Του ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΕΡΜΕΤΗ

Το νέο βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου ήρθε να ταράξει τα θολά νερά του θεολογικού εφησυχασμού, διότι θέτει καίρια ζητήματα του χριστιανισμού που είναι λησμονημένα στον κοινωνικό και πολιτικό χυλό της εποχής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα θεολογικό σχεδίασμα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, καθώς αποτελεί απόσταγμα πολυετούς εμπειρίας του συγγραφέα στα σχολεία. Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να δίνεται ως βοήθημα στους θεολόγους καθηγητές για τον τρόπο προσέγγισης των μαθητών και επικοινωνίας μέσα στην τάξη.

Τo πόνημα του Αργυρόπουλου είναι μια προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια αυθεντική βιωματική εμπειρία του χριστιανισμού. Το πρώτο ζήτημα που θέτει επιτακτικά είναι η διαλεκτικότητα ως μέθοδος διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Τούτο, όσο απλό και αν ακούγεται στην εφαρμογή του, είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει ανοικτότητα, σεμνότητα, ταπεινότητα και φυσικά αγάπη. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται: «στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου. Κανένας δεν μπορεί να συνομιλήσει με κανέναν». Αυτή είναι μια απτή πραγματικότητα που τη συναντούμε τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ένας διάλογος κωφών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπου το μόνο που αφορά είναι η δημιουργία εντυπώσεων για να κερδηθεί η μάχη του εντυπωσιασμού και της εικόνας. Ίσως, τελικά, δεν υφίσταται διάλογος γιατί δεν υπάρχουν ιδέες και σκέψεις και γιατί ο μηδενισμός, εκτός από την έλλειψη αξιών και αρχών, έχει οδηγήσει και σε κενούς περιεχομένου ανθρώπους.

Ο Αργυρόπουλος στο βιβλίο θέτει ένα καίριο ερώτημα και από την απάντηση αυτού του ερωτήματος κρίνεται, εν πολλοίς, η σχέση του καθενός με τον χριστιανισμό. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να είναι και πολιτικό το ερώτημα και για αυτόν τον λόγο, τελικά, ο συγγραφέας αναπόφευκτα γράφει ένα βιβλίο πολιτικής θεολογίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αργυρόπουλος είναι από εκείνους τους θεολόγους που, μαζί με τον έτερο θεολόγο τον Θανάση Παπαθανασίου, έκαναν γνωστή τη Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Ελλάδα. Οπότε, άμεσα με την συγγραφική του πορεία απαντά στο μείζον ερώτημα για το αν ο χριστιανισμός είναι με τους θύτες ή με τα θύματα. Είναι γεγονός ότι από τη θέση που παίρνει κανείς στο καίριο αυτό ερώτημα εκδηλώνει αποφασιστικά και τη σχέση του με τον χριστιανισμό. Αν επιλέγει κανείς να βρίσκεται στην πλευρά των θυτών, τότε εκφεύγει του ευαγγελικού μηνύματος, που είναι η συμπόνοια στους έσχατους και στους ταπεινούς. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δεν σχετίζεται με τη μίμηση Χριστού, που συνιστά τη σωτηριολογική πορεία του κάθε χριστιανού. Αν, επίσης, κάποιος επιλέγει τη χλιαρότητα, θεωρώντας ότι ο χριστιανισμός είναι μόνο πνευματικός και άπτεται μόνο του ιερού, σκεπτόμενος ότι το εφήμερο δεν έχει και πολύ σημασία, αλλά η ατομική σωτηρία είναι το επίδικο, τότε ο χριστιανισμός επικαλύπτεται με ψυχολογικό μανδύα και το οντολογικό περιεχόμενο διαφεύγει της οπτικής. Αυτός ο χριστιανισμός είναι ένας φοβικός και ενοχικός χριστιανισμός, που ευνουχίζει τα συναισθήματα και την ψυχή του ανθρώπου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να οδηγείται ο χριστιανός στη μνησικακία. Στην πραγματικότητα και στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η ουδετερότητα, ένας χριστιανός βρίσκεται στην πλευρά επίσης των θυτών. Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις που ανέφερα εντάσσονται στο πλευρό των θυτών, τότε υπάρχει και η τρίτη περίπτωση των χριστιανών εκείνων που βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων, κάνοντας πράξη την πορεία του Χριστού στη γη, όντας και ο ίδιος θύμα της εξουσιαστικότητας και της κυριαρχικότητας.

Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος καταφέρνει να αναδείξει με έναν άμεσο βιωματικό τρόπο στο βιβλίο του έναν αυθεντικό χριστιανισμό. Έναν χριστιανισμό που βιώθηκε τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, έναν χριστιανισμό της αλήθειας, της ελπίδας, της απελευθέρωσης, έναν χριστιανισμό που μεταδίδει την άκαυτη φλόγα της αγάπης. Μονολογεί εσωτερικά, αδιαμεσολάβητα, φωτεινά, για όλα εκείνα που χάνονται μέσα στη χοάνη της κοινωνικής και πολιτικής ανελευθερίας, της αδικίας, της ανισότητας. Είναι ένα βιβλίο κραυγής, υπό την οπτική του βαθιά χριστιανού ανθρώπου, που βλέπει τον μηδενισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και να ροκανίζει σαν αρρώστια το κοινωνικό σώμα. Είναι, εν τέλει, ένα βιβλίο που τα επόμενα χρόνια θα αποτελεί σημείο αναφοράς· και όχι μόνο για τους χριστιανούς.

ΠΗΓΗ

Ο Δρόμος της Αριστεράς

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, (2016), Απρόσωπα Φαγιούμ, Αθήνα: Βακχικόν.

Αποτέλεσμα εικόνας για απρόσωπα φαγιούμ

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Κοινωνικά, σιβυλλικά κι αλληγορικά

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Για τα Απρόσωπα Φαγιούμ του Αντρέα Πολυκάρπου

«Έξω έβρεχε, έβρεχε αδιάκοπα, ανελέητα, με μια άγρια μοχθηρία, πολύ κοντινή στα ανθρώπινα πράγματα».

Η Βροχή είναι ίσως η καλύτερη νουβέλα που έγραψε ο Σόμερσετ Μωμ. Συμμορφώνεται στον γνώριμο τρόπο που ο Μωμ αναπτύσσει τις ιστορίες του – με αρχή, μέση και τέλος.

Η δημοτικότητα της ιστορίας υπήρξε ιδιαίτερα ανθεκτική στο πέρασμα των χρόνων από την πρώτη δημοσίευσή της το 1921. Έχει περιληφθεί σε πάμπολλες ανθολογίες, έχει γίνει αρκετές φορές ταινία και έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα στο θέατρο. Την ηρωίδα Σέηντι, μια πόρνη που αγαπά τις διασκεδάσεις, έχουν ενσαρκώσει στην οθόνη η Τζόαν Κρώφορντ, η Γκλόρια Σουώνσον και η Ρίτα Χέυγουερθ.

Ένα πλοίο με κατεύθυνση την Άπια των νήσων Σαμόα στον Νότιο Ειρηνικό αγκυροβολεί κοντά στο Πάγκο-Πάγκο, καθώς υπάρχει υποψία για επιδημία χολέρας, και επιβάλλεται καραντίνα για να αποφευχθεί η εξάπλωσή της.
Ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο ζευγάρια που ταξιδεύουν στην πρώτη θέση. Ο Μακφαίηλ είναι ένας καλόκαρδος γιατρός, που προτιμά να αντιμετωπίζει τα πράγματα με ηρεμία και να μη χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων. Οι Ντέηβιντσον όμως αντιπροσωπεύουν το εντελώς αντίθετο: ως ιεραπόστολοι με θρησκευτικό φανατισμό, είναι άκαμπτοι ηθικολόγοι και ηχηρά ενάντιοι στα ήθη και τα έθιμα των ντόπιων. Ο ιερωμένος προσπαθεί απεγνωσμένα και βίαια να σώσει την Σέηντι, οι ισορροπίες όμως ανατρέπονται απροσδόκητα. Και εδώ, όπως και σε άλλα έργα του, ο Μωμ επιτίθεται στην ιεραποστολική ηθική και επικροτεί εκείνους που ζουν για τις απολαύσεις της ζωής.

Το αποπνικτικό περιβάλλον του νησιού και του ξενώνα όπου αναγκαστικά διαμένουν ενισχύεται από τη βροχή που πέφτει βασανιστικά όλη μέρα. Σαν να επαναλαμβάνει μονότονα και πεισματικά πως δεν υπάρχει διαφυγή απ’ ό,τι είναι προδιαγεγραμμένο και πως η φύση θα ακολουθήσει μοιραία την πορεία της.

Βροχή

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ. Μια βροχή σκεπάζει δύο κόσμους που συγκρούονται: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στις 22 Φεβρουαρίου 1944, 650 άνθρωποι στάλθηκαν στο Άουσβιτς στοιβαγμένοι σε δώδεκα τρένα για εμπορεύματα. Μόνο ο Πρίμο Λέβι και δύο άλλοι επέζησαν, έπειτα από παραμονή ενός έτους, πριν την απελευθέρωσή τους από τον ρωσικό στρατό τον Ιανουάριο του 1945.

Στο στρατόπεδο ο Λέβι παρατηρεί τα πάντα, θα θυμηθεί τα πάντα, θα αφηγηθεί τα πάντα: το στρίμωγμα στους κοιτώνες· τους συντρόφους που ανακάλυπταν το πρωί νεκρούς από την πείνα και το κρύο· τους εξευτελισμούς και την καθημερινή εργασία, κάτω απ’ τα χτυπήματα των «Κάπος»· τις περιοδικές «επιλογές» όπου ξεχώριζαν τους αρρώστους από τους υγιείς για να τους στείλουν στο θάνατο· τους απαγχονισμούς για παραδειγματισμό· τα τρένα γεμάτα Εβραίους και τσιγγάνους, που οδηγούνταν με την άφιξή τους στα κρεματόρια…

Κι όμως, στην αφήγηση αυτή κυριαρχεί η πλέον εντυπωσιακή αξιοπρέπεια· καμία εκδήλωση μίσους, καμία υπερβολή, καμία εκμετάλλευση των προσωπικών ταλαιπωριών, αλλά ένας ηθικός προβληματισμός πάνω στον πόνο, εξυψωμένος από ένα όραμα ζωής.

Το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, γραμμένο το 1947, θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μία από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρίες των καιρών μας. Στην Ιταλία από τη δεκαετία του ’60 διδάσκεται στα σχολεία.

Η έκδοση περιλαμβάνει Παράρτημα με συνέντευξη του Πρίμο Λέβι στον Philip Roth (La Stampa, 26, 27 Νοεμβρίου 1986), ένα κείμενο του Πρίμο Λέβι, Η Μαύρη τρύπα του Άουσβιτς, Πολεμική στους Γερμανούς ιστορικούς, δημοσιευμένο στην εφημερίδα La Stampa, 22 Ιαν. 1987, ένα κείμενο του Claudio Magris, Έπος και μυθιστόρημα στον Πρίμο Λέβι, δημοσιευμένο στην εφημερίδα Il Corriere della Sera, 13 Ιουνίου 1982, και αναλυτική εργοβιογραφία.

Η πρώτη λέξη

Ο Μιλτιάδης, καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στο Παρίσι, θα ήθελε πολύ να μάθει, πριν το θάνατο του, ποια ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. «Έτσι θα φύγω πιο ήσυχος», λέει. Δυστυχώς πεθαίνει πριν προλάβει να την ανακαλύψει. Την ημέρα της κηδείας του η αδελφή του τού υπόσχεται να λύσει το αίνιγμα για λογαριασμό του. Θα συναντήσει επιστήμονες κάθε λογής, που θα της μιλήσουν για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη γλώσσα των βρεφών, τους χιμπατζήδες και τους Ηοmo sapiens, τον Δαρβίνο και τους δημιουργιστές, τον Φρόιντ και το πείραμα του Φαραώ Ψαμμήτιχου. Επίσης, θα διασταυρωθεί με μια σειρά χαρακτήρες, οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα φωτίσουν κάποια πτυχή του μυστηρίου της ανθρώπινης επικοινωνίας, χαρίζοντας στην ίδια πλήθος νέες γνώσεις και εμπειρίες.

Θα προχωρήσει την έρευνα της μέχρι το τέλος, γιατί αυτή η υπόσχεση είναι από αυτές που δεν μπορεί να μην κρατήσει κανείς. Ξέρει καλά ότι ο αδελφός της περιμένει μια απάντηση. Θα τα καταφέρει άραγε να του τη δώσει;

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΝΤΟΥΛΑ

Στο χωριό του πατέρα μου μαγαζί λεν τον χώρο που λειτουργεί ως καφενείο, ως μπακάλικο κι ως χαρτοπαικτική λέσχη. Βρίσκεται στους πρόποδες του χωριού κι ανοίγει όποτε ξυπνήσει ο Γιώτης και κλείνει όποτε του αδειάσουν την γωνιά οι μεθυσμένοι και τα χαρτόμουτρα.

DSC_9459_resize

Στον αυλόγυρο του μαγαζιού μαζευόμασταν τα καλοκαίρια οι πιτσιρικάδες και παίζαμε. Ο πατέρας μας κέρναγε πορτοκαλάδες κι οι χωριανοί μας χάιδευαν τα κεφάλια. Μετά της Παναγίας ο Γιώτης έψηνε και σουβλάκια. Όσοι δεν μας ήξεραν, μας ρώταγαν «τίνος είσαι εσύ;» κι εμείς δασκαλεμένοι δεν λέγαμε τα ονόματά μας αλλά «του ΒαγγελΠερεκλή» – ήτοι του Βαγγέλη, του γυιού του Περικλή. Πάλι μας χάιδευαν τα κεφάλια και μας έλεγαν περίεργες λέξεις όπως «παλιοζάγαρα», «χαϊβάνια» κι άλλα τέτοια.

Στο μαγαζί δεν κάθονταν γυναίκες. Αν καμιά ήθελε κάποιον, στεκόταν παράμερα κι έστελνε εμάς τα παιδιά να τον ειδοποιήσουμε: «Σύρε, ωρέ καμάρι, να μου φωνάξεις το θειό σου».

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν το χωριό. Τα λέγαν «κούρσες» και τα είχαν κάποιοι σαν εμάς που έρχονταν για διακοπές και τα φύλαγαν όλα μαζί στο προαύλιο του σχολείου. Ένα απόγευμαι ήρθε στο χωριό μια μεγάλη μερσεντές, που στάθηκε στο μαγαζί μπροστά και ξεφόρτωσε τρία ωραία κορίτσια με τα μπανιερά τους. Οδηγός της ήταν ένας χοντρός και γελαστός τύπος με μαύρα γυαλιά, φορτωμένος πολλά χρυσαφικά στο λαιμό και στα χέρια.

«Όλα απ’ εμένα» είπε όταν μπήκε στο μαγαζί και κάναμε ουρά η πιτσιρικαρία στον πάγκο του Γιώτη για επιπλέον πορτοκαλάδες. Κάποιοι ξεθάρρεψαν και πήγαν για τις επόμενες. Τους ακολούθησα κι εγώ.

Στο μεταξύ οι μεγάλοι είχαν εξαφανιστεί και τα κορίτσια γέλαγαν που πίναμε πορτοκαλάδες μέχρι να μας βγάλει η κοιλιά μας.

Στο σπίτι από κάτι μισόλογα καταλάβαμε πως ο οδηγός της μερσεντές είναι χωριανός μας. Χαμηλοκουβέντιαζαν γι’ αυτόν κι εμείς ξεκλέβαμε καινούργιες λέξεις: κωλομπαράς», «κωλογυναίκες» «κωλόμπαρο», «κωλόπαιδο». Το όνομά του δεν το μάθαμε. «Χαντακωμένο» τον έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς έλεγε πως «έχει παράδες βρώμικους» αλλά εγώ κι ο αδερφός μου τον συμπαθούσαμε γιατί μας κέρναγε πορτοκαλάδες.

Πριν της Παναγίας έφευγε –«δεν τις σηκώνει τις παλιανθρωπιές ο τόπος»– και στο πανηγύρι ξανακατηφόριζε όλο το χωριό –κι οι γυναίκες ακόμη– στο μαγαζί που είχε κι όργανα.

Απ’ όταν πέθαναν οι γερόντοι δεν ξαναπήγα στο χωριό. Φέτος κάτι μ’ έπιασε κι είπα τον Δεκαπενταύγουστο, θα πάμε. Ντροπή να μην ξέρουν τα παιδιά πούθε κρατάει η σκούφια μας.

Είχε ερημώσει ο τόπος. Ένας Αλβανός μας έδειξε από πού να στρίψουμε για το μαγαζί. Τρόμαξαν να με γνωρίσουν κι οι χωριανοί. Εγώ πάντοτε τους μπέρδευα: Γιωργομήτσος, Μητσογιώτης, Κιτσοκώστας. Άκρη δεν έβγαζα. «Του Βαγγέλη είσαι;» δυσπιστούσαν. «Τα κούτσικα δικά σου είναι;». «Καλώς ορίσατε. Να πάτε και στο ταφείο να προσκυνήσετε. Κουφέτο τα ’χουν τα μνήματα οι γυναίκες».

Μόνο ο Γιώτης ήταν ίδιος – με βαμμένο κορακί μαλλί. Είχε φέρει και παγωτά. «Αύριο θα ρθει παπάς από τα Δερβίζιανα και θα ’χω κι όργανα το βράδυ», μας ενημέρωσε. «Ποτά και παγωτά δικά μου» είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Άναψε τα κάρβουνα και ξεκίνησε να ψήνει σουβλάκια για τους πελάτες του που οι περισσότεροι χάζευαν αμίλητοι έναν αγώνα μπάσκετ σε μια τεραστίων διαστάσεων πλάσμα.

Μετά το σούρουπο ήρθε κι ο «Χαντακωμένος». Ξαναέζησα την ίδια σκηνή. Μερσεντές, κορίτσια, χρυσαφικά κι ένας χοντρός γέρος με ξανθό μαλλί. «Όλα απ’ εμένα».

Πιτσιρικάδες δεν ήταν στο μαγαζί για πορτοκαλάδες κι οι μεγάλοι δεν κινήθηκαν. Ο Γιώτης από το βάθος σήκωσε την μπύρα του. Τον μιμήθηκαν κι οι άλλοι.

«Στην υγειά σου άρχοντα».

018-napolewn

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό: Φρέαρ

Οι βίοι του Ιώβ

Ο Ιώβ είναι ένα από τα πιο γοητευτικά και συγχρόνως πιο αινιγματικά πρόσωπα της Βίβλου. Πεσμένος πάνω σε έναν σωρό από στάχτες, με το γυμνό του σώμα γεμάτο πληγές, έχοντας χάσει τους δικούς του ανθρώπους και την περιουσία του, γίνεται το σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάστηκε αυθαίρετα και αντιτάσσεται μόνος στη θεϊκή δικαιοσύνη.

Από τότε που γράφτηκε το Βιβλίο του Ιώβ, αυτή η ιστορία συναρπάζει και προκαλεί το ενδιαφέρον περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Γιατί άραγε; Αναζητώντας την απάντηση, ο Assouline ακολουθεί τα ίχνη του Ιώβ ανατρέχοντας στις πηγές αυτού του κειμένου που αγνοούμε τον συγγραφέα του, κάπου είκοσι πέντε αιώνες πίσω, κι ακόμα εξετάζει τα αναρίθμητα σχόλια και τις απεικονίσεις που έχει εμπνεύσει.

Ο δρόμος του ήταν μακρύς και τον οδήγησε σε βιβλιοθήκες και μουσεία σε όλο τον κόσμο, τον έφερε κοντά σε ανθρώπους συνηθισμένους και σπάνιους, κι από την περιήγησή του αυτή γεννήθηκε ένα βιβλίο, ούτε βιογραφία ούτε μυθιστόρημα, κάτι ανάμεσα στα δυο. Προσπαθώντας να ερμηνεύσει το πλήθος των προσώπων του Ιώβ, ο Assouline αναδεικνύει τη σημασία τους για τον πολιτισμό μας σήμερα και, κυρίως, αποκαλύπτει με ποιον τρόπο η ιστορία του Ιώβ έρχεται αρωγός στη δική μας ζωή.

Οι «Βίοι του Ιώβ» μπορούν να διαβαστούν ακόμα ως αφήγηση μιας εσωτερικής αναζήτησης. Ακολουθώντας έναν συγγραφέα που ο ήρωάς του τον κατοικεί και τον στοιχειώνει.

ΕΛΙ ΒΙΖΕΛ, Ο καιρός των ξεριζωμένων, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.

Ο καιρός των ξεριζωμένων

Ο Γκαμλιέλ, ένα μικρό Εβραιόπουλο θα χάσει τους οικείους του, την πίστη του, ακόμα και το όνομά του, όταν η μητέρα του, για να τον σώσει από τους Ούγγρους φασίστες θα τον εμπιστευτεί στα χέρια της Ιλόνκα, μιας νεαρής τραγουδίστριας που δουλεύει σε καμπαρέ της Βουδαπέστης. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν του επιφυλάσσουν όμως κι άλλες επώδυνες περιπλανήσεις. Ώσπου, στα τέλη του 20ού αιώνα, ο Γκαμλιέλ Φρίντμαν βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και έχει αποκτήσει πλέον αμερικανική υπηκοότητα. Όταν η γιατρός Λίλι Ρόζενκρατς του ζητά να τη βοηθήσει με μια ηλικιωμένη ουγγαρέζα ασθενή της, η οποία μιλά μόνο ουγγρικά, το παρελθόν του ξυπνά. Η τρελή σκέψη ότι η άρρωστη μπορεί να είναι η Ιλόνκα, που έχει να τη δει από το 1956, όταν οι κάτοικοι της Βουδαπέστης εξεγέρθηκαν εναντίον των σοβιετικών δυνάμεων, θα σταθεί η αφορμή για να τον κατακλύσουν οι αναμνήσεις: τα παιδικά του χρόνια, ο αποτυχημένος γάμος του με την Κολέτ, οι δυο του κόρες, με τις οποίες δεν έχει πια καμία επαφή, οι παλιοί του φίλοι, οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράζεται τη σκληρή μοίρα του ξεριζωμού, αλλά και οι ατάλαντοι συγγραφείς στους οποίους ο Γκαμλιέλ δανείζει τα κείμενα και το ταλέντο του, ενώ μοναδική του έγνοια είναι να τελειώσει το Μυστικό Βιβλίο του.

Μέσα σε μία μέρα ο Γκαμλιέλ, αυτός ο ισόβια ξεριζωμένος, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, να ριζώσει κάπου. Πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει ακόμη χώρος στην καρδιά των ανθρώπων για το όνειρο και την ελπίδα.

Για τον Ελί Βιζέλ βλ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ