Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Παλιά συνήθεια, δική μας και διεθνής, να εντοπίζουμε κάθε Πρωτοχρονιά τις πρωτιές του έτους που μόλις άρχισε: το πρώτο μωρό, το πρώτο καράβι στον Πειραιά, το πρώτο γκολ, στην Αγγλία αυτό, όπου η μπαλίτσα δεν καταλαβαίνει από γιορτές, ενώ εδώ από την άποψη της ποιότητας αργεί ολοχρονίς. Η φετινή Πρωτοχρονιά, πάντως, υπήρξε εξαιρετικά πρωτότυπη. Κάποιες πρωτιές της, μοιρασμένες σε ευχάριστες και δυσάρεστες, ήταν διαχρονικά καινοφανείς.

Οι δύο απολύτως δυσάρεστες πιστοποίησαν πόσο βαριά είναι η κλιματική κρίση: Στη Μόσχα αναγκάστηκαν να καλύψουν με τεχνητό χιόνι τις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους, σαν μνημόσυνο της λευκής εορταστικής εικόνας που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει, όπως αιώνες τώρα. Αντί για τους συνήθεις 4-5 βαθμούς υπό το μηδέν, η ρωσική πρωτεύουσα ζει τον πιο ζεστό χειμώνα της από το 1886, λες και η φύση προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει όσους εθελοτυφλούν, αρνούμενοι πεισματικά την απορρύθμισή της. Βεβαίως, αν οι Αρχές της πόλης είχαν μεριμνήσει έγκαιρα, θα είχαν εισαγάγει κανονικότατα από τη χώρα μας, δηλαδή χιόνι από το υπεράφθονο που έπεσε στη Μαλακάσα. Τελευταία όμως δεν τα παραπάμε καλά με τους ξανθούς ομόδοξους, και αυτό δεν επέτρεψε να εκμεταλλευθούμε τη σπάνια εμπορική ευκαιρία.

Σε άλλη ήπειρο, την Αυστραλία, η Πρωτοχρονιά φοράει εκ  κλιματικής παραδόσεως θερινή στολή: μαγιό. Φέτος όμως φόρεσε αντιασφυξιογόνο μάσκα ακόμα και στις παραλίες. Για ν’ αντέξει τους καπνούς που σκεπάζουν τον ουρανό μήνες τώρα, όσο κρατούν οι πυρκαγιές, που απανθρακώνουν ανθρώπους, ζωντανά (ήδη χάθηκε το 30% των κοάλα), δέντρα και σπίτια. Ο πρωθυπουργός της χώρας, κοραϊστί αμεριμνομέριμνος, είχε δραπετεύσει στη Χαβάη για διακοπές. Οταν η κατακραυγή τον ανάγκασε να επιστρέψει, είδε τη χλεύη των Αυστραλών αποτυπωμένη στο σκίτσο που κοσμούσε το μπλουζάκι που είχαν διαλέξει να φορέσουν: η εξοχότης του σε ώρα ανεμελιάς, με χαβανέζικη στολή, να πίνει ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Η ευχή του, το «Merry Crisis» (έχει παιχτεί και στα μέρη μας), μετέτρεπε το μπλουζάκι σε λάβαρο αγανάκτησης, γι’ αυτό και ο ερίτιμος Σκοτ Μόρισον πήρε τα μέτρα του: Πρόσταξε αφενός να σβήσουν το γκράφιτι που αντέγραψαν τα μπλουζάκια και αφετέρου ν’ ανάψουν κανονικά τα πρωτοχρονιάτικα πυροτεχνήματα. Εντάξει, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Τέτοια πρωτιά όμως, να καίγεται το σπίτι μας κι εμείς να πετάμε βεγγαλικά, δεν θα τη ζήλευαν ούτε τα διάσημα σαλιγκάρια του Αισώπου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Θα ήταν κρίμα και άδικο να χρειαστεί να κλείσει τα 85 ο πενηνταεπτάχρονος μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, όπως ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, για να ανακηρυχθεί επίτιμος πανεπιστημιακός διδάκτωρ. Διπλό το κρίμα και τρίδιπλο το άδικο αν ονομαστεί διδάκτωρ μόνο της Θεολογίας.

Τέτοιον τίτλο θα μπορούσε να τον αξιώσει και ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος ή ο Πειραιώς Σεραφείμ. Αντίθετα, ο Κύπριος επίσκοπος, με τις απανωτές επικοινωνιακές εκρήξεις (απίστευτο το πόσο ζαλίζονται πολλοί ποιμένες από τις οθόνες της κοσμικότητας), έχει αποδείξει ότι και στη Γενετική θα μπορούσε να προσφέρει τη σοφία του και στην Εγκληματολογία, στη Σεξουαλική Αγωγή, στην Κοινωνιολογία, στην Ψυχολογία. Εκείνο το του Γκαίτε, στον «Φάουστ» («Αχ, σπούδασα φιλοσοφία, /ιατρική και νομική / και δυστυχώς θεολογία», στη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη), μοιάζει γραμμένο για την αυτού δεσποτικότητα. Με έμφαση, δυστυχώς, στο «δυστυχώς».

Όσα είπε ο μητροπολίτης Νεόφυτος για τις αιτίες της ομοφυλοφιλίας και την «μπόχα της αρσενοκοιτίας», που την οσμίζονται λέει οι λαγωνικότεροι μοναχοί, του πρόσφεραν αρκετή από τη δόξα του Τουίτερ και του Ίντερνετ, αχρείαστη υποτίθεται για τους πνευματικούς. Ο σάλος μάλιστα υποχρέωσε τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου να δηλώσει ότι ο Μόρφου διατύπωσε «προσωπικές απόψεις». Το ’χουν αυτό οι αρχιεπίσκοποι. Και ο πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος με την ίδια φόρμουλα «καθαρίζει» όσα μισαλλόδοξα εξαπολύουν κάμποσοι ιεράρχες.

Ο Μόρφου, ωστόσο, δεν αρκέστηκε στις περί ομοφυλοφίλων γνωματεύσεις του. Έσπευσε να παράσχει άφεση αμαρτιών στον ρατσιστή σίριαλ κίλερ της Κύπρου. Κατανοώντας ότι η δράση τού και παιδοκτόνου λοχαγού Νίκου Μεταξά, προσανατολισμένη σε αναλώσιμες γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, αποκαθηλώνει την ιδεωδώς εύμορφη αυτοπροσωπογραφία που έχει σκαρώσει ο ελληνισμός, κυπριακός και ελλαδικός («εμείς δεν κάνουμε τέτοια πράγματα…»), κατάφερε και βρήκε μέσα σε τόση φρίκη έναν «τίτλο τιμής για την Κύπρο».

«Ξέρω», είπε για τον μακελάρη, «ότι κάλεσε ένα φίλο μας πνευματικό και εξομολογήθηκε. Τούτο είναι κάτι που τιμά την Κύπρο, ότι ακόμα και ο πιο ακραίος δολοφόνος που ακούστηκε μέσα στους τελευταίους αιώνες, έχει τη διάθεση της εξομολόγησης. Δεν επιτρέπεται η Κύπρος να έχει τόσο υψηλό ποσοστό εκτρώσεων και να μαραζώνουμε για τα δύο παιδάκια που σκότωσε ο δολοφόνος». Δεν επιτρέπεται. Όντως. Δεν επιτρέπεται τόση ρηχότητα σκέψης. Θα ’λεγα και ψυχής, γι’ αυτήν όμως γνωρίζει ο ετάζων καρδίας και νεφρούς.  

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Χιλιάδες πρόσφυγες που έφταναν στην Κω γεύτηκαν το ψωμί που τους πρόσφερε ο φούρναρης Διονύσης Αρβανιτάκης. Δεν ήταν ξεροκόμματα ή περισσεύματα, που ίσως πήγαιναν χαμένα. Ο Αρβανιτάκης ζύμωνε κάθε μέρα εκατοντάδες φραντζόλες έγνοιας για ανθρώπους βασανισμένους. Δεν ρωτούσε ποια η φυλή ή η θρησκεία τους. Γι’ αυτό και τιμήθηκε το 2016 από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με το βραβείο της Κοινωνίας των Πολιτών. Ο θάνατός του πριν από λίγες ημέρες συγκίνησε πολλούς. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που τον αποχαιρέτισε χαρακτηρίζοντάς τον σύμβολο μιας «άλλης» Ευρώπης, η οποία όμως σαρώνεται από τα κύματα της μισαλλοδοξίας.

Νωρίτερα, τον Γενάρη είχε πεθάνει η γιαγιά Μαρίτσα. Η γερόντισσα από τη Σκάλα Συκαμνιάς της Λέσβου, που κατέβαινε κάθε μέρα στην ακτή για να υποδεχθεί όσους γλίτωναν από το πέλαγος με τη θερμή αγκαλιά που της δίδαξε η προσφυγική της καταγωγή. Κάποια στιγμή, ο φακός την κατέγραψε μαζί με δύο συνομήλικές της να ταΐζουν με μπιμπερό ένα προσφυγάκι. Με τη φυσική σεμνότητα όσων δεν μολύνθηκαν από έναν κάποιον «πολιτισμό», όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος τη συγχάρηκε για τη στάση της, τον ευχαρίστησε με μια ερώτηση που μόνο εκείνοι που κάπως υποτιμητικά αποκαλούνται «απλοί άνθρωποι» μπορούν να την κάνουν και να μην ηχεί ψεύτικη: «Γιατί μου λες μπράβο, παιδί μου; Τι έκανα;».

Την ίδια ερώτηση-απάντηση θα μπορούσε να κάνει ο λιμενικός Κυριάκος Παπαδόπουλος, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 2018, όταν ο πρώην καγκελάριος της Αυστρίας Βέρνερ Φάιμαν τον αποκαλούσε ήρωα. Από οικογένεια με προσφυγικές ρίζες και αυτός, έσωσε χιλιάδες μετανάστες, επειδή έτσι ένιωθε ότι πρέπει να κάνει. Και τα ίδια θα μπορούσε να πει ο παπα-Στρατής, μακαρίτης από το 2015, που η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ τον τιμούσε ως Καλό Σαμαρείτη, για την απόφασή του να δημιουργήσει την «Αγκαλιά» στην Καλλονή της Λέσβου και να συντρέξει τους πρόσφυγες.

Οι τέσσερις συνάνθρωποί μας δεν κατοικούσαν σε κάποιαν «άλλη Ελλάδα» ή Ευρώπη, παράλληλη στην «κανονική». Συμπολίτες μας ήταν. Εδώ ζούσαν. Μαζί με πολλούς άλλους άξιους και τίμιους, αλλά και με πολλούς που σαγηνεύονται από τα κηρύγματα των μισαλλόδοξων ή ενδίδουν στη «φυσικότητα» του μισοξενισμού. Η Ελλάδα παίρνει τη μορφή που εμείς της δίνουμε κάθε μέρα, με τη στάση μας, τις διαφορές, τις ιδέες μας. Με τα πρότυπα που επιλέγουμε. Το παράδειγμα των τεσσάρων είναι το μόνο που μπορεί να υψώσει τον τόπο μέσα σε μια βυθιζόμενη Ευρώπη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Τίποτε, επιμένει ένας αρκετά παλιός αφορισμός, δεν μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του οικουμενικού κοινού από ένα Μουντιάλ. Τίποτε; Το δράμα των παιδιών της Ταϊλάνδης, που εγκλωβίστηκαν στη σπηλιά, στα έγκατα της γης, ένας πραγματικός και πραγματικά σκληρός αγώνας, άφησε ευθύς εξαρχής σε δεύτερη μοίρα το πλανητικό ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν στα γήπεδα της Ρωσίας.

Τα παιχνίδια της μπάλας –ένα θέαμα, τίποτε παραπάνω– χωρίζουν τον κόσμο σε έθνη και σημαίες, και αρκετά συχνά η θρυλούμενη «γιορτή» παράγει μίσος και βία. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν δώδεκα παιδιά, δικά του παιδιά, τον ενώνει. Αγωνιά γι’ αυτά και προσεύχεται, όποιον Θεό κι αν λατρεύει κάθε τμήμα του. Είναι άλλωστε από τις σπάνιες φορές, και δυστυχώς μόνο επί δραμάτων, που και οι Θεοί εμφανίζονται συμφιλιωμένοι στη συλλογική συνείδηση, η οποία για λίγο έστω, για πολύ λίγο, γίνεται στ’ αλήθεια οικουμενική. Όπως συνέβη και το 2010, όταν 33 Χιλιανοί ανθρακωρύχοι είχαν εγκλωβιστεί επίσης στα έγκατα της γης, επί 69 ημέρες.

Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της ομάδας των ειδικών που έχουν αναλάβει τη διάσωση των παιδιών είναι το πρότυπο μιας παγκοσμιοποίησης που διαφέρει από την κυρίαρχη. Τώρα, το μοναδικό αγαθό με απόλυτη αξία είναι η ζωή, η οποία όμως σε αναρίθμητες άλλες περιπτώσεις, που συναπαρτίζουν τη θλιβερή «κανονικότητα», κρίνεται αμελητέα και αναλώσιμη, ακόμα κι αν πρόκειται για τη ζωή παιδιών.

Την ίδια ώρα που αγωνιούμε για τα παιδιά της Ταϊλάνδης, κάποια συνομήλικά τους χάνουν τη ζωή τους στα πεδία των πολέμων –εμφυλίων και μη– της Αφρικής και της Ασίας, βίαια επιστρατευμένα και ποτισμένα μίσος από πολέμαρχους κάθε λογής. άλλα, στις ίδιες ηπείρους, γερνούν πρόωρα από την πείνα και την πλήρη ανέχεια. άλλα, ακόμα και πολύ μικρότερά τους, θαλασσοπνίγονται στη Μεσόγειο μαζί με τους γονείς τους, κουρταλώντας μάταια τις θύρες μιας ηθικά και πνευματικά γερασμένης ηπείρου που «ενώνεται» υποκύπτοντας εκ νέου στη γοητεία των τειχών· άλλα χωρίζονται βίαια από τους δικούς τους, στη «νέα ήπειρο» αυτά, τη δυστοπία του Ντόναλντ Τραμπ· και κάποια, στην ίδια την Ταϊλάνδη αλλά και σε γειτονικές της χώρες, γίνονται λεία στα βρώμικα χέρια αρρωστημένων Ευρωπαίων και Αμερικανών, εταίρων του «σεξουαλικού τουρισμού».

Παγκόσμια λοιπόν η συγκίνηση για τα παιδιά της Ταϊλάνδης. Όσον αφορά όμως γενικά τα παιδιά όλου του κόσμου, είναι οικουμενική δυστυχώς η υποκρισία. Ο φαρισαϊσμός, είναι φανερό, δεν περιοριζόταν ποτέ στα εδάφη πέριξ του Ιορδάνη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Α​​πό τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική» του ξέρουμε πως η ποίηση, που ασχολείται με το «καθόλου», είναι «φιλοσοφότερη» της ιστορίας, που καταπιάνεται με το «καθ’ έκαστον». Μπορεί και να ισχύει. Αλλά όπως οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους, έτσι οι αφορισμοί έχουν τους περιορισμούς τους. Χωρίς την ιστοριογραφία πάντως, η φιλοσοφία που αποσκοπεί στη διερεύνηση των ανθρωπίνων, στην ατομική και τη συλλογική φανέρωσή τους, θα είχε πολύ λιγότερα ερείσματα, και λιγότερο στέρεα.

Τμήμα διακριτό και σπουδαίο της ιστορίας των ανθρώπων, η ποίηση αποτελεί επιπλέον και ένα ευαίσθητο ιστοριογραφικό δεδομένο η ίδια, μια μαρτυρία που εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέχουν οι μη λογοτεχνικές πηγές. Ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση, με την ανιδεολογική αθωότητα που εν γένει τής αναγνωρίζεται, μπορεί να εμπλουτίσει τις ιστορικές και ανθρωπολογικές γνώσεις μας, σαν συμπληρωματική αλλά αυτοτελής πηγή. Το βλέπουμε αυτό και με τα λεγόμενα ιστορικά δημοτικά τραγούδια, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, για να ιστορήσουν συγκεκριμένα επεισόδια του Αγώνα ή εξέχουσες μορφές του. Αν τα ρωτήσουμε με σεβασμό, χωρίς να τα θεωρούμε κατώτερης στάθμης κείμενα, θα μας δώσουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις για κάποιους δείκτες συνδεόμενους με την ελληνογνωσία μας. Ας μείνουμε εδώ στον εθνωνυμικό δείκτη.

Στα προεπαναστατικά δημοτικά τραγούδια το εθνώνυμο Έλληνας απαντά σπανιότατα, και κυρίως στα ποντιακά άσματα (Τραντέλλενας). Απαξιωμένο όπως ήταν επί αιώνες, στη διάρκεια τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού οι ηγεμονεύοντες χριστιανοί το ταύτισαν με τους παγανιστές, τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, υποχώρησε μπροστά στα ονόματα Γραικός και το Ρωμιός, ακόμα και το χριστιανός. Στα τραγούδια που συντέθηκαν μέσα στην Επανάσταση, το Έλληνας εμφανίζεται πλέον συχνότερα, σαν ισότιμο των άλλων δύο εθνωνύμων, γεγονός που δεν μπορεί να είναι άσχετο με την όλη συζήτηση περί του πρέποντος ή του πιο ταιριαστού ιστορικά εθνωνύμου (ο «Διάλογος δύο Γραικών» του Αδαμάντιου Κοραή είχε εκδοθεί το 1805), όση απόσταση κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ανάμεσα σε «επώνυμους» λόγιους και «ανώνυμους» πολεμιστές.

Ο Μακρυγιάννης λοιπόν χρησιμοποιεί το όνομα Έλληνας σε γύρισμα που ενθέτει σε ένα τραγούδι που λέει στην παρέα του, παίζοντας τον περίφημο ταμπουρά του, πολιορκημένος στην Ακρόπολη, το 1826. Ο καπετάνιος τραγουδάει μισό αυτοσχεδιάζοντας, μισό αναπλάθοντας παλαιότερα μοτίβα, όπως είχε πράξει σε άλλη περίσταση και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά.

Τότε λέγω ένα τραγούδι: Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Eλληνά μου εβασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Hλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· / “Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, /και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα /. Για την πατρίδα πήγανε στον Aδη, τα καημένα”».

«Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”. – Είχα κέφι, τού ειπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον  καιρόν. Oτι εις τα ‘ρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». Στη μάχη που ακολούθησε ο Γκούρας σκοτώθηκε.

Δεν καινοτόμησε πάντως ο Μακρυγιάννης. Το όνομα Έλληνας το συναντάμε σε δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ήδη στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, για να απαθανατίσει τη μάχη της Αλαμάνας, τη γενναιότητα του Διάκου και το μαρτυρικό του τέλος. Το τραγούδι αυτό, όπως υπογραμμίζει και ο Νικόλαος Πολίτη στις «Εκλογές», «εποιήθη μήνάς τινας μετά τον θάνατον του Διάκου». «Είχα δύο αντίγραφα αυτού του τραγουδιού», σημειώνει σχετικά ο Κλοντ Φοριέλ, που το δημοσίευσε το 1824 στο Παρίσι. «Το ένα το οφείλω στις φροντίδες ενός Eλληνα πολύ αγαπητού φίλου, ο οποίος το μάζεψε στα ίδια τα μέρη όπου βγήκε το τραγούδι».

Οι κρίσιμοι στίχοι στην εξακριβωμένης αυθεντικότητας παραλλαγή του Γάλλου νεοελληνιστή: «Στην Αλαμάνα έφθασαν, κι έπιασαν τα ταμπόρια. / “Καρδιά, παιδιά μου”, φώναξε, “παιδιά μη φοβηθείτε. / Ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”».

Ο Διάκος τα λέει αυτά, ο οποίος, και στη συγκεκριμένη την παραλλαγή του τραγουδιού, λίγο παρακάτω, αλλά και σ’ εκείνη που δημοσίευσε ο Πολίτης, αυτοπροσδιορίζεται ως Γραικός:

«Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω, / κι Ομέρ Βριόνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμόν τού λέγει: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε· εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω”».

Κανένας ψυχικός ή πνευματικός διχασμός βέβαια. Έλληνας και Γραικός, αλλά και Ρωμιός, είναι ισοδύναμα πλέον, και εναλλάξιμα, όπως ισοδύναμα είναι τα ονόματα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί στα ομηρικά έπη, όπου δεν απαντά το εθνικό όνομα Eλλην. Eξι χρόνια άλλωστε μετά τον θάνατο του Διάκου, ο λαϊκός τραγουδιστής βάζει στο στόμα του θνήσκοντος Γεωργίου Καραϊσκάκη την ίδια προτροπή, με επουσιώδεις λεκτικές διαφορές. Πληγωμένος ο Καραϊσκάκης, στον κάμπο της Αθήνας, νιώθει το τέλος του και «ψιλή φωνίτσα βάζει»: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε».

Να ήταν άραγε κάποιος λόγιος, κάποιος γραμματιζούμενος, ο πρώτος δημιουργός του μοτίβου, αν κρίνουμε από το επίρρημα «ανδρεία», ίσως και από το «ωσάν»; Δεν είναι απίθανο, αυτή η μέθοδος άλλωστε ήταν αρκετά συχνή στη σύνθεση των δημοτικών τραγουδιών. Αν όμως ο δήμος δεν ένιωθε δική του την πρόταση, ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα της, δεν θα την ενστερνιζόταν. Θα την άφηνε να σβήσει άδοξα. Δεν θα την έκανε δηλαδή δημοτική, τραγουδώντας την και ξανατραγουδώντας την, και απαλείφοντας εντέλει το επιρρηματικό «ανδρεία», πιθανόν σαν περιττό. Ή πάλι επειδή, όπως το ξέρουμε και από τον Γιάννη Αποστολάκη, στο δημοτικό –το κλέφτικο ιδίως, καθώς και ο άμεσος γόνος του, το ιστορικό τραγούδι– προτιμούν το ρήμα και τον γυμνό πλούτο του, όχι το επίθετο και το επίρρημα.

Ομιλία στην εκδήλωση «Ποίηση και Ιστορία» του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (19.5.2018).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, (2016), Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των Δημοτικών. Πιάνω γραφή και γράφω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι -1, Αθήνα: Άγρα

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου, του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1].

ΟΤΑΝ ΤΟ ΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΝΟΜΑ // Η «ΑΓΑΠΩ» ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΡΙΓΟΣ ΤΗΣ Π

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1]

Πλουσιότατος είναι ο αμητός για το δημοτικό τραγούδι, από την εποχή του Ρομαντισμού (μέσα 19ου αιώνα) και της πρώτης απόπειρας κατάρτισης συλλογών από τον Γάλλο φιλόλογο και ιστορικό Κλωντ Σαρλ Φωριέλ, που σε δύο τόμους στα 1824-1825 συνέλεξε δημοτικά τραγούδια – ο Φωριέλ αν και δεν επισκέφθηκε ποτέ την επαναστατημένη τότε Ελλάδα κατάφερε να δημοσιεύσει την πρώτη βασική συλλογή δημοτικών τραγουδιών· το χεράκι σ’ αυτήν την καταγραφή έβαλε κι ο κορυφαίος λόγιος του Νέου Ελληνισμού Αδαμάντιος Κοραής[2] – μέχρι και σήμερα. Η νεότερη, ωστόσο, βιβλιογραφία για το δημοτικό τραγούδι είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς τίτλους μελετών: Δημοτικό τραγούδι. Προβλήματα καταγωγής και τεχνοτροπίας, του Κώστα Ρωμαίου, (Αθήνα 1979)· Το δημοτικό τραγούδι, του Στίλπωνα Κυριακίδη, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1990)· Δημοτικό τραγούδι. Μια διαφορετική προσέγγιση, του Ερατοσθένη Καψωμένου, (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 31996)· τα Ακριτικά δημοτικά τραγούδια. Σε βυζαντινή και ευρωπαϊκή σημειογραφία, του Κωνσταντίνου Μάρκου, (τόμοι 2, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1995-1996)· Το δημοτικό τραγούδι. Παραλογές, με επιμέλεια του αξέχαστου Γιώργου Ιωάννου, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1996)· Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, (εκδ. παρουσία, Αθήνα 31998)· Η διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, του Μανόλη Γ. Βαρβούνη, (εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1998)· και, βέβαια, την ανθολόγηση δημοτικών τραγουδιών, Της ξενιτιάς, (επιμέλεια G. Saunier, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1983)· Κλέφτικα, (επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2000). Στις τελευταίες, ωστόσο, μελέτες για το δημοτικό τραγούδι, εντάσσεται και εκείνη του Γιώργου Καραμπελιά με τίτλο: Το δημοτικό τραγούδι. Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του Νεώτερου Ελληνισμού, (εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2017). 

Στο ασφυκτικό δεκάλεπτο που έχω στη διάθεσή μου να σας μιλήσω για το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα, είναι αδύνατον να εξαντλήσω το περιεχόμενο των 600 περίπου σελίδων του, συμπεριλαμβανομένων και των υποσημειώσεων, με κατατοπιστικές παραπομπές σε βιβλιογραφία. 

Για να είμαι, όμως, συνεπής προς τους διοργανωτές και προς τον συγγραφέα, θα τολμήσω να καταθέσω στην αγάπη και την υπομονή σας τρία βασικά στηρίγματα, τα οποία αποτελούν και τρεις βασικές αρετές του βιβλίου, καθιστώντας το έτσι άκρως πρωτότυπο τόσο για τη φιλολογία, τη λαογραφία, όσο και για τη δοκιμιογραφία. 

Αποτελεί, τωόντι, μεγάλο το εγχείρημα του πολυγραφότατου συγγραφέα που έφερε εις πέρας ένα τέτοιο έργο, το οποίο προκαταβολικά πιστεύω ότι για τις επόμενες γενιές ερευνητών επάνω στο δημοτικό τραγούδι θα καταστεί έργο αναφοράς, αφού παρέχει πλουσιότατη βιβλιογραφική τεκμηρίωση και, βέβαια, με καίριο τρόπο εντάσσεται σ’ εκείνες τις γραφές γκρεμίσματος του γνωστού στερεότυπου ότι το δημοτικό τραγούδι, καρπός της λαϊκής παράδοσής μας, σε αντιδιαστολή με τη λόγια, πάντοτε θεωρούνταν υποδεέστερο. 

Η πρώτη, λοιπόν, βασική αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι μελετά το δημοτικό τραγούδι, στη μακρά διαχρονία του, ως ένα σημαντικό «προίκισμα», δηλαδή, να δύναται ο άνθρωπος να φτιάχνει πράγματα που, αν αυτός δεν τα έφτιαχνε, δεν θα γίνονταν ποτέ. Τέτοιο προίκισμα είναι το δημοτικό τραγούδι, το οποίο ενώ έχει βαθιά ριζώματα στην παράδοση του ελληνικού λαού, από την αρχαιότητα και δώθε, δυστυχώς «μαγαρίστηκε» καθώς λέγει ο συγγραφέας από κάθε «ελληνοκάπηλο κιβδηλοποιό» – έτσι για να ταιριάξει όπως αυτός ήθελε την εθνικοφροσύνη του. Ορθότατα στην περίπτωση αυτή ο κ. Μπουκάλας υποστηρίζει το εξής: «με ποια εφόδια να κρίνουμε λοιπόν, σαν ελλανόδικος επιτροπή σε οικουμενικά πολιτισμικά καλλιστεία, τι θα μετρούσαμε και πως θα το ζυγίσουμε, ώστε να αποδώσουμε τα πρωτεία; Και υπάρχει κάποιος σπουδαίος λόγος – πέραν των όσων υπαγορεύουν οι αλληλοεξερεθιζόμενοι εθνικισμοί – να τα αποδώσουμε;» διερωτάται στη πολυσέλιδη εισαγωγή του (εκατό περίπου σελίδες). Και ευθέως, χωρίς περιστροφές απαντά: «δεν βλέπω κανένα. Η ελληνική δημοτική ποίηση έχει να καυχιέται για τα εξαιρετικά από κάθε άποψη δημιουργήματά της σε όλες τις κατηγορίες, στα ακριτικά, τα κλέφτικα, της αγάπης, της ξενιτειάς, τα μοιρολόγια, και στα δίστιχά της βέβαια. Τι περισσότερο» (σσ. 55-56). Όμως, δεν είναι μόνον οι ελληνοκάπηλοι κιβδηλοποιοί που υπεραμύνθηκαν της αξίας της δημοτικής ποίησης, υπήρξαν και εκείνοι, της αντίπερας όχθης, που την υποτίμησαν. Αναφέρει έναν ο συγγραφέας. Τον Ηπειρώτη καθηγητή Κωνσταντίνο Ζήσιο, που σε ένα από τα έργα του, το Γλώσσα κομψή και γλώσσα συρφετώδης, στα 1915, με «χολερική ακρότητα» όπως λέγει ο κ. Μπουκάλας χαρακτήριζε τη δημοτική ποίηση χυδαία (σσ. 60–61) Επιτρέψτε μου, εδώ, να σημειώσω το εξής: τέτοιες αναθυμιάσεις, όπως η τελευταία, που σηκώνουν σκόνη ακροτήτων, δεν μπορεί να μην έχουν την απάντησή τους. Πέραν της χολερικής ακρότητας, καλόν είναι εδώ να υπενθυμίσω τον ακριβό λόγο του Δημήτρη Πικιώνη, ο οποίος καυτηρίαζε απόψεις που ήθελαν καθετί που προέρχεται από την παράδοση του ελληνικού λαού να είναι υποδεέστερο και υποτιμημένο. Γράφει ο Πικιώνης σ’ ένα κείμενό του: «να ζει μέσα του ο θείος σπόρος. Ζει η πανάρχαια λαλιά του. Και ρυθμοί και μέλη και σχήματα και ουσίες απ’ τους πανάρχαιους χρόνους, όπου τούτα ήταν ορισμένο να συλληφθούνε και που αν πέθαιναν ουδ’ ο Θεός ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τ’ αναστήσει»[3]

Έρχομαι τώρα στη δεύτερη αρετή του βιβλίου. Ο συγγραφέας μελετά την ποιητική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών πιστεύοντας ότι δεν είναι μόνο «μουσικοποιητική τέχνη» αλλά και «αναπαραστατική»«Λόγια είναι και τα τραγούδια· λέξεις που τις θέλουμε ιαματικές, μα μπορεί να αποδειχθούν ατελέσφορες», γράφει. Και συνεχίζει: «αλλά τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι μόνο λέξεις. Είναι τριαδικά, τρισυπόστατα: Λόγος, Μέλος, Χορός. Είναι πλουτισμένα με τη μουσική τους και, τις περισσότερες φορές, έχουν το χορό να τα ιστορεί, και να οδηγεί συχνά τα βήματά του αντίθετα προς το περιεχόμενο: πικρό το νόημα, αλλά ο χορός ανοίγει το σώμα, το αναπτύσσει μέσα στο πείσμα του και στην επιμονή του» (σ. 103). Επιτρέψτε μου, εδώ, ένα ερμηνευτικό σχόλιο στα γραφόμενα του κ. Μπουκάλα. Φρονώ ότι η δημοτική ποίηση έχει να κάνει με την ίδια τη ζωή, την οποία συντηρεί και ολοκληρώνει. Ετούτο, άλλωστε, το γεγονός αφ’ ενός φανερώνει ο συνοδεύων ρυθμός και χορός και αφετέρου η δραματικότητα του περιεχομένου το οποίο αναπαριστά. Και μιας ο χορός είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δημοτικού τραγουδιού, κοντά πάντα στη μουσική και στο στίχο, εκφράζει και τον καημό «που επιμένει στη δημοτική ποίηση». Μια ποίηση, που κατά τον συγγραφέα «δεν διστάζει να αυτοσχολιασθεί και να αυτοκριθεί, ελευθερόφωνη όπως είναι και ελευθερωτική» (σ. 106). Εδώ, βρίσκεται και το «τεράστιο γλωσσικό εργαστήριο», εκείνο το «δοκιμαστήριο νέων λέξεων» (σ. 107), με τις αντίστοιχες νέες γραμματικές «παρεκτροπές», τις οποίες ο συγγραφέας μελετά στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του. Τα παραδείγματα που παραθέτει πολλά· πρόκειται για ένα «κοιμητήριο λέξεων» «όλης της ελληνικής» (σ. 132), που είναι απέραντο και προέρχεται από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, με τις γνωστές παραλογές, σωσμένα απ’ όσους τα κατέγραψαν, όπως λόγου χάριν ο Ν. Γ. Πολίτης, ο Νουάρος Μιχαηλίδης, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος κ.ά. 

Μια μικρή αναφορά «στον κόσμο των μοιρολογιών» νομίζω ότι είναι επιβεβλημένη για να κατανοήσουμε πώς ο συγγραφέας προσεγγίζει το δημοτικό τραγούδι, δίχως να το ξεκαρφώνει από τις συντεταγμένες του κόσμου μας και δίχως να παραβλέπει το κύλισμα της μακράς ιστορίας του σε παρελθόντες χρόνους. Τα μοιρολόγια, λοιπόν, είναι τραγούδια που δεν χορεύονται. Τραγουδιούνται στο ξόδι, στην έξοδο του νεκρού. Είναι εκείνη η δημοτική ποίηση που «η γλώσσα της βαθιάς λύπης, επί θανάτου, είναι ένα ουρλιαχτό. Ή η σιωπή», σχετίζονται δηλαδή με την «κουλτούρα του θανάτου» (σ. 154), σημειώνει ο κ. Μπουκάλας. 

Είναι βέβαιο ότι όταν καλείσαι να παρουσιάσεις ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το τό αγάπησες πολύ, δεν το βρήκες δηλαδή μόνο ενδιαφέρον, έστω και σε σύντομο χρόνο απαιτείται να δώσεις το καλύτερό σου εαυτό σ’ αυτά που θα πεις. Δεν σας κρύβω ότι ολόκληρος ο μήνας Ιούνιος κύλησε μελετώντας σελίδα – σελίδα το πόνημα του κ. Μπουκάλα. Δεν σας κρύβω, επίσης, ότι αρκετές φορές έψαχνα και τον τεράστιο πλούτο των υποσημειώσεων και της βιβλιογραφίας που παραθέτει. Αυτό κι αν δείχνει πόσο «υψηλής αισθητικής πραγμάτευσης» είναι ετούτο το βιβλίο. Ιδιαίτερα το τρίτο κεφάλαιό του, Τα ρήματα της αγάπης (σσ. 267-392), το σημαντικότερο κατ’ εμέ. Γιατί φανερώνει το βαθύτερο νόημα των όσων γράφει ο συγγραφέας για το πάθος των συνθέτων λέξεων και επιθέτων στη δημοτική ποίηση. Και για να τεκμηριώσει τις απόψεις τους ψάχνει προσεκτικά τα γραπτά και τα λόγια των άλλων, του Κωνσταντίνου Σάθα, του Εμμανουήλ Ροΐδη, του Λίνου Πολίτη, του Γιώργου Κεχαγιόγλου, του Ιωάννη Κακριδή, της Παλατινής Ανθολογίας κ.ά., για να δει το χέρι που τείνει, ποια προσέγγιση επιδιώκει. Πρόκειται για μια ακόμη αρετή του βιβλίου, την τρίτη, και με αυτή τελειώνω την ομιλία μου. Οι αναφορές του για τη χρήση συνθέτων στη δημοτική ποίηση πολλαπλές. Ακόμη και στην αγιολογία με ιδιαίτερη άνεση καταφεύγει ο συγγραφέας, αφού καταγράφει το παράδειγμα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, αγίου πράου και ζωγράφου του ποιητικού λόγου, ο οποίος δεν δίσταζε να στηλιτεύει όσους γλεντοκοπούσαν σε ναούς μαρτύρων, επιδιδόμενοι έτσι στην τυμβωρυχία, αποκαλώντας τους «τυμβολέτες» και «γάστρωνες», δηλαδή τυμβωρύχους και κοιλαράδες, (σ. 293). 

Ανάμεσα στις εκατοντάδες ή πολλές χιλιάδες των δημοτικών ποιημάτων, σημαντική θέση για τον συγγραφέα κατέχει και «η Αγαπώ» (σσ. 346 κ.ε.), που μάλλον πρόκειται για ουσιαστικοποίηση ρήματος με χρήση άρθρου με αναφορική σημασία, και που απαντά σε δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με μια πρώτη απογραφή που συνέταξε ο Αλέξης Πολίτης και που δίστιχό της βρίσκουμε και σε χειρόγραφο της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, (σ. 323). Καλοί, εδώ, για τον συγγραφέα βιβλιογραφικοί οδηγοί οι γνωστοί μελετητές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, ο Ε. Legrand, o Μανούσος Μανούσακας, ο Catharinus Dulsis, μαθητής του Μαρτίνου Κρούσιου. 

Το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα έτυχε θετικών κριτικών. Σταχυολογώ δύο, αυτή της Αικατερίνης Πολυμέρου – Καμηλάκη στο ΒΗΜΑ, και εκείνη της Ανθούλας Δανιήλ στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ. Επίσης, το βιβλίο εκδιδόμενο από τις καλύτερες κατ’ εμέ εκδόσεις: Άγρα, και στο πολυτονικό. 

Έχω την γνώμη ότι και στους επόμενους τόμους που θα ακολουθήσουν, με γενικό τίτλο Πιάνω γραφή και γράφω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι, με μελέτες όπως Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίησηΟ Διάκος της ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών. Πως αποθανάτισαν τον αγωνιστή του ’21 η λαϊκή μούσα, οι ιστοριογράφοι και επώνυμοι ποιητές, κ.ά., ο συγγραφέας θα απαντήσει σε τρία βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με το παραδοσιακό εν γένει τραγούδι[4], όπως: Τι νόημα έχει στις μέρες μας η αποζήτηση στο δημοτικό τραγούδι της έννοιας της παραδοσιακότητας; Και κατά πόσο αυτή η αποζήτηση αφορά τον σημερινό Έλληνα; Επίσης, κατά πόσο το δημοτικό τραγούδι, ενώ αναπολεί το πλούσιο ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού, μπορεί να παίξει σήμερα κι έναν άλλον ρόλο πέραν του διακοσμητικού; 

 [1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Παντελή Μπουκάλα, Όταν το ρήμα γίνεται όνομα· στον αύλειο χώρο του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Teriade (30 Ιουνίου 2017). 

[2] Για το θέμα κατατοπιστική είναι η μελέτη του ΑΛΕΞΗ ΠΟΛΙΤΗ, (1999), Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, Αθήνα: Θεμέλιο. 

[3] Δ. ΠΙΚΙΩΝΗΣ, (1999), «Το πρόβλημα της μορφής», στο: Κείμενα, πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου, επιμέλεια Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 220. 

[4] Τα ερωτήματα τίθενται με καίριο τρόπο στο προλογικό σημείωμα του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, (2005), «Περί ασμάτων καινών, κενών και άλλων», στη: Σύναξη, τχ. 95, (Ιούλιος – Σεπτέμβριος), σ. 3, [τεύχος αφιερωμένο στο τραγούδι].

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Από τη σωρεία των κλισέ δημοσιογραφικής χρήσεως, στην ομάδα των περισσότερο ξεθυμασμένων, των σχεδόν μηδενισμένων νοηματικά, ανήκει οπωσδήποτε το «οικουμενικό σοκ» καθώς και το «παγκόσμια συγκίνηση». Αν αλήθευαν έστω και μία στις δέκα φορές που τα βλέπουμε γραμμένα στο γυαλί ή στο χαρτί, και αν τη φημολογούμενη «παγκόσμια συγκίνηση» τη μοιράζονταν και οι κεφαλές του κόσμου, τότε ο κόσμος αυτός θα ήταν διαφορετικός. Ή, πιο μετρημένα, θα μπορούσε ν’ αλλάξει, κάπως να βελτιωθεί. Και τότε ο όρος «παγκοσμιοποίηση» ίσως αποκτούσε και μια δεύτερη σημασία, ηθικότερη από εκείνη που του προσδίδουν οι αριθμοί του εμπορίου, η «ελεύθερη αγορά» και τα συναφή.

Το βλέμμα ενός παιδιού τσακισμένου από τον πόλεμο, του πεντάχρονου Σύρου Ομράν Ντανκές, ο οποίος ανασύρθηκε ζωντανός, ματωμένος και κατασκονισμένος, μέσα από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι οβίδες στο Χαλέπι, ένα βλέμμα πέρα και από τον φόβο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συγκλονιστικό αν πράγματι κλόνιζε έστω κι έναν από τους φανερούς και αφανείς πολεμόχαρους που διαμελίζουν επί πενταετία τη Συρία. Τον Άσαντ, τους αντικαθεστωτικούς, τους Ρώσους, τους Τούρκους, τους Αμερικανούς, τους Γάλλους, τους Σαουδάραβες – για τους φασίστες του Χαλιφάτου δεν γίνεται λόγος. Σε μια τέτοια περίπτωση, ίσως δεν ξαναβλέπαμε βομβαρδισμούς νοσοκομείων, ίσως δεν ξανακούγαμε για χρήση χημικών όπλων. Και μπορεί οι εγκλωβισμένοι στο Χαλέπι να είχαν μια ελάχιστη πιθανότητα σωτηρίας. Ακούμε βέβαια τώρα και διαβάζουμε για «διεθνή κατακραυγή», μετά την ανά τον κόσμο δημοσίευση της φωτογραφίας του Ομράν, και για «απαίτηση του ΟΗΕ και της Ε.Ε. να σταματήσουν αμέσως οι εχθροπραξίες στο Χαλέπι». Άλλη μία φορά. Η εικόνα όμως του Ομράν, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι στοιχειώνει πια την οικουμενική συνείδηση, θα επηρεάσει τη φορά των πραγμάτων όσο και η επίσης εμβληματική εικόνα του άλλου μικρού Σύρου, του τρίχρονου Αϊλάν Κουρντί. Κλείνει χρόνος από τη μέρα που ο Αϊλάν, ένα προσφυγάκι ανάμεσα σε χιλιάδες, βρέθηκε άψυχος σε τουρκική παραλία. Ούτε οι μάχες στη Συρία κόπασαν ούτε οι μεγάλες και μικρομεσαίες δυνάμεις συγκινήθηκαν ιδιαίτερα ούτε οι πρόσφυγες έπαψαν να είναι ανεπιθύμητοι «λαθραίοι». Ετσι δεν λέει ο μητροπολίτης Χίου, ένας άνθρωπος του Θεού;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Αν για κάποιους λόγους βρισκόμουν υποχρεωμένος να ορίσω με μία και μόνο λέξη ένα συγγραφέα σαν τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, που έλαβε στα πλήρη 85 του την απόφαση να συνεχίσει τη ζωή του σε άλλες σφαίρες, θα λύτρωνα κάπως την αμηχανία μου λέγοντας “αταξινόμητος”, “ακατάτακτος”, με δεύτερη επιλογή το χαρακτηρισμό “ανείσπρακτος”. Και με πυρήνα αυτές ακριβώς τις λέξεις θα δοκιμάσω να πω τα λίγα που έχω στο νου, και που πάντοτε υστερούν από όσα κατοικούν σ’ ένα εσαεί δυσμετάφραστο αίσθημα.

Ανείσπρακτο, είπα, το έργο του Πεντζίκη. Κι όχι μονάχα από τον “δήμο”, που μάλλον λειψά και στρεβλά τον γνώρισε, μέσα από το σχήμα του παραδοξολόγου, κάπως σαν τον Τσαρούχη μα πιο θρήσκο, “θεοτέχνη” που θα ΄λεγε ο Σεφέρης, αλλά και από τους “σοφιστές” – το σώμα του κριτικού έργου που παρήχθη με ερέθισμα το έργο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα δεν εκτείνεται σε πολλές σελίδες ούτε και έχει ποικίλη καταγωγή.

Μολαταύτα, ο Πεντζίκης μίλησε. Μίλησε με τη δική του, όλως ιδιαίτερη και όλως κρίσιμη φωνή. Και ήταν όντως παραδοξολόγος, με την έννοια ότι η γραφή του (η οποία συχνότατα δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για ομιλία που καταγράφεται δίχως λογοκριτικές επεμβάσεις) πορεύτηκε παρά την κοινή λογοτεχνική δόξα, αντιδίκησε μαζί της, τη χρησιμοποίησε για να πάει παραπέρα, την υπονόμευσε. Ο Πεντζίκης νεοτέρισε, σχεδόν σαν να μην τον αφορά το γεγονός, με εντελώς φυσικό τρόπο. Αποθεώνοντας τη συνειρμική γραφή, αφέθηκε στο παιχνίδι με διαρκώς ανανεούμενη αθωότητα, με κάτι από κείνη την αφέλεια που προϋποθέτει στα έργα “δωρεάς” και την οποία διασώζουν μέσα τους όσοι αντέχουν να επινοούν συνεχώς κάποια θεότητα για να ‘χουν να λατρεύουν. Με έναν τρόπο που υπομνηματίζει τη μαγεία και τους αλχημιστές, αρπαζόταν  από μιά-δυό φράσεις για να στήσει ολόκληρο μυθιστόρημα. Αν η ποίηση, όχι πάντως εν τω συνόλω της, μπορεί να θεωρηθεί “ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου” κατά τη ρήση του Ανδρέα Εμπειρίκου, ή “ανάπτυξη ενός επιφωνήματος” όπως διαβεβαίωνε ο Πωλ Βαλερύ, η πεζογραφία του Πεντζίκη μοιάζει με τη ραγδαία ανάπτυξη ενός κραδασμού αποτυπωμένου σε ελάχιστες λέξεις, που δείχνουν ικανές να ξεκλειδώσουν τα μυστήρια του κόσμου, του πάνω και του κάτω κόσμου. Να τα ξεκλειδώσουν, να ρίξουν μια τολμηρή ματιά στο χώρο που ορίζουν, και να τα αφήσουν στην ιερή ερημία τους, χωρίς να μπουν στον πειρασμό να τα αναδιευθετήσουν ή να τα ερμηνεύσουν».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, «Ο ανείσπρακτος τρόπος του Ν. Γ. Πεντζίκη», στο: Ενδεχομένως. Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1996, 225-226.   

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

 

Ενώ η θρησκευτική ηγεσία της χριστιανικής Ευρώπης, στις ποικίλες εκδοχές της, και πιθανόν για να κατευνάσει τις τύψεις της για την αλλοτινή πολιτεία της, μερίμνησε να υπενθυμίσει με τα εορταστικά μηνύματά της πως και του Χριστού η οικογένεια προσφυγική ήταν, η πολιτική ευρωπαϊκή ηγεσία δεν συγκινήθηκε ιδιαίτερα. Κι ακόμα λιγότερο συγκινήθηκαν μεγάλα τμήματα των κοινωνιών που συνθέτουν τη γεμάτη αντιφάσεις και ιδιοτέλεια ευρωπαϊκή εικόνα· πιο ελπιδοφόρο χρώμα από το γκρίζο δεν μπορεί να πάρει.

Και τούτο επειδή το φαιό έχει καλύψει μεγάλες περιοχές της. Το πιστοποιεί η εκλογική ή δημοσκοπική συμπεριφορά σε πολλές χώρες: Γαλλία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβακία, Ολλανδία (και Ελλάδα βέβαια, όπου το μικρόβιο του ρατσισμού της ακροδεξιάς μερίδας μαγαρίζει τη θερμή αλληλέγγυα στάση των πολλών). Και το επιβεβαιώνουν οι κάθε είδους εκδηλώσεις μίσους: βόμβες μολότοφ εναντίον προσφυγικών καταυλισμών, διαδηλώσεις κατά των προσφύγων, επιθέσεις στα ιερά των μη χριστιανικών θρησκειών, προπηλακισμοί ξένων, ενθουσιώδης αποδοχή της λογικής του φράχτη ή του τείχους κτλ. Επεκτατικό και διαβρωτικό το φαιό αυτό, απειλεί να απορροφήσει και να σβήσει ό,τι φωτεινό γεννάει η αλληλεγγύη που δείχνουν σταθερά προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες όσοι πολιτεύονται απελευθερωμένοι από τα δόγματα της μισαλλοδοξίας. Οσοι φέρονται ως οι αγαθότεροι των χριστιανών, ακόμη κι αν τυχαίνει αρκετοί εξ αυτών να είναι άθρησκοι, αλλόθρησκοι, αγνωστικιστές ή αδιάφοροι για τις ουράνιες διαιρέσεις και την επί γης αποτύπωσή τους.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου ο φρενιτιώδης καταναλωτισμός και το εμπορευματοποιημένο «πνεύμα των Χριστουγέννων» δεν αφήνουν ιδιαιτέρως μεγάλα περιθώρια για να φανερωθεί και να ακμάσει το καθαυτό πνεύμα, το άυλο, της αμέριστης φιλαλληλίας, το σύμβολο του Ιησού-πολιτικού πρόσφυγα μένει ανενεργό. Δεν παραδειγματίζει. Και ο ίδιος ο Ιησούς παραμένει ένας ανέστιος – ένας ενοχλητικός. Ενας παλιομοδίτης. Ανεπιθύμητος και αποπομπαίος. Ο φυγάς Χριστός γεννιέται και πεθαίνει κάθε μέρα στο πρόσωπο των παιδιών που πνίγονται στο Αιγαίο ή στα νερά της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Μάγχης. Μπροστά στα τείχη μιας Δύσης που ξέρει να προκαλεί αλλεπάλληλα προσφυγικά κύματα με τις στυγνά συμφεροντολογικές πράξεις της, αδιαφορεί όμως για την περίθαλψη των θυμάτων της.

Τη θεϊκή βουλή αδυνατεί να την προβλέψει ο ανθρώπινος νους. Ισως δεν είναι βλασφημία, πάντως, να εικάσουμε πως αν ο Υιός του Ανθρώπου βρισκόταν στην πλατεία της Βιέννης την περασμένη εβδομάδα –σε μέρες που υποτίθεται ότι τιμάται η γέννηση και η ενανθρώπισή του– και παρακολουθούσε τη χυδαία παράσταση μίσους που έστησαν ακροδεξιοί θεατρίνοι (κουκουλοφόροι, τάχα τζιχαντιστές, αποκεφάλιζαν Ευρωπαίους, που κρατούσαν πινακίδες καλωσορίσματος των προσφύγων), δεν θα μπορούσε παρά να επαναλάβει το «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με». Πιο μελαγχολικά τώρα.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ