Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

«Αδύνατο και αδιανόητο να υπάρξει Άουσβιτς μετά το Άουσβιτς»; Μακάρι. Επειδή όμως οι εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει ο χρόνος είναι πάντα οδυνηρές, ας μην αφήσουμε την ευχή, την επιθυμία, την ελπίδα να μας ναρκώσουν γλυκά, αυτοσυστηνόμενες σαν νόμος της Ιστορίας. Ναι, η «Κόλαση της Τρεμπλίνκα», έτσι όπως την ιστόρησε ο Ρώσος συγγραφέας Βασίλι Γκρόσμαν, σαν ένα εργοστάσιο παραγωγής θανάτου ή σαν σφαγείο-ιμάντα παραγωγής (η συγκλονιστική μαρτυρία του, η πρώτη για στρατόπεδο συγκέντρωσης, κυκλοφορεί στις εκδόσεις Άγρα, μεταφρασμένη από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), δεν θα ξαναϋπάρξει με πιστό αντίγραφο. Κι ωστόσο… 

Κι ωστόσο, τη στερεότυπη απάντηση περί «αδυνάτου και αδιανοήτου» έδιναν οι Σύμμαχοι, φενακίζοντας και αυτοφενακιζόμενοι, όταν πρωτόμαθαν, από φυγάδες Εβραίους, για τα στρατόπεδα εφαρμογής της «Τελικής Λύσης». «Αδύνατο και αδιανόητο» επαναλάμβαναν και όταν αποκαλύφθηκαν πλήρως οι διάσπαρτες κολάσεις, προτιμώντας να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε επιστημονικά οργανωμένο σχέδιο εξολόθρευσης φυλών ολόκληρων, αλλά κάποιος φονικός αυθορμητισμός. «Αδύνατο και αδιανόητο» έλεγαν, ακόμη και μετά τη Νυρεμβέργη, όσοι από τους ηττημένους Γερμανούς ένιωθαν την ανάγκη να κρατηθούν έστω από ένα ψέμα, άλλου τύπου από το χυδαίο ψέμα «εγώ απλώς εκτελούσα εντολές». 

Οι ηττημένοι δεν τόλμησαν επί δεκαετίες να αναψηλαφήσουν τα εγκλήματά τους. Η «ανοικοδόμηση» χρειαζόταν χέρια, ας ήταν σαν εκείνα του «βαρύθυμου» Ες Ες της Τρεμπλίνκα που, όπως ιστορεί ο Γκρόσμαν, «παρηγορούσε τη μελαγχολία του με το να κάθεται στη χωματερή του στρατοπέδου, παραμονεύοντας τους κρατούμενους που έρχονταν κρυφά να φάνε τις πατατόφλουδες και ύστερα να τους ανοίγει το στόμα και να πυροβολεί μέσα». Όσο για τους νικητές Συμμάχους, Δυτικούς και Σοβιετικούς, αυτοί χρειάζονταν επιστημονικά μυαλά. Ας ήταν και ναζιστικά. Γι’ αυτό και αποφασίστηκε να χαμηλώσουν οι τόνοι, ακόμη και να καταχωνιαστούν κινηματογραφημένες μαρτυρίες της φρίκης. 

Για παράδειγμα, το ντοκιμαντέρ που επιμελήθηκε το 1945 ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, για το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν, βρέθηκε στο Πολεμικό Μουσείο του Λονδίνου το 1985 και πρωτοπαρουσιάστηκε ακέραιο μόλις το 2015. Όταν ο αναθεωρητισμός είχε θεριέψει και τα λεπενοειδή που αρνούνταν το Ολοκαύτωμα διεκδικούσαν προεδρίες κρατών.

Από ντροπή, φόβο, κουτοπονηριά ή συμφέρον, δεν μιλήσαμε για το Ολοκαύτωμα στον καιρό του και αμέσως έπειτα. Γι’ αυτό και δεν θα ’χουμε μιλήσει ποτέ αρκετά.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Οι πολεμικού τόνου τίτλοι, «αντάρτικο μητροπολιτών», «ανταρσία ιερέων» κ.ο.κ., κι από κοντά οι παραλλαγές τού «μολών λαβέ», λ.χ. «εμείς θα λειτουργήσουμε κι ελάτε να μας συλλάβετε», δημιουργούν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε εποχή απηνούς διωγμού του χριστιανισμού. Σε εποχή που υποχρεώνει τους κληρικούς να υψώσουν λάβαρα επανάστασης, τους δε πιστούς, αν όχι να μαρτυρήσουν άχρι θανάτου, για να επιβεβαιώσουν το φρόνημά τους, τουλάχιστον να θέσουν εν κινδύνω τη ζωή τους και τη ζωή των οικείων τους. Ωστε να αποδείξουν την πίστη τους και να συμπεριληφθούν στη βασιλεία των ουρανών.

Φυσικά και δεν διώκεται η κυρίαρχη Ορθοδοξία στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αφού και στη Μεγαλόνησο ηχούν σάλπιγγες εξέγερσης. Στην Κύπρο πρωτοστατεί ο μητροπολίτης Μόρφου, ο οποίος κατάφερε να εντάξει ακόμα και τον Αστερίξ στους σκοτεινούς συνωμότες που απεργάζονται δεινά για τον χριστιανισμό. Εδώ, εξέχουσα θέση ανάμεσα στους αντάρτες δεσπότες –που εκτός των άλλων αποδεικνύονται επιδέξιοι στα θορυβοποιά επικοινωνιακά τεχνάσματα– έχει ο άγιος Κερκύρας. Αυτός που παρότρυνε το ποίμνιό του να στέλνει ψεύτικα sms, να λέει ότι θα πηγαίνει να αθληθεί και αντ’ αυτού να εκκλησιάζεται. Επαψε φαίνεται το ψεύδος να συναριθμείται στα αμαρτήματα. Ο ισχυρισμός του μητροπολίτη Νεκτάριου, άλλωστε, ότι «δεν υπάρχουν μέτρα ούτε για τα πολυκαταστήματα ούτε για τα σούπερ μάρκετ», δεν βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στην αλήθεια.

Φαίνεται επίσης πως έπαψε να έχει ισχυρό αντίκρισμα στον νου των πλέον φιλόδοξων ιεραρχών, όσων επείγονται να θέσουν ζήτημα διαδοχής του «ενδοτικού» αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, η εντολή σεμνότητας που έδωσε ο Ιησούς στους μαθητές, στον Μυστικό Δείπνο. Ενώ είχαν μόλις ακούσει από τον διδάσκαλό τους ποια είναι η καινή διαθήκη, αλλά και ότι κάποιος εξ αυτών θα τον προδώσει, «εγένετο φιλονεικία εν αυτοίς, το τις αυτών δοκεί είναι μείζων»… Μείζων, τους είπε ο Χριστός, μάλλον απογοητευμένος, είναι όποιος διακονεί, όχι όποιος κάθεται στο τραπέζι και ευωχείται.

Η οικουμενική εμπειρία ενός έτους πανδημίας έδειξε ότι οι τόποι λατρείας, ανεξαρτήτως θρησκείας ή δόγματος, εύκολα μετατρέπονται σε υπερμεταδότες. Η δοξασία μερίδας των ιεραρχών (αλλά και της κίτρινης μερίδας του Τύπου) ότι συνωμότησε το σύμπαν κατά της Ορθοδοξίας είναι αποκύημα αχαλίνωτης φαντασίας. Η δεύτερη δοξασία τους, ότι η δική μας θρησκεία είναι απρόσβλητη στη νόσο, αφήνει αδιάφορη την επιστήμη. Αλλά δυστυχώς και τον κορωνοϊό.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Καθολική μέχρι στιγμής η αποτυχία περιορισμού της πανδημίας και των βαρύτατων συνεπειών της στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Αποτυχία που πιστοποιεί ότι ο κορωνοϊός «σκέφτεται» ταχύτερα από τους επιστήμονες, δρα επίσης ταχύτερα από τους πολιτικούς και φέρεται εξυπνότερα από τα μικρά ή και μεγάλα τμήματα των κοινωνιών που παραμένουν καθηλωμένα στον συνωμοσιολογικό ανορθολογισμό. Επιπλέον, ο νέος ιός, όπως όλο του το σόι, είναι περισσότερο δημοκράτης από πολιτειακά συστήματα αυτοπροσδιοριζόμενα σαν δημοκρατικά. 

Μπορεί να έχει κάποιες ηλικιακές προτιμήσεις ή να διεισδύει ευκολότερα σε στρατόπεδα που ευφημίζονται σαν «δομές φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων, αυτό όμως δεν του στερεί το κύριο γνώρισμά του: πλήττει τους πάντες, ακόμα και τους αρνητές της ίδιας της ύπαρξής του ή της χρήσης μάσκας, όπως αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιο Ράντοβιτς. Σφόδρα αντίθετος στη χρήση μάσκας ο κορυφαίος επίσκοπος της σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (δεν ξέρω πάντως αν τα επιχειρήματά του ήταν εφάμιλλα όσων μετέρχονται οι ημέτεροι ταλιμπανόδοξοι), μολύνθηκε από τον (όχι εκδικητικό, απλώς απροσωπόληπτο) κορωνοϊό και πέθανε. Και χιλιάδες πιστοί (του) συνωστίστηκαν στην κηδεία του, στην Ποντγκόριτσα, δίχως μάσκα. Και ασπάστηκαν τη σορό του. Βέβαιοι ότι «η πίστις σώζει», αδιαφόρησαν για τις εκκλήσεις των γιατρών του νοσοκομείου στο οποίο πέθανε ο Αμφιλόχιος. Ισως και να τους χαρακτήρισαν «όργανα του Εωσφόρου», αφού τόλμησαν να αποκαλέσουν «φωλιά της νόσου» το φέρετρο και να αξιώσουν να καλυφθεί.

Αν η φονικότητα του ιού είναι δημοκρατική, ισοκρατική μάλλον, τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι θα είναι δημοκρατική και η διανομή των εμβολίων, όταν με το καλό περάσουν τα στάδια δοκιμασίας. Κάθε άλλο παρά υπερβολικός ή φιλολογικός είναι ο φόβος ότι, όπως συμβαίνει και με τα πολύ ισχυρά και τα πολύ ακριβά φάρμακα, δεν θα φτάσουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, ώστε να επωφεληθούν οι πάντες, ανεξαρτήτως εθνικότητας και εισοδήματος.

Αυτή η πικρή εμπειρία έχει ήδη ευαισθητοποιήσει οργανισμούς με την οικουμενικότητα αποτυπωμένη στον τίτλο τους, τον ΟΗΕ και τον ΠΟΥ, και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Δεν διαθέτουν φυσικά μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν να επιβάλουν τη θέλησή τους. Eίναι λοιπόν υποχρεωμένοι να μείνουν στις εκκλήσεις και στις προειδοποιήσεις. Απλό το μήνυμα: Ο,τι ακριβώς απαιτείται για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η οικουμενική ηθική και λογική, μια και το διοξείδιο του άνθρακα δεν εμποδίζεται από σύνορα και τελωνεία, απαιτείται και για την αντιμετώπιση του ιού. Ούτε κι αυτός ανακόπτεται από τα σύνορα.

Στις αρχές Ιουνίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι ένα μελλοντικό εμβόλιο πρέπει να θεωρείται «παγκόσμιο κοινό αγαθό, προσβάσιμο σε όλους». Στα μέσα του Σεπτέμβρη έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Oxfam γνωστοποιούσε ότι μια ομάδα πλούσιων χωρών, η οποία αντιπροσωπεύει μόλις το 13% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχει προαγοράσει τις μισές από τις δόσεις μελλοντικών εμβολίων κατά της COVID-19. Η Oxfam, που επικρίνει σταθερά τη μονοπωλιακή ισχύ της φαρμακοβιομηχανίας, ζητάει να επενδυθεί το δημόσιο χρήμα σε φάρμακα και εμβόλια άνευ δικαιωμάτων, διαθέσιμα σε όλες τις χώρες σε τιμή κόστους. Στις 25 Οκτωβρίου ο διευθυντής του ΠΟΥ απηύθυνε έκκληση για παγκόσμια αλληλεγγύη στη διανομή κάθε εμβολίου που θα παραχθεί στο μέλλον. 

Μιλώντας, μέσω τηλεδιάσκεψης, στην έναρξη των εργασιών μιας Παγκόσμιας Συνόδου για την Υγεία, στο Βερολίνο, ο Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους αποσαφήνισε ότι «το μοναδικό μέσο για να ξεπεραστεί η πανδημία είναι να διασφαλίσουμε ότι οι φτωχότερες χώρες θα έχουν ίση πρόσβαση στο εμβόλιο». Αν τα εμβόλια δεν χαρακτηριστούν δημόσια αγαθά, μη υποκείμενα στους νόμους της αγοράς, προφανώς και θα υπερισχύσει ο νόμος του ισχυρότερου. Οι ισχυρές χώρες, που έχουν φροντίσει να καπαρώσουν μεγάλες ποσότητες με προαγορές ή με χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, θα μοιραστούν, κατά τη δύναμή τους, τη μερίδα του λέοντος. Οι αδύναμοι ας εξασθενήσουν ακόμα περισσότερο. 

Στους ισχυρούς, με κραυγαλέα πάντως τη μεταξύ τους ανισοκατανομή δύναμης, ανήκουν και τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στα τέλη Οκτωβρίου, πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Reuters, αξιωματούχοι της Ενωσης ομολόγησαν ότι πριν έρθει το 2022 δεν θα είναι εφικτός ο εμβολιασμός και των 450.000.000 πολιτών της – οπότε μπορούμε να φανταστούμε τη μοίρα των λαών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Ινδίας. Η ανεπάρκεια εμβολίων οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμβουλεύσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να καταρτίσουν σχέδια εμβολιασμού με προτεραιότητα στις ευάλωτες ομάδες και στους εργαζόμενους στην Υγεία, οι οποίοι πληρώνουν ήδη βαρύ κόστος, διεθνώς. Παραπλήσια είναι η πρόταση της κυβερνητικής επιτροπής στη Μεγάλη Βρετανία: να εμβολιαστούν πρώτα οι τρόφιμοι οίκων ευγηρίας (άλλος ένας ευφημισμός δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε πανευρωπαϊκά), οι άνω των ογδόντα ετών και το νοσηλευτικό προσωπικό. Οι ελληνικοί σχεδιασμοί παραμένουν άγνωστοι. Περίεργο.

Η συναίνεση πάντως ως προς τους δικαιούχους προτεραιότητας στο εμβόλιο εξαντλείται εκεί: νοσηλευτικό προσωπικό και ευπαθείς ομάδες – οπότε κάθε χώρα θα έχει να αντιμετωπίσει, σαν επιπλέον πρόβλημα, τους πονηρούς που θα πλαστογραφήσουν την ηλικία τους ή το επάγγελμά τους, για να βρεθούν ανάμεσα στους τυχερούς. Επειτα, όμως, με ποια κριτήρια θα γίνει η διαλογή; Πώς θα αποφασιστεί ποιοι αξίζει να σωθούν και ποιοι είναι περιττοί, περίπου σαν τους έρμους που «βγαίνουν από την πρίζα» –μα ναι, «το υγειονομικό μας σύστημα είναι θωρακισμένο»–, ώστε να χρησιμοποιηθούν οι κάθε είδους πόροι προς σωτηρίαν άλλων με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης; 

Οι Γραφές, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος με μπόλικες «ταινίες καταστροφής» έχουν ήδη κάνει τις προτάσεις τους. Στο θρίλερ «Contagion», του 2011, οι εμβολιαστέοι προκρίνονται από μια λοταρία με βάση την ημερομηνία γέννησης. Στο κατακλυσμιαίο «2012», του 2009, οι τυχεροί που θα επιβιβαστούν στις επί των Ιμαλαΐων κατασκευαζόμενες σωστικές «Κιβωτούς» είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, που έχουν το προνόμιο να προστατεύονται από τον σκηνοθέτη, οι 400.000 που προκρίθηκαν χάρη στο εξαιρετικό γονιδιακό απόθεμά τους και όσοι είχαν παραπανίσιο ένα δισ. ευρώ για να προαγοράσουν μια θέση στο μέλλον. 

Να τη πάλι η ελεύθερη αγορά. Η οποία ωστόσο «είναι ανίκανη να θεραπεύσει τις πιο δεινές ανάγκες της ανθρωπότητας, όπως απέδειξε η πανδημία». Οχι, δεν είναι απόσπασμα από άγνωστη, προφητική εκδοχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Καρλ Μαρξ. Ο Πάπας Φραγκίσκος τα λέει αυτά, στην πρόσφατη εγκύκλιό του «Fratelli Tutti». Και κάτι αναρχοκομμουνιστικότερο, επίσης δικό του: «Η χριστιανική παράδοση δεν αναγνώρισε ποτέ ως απόλυτο ή απαραβίαστο το δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία». Μα τι διαβάζει;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Χιλιάδες μαθητές διδάχτηκαν φέτος, για πρώτη φορά, ότι πολεμικό χαρακτήρα μπορεί να προσλάβει και η τελετουργική έναρξη της εκπαιδευτικής χρονιάς, όχι μονάχα οι καταληκτικές μέρες των Πανελλαδικών Εξετάσεων, ανέκαθεν – και παντελώς αναίτια – πολεμικές. Ας ελπίσουμε ότι η πρώτη φορά θα είναι και η τελευταία. Οτι του χρόνου τέτοιον καιρό ο κορωνοϊός θα έχει ηττηθεί και τα παιδιά θα πάνε στο σχολείο δίχως να χρειαστεί να μαλώσουν με τη μητέρα τους μπροστά στο σχολείο για τη μάσκα. Και δίχως να δουν τον πατέρα τους να δέρνει τον δάσκαλό τους. Ας ενηλικιωθούν κατ’ οίκον οι τυπικώς ώριμοι. 

Αργά ή γρήγορα, η μασκομαχία θα υποβιβαστεί σε μια ασήμαντη παράγραφο της σύγχρονης Ιστορίας, αν βέβαια ο ακόρεστος επεκτατισμός του ανθρώπινου γένους εις βάρος του περιβάλλοντος πάψει να αιμοδοτεί άγνωστα μικρόβια. Επί του παρόντος, παραμένει ένα ζήτημα που διχάζει τις κοινωνίες και προκαλεί πάθη. Πάθη που πολύ συχνά είναι μασκαρεμένα. Κάτω από το υποκριτικό ενδιαφέρον για την υγεία των παιδιών κρύβεται το αντιδραστικό μίσος κατά της πολιτικής και η απέχθεια απέναντι στον επιστημονικό λόγο. 

Η επιστήμη με τις αντιφάσεις και τις ελλιπείς ακόμα γνώσεις της για τη δράση της COVID-19, και η πολιτική με τα πολλά λάθη της, προσφέρουν λαβές στους συνωμοσιολόγους αρνητές της πανδημίας, είτε θρησκόληπτοι είναι είτε ιδεοληπτικοί της Ακροδεξιάς, η οποία πρωτοστατεί στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ. Η διαφορά, όμως, δεν είναι ασήμαντη: Οι επιστήμονες ομολογούν ότι οδεύουν ψάχνοντας, ότι δεν τα ξέρουν όλα, ότι λαθεύουν· κι αν κάποιος εξ αυτών σπεύσει να υπηρετήσει πολιτικές επιδιώξεις μετερχόμενος σοφίσματα και αλχημείες, βρίσκει αμέσως σφοδρό αντίλογο και εκτίθεται. Εμείς, ως ευρύ κοινό, ίσως δεν το αντιληφθούμε ποτέ, η επιστημονική κοινότητα όμως έχει τη δική της εσωτερική μνήμη και το δικό της «ποινολόγιο».

Αντίθετα, οι πολιτικοί, καταχρηστικά παντογνώστες, οδεύουν από τη μια σιγουριά στην επόμενη και στη μεθεπόμενη, κι ας μην έχει γερά θεμέλια καμιά τους. Δεν σφάλλουν ποτέ, δεν μεροληπτούν, δεν παίζουν με συμφέροντα. Και επειδή κάτι τέτοιο δεν ισχύει, η δυσπιστία απέναντί τους επιτείνεται, και στο έδαφος αυτό θρασομανούν όλα τα ζιζάνια του ανορθολογισμού. Αίφνης, οι μάσκες-αλεξίπτωτα που μοιράστηκαν σε ορισμένα σχολεία καλύπτουν μεν σχεδόν όλο το πρόσωπο, αποκαλύπτουν δε αμετροεπείς τους επαίνους που απένειμε η κυβέρνηση στον εαυτό της προ εορτής, περί πλήρους ετοιμότητας. Θα υπάρξει ειλικρινής συγγνώμη έστω γι’ αυτό;

ΠΗΓΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Για τα παιδιά, τίποτε πιο πολύτιμο από το σχολείο τους. Και όχι μόνο για τη Γραμματική, την Ιστορία ή τα Μαθηματικά. Εκεί, με τις φιλίες και τις κόντρες τους, γίνονται ανθρωπάκια κι έπειτα πολίτες. Εκεί αποσπώνται αναγκαστικά από τη γονική υπερπροστασία, δάσκαλο κακό, και αντιλαμβάνονται πως η ζωή βρίσκεται έξω από το κινητό και το λάπτοπ· δάσκαλος σαγηνευτικός ο «γυάλινος κόσμος», πλην παραπλανητικός.

Τα σχολεία πρέπει να ανοίξουν. Αυτονόητο. Υπό την προϋπόθεση ότι θα ικανοποιηθεί ένα δεύτερο αυτονόητο: η προστασία της υγείας των εκπαιδευόμενων, των εκπαιδευτικών και κάθε εμπλεκομένου. Με τάξεις των 25 μαθητών, το υγειονομικό πρωτόκολλο θα τηρείται όσο και στα μέσα μαζικής μεταφοράς, όπου απαγορεύεται η γειτνίαση καθήμενων επιβατών αλλά ο όρθιος συνωστισμός κρίνεται ακίνδυνος από ειδήμονες, που (ας ενδώσουμε στον λαϊκισμό) ίσως έχουν να μπουν στο μετρό από τα εγκαίνιά του.

Η έναρξη της χρονιάς δεν είναι αυτοσκοπός. Ούτε, προς Θεού, επιτρέπεται να αποφασιστεί «για να κινηθεί η οικονομία», όπως λένε με αγοραίο κυνισμό ημεδαποί και αλλοδαποί πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, που για τα δικά τους παιδιά έχουν πιθανόν εξασφαλίσει την άνεση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Και αυτό λαϊκιστικό ακούγεται, καταγγελτέα εντούτοις η κατάφωρη πραγματικότητα.

Στα θρανία, πάντως, οφείλουμε να επιστρέψουμε και όλοι όσοι νιώθουμε ή δηλώνουμε από ετών ξεσκολισμένοι, διδάχοι πια: πολιτικοί, εκπαιδευτικοί, γονείς, οι δημοσιολογούντες, οι πυροβολητές των κοινωνικών δικτύων. Στόχος, η επανεκπαίδευση στην αλφαβήτα της συνεννόησης έστω για τα στοιχειώδη, λ.χ. για τη χρησιμότητα της μάσκας, που μόνο η συνωμοσιολαγνική παράνοια την αμφισβητεί.

Ιδιαίτερα όσοι ασκούν την εξουσία οφείλουν να παρακολουθήσουν ορισμένα υποχρεωτικά μαθήματα. Το πρώτο αποσκοπεί στο να τους πείσει, επιτέλους, ότι οφείλουν να υποτάσσουν τις πελατειακές αγωνίες τους στον επιστημονικό λόγο· καθημερινά προστίθενται αποκαλύψεις που βεβαιώνουν ότι κρίσιμες αποφάσεις θεμελιώνονται στην πολικάντικη υπουργική πανεπιστημοσύνη, όχι στην τεκμηριωμένη γνώμη των ειδικών. Το δεύτερο μάθημα επιδιώκει να υπενθυμίσει στους κυβερνώντες ότι κυβερνούν, ότι δηλαδή δουλειά τους δεν είναι να αντιπολιτεύονται την αντιπολίτευση, και μάλιστα με ατακαδόρικη ψευτοειρωνεία. Το τρίτο μάθημα αφορά την εξοικείωσή τους με την οργάνωση, τη μέθοδο, τη συνέπεια. Προς το παρόν, όμως, φαίνεται πως είναι πανεπιστημιακού επιπέδου για τους μισούς υπουργούς, καίτοι «ξεσκολισμένους».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Παλιά συνήθεια, δική μας και διεθνής, να εντοπίζουμε κάθε Πρωτοχρονιά τις πρωτιές του έτους που μόλις άρχισε: το πρώτο μωρό, το πρώτο καράβι στον Πειραιά, το πρώτο γκολ, στην Αγγλία αυτό, όπου η μπαλίτσα δεν καταλαβαίνει από γιορτές, ενώ εδώ από την άποψη της ποιότητας αργεί ολοχρονίς. Η φετινή Πρωτοχρονιά, πάντως, υπήρξε εξαιρετικά πρωτότυπη. Κάποιες πρωτιές της, μοιρασμένες σε ευχάριστες και δυσάρεστες, ήταν διαχρονικά καινοφανείς.

Οι δύο απολύτως δυσάρεστες πιστοποίησαν πόσο βαριά είναι η κλιματική κρίση: Στη Μόσχα αναγκάστηκαν να καλύψουν με τεχνητό χιόνι τις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους, σαν μνημόσυνο της λευκής εορταστικής εικόνας που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει, όπως αιώνες τώρα. Αντί για τους συνήθεις 4-5 βαθμούς υπό το μηδέν, η ρωσική πρωτεύουσα ζει τον πιο ζεστό χειμώνα της από το 1886, λες και η φύση προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει όσους εθελοτυφλούν, αρνούμενοι πεισματικά την απορρύθμισή της. Βεβαίως, αν οι Αρχές της πόλης είχαν μεριμνήσει έγκαιρα, θα είχαν εισαγάγει κανονικότατα από τη χώρα μας, δηλαδή χιόνι από το υπεράφθονο που έπεσε στη Μαλακάσα. Τελευταία όμως δεν τα παραπάμε καλά με τους ξανθούς ομόδοξους, και αυτό δεν επέτρεψε να εκμεταλλευθούμε τη σπάνια εμπορική ευκαιρία.

Σε άλλη ήπειρο, την Αυστραλία, η Πρωτοχρονιά φοράει εκ  κλιματικής παραδόσεως θερινή στολή: μαγιό. Φέτος όμως φόρεσε αντιασφυξιογόνο μάσκα ακόμα και στις παραλίες. Για ν’ αντέξει τους καπνούς που σκεπάζουν τον ουρανό μήνες τώρα, όσο κρατούν οι πυρκαγιές, που απανθρακώνουν ανθρώπους, ζωντανά (ήδη χάθηκε το 30% των κοάλα), δέντρα και σπίτια. Ο πρωθυπουργός της χώρας, κοραϊστί αμεριμνομέριμνος, είχε δραπετεύσει στη Χαβάη για διακοπές. Οταν η κατακραυγή τον ανάγκασε να επιστρέψει, είδε τη χλεύη των Αυστραλών αποτυπωμένη στο σκίτσο που κοσμούσε το μπλουζάκι που είχαν διαλέξει να φορέσουν: η εξοχότης του σε ώρα ανεμελιάς, με χαβανέζικη στολή, να πίνει ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Η ευχή του, το «Merry Crisis» (έχει παιχτεί και στα μέρη μας), μετέτρεπε το μπλουζάκι σε λάβαρο αγανάκτησης, γι’ αυτό και ο ερίτιμος Σκοτ Μόρισον πήρε τα μέτρα του: Πρόσταξε αφενός να σβήσουν το γκράφιτι που αντέγραψαν τα μπλουζάκια και αφετέρου ν’ ανάψουν κανονικά τα πρωτοχρονιάτικα πυροτεχνήματα. Εντάξει, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος». Τέτοια πρωτιά όμως, να καίγεται το σπίτι μας κι εμείς να πετάμε βεγγαλικά, δεν θα τη ζήλευαν ούτε τα διάσημα σαλιγκάρια του Αισώπου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Θα ήταν κρίμα και άδικο να χρειαστεί να κλείσει τα 85 ο πενηνταεπτάχρονος μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, όπως ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος, για να ανακηρυχθεί επίτιμος πανεπιστημιακός διδάκτωρ. Διπλό το κρίμα και τρίδιπλο το άδικο αν ονομαστεί διδάκτωρ μόνο της Θεολογίας.

Τέτοιον τίτλο θα μπορούσε να τον αξιώσει και ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος ή ο Πειραιώς Σεραφείμ. Αντίθετα, ο Κύπριος επίσκοπος, με τις απανωτές επικοινωνιακές εκρήξεις (απίστευτο το πόσο ζαλίζονται πολλοί ποιμένες από τις οθόνες της κοσμικότητας), έχει αποδείξει ότι και στη Γενετική θα μπορούσε να προσφέρει τη σοφία του και στην Εγκληματολογία, στη Σεξουαλική Αγωγή, στην Κοινωνιολογία, στην Ψυχολογία. Εκείνο το του Γκαίτε, στον «Φάουστ» («Αχ, σπούδασα φιλοσοφία, /ιατρική και νομική / και δυστυχώς θεολογία», στη μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη), μοιάζει γραμμένο για την αυτού δεσποτικότητα. Με έμφαση, δυστυχώς, στο «δυστυχώς».

Όσα είπε ο μητροπολίτης Νεόφυτος για τις αιτίες της ομοφυλοφιλίας και την «μπόχα της αρσενοκοιτίας», που την οσμίζονται λέει οι λαγωνικότεροι μοναχοί, του πρόσφεραν αρκετή από τη δόξα του Τουίτερ και του Ίντερνετ, αχρείαστη υποτίθεται για τους πνευματικούς. Ο σάλος μάλιστα υποχρέωσε τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου να δηλώσει ότι ο Μόρφου διατύπωσε «προσωπικές απόψεις». Το ’χουν αυτό οι αρχιεπίσκοποι. Και ο πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος με την ίδια φόρμουλα «καθαρίζει» όσα μισαλλόδοξα εξαπολύουν κάμποσοι ιεράρχες.

Ο Μόρφου, ωστόσο, δεν αρκέστηκε στις περί ομοφυλοφίλων γνωματεύσεις του. Έσπευσε να παράσχει άφεση αμαρτιών στον ρατσιστή σίριαλ κίλερ της Κύπρου. Κατανοώντας ότι η δράση τού και παιδοκτόνου λοχαγού Νίκου Μεταξά, προσανατολισμένη σε αναλώσιμες γυναίκες του Τρίτου Κόσμου, αποκαθηλώνει την ιδεωδώς εύμορφη αυτοπροσωπογραφία που έχει σκαρώσει ο ελληνισμός, κυπριακός και ελλαδικός («εμείς δεν κάνουμε τέτοια πράγματα…»), κατάφερε και βρήκε μέσα σε τόση φρίκη έναν «τίτλο τιμής για την Κύπρο».

«Ξέρω», είπε για τον μακελάρη, «ότι κάλεσε ένα φίλο μας πνευματικό και εξομολογήθηκε. Τούτο είναι κάτι που τιμά την Κύπρο, ότι ακόμα και ο πιο ακραίος δολοφόνος που ακούστηκε μέσα στους τελευταίους αιώνες, έχει τη διάθεση της εξομολόγησης. Δεν επιτρέπεται η Κύπρος να έχει τόσο υψηλό ποσοστό εκτρώσεων και να μαραζώνουμε για τα δύο παιδάκια που σκότωσε ο δολοφόνος». Δεν επιτρέπεται. Όντως. Δεν επιτρέπεται τόση ρηχότητα σκέψης. Θα ’λεγα και ψυχής, γι’ αυτήν όμως γνωρίζει ο ετάζων καρδίας και νεφρούς.  

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Χιλιάδες πρόσφυγες που έφταναν στην Κω γεύτηκαν το ψωμί που τους πρόσφερε ο φούρναρης Διονύσης Αρβανιτάκης. Δεν ήταν ξεροκόμματα ή περισσεύματα, που ίσως πήγαιναν χαμένα. Ο Αρβανιτάκης ζύμωνε κάθε μέρα εκατοντάδες φραντζόλες έγνοιας για ανθρώπους βασανισμένους. Δεν ρωτούσε ποια η φυλή ή η θρησκεία τους. Γι’ αυτό και τιμήθηκε το 2016 από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με το βραβείο της Κοινωνίας των Πολιτών. Ο θάνατός του πριν από λίγες ημέρες συγκίνησε πολλούς. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, που τον αποχαιρέτισε χαρακτηρίζοντάς τον σύμβολο μιας «άλλης» Ευρώπης, η οποία όμως σαρώνεται από τα κύματα της μισαλλοδοξίας.

Νωρίτερα, τον Γενάρη είχε πεθάνει η γιαγιά Μαρίτσα. Η γερόντισσα από τη Σκάλα Συκαμνιάς της Λέσβου, που κατέβαινε κάθε μέρα στην ακτή για να υποδεχθεί όσους γλίτωναν από το πέλαγος με τη θερμή αγκαλιά που της δίδαξε η προσφυγική της καταγωγή. Κάποια στιγμή, ο φακός την κατέγραψε μαζί με δύο συνομήλικές της να ταΐζουν με μπιμπερό ένα προσφυγάκι. Με τη φυσική σεμνότητα όσων δεν μολύνθηκαν από έναν κάποιον «πολιτισμό», όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος τη συγχάρηκε για τη στάση της, τον ευχαρίστησε με μια ερώτηση που μόνο εκείνοι που κάπως υποτιμητικά αποκαλούνται «απλοί άνθρωποι» μπορούν να την κάνουν και να μην ηχεί ψεύτικη: «Γιατί μου λες μπράβο, παιδί μου; Τι έκανα;».

Την ίδια ερώτηση-απάντηση θα μπορούσε να κάνει ο λιμενικός Κυριάκος Παπαδόπουλος, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 2018, όταν ο πρώην καγκελάριος της Αυστρίας Βέρνερ Φάιμαν τον αποκαλούσε ήρωα. Από οικογένεια με προσφυγικές ρίζες και αυτός, έσωσε χιλιάδες μετανάστες, επειδή έτσι ένιωθε ότι πρέπει να κάνει. Και τα ίδια θα μπορούσε να πει ο παπα-Στρατής, μακαρίτης από το 2015, που η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ τον τιμούσε ως Καλό Σαμαρείτη, για την απόφασή του να δημιουργήσει την «Αγκαλιά» στην Καλλονή της Λέσβου και να συντρέξει τους πρόσφυγες.

Οι τέσσερις συνάνθρωποί μας δεν κατοικούσαν σε κάποιαν «άλλη Ελλάδα» ή Ευρώπη, παράλληλη στην «κανονική». Συμπολίτες μας ήταν. Εδώ ζούσαν. Μαζί με πολλούς άλλους άξιους και τίμιους, αλλά και με πολλούς που σαγηνεύονται από τα κηρύγματα των μισαλλόδοξων ή ενδίδουν στη «φυσικότητα» του μισοξενισμού. Η Ελλάδα παίρνει τη μορφή που εμείς της δίνουμε κάθε μέρα, με τη στάση μας, τις διαφορές, τις ιδέες μας. Με τα πρότυπα που επιλέγουμε. Το παράδειγμα των τεσσάρων είναι το μόνο που μπορεί να υψώσει τον τόπο μέσα σε μια βυθιζόμενη Ευρώπη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Τίποτε, επιμένει ένας αρκετά παλιός αφορισμός, δεν μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του οικουμενικού κοινού από ένα Μουντιάλ. Τίποτε; Το δράμα των παιδιών της Ταϊλάνδης, που εγκλωβίστηκαν στη σπηλιά, στα έγκατα της γης, ένας πραγματικός και πραγματικά σκληρός αγώνας, άφησε ευθύς εξαρχής σε δεύτερη μοίρα το πλανητικό ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν στα γήπεδα της Ρωσίας.

Τα παιχνίδια της μπάλας –ένα θέαμα, τίποτε παραπάνω– χωρίζουν τον κόσμο σε έθνη και σημαίες, και αρκετά συχνά η θρυλούμενη «γιορτή» παράγει μίσος και βία. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν δώδεκα παιδιά, δικά του παιδιά, τον ενώνει. Αγωνιά γι’ αυτά και προσεύχεται, όποιον Θεό κι αν λατρεύει κάθε τμήμα του. Είναι άλλωστε από τις σπάνιες φορές, και δυστυχώς μόνο επί δραμάτων, που και οι Θεοί εμφανίζονται συμφιλιωμένοι στη συλλογική συνείδηση, η οποία για λίγο έστω, για πολύ λίγο, γίνεται στ’ αλήθεια οικουμενική. Όπως συνέβη και το 2010, όταν 33 Χιλιανοί ανθρακωρύχοι είχαν εγκλωβιστεί επίσης στα έγκατα της γης, επί 69 ημέρες.

Ο πολυεθνικός χαρακτήρας της ομάδας των ειδικών που έχουν αναλάβει τη διάσωση των παιδιών είναι το πρότυπο μιας παγκοσμιοποίησης που διαφέρει από την κυρίαρχη. Τώρα, το μοναδικό αγαθό με απόλυτη αξία είναι η ζωή, η οποία όμως σε αναρίθμητες άλλες περιπτώσεις, που συναπαρτίζουν τη θλιβερή «κανονικότητα», κρίνεται αμελητέα και αναλώσιμη, ακόμα κι αν πρόκειται για τη ζωή παιδιών.

Την ίδια ώρα που αγωνιούμε για τα παιδιά της Ταϊλάνδης, κάποια συνομήλικά τους χάνουν τη ζωή τους στα πεδία των πολέμων –εμφυλίων και μη– της Αφρικής και της Ασίας, βίαια επιστρατευμένα και ποτισμένα μίσος από πολέμαρχους κάθε λογής. άλλα, στις ίδιες ηπείρους, γερνούν πρόωρα από την πείνα και την πλήρη ανέχεια. άλλα, ακόμα και πολύ μικρότερά τους, θαλασσοπνίγονται στη Μεσόγειο μαζί με τους γονείς τους, κουρταλώντας μάταια τις θύρες μιας ηθικά και πνευματικά γερασμένης ηπείρου που «ενώνεται» υποκύπτοντας εκ νέου στη γοητεία των τειχών· άλλα χωρίζονται βίαια από τους δικούς τους, στη «νέα ήπειρο» αυτά, τη δυστοπία του Ντόναλντ Τραμπ· και κάποια, στην ίδια την Ταϊλάνδη αλλά και σε γειτονικές της χώρες, γίνονται λεία στα βρώμικα χέρια αρρωστημένων Ευρωπαίων και Αμερικανών, εταίρων του «σεξουαλικού τουρισμού».

Παγκόσμια λοιπόν η συγκίνηση για τα παιδιά της Ταϊλάνδης. Όσον αφορά όμως γενικά τα παιδιά όλου του κόσμου, είναι οικουμενική δυστυχώς η υποκρισία. Ο φαρισαϊσμός, είναι φανερό, δεν περιοριζόταν ποτέ στα εδάφη πέριξ του Ιορδάνη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Α​​πό τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική» του ξέρουμε πως η ποίηση, που ασχολείται με το «καθόλου», είναι «φιλοσοφότερη» της ιστορίας, που καταπιάνεται με το «καθ’ έκαστον». Μπορεί και να ισχύει. Αλλά όπως οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους, έτσι οι αφορισμοί έχουν τους περιορισμούς τους. Χωρίς την ιστοριογραφία πάντως, η φιλοσοφία που αποσκοπεί στη διερεύνηση των ανθρωπίνων, στην ατομική και τη συλλογική φανέρωσή τους, θα είχε πολύ λιγότερα ερείσματα, και λιγότερο στέρεα.

Τμήμα διακριτό και σπουδαίο της ιστορίας των ανθρώπων, η ποίηση αποτελεί επιπλέον και ένα ευαίσθητο ιστοριογραφικό δεδομένο η ίδια, μια μαρτυρία που εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέχουν οι μη λογοτεχνικές πηγές. Ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση, με την ανιδεολογική αθωότητα που εν γένει τής αναγνωρίζεται, μπορεί να εμπλουτίσει τις ιστορικές και ανθρωπολογικές γνώσεις μας, σαν συμπληρωματική αλλά αυτοτελής πηγή. Το βλέπουμε αυτό και με τα λεγόμενα ιστορικά δημοτικά τραγούδια, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, για να ιστορήσουν συγκεκριμένα επεισόδια του Αγώνα ή εξέχουσες μορφές του. Αν τα ρωτήσουμε με σεβασμό, χωρίς να τα θεωρούμε κατώτερης στάθμης κείμενα, θα μας δώσουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις για κάποιους δείκτες συνδεόμενους με την ελληνογνωσία μας. Ας μείνουμε εδώ στον εθνωνυμικό δείκτη.

Στα προεπαναστατικά δημοτικά τραγούδια το εθνώνυμο Έλληνας απαντά σπανιότατα, και κυρίως στα ποντιακά άσματα (Τραντέλλενας). Απαξιωμένο όπως ήταν επί αιώνες, στη διάρκεια τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού οι ηγεμονεύοντες χριστιανοί το ταύτισαν με τους παγανιστές, τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, υποχώρησε μπροστά στα ονόματα Γραικός και το Ρωμιός, ακόμα και το χριστιανός. Στα τραγούδια που συντέθηκαν μέσα στην Επανάσταση, το Έλληνας εμφανίζεται πλέον συχνότερα, σαν ισότιμο των άλλων δύο εθνωνύμων, γεγονός που δεν μπορεί να είναι άσχετο με την όλη συζήτηση περί του πρέποντος ή του πιο ταιριαστού ιστορικά εθνωνύμου (ο «Διάλογος δύο Γραικών» του Αδαμάντιου Κοραή είχε εκδοθεί το 1805), όση απόσταση κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ανάμεσα σε «επώνυμους» λόγιους και «ανώνυμους» πολεμιστές.

Ο Μακρυγιάννης λοιπόν χρησιμοποιεί το όνομα Έλληνας σε γύρισμα που ενθέτει σε ένα τραγούδι που λέει στην παρέα του, παίζοντας τον περίφημο ταμπουρά του, πολιορκημένος στην Ακρόπολη, το 1826. Ο καπετάνιος τραγουδάει μισό αυτοσχεδιάζοντας, μισό αναπλάθοντας παλαιότερα μοτίβα, όπως είχε πράξει σε άλλη περίσταση και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά.

Τότε λέγω ένα τραγούδι: Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Eλληνά μου εβασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Hλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· / “Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, /και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα /. Για την πατρίδα πήγανε στον Aδη, τα καημένα”».

«Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”. – Είχα κέφι, τού ειπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον  καιρόν. Oτι εις τα ‘ρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». Στη μάχη που ακολούθησε ο Γκούρας σκοτώθηκε.

Δεν καινοτόμησε πάντως ο Μακρυγιάννης. Το όνομα Έλληνας το συναντάμε σε δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ήδη στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, για να απαθανατίσει τη μάχη της Αλαμάνας, τη γενναιότητα του Διάκου και το μαρτυρικό του τέλος. Το τραγούδι αυτό, όπως υπογραμμίζει και ο Νικόλαος Πολίτη στις «Εκλογές», «εποιήθη μήνάς τινας μετά τον θάνατον του Διάκου». «Είχα δύο αντίγραφα αυτού του τραγουδιού», σημειώνει σχετικά ο Κλοντ Φοριέλ, που το δημοσίευσε το 1824 στο Παρίσι. «Το ένα το οφείλω στις φροντίδες ενός Eλληνα πολύ αγαπητού φίλου, ο οποίος το μάζεψε στα ίδια τα μέρη όπου βγήκε το τραγούδι».

Οι κρίσιμοι στίχοι στην εξακριβωμένης αυθεντικότητας παραλλαγή του Γάλλου νεοελληνιστή: «Στην Αλαμάνα έφθασαν, κι έπιασαν τα ταμπόρια. / “Καρδιά, παιδιά μου”, φώναξε, “παιδιά μη φοβηθείτε. / Ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”».

Ο Διάκος τα λέει αυτά, ο οποίος, και στη συγκεκριμένη την παραλλαγή του τραγουδιού, λίγο παρακάτω, αλλά και σ’ εκείνη που δημοσίευσε ο Πολίτης, αυτοπροσδιορίζεται ως Γραικός:

«Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω, / κι Ομέρ Βριόνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμόν τού λέγει: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε· εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω”».

Κανένας ψυχικός ή πνευματικός διχασμός βέβαια. Έλληνας και Γραικός, αλλά και Ρωμιός, είναι ισοδύναμα πλέον, και εναλλάξιμα, όπως ισοδύναμα είναι τα ονόματα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί στα ομηρικά έπη, όπου δεν απαντά το εθνικό όνομα Eλλην. Eξι χρόνια άλλωστε μετά τον θάνατο του Διάκου, ο λαϊκός τραγουδιστής βάζει στο στόμα του θνήσκοντος Γεωργίου Καραϊσκάκη την ίδια προτροπή, με επουσιώδεις λεκτικές διαφορές. Πληγωμένος ο Καραϊσκάκης, στον κάμπο της Αθήνας, νιώθει το τέλος του και «ψιλή φωνίτσα βάζει»: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε».

Να ήταν άραγε κάποιος λόγιος, κάποιος γραμματιζούμενος, ο πρώτος δημιουργός του μοτίβου, αν κρίνουμε από το επίρρημα «ανδρεία», ίσως και από το «ωσάν»; Δεν είναι απίθανο, αυτή η μέθοδος άλλωστε ήταν αρκετά συχνή στη σύνθεση των δημοτικών τραγουδιών. Αν όμως ο δήμος δεν ένιωθε δική του την πρόταση, ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα της, δεν θα την ενστερνιζόταν. Θα την άφηνε να σβήσει άδοξα. Δεν θα την έκανε δηλαδή δημοτική, τραγουδώντας την και ξανατραγουδώντας την, και απαλείφοντας εντέλει το επιρρηματικό «ανδρεία», πιθανόν σαν περιττό. Ή πάλι επειδή, όπως το ξέρουμε και από τον Γιάννη Αποστολάκη, στο δημοτικό –το κλέφτικο ιδίως, καθώς και ο άμεσος γόνος του, το ιστορικό τραγούδι– προτιμούν το ρήμα και τον γυμνό πλούτο του, όχι το επίθετο και το επίρρημα.

Ομιλία στην εκδήλωση «Ποίηση και Ιστορία» του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (19.5.2018).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ