορφή Σου, ανθρώπινη;
Όταν Εσύ ήρθες σε μένα τόσο κοντά
κι εγώ φεύγω τώρα
κι έφτασα να μη βλέπω το θάνατό μου
σα συμφορά της ψυχής,
όταν θέλω να συμμαζέψω σε τούτης της γης
την εμορφιά την πάσα μου δύναμη,
όταν η δύναμή μου μ’ αντέχει σκληρά,
τι γυρεύω από Σένα Λόγε;

Της ύπαρξής μου το λόγο
το δέχτηκα λογικά, ακόμα
και την πάσαν ευθύνη.
Όταν μπήκα στην εκκλησιά Σου,
αισθάνθηκα τη μυστική μου φθορά,
ανησυχία βαθιά,
την αγνώριστή μου μετάνοια».

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, (2000), «Μεγάλη Παρασκευή», στο: Τα Ποιήματα (1955-1973), τ. Β΄, Αθήνα: ΟΙ Εκδόσεις των Φίλων, σσ. 81-84.

«Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.
Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
ή ζήλεψαν για τους δικούς τους – ποιος να ξέρει;
Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
ποτέ δε σκέφτηκες τι απέγινε
ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

Ω ναι, δεν έπρεπε στο » Δεύρο έξω» να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν’ ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ’ εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;
Και τέλος 
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ’ αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, (32009), Ο άνθρωπος μόνος, Αθήνα: Κέδρος.

Αποτέλεσμα εικόνας για η ανάσταση του λαζάρου

Η Έγερσις του Λαζάρου, (1546)· Μονή Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος.

Βλ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΝΕΛΗΣ – ΑΓΑΠΗ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ – ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΧΑΡΗ, (1974), Μονή Σταυρονικήτα. Ιστορία – Εικόνες – Χρυσοκέντητα, Αθήνα: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σσ. 78-79.

«Απάνω απ’ τα κεφάλια μας / Κοιμάται απέραντος και φρόνιμος ο ουρανός, / Αλλά στα πόδια μας (ένα με του Ποιητή τα σπλάχνα) / Η θάλασσα η πολυφιδού που να ησυχάσει!»

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, (2006), «Τετράστιχο», στα: Ποιήματα. Μικρά Σύρτις, Αλφαβητάρι, Συλλογή, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 179.

ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Παραλία· τέμπερα σε χαρτί

[ΣΧΟΛΙΟ: η ποίηση πάντα θα διεμβολίζει το απραγματοποίητο…]

«Λέω μη τάχαμ είναι μεταβίωση / ακόμα και βυζαντινή / μην η ψηφίδα εντός του εκκλησιδιού / που ενώπια ασπρίζει / ή που ολόσωμος ο ασβέστης άγιασε / μην είναι που ασκητεύει αντίκρυ του / γαρουφαλένια δύση / η εσπέρα / η ψύχρα / που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε στα θάμνα / ένα με τα σπουργίτια / μην είν’ του Ίακχου τα Πάθη ετούτα ή του Χριστού / και σάστισε ο Απρίλης / μην το κερί, μην το θυμίαμα, το αρχαίο στασίδι / μην η λοξή του απ’ το βημόθυρο / κρύα ματιά του Ταξιάρχη / που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει.

Μνήμη που με πονάς / μην είσαι συ η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει / λέω μην του μειόκαινου η καταβολή / το βιός που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα / οι αιώνες, κι είναι μες στους εσπερινούς / που εντός μου η πλημμύρα ανεβαίνει τόση».

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, (1981), «Ώρα δειλινή», στα: Μαχαίρια της Κίρκης, Αθήνα: Κείμενα, σ. 26.

[ΣΧΟΛΙΟ: Η συγκεκριμένη έκδοση είναι ένα κομψοτέχνημα της τυπογραφικής τέχνης].

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΤΕΡΗΣ, Ακρογιάλι· περ. 1930.