Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Κράτος ασυστόλων / και πεσμένων κώλων / κωλοέλληνες».

Διονύσης Σαββόπουλος

Έχει δίκιο ο Σαββόπουλος, είμαστε «κωλοέλληνες» εμείς οι νεότεροι Έλληνες. Άλλοτε ικανοί για το καλύτερο κι άλλοτε ικανοί για το χειρότερο. Μόνο οι περίοδοι που κυριαρχεί το καλύτερο είναι ελάχιστες, ενώ οι περίοδοι που κυριαρχεί το χειρότερο είναι πολλές.

Τον τελευταίο καιρό πολύς λόγος γίνεται για την επιλογή των νέων διευθυντών σχολείων. Το πρώτο, ωστόσο, ερώτημα που από πολλούς διατυπώνεται είναι αν πρόκειται για διαδικασία νέων διευθυντών ή απλά για ακόμη μια τυπική διαδικασία να επανεκλεγούν οι ήδη υπάρχοντες. Μια από τις χειρότερες στιγμές της ελληνικής εκπαίδευσης, εδώ και χρόνια, είναι ότι ένα μέρος των στελεχών που πλαισιώνουν το διοικητικό μηχανισμό της είναι μετριότητες. Αυτή η διαπίστωση φέρνει στο προσκήνιο και το αίτημα που έχει γίνει μόνιμη πια επωδός: αξιολόγηση του έργου όλων όσων εμπλέκονται με την εκπαίδευση. Προσωπικά συμμερίζομαι πλήρως την άποψη ότι η αξιολόγηση είναι όχι μόνον αναγκαία και θεμιτή αλλά και ζωτικής σημασίας για το μέλλον της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα. Θα προσπαθήσω σύντομα να φωτίσω μερικά από τα στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, συνθέτουν το οξύτατο πρόβλημα της ευτελούς διαδικασίας για αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, ειδικότερα βέβαια, της επιλογής στελεχών, όπως στην παρούσα φάση είναι οι διευθυντές των σχολείων. Σ’ ότι αφορά στην αξιολόγηση γενικότερα του εκπαιδευτικού έργου, είτε αυτό είναι διδακτικό είτε διοικητικό, αυτό πάσχει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί είναι ολοκληρωτική η απουσία σημαντικών κριτηρίων αξιολόγησης, καθόσον ποτέ με παιδαγωγική αυτοσυνειδησία δεν προσδιορίζεται ποιος αξιολογεί ποιόν, τι αξιολόγηση κάμει αυτός που αξιολογεί, αν δηλαδή ο αξιολογούμενος είναι ικανός, επαρκής, κατάλληλος, ευσυνείδητος, συνεργάσιμος, συνεπής και, βέβαια, αν όλα αυτά σκοπεύουν στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σημαντική η διαπίστωση ότι χρόνια έχει καθιερωθεί η αναξιόπιστη διαδικασία ζητημάτων επιλογής στελεχών της εκπαίδευσης, η οποία βασίζεται σε εκτιμήσεις τυχάρπαστων υποκειμενικών εντυπώσεων μέσα από ένα σύστημα α-νόητων γραφειοκρατικών δομών. Το τελευταίο αυτομάτως μας οδηγεί στον δεύτερο λόγο, που δεν είναι άλλος από τις κατά καιρούς  προϋποθέσεις που καθορίζει το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας για να επιλέξει τους κατάλληλους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν τον διοικητικό μηχανισμό της εκπαίδευσης. Αυτές είναι: α) η δημοσιοϋπαλληλική αντίληψη και στον εκπαιδευτικό χώρο· β) η τυπολατρεία και η εμμονή σε κάποιος «άγραφους κανόνες», που θέλουν η επιλογή ενός στελέχους, εκτός από τα «τυπικά» να βασίζεται και στα «διοικητικά προσόντα», τα οποία οι περισσότεροι υποψήφιοι διευθυντές πάντα διαθέτουν μιας και έχουν τη σχετική προϋπηρεσία, αφού κατέχουν τη θέση αυτή για χρόνια, (εδώ ισχύει η λαϊκή σοφία: αυτός «έχει δέσει το γάιδαρό του» άρα αποκαταστάθηκε)· γ) η εμπέδωση σχέσεων στην ιεραρχία (προϊστάμενος εκπαίδευσης, διευθυντής σχολικής μονάδας, σύλλογος διδασκόντων, δάσκαλοι και καθηγητές ως ξεχωριστές προσωπικότητες), με απρόσωπο χαρακτήρα, ή στις περισσότερες των περιπτώσεων παρεΐστικων νοοτροπιών, πουν όχι μόνο δεν τιμούν τον τίτλο εκπαιδευτικός, αλλά και συντρίβουν στην κυριολεξία την ταυτότητα που οφείλει να έχει προς την τοπική κοινωνία κάθε σχολική μονάδα.

Με βάση τις παραπάνω θλιβερές παθογένειες νομίζω ότι το ερώτημα που χρόνια τίθεται είναι καίριο: υπάρχει αντιπρόταση για αξιολόγηση επιλογής στελεχών των σχολικών μονάδων; Έχω την ταπεινή γνώμη πως ναι υπάρχει, αλλά δυστυχώς κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο η διαδικασία επιλογής, ουκ ολίγοι περιτέχνως φροντίζουν να τη θάβουν. Ποια είναι αυτή η αντιπρόταση; Ευθύς αμέσως την καταγράφω. Όταν ο υποψήφιος για τη θέση του διευθυντή σχολικής μονάδας έχει το «γνώθι σ’ αυτόν», δηλαδή, γνωρίζει αν έχει τις δυνατότητες και τις δεξιότητες γι’ αυτή τη θέση, και δεν την επιθυμεί για τους γνωστούς λόγους (αύξηση του μισθού, εξουσιολαγνεία, φυγή από τη σχολική τάξη, η νοοτροπία τύπου: «πριν πάρω τη σύνταξή μου ας γίνω και διευθυντής», παλαιότητα σε ένα σύλλογο διδασκόντων, κι άλλα τέτοια ευτράπελα), φρονώ ότι πέραν των τυπικών προσόντων πρέπει να αξιολογείται και με δεδομένη την προσωπικότητά του και το κύρος που αυτή έχει στην εκπαιδευτική κοινότητα και ευρύτερα στην κοινωνία. Αν κοιτάξουμε λίγο προς το παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι διευθυντές σχολείων, πάνω απ’ όλα ήταν σημαντικές προσωπικότητες της εκπαίδευσης και των γραμμάτων· είχαν όραμα για τα σχολεία που ήταν διευθυντές. κι εδώ όταν ομιλώ για όραμα δεν το αντιλαμβάνομαι ως «ζωτικό ψεύδος», όπως παλαιότερα έλεγε ο Στέλιος Ράμφος, αλλά ως «ζωτική αλήθεια» που συνδέει το σχολείο με την κοινωνία που βρίσκεται.

Συνεπώς, αν επιζητούμε μια παιδεία δημοκρατική κι όχι μια παιδεία της αμάθειας και του βολέματος, το σύστημα αξιολόγησης και επιλογής των στελεχών της που θα τη διοικήσουν, οφείλει να κινείται πάνω στον άξονα αυτονόητων κριτηρίων, συνυφασμένων άμεσα με τη λογική επιλογής των αξιότερων και όχι των μετριοτήτων. Ενάντια σε χρόνιες νοοτροπίες του παρασιτισμού, εκείνο δηλαδή το κοινό πεδίο στο οποίο συναντώνται όλοι οι αρνητές των αξιοκρατικών επιλογών και των αμερόληπτων διαδικασιών αξιολόγησης, από κυβερνητικούς αξιωματούχους των ευνοιοκρατικών διορισμών μέχρι τους «συνδικαλιστές» των αγωνιστικών προσλήψεων και ποικίλων με το αζημίωτο διευκολύνσεων. Προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση πάντοτε υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, το πρόβλημα όμως είναι η απουσία στόχευσης, δηλαδή, τι στελέχη επιθυμούμε να διοικούν το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ, «Μάσκα»

ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ, «Μάσκα», Πετρογραφία 70χ100 εκ. ΠΗΓΗ: Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Προανάκρουσμα

Δημοσιεύω εδώ την εισήγησή μου για την ιστορία του ούζου, στην Ημερίδα που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου, στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ούζου στις 14 Ιουνίου 2013, στην Αίθουσα Τελετών του Πειραματικού Γενικού Λυκείου Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Αν και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πολιτικά της Κυριακής (Μυτιλήνη 21 Ιουλίου 2013), αναγκάζομαι να τη δημοσιεύσω ξανά με μερικές διορθώσεις, αλλαγές και προσθήκες για ένα και μόνο λόγο. Και εξηγούμαι: ειλικρινά δεν περίμενα ότι μια τέτοια εισήγηση θα είχε τέτοια αποδοχή στο ευρύτερο αναγνωστικό της πόλης μας. Δεν σας κρύβω ότι αρκετοί αναγνώστες της παραπάνω εφημερίδας, αλλά και γνωστοί συμπολίτες με παρακίνησαν να τολμήσω αυτήν την έκδοση, άμεσα προσβάσιμη τώρα με τούτο το φυλλάδιο σε κάθε ενδιαφερόμενο. Την αφιερώνω σ’ έναν απόντα, παλαιό καλό φίλο, ο οποίος όμως δεν βρίσκεται πια εν ζωή, τον Παντελή Αργύρη. Και εξηγώ παρακάτω γιατί.

Διερώτηση δικαιολογημένη

Κυρίες και κύριοι, ίσως, θα διερωτάσθε τι γυρεύει ένας θεολόγος καθηγητής σε μια ημερίδα με θέμα το ούζο και την ανάδειξή του ως τοπικού προϊόντος, και πανελλαδικού εν γένει. Το ερώτημά σας είναι δικαιολογημένο. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχετε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο τέλος της εισήγησής μου. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω και μια δυσκολία μου: αισθάνομαι ολίγον «ξένος» σ’ αυτό το πάνελ και την ομήγυρη. Κι αυτό διότι το θέμα που θα σας αναπτύξω, στέκεται «αντιμέτωπο» με τη θεματική της ημερίδας. «Αντιμέτωπο», μιας και απέχει από τα «καθιερωμένα» σε τέτοιες περιπτώσεις. Θεωρώντας την ολόθυμη και αυθόρμητη παρουσία σας εδώ σημάδι καλοπροαίρετο και ευαρέσκειας, θα ζητήσω την προσοχή σας στα λεγόμενά μου το πολύ δέκα με δεκαπέντε λεπτά, μιας και έλαχε σε μένα να αρχίσω τις εργασίες της ημερίδας ταύτης. Και ζητώ την προσοχή σας για πράγματα που, ίσως, να μη έχετε ποτέ ακούσει για το ούζο. Επιτρέψτε μου όμως και κάτι ακόμη. Νιώθω την ανάγκη να αφιερώσω την εισήγησή μου σ’ έναν απόντα σήμερα, που δεν είναι κοντά μας, αφού «έφυγε» νέος από δαύτη τη ζωή, λόγιο της πόλη μας, ή καλύτερα «καφελόγιο» ή «ουζολόγιο» όπως αρεσκόταν να τον λένε, ο οποίος αγαπούσε το ούζο. Ο απόντας είναι ο Παντελής Αργύρης, γνωστός νομικός και συγγραφέας του τόπου μας, που οι ουζοκατανύξεις μαζί του, όσο ζούσε ήταν αρκετές, διανθισμένες πολλές φορές με φιλολογικές, ιστορικές και θεολογικές συζητήσεις.

Ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης;

Ας έρθουμε όμως στο καθ’ αυτό θέμα μας: το ούζο, που κατά ένα από τα πολλά ευφυολογήματα του αξέχαστου Θεσσαλονικιού πεζογράφου και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, σημαίνει ου ζω. Για να ξεπεράσω μερικές δυσκολίες για εσάς από τα λεγόμενά μου, οι οποίες δικαιολογημένα είναι πολύ πιθανόν να βγουν στην επιφάνεια, μερικές σύντομες αναφορές για το ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ούτως ώστε να μη ξεφύγουμε από το θέμα μας, είναι νομίζω επιβεβλημένες. Και πιστέψτε με, θα σας κάνουν να δείτε το ούζο με άλλη ματιά, «βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή», στη μακρά δηλαδή διάρκεια της ιστορίας του προς τα πίσω, που κατά τους ιστορικούς του είδους της γευσιγνωσίας και τους δειπνοσοφιστές χάνεται, στα βάθη ακόμη και της ελληνικής αρχαιότητας, με άλλη όμως ορολογία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, λοιπόν, ήταν ένας ιδιαίτερα ασυνήθιστος άνθρωπος. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αδελφός της γνωστής ποιήτριας Ζωής Καρέλλη. Πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος[1], αλλά όχι εκείνης της θρησκείας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο. Για να τεκμηριώσω την τελευταία άποψή μου θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό από την πλουσιότατη σε εμπειρίες ζωή του, αυστηρή και με ασκητικό χαρακτήρα. Κι όταν λέγω ασκητικό μην πάει στο μυαλό σας ότι ήταν ο άνθρωπος που απέφευγε τις συναναστροφές με άλλους. Το αντίθετο μάλιστα συνέβαινε. Ο Πεντζίκης ήταν ο άνθρωπος που καταργούσε την ατομικότητα, την έβλεπε σαν το σαράκι που κατατρώει την ανθρώπινη σάρκα και το πνεύμα, ολάκερο δηλαδή τον άνθρωπο. Στο περιστατικό μας λοιπόν. Το διασώζει ο λόγιος Αγιορείτης μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης σε μια μικρή μελέτη του για τον Πεντζίκη. Στα 1979 σε μια επίσκεψη που είχε κάνει ο γνωστός πατήρ Παΐσιος απ’ Άγιον Όρος σ’ ένα ησυχαστήριο κοντά στη Θεσσαλονίκη – εδώ για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, θεωρώ σημαντικό να σημειώσω ότι στο Άγιον Όρος, ο επισκέπτης προσκυνητής άμα και πατήσει το πόδι του σ’ ένα μοναστήρι, οι μοναχοί θα τον καλωσορίσουν με λουκούμι, τσίπουρο ή ούζο –  ο Πεντζίκης θέλησε να τον δει. Μαζί με έναν γνωστό του τότε νεαρό φοιτητή, ναύλωσαν ένα ταξί και έφτασαν στο ησυχαστήριο όπου βρισκόταν ο Γέροντας Παΐσιος. Ο κόσμος πολύς. Ο Πεντζίκης γύρω στα 70 τότε, με το μπαστουνάκι του, δώρο κι αυτό αγιορείτη Γέροντα, άνοιξε το δρόμο και έφτασε μπροστά στον πατέρα Παΐσιο. Πέφτει στα γόνατα. Ο Γέροντας τον σηκώνει. «Ήρθα να πάρω την ευχή σας» είπε ο κυρ Νίκος και φίλησε το ροζιασμένο από τις μετάνοιες χέρι. Κι έφυγε. Ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος με τη μαρτυρία της προσευχής έλεγε πάντοτε για τον Πεντζίκη ότι «πρέπει να είσαι πολύ καθαρός για να καταλάβεις τα βρώμικα του Πεντζίκη». Και λέγοντας «βρώμικα» δεν εννοούσε κάτι το βρωμερό και χυδαίο, αλλά όλα εκείνα τα ευφυολογήματα που έλεγε. Σαν κι αυτό που σήμερα σας καταθέτω, το ούζο σημαίνει ου ζω, ή σαν αυτό εδώ: Κ’στός· Χριστός, αναφερόμενος στη διάλεκτο του χωριού Χορτιάτης στη Θεσσαλονίκη, ή πεζογράφος· παις ζωγράφος, ή ιατρός· ια τρως Για να τελειώσω με τον Πεντζίκη, θα σας καταθέσω και μια ακόμη άποψη. Ο Γιώργος Σεφέρης έλεγε ότι τον «Πεντζίκη τον δέχεται κανείς ολόκληρο ή δεν το δέχεται καθόλου»[2].

Δεν είναι όμως ο Πεντζίκης το θέμα μας. Εξάλλου κι αυτά που σας είπα πολλά είναι, επιβεβλημένα όμως για να θεωρήσουμε σωστά τα παρακάτω, λόγω του ότι ο Θεσσαλονικιός αγαπημένος μου συγγραφέας, τον οποίο δεν σας κρύβω, στα φοιτητικά μου και μετέπειτα χρόνια παραμονής μου στη Θεσσαλονίκη, είχα την τύχη να τον ακούσω αρκετές φορές να μιλά σε συνάξεις, επιβεβαιώνει και τον υπότιτλο της εισήγησής μου. Μέσω ενός συγγραφέα με βυζαντινές και μεταβυζαντινές ρίζες, ενός «αιωνίου παιδιού», όπως έλεγε σ’ ένα επιμνημόσυνο ποίημα που γράφτηκε γι’ αυτόν από το λόγιο Αγιορείτη μοναχό, Συμεών Γρηγοριάτη, γνωστό και ως Περουβιανό, το ούζο έχει μακρά ιστορία, με βυζαντινές και μεταβυζαντινές προεκτάσεις, αναφορές, όπως θέλετε πάρτε το.

Το ευφυολόγημα ούζο σημαίνει ου ζω

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης, αρθρογράφος στο ΒΗΜΑ[3] και συγγραφέας διασώζει το ευφυολόγημα του Πεντζίκη: ούζο σημαίνει ου ζω, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι όποιος «θέλει να κατανοήσει τον Πεντζίκη αυτά δεν θα πρέπει να τα θεωρεί παραδοξολογίες». Καθ’ ότι γνήσιο τέκνο του Βυζαντίου ο Πεντζίκης με αυτό το ευφυολόγημα τρόπον τινά έπαιζε, κοροϊδεύοντας το θάνατο, μιας και τους «ουζοπότες», τους πίνοντες και ιδιαιτέρως τους «αγαπώντες την πόσιν του ούζου» με τις «ουζοποσίες» τους, το «πίνειν», δηλαδή, και «ιδιαιτέρως καθ’ υπερβολήν ούζον»[4], δεν είναι λίγες οι φορές που τους στέλνει στον Οξαποδώ. Πάρα ταύτα όμως, το ούζο φαίνεται να μη λείπει από τα ήθη και έθιμα του λαού μας. Οδηγός εδώ ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, άριστος μελετητής του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου, του Παπαδιαμάντη, ως άλλος ένας βυζαντινός και μεταβυζαντινός κι αυτός, σαν τον Πεντζίκη, σ’ ένα διήγημά του (υπό τον τίτλο: Φλώρα ή Λάβρα;) γράφει: «βραδάκι, και βρέθηκα στο εξωκκλήσι του νησιού. Μεσοκαλόκαιρο, και έβραζε ο τόπος. Ζέστη, και τουρίστες να ελλοχεύουν παντού. Πλην σε απόκρυφα υψωματάκια, σε ρεματιές και ξέφωτα, παραμονές αγνώστων εορτών, συρρέουν κατά κύματα οι γηγενείς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ως ικέτες, έχοντας αποβάλει (κατά έναν ανεξήγητον τρόπο) την εμπορική τους λεοντή. Κουβαλούν τεράστιους άρτους, με σουσάμι και γλυκάνισο, πρόσφορα για τους παπάδες, κουτιά με παστέλι, γλυκά του ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, τυρί της άρμης κομμένο με επιμέλεια σε τετράγωνα μικρά τεμάχια, ούζο και τσίπουρο. Μετά τη λειτουργία στέκονται κοντά στην έξοδο του ναού, και φωνάζουν ξαφνικά με επίσημο τόνο:

άρτε να σχωρέσετε τον…

Ο καθείς τους δικούς του – τη μάνα του, τον πατέρα του, τα πνιγμένα αδέλφια.

Ελάτε να σχωρέσετε τη Φλώρα, ακούω δίπλα μου ένα χούφταλο.

Πλησίασα. Μου πρόσφερε παστέλι και ρακή»[5].

Ομιλώ για τον κυρ Αλέξανδρο της Σκιάθου και δεν μπορώ να μην μπω στον πειρασμό να αναφέρω ότι η διηγηματογραφία του είναι απίστευτα πλούσια σε φαγητά και ποτά. Άγρια λάχανα, τυρόπιτες, περσικό πιλάφι νεφραμιές, γουρουνοπούλες, «χοιρίδιον παραγεμιστόν», κοκορέτσι, τρυφερά ερίφια, θαλασσινά, κογχύλια, αστακοί μαγειρευτοί με μάραθα, «μαστίχαι», ρούμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, «πάνε κι έρχονται στις σελίδες των μυθιστοριών του»[6].

Οι βυζαντινοί και τα ποτά

Οι αντιλήψεις, κυρίες και κύριοι, των βυζαντινών και μεταβυζαντινών προγόνων μας, παππούδων μας αν θέλουμε να είμαστε πιο κοντά τους και να νιώθουμε την ανάσα τους – να «ζούμε με την ανάσα των νεκρών», καθώς έλεγε κι Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης[7] – για το φαγητά και τα ποτά έμοιαζαν με τις δικές μας σήμερα. Αυτοκράτορες, αξιωματούχοι, εκκλησιαστικοί άνδρες και απλός λαός, τουλάχιστον σ’ ότι σχετίζεται με την πόση ποτών, δεν είχαν μόνον καλή σχέση με το κρασί, αλλά και με τη ρακή και το ούζο. Ο Φαίδων Κουκουλές γνωστός και κορυφαίος βυζαντινολόγος, στο πολύτομο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια την αγάπη των βυζαντινών για τα ποτά. Διασώζει μάλιστα και μια μαρτυρία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ότι οι βυζαντινοί προμηθεύονταν τα εκλεκτότερα «μη οκνούντες και ιδιαίτερα ταξίδια προς προμήθειαν αυτών να κάμνωσι»[8]. Σ’ αυτά τα ποτά δεν πρέπει να ‘ταν μόνο το κρασί αλλά και η ρακή.

Ο γλωσσολόγος των παλαιών καλών μαθητικών μας χρόνων Αχιλλέας Τζάρτζανος για το ούζο

Στη σημασιολογία του ούζου αξίζει να αναφερθούν και μερικά σχόλια που κάμει ένας μεγάλος φιλόλογος και γλωσσολόγος, ο εκ Τυρνάβου καταγόμενος Αχιλλέας Τζάρτζανος. Οι παλαιότεροι σίγουρα θα θυμούνται τα βιβλία Γραμματικής που έγραψε και που διδάχθηκαν για χρόνια στο σχολείο. Ο Τζάρτζανος, λοιπόν, σ’ ένα μικρό άρθρο του στο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος στα 1911, γράφοντας για την ιστορία της λέξης ούζο και τη σημασιολογία του. Mολονότι θεωρεί πατρίδα του ποτού αυτού τη γενέτειρά του, λέγει με ολίγη χιουμοριστική διάθεση: «όλοι βέβαια σήμερα, φτωχοί και πλούσιοι, ταπεινοί και αριστοκράτες, πίνουν το ουζάκι τους, και το ούζο είναι πια το αγαπημένο ποτό σε κυρίους και κυρίες, σε νέους και δεσποινίδες, και σερβίρεται όχι μόνο στα λαϊκά ποτοπωλεία ή σε φτωχικά σπίτια, παρά και στα πλουτοκρατικά σαλόνια και τα αριστοκρατικά κέντρα»[9]. Το τελετουργικό της απόλαυσης του ούζου σηκώνει συζήτηση μεγάλη και δεν είναι στις προθέσεις μου να το καταγράψω, δεν είμαι ο ειδικός.

Από τ’ «απάτητα» Άγραφα της Τουρκοκρατίας δύο ειδήσεις με ιδιαίτερη σημασία

Ωστόσο, εκείνο που με ιδιαίτερη διάθεση διασώζεται για τη ρακή στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, προέρχεται από τις γραφίδες δύο μοναχών λογίων και διδασκάλων του Γένους, και ομιλώ για διδασκάλους του Γένους, διότι οι δύο συγκεκριμένοι λόγιοι μοναχοί στους δύσκολους χρόνους του 17ου αιώνα ίδρυσαν πολλά σχολεία σε περιοχές που στην εποχή τους ήταν απάτητες και ιδιαίτερα δύσκολες γεωγραφικά. Ήξεραν, βέβαια, να απολαμβάνουν τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Από τα Άγραφα, λοιπόν, οι δύο παρακάτω μαρτυρίες, ειδήσεις για το κρασί και τη ρακή. Η πρώτη, από τη γραφίδα του Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού, αγίου μάλιστα της Εκκλησίας. Σε επιστολή του σε άγνωστο ιερέα, μεταξύ των άλλων που γράφει για το καλό κρασί: ««η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμεστεν συχνά»[10]. Η δεύτερη, από τον μαθητή του και επάξιο συνεχιστή του διδασκαλικού του έργου, τον Αναστάσιο Γόρδιο, σημαντικό κι αυτόv λόγιο του 17ου αιώνα, κληρικό και άγιο που εξασκούσε τη φαρμακευτική και την ιατρική. Στις επιστολές του κάνει λόγο για πολλά βότανα, τροφές και ποτά, μεταξύ αυτών του γλυκάνισου και της ρακής, την οποία άλλοτε συνιστά με μέτρο για πόση, κι άλλοτε να την αποφεύγουμε. Γράφει σε φίλο του: «ορίζεις ότι έχης βήχα. Εις αυτό να γυρεύσης να έβρης γλυκόριζον, όπου κι αν ευρεθή, να το βράζης και να το πίνης ωσάν καφέ. Η ρακή ας λείπει ολότελα»[11].

Κι ένα ακροτελεύτιο ταξίδι πίσω στο χρόνο

Κυρίες και κύριοι, θα σας ταξιδέψω ολίγον πίσω στο χρόνο και θα κλείσω την εισήγησή μου μεταφέροντάς σας ξανά στο σήμερα. Το ταξίδι πίσω στο χρόνο σχετίζεται με τον Εύβουλο, έναν σατυρικό ποιητή του 4ου π. Χ., αιώνα που σατιρίζοντας την υπερβολική πόση ποτών, βάζει τον Διόνυσο, το Θεό του κρασιού να λέει ότι τρεις μόνο κρατήρες ετοιμάζει για τους φρονίμους. Δηλαδή δεν έχει καμιά ευθύνη για τους μετέπειτα. Μολονότι το χωρίο σχετίζεται με το κρασί, άνετα θα μπορούσε να ισχύσει και για τη ρακή. Οι τρεις πρώτοι λοιπόν κρατήρες είναι της υγείας, του έρωτος και του ύπνου[12]. Από τον τέταρτο και μετά αρχίζουν τα δύσκολα. Και τους περιγράφει ως εξής: «ο δε τέταρτος ουκέτι έστ’ αλλ’ ύβρεως» (μόνο σε βρισίδι οδηγεί)· «ο δε πέμπτος βοής» (σε καβγάδες)· «ο έκτος δε κώμων» (θα ξεσηκώσει τη γειτονιά από το γλέντι)· «ο έβδομος δ’ υπωπίων» (δίνει μελανιασμένα μάτια απ’ το ξύλο που θα πέσει)· «ο  δ’ όγδοος κλητήρος» (θα φέρει το χωροφύλακα)· «ο δ’ ένατος χολής» (μεγάλο θυμό)· και «ο δέκατος δε μανίας ώστε και σφάλλειν ποιεί» (καθαρή τρέλα και θα σε κάνει να διαπράξεις αδίκημα). Οπότε, κυρίες και κύριοι, με μέτρο η πόσις του ούζου.

Ο γιός του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Γαβριήλ Νικόλαου Πεντζίκης και το Ουζερί Βυζάντιο στις Βρυξέλλες

Κι από τα βάθη του 4ου π. Χ., αιώνα στο σήμερα. Ο γιος του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, που σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη γράφοντας τούτο το βιβλίο: Το Βυζάντιο έχει ρεπό[13], στις πρώτες σελίδες του αφιερώνει ένα κεφάλαιο με τίτλο: Ουζερί Βυζάντιο και καταγράφει πως ένα βρυξελλιώτικο παλαιό αρχοντικό, στις μέρες που εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας Έλληνας το μετέτρεψε σ’ ένα εξαιρετικό κι υψηλών προδιαγραφών ουζερί, στο οποίο έτρωγαν ακόμη και πολλοί αρχηγοί κρατών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με πολλούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, γεγονός που δείχνει τις βυζαντινές προεκτάσεις, που έχει η ρακή, για τη οποία σήμερα καλώς ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου πασχίζει να αναδείξει καλύτερα.

Ούζο· επίγευση· επέκεινα· Ελλάς

Κυρίες και κύριοι, οι τελευταίες αυτές παρατηρήσεις, γι’ αυτό που επάξια όλοι εσείς εκπροσωπείτε και με τον καλύτερο κατ’ εμέ τρόπο αναδεικνύεται αυτήν την εβδομάδα με το φεστιβάλ ούζου, είναι νομίζω καταλυτικές. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ούζο και η τελετουργική πόσις του, είναι απόδραση στον μακρύ προς τα πίσω χρόνο, μιας παράδοσης εξάπαντος ελληνικής, με ιδιαιτέρως οσφραντικές και γευστικές εμπειρίες του επέκεινα. Πρόσωπα αυτής της παράδοσης είναι κι αυτοί που χρόνια τώρα επάξια προβάλλεται εσείς οι κληρονόμοι της τέχνης του ούζου, οι πατεράδες και οι παππούδες σας ποτοποιοί. Όλοι, δηλαδή, εκείνοι που έκαμαν το ούζο της Λέσβου να είναι πρωτοποριακό προϊόν, σε παγκόσμια κλίμακα. Προσέξτε όμως, τούτη η τέχνη της απόσταξης, όπως τη λέτε, κρύβει ανάσταση και έρωτα, άσκηση και ευχαριστία, που κάθε συνδαιτυμόνα στο τραπέζι της παρέας που απολαμβάνει το ούζο, τον κάνει να λέει στο τέλος αυτό που τραγουδά η Χαρούλα Αλεξίου:

«Ούζο όταν πιεις
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας
σαν το καλοπιείς
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στο κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.

Δική μου είναι η Ελλάς
που στη κατάντια της γελάς
της λείπει το ένα της ποδάρι
που της το παίξανε στο ζάρι».

Κι η τελευταία στροφή, είναι νομίζω άκρως επίκαιρη!

Επιλογικά: ο γεωμέτρης Θεός, ο Σέργιος Μακραίος και το ούζο

Κυρίες και κύριοι, στην αρχή της εισήγησής μου, όπως θα θυμάστε, την αφιέρωσα στον Παντελή Αργύρη, φίλο καλό και λόγιο της πόλης μας. Με τον Παντελή, όσο ζούσε δεν ήταν λίγες οι φορές που απολαμβάναμε το ούζο σε όμορφες ουζοκατανύξεις, συζητώντας περί πολλών ζητημάτων, κυρίως όμως ιστορικών, μιας και ο Παντελής είχε το «μικρόβιο» όπως πολλοί του έλεγαν της ιστορικής έρευνας. Θυμάμαι λίγο καιρό πριν πεθάνει, ένα καλοκαιρινό βραδάκι, σε ονομαστό ουζερί της πόλης μας πίνοντας το ουζάκι μας και γευόμενοι τα μεζεδάκια μας, η συζήτησή μας είχε «ανάψει» για ένα ξακουστό Έλληνα λόγιο του 18ου αιώνα, τον εκ Φουρνά των Αγράφων Σέργιο Μακραίο. Εκείνη την εποχή ο Παντελής ετοίμαζε μια μελέτη γι’ αυτόν. Είχα και εγώ τη συγγραφή της διδακτορικής μου διατριβής για τον κλεινό Ευγένιο Βούλγαρη, διδάσκαλο του Σέργιου Μακραίου στην Αθωνιάδα Ακαδημία του Αγίου Όρους στα μέσα του 18ου αιώνα και ταιριάξαμε απόλυτα με τον Παντελή. Έτσι με παρακάλεσε αν είχα να του δώσω κάποια σχετική βιβλιογραφία. Πράγματι, στο αρχείο και στη βιβλιοθήκη μου είχα μερικές μελέτες, σπάνιες και δυσεύρετες, και το κυριότερο σε φωτοτυπίες ένα από τα βασικότερα έργα του Μακραίου, το περίφημο: Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου εν τρισί διαλόγοις. Του υποσχέθηκα να του δώσω το Τρόπαιον μαζί με μια μελέτη για τον Μακραίο, καλού πανεπιστημιακού δασκάλου μου, του Νίκου Ζαχαρόπουλου. Θυμάμαι ότι η συζήτησή μας, πέραν του ότι γινόταν για την προσφορά του Μακραίου στα εκπαιδευτικά πράγματα του 18ου αιώνα, κινήθηκε και γύρω από τις αντιδράσεις που είχε την εποχή που εκδόθηκε το Τρόπαιον [Βιέννη 1797], μιας και με ιδιαίτερα πολεμικό τρόπο ο Μακραίος ήλεγχε το ηλιοκεντρικό σύστημα και επιτίθονταν με σφοδρότητα στον Κοπέρνικο. Εκείνο που έχει μείνει ακόμη στη μνήμη μου από τη συζήτησή μας εκείνη είναι ότι ο Παντελής με ρωτούσε πως είναι δυνατόν ένας λόγιος, που υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη, να μην μπορεί να είναι εξοικειωμένος με την ιστορία της νεότερης αστροφυσικής. Και μάλιστα να αρνείται την πλατωνική ρήση: «ο Θεός αεί γεωμετρεί». Κάτι, δηλαδή, ανάλογο σαν τον γεωμέτρη Θεό που απεικονίζεται στο ψηφιδωτό της Μητρόπολης του Μονρεάλε στη Σικελία.

[1] Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, (1988), Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, Αθήνα: Ροές. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, (1971), Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, Αθήνα: Ερμής.

[2] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, Βέροια: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, σσ. 23-24.

[3] «Ούζο σημαίνει «ου ζω». Τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αιρετικού και παραδοξολόγου συγγραφέα που συνδύασε τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με τη βυζαντινή παράδοση», ΤΟ ΒΗΜΑ, (18 Ιανουαρίου 2009).

[4] Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ, (1961), Μέγα Λεξικόν Ελληνικής Γλώσσης, τ. 6ος, Αθήναι, σ.  5277.

[5] Η. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, (1992), Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής. Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη, Αθήνα: Νεφέλη, σσ. 15-16.

[6] Αυτόθι, σσ. 47-48.

[7] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, σ. 16.

[8] ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ, (1952), Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Ε΄, Εν Αθήναις, σ. 127. Πρβλ. TAMARA TALBOT RICE, (1990), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των βυζαντινών, μτφρ. Φ. Κ. Βώρος, Αθήνα: Παπαδήμα, σσ. 225-230.

[9] «Το ούζο. Ιστορία μιας λέξεως», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, 11(1911)146.

[10] Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού Επιστολές, Κριτική Έκδοση, Επιμέλεια Ι. Ε. Στεφανής και Νίκη Παπατριανταφύλλου – Θεοδωρίδη, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ / Τμήμα Φιλολογίας, Περίοδος Β΄, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 106-107.

[11] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, (2008), Νεοελληνική Επιστολογραφία 17ος -19ος αιώνας, Θεολογική Σχολή. Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, [Διατριβή επί Διδακτορία], Θεσσαλονίκη, σ. 38.

[12] P. KROH, (1996), Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, μτφρ. Δ. Λυπουρλής – Λ. Τρομάρας, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 178.

[13] Εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 11-28.

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Γράφω ετούτες τις σκέψεις με αφορμή τη διόρθωση γραπτών του μαθήματος των Θρησκευτικών της Α΄τάξης Λυκείου στις προαγωγικές εξετάσεις. Σε θέμα που ζητούσε από τους μαθητές να γράψουν ένα σύντομο ορισμό της έννοιας πίστη, μαθήτρια που για πολλούς θεωρείται «δύσκολη», με το γνωστό στερεότυπο «δημιουργεί πρόβλημα στο σχολείο», με θάρρος και ρηξικέλευθο τρόπο η ίδια εξέφρασε την άποψή της. Το θέμα ήταν το εξής: «Κατά τη θεραπεία του παιδιού με το δαιμονικό πνεύμα, ο Ιησούς είπε στον πατέρα του παιδιού τούτο: “εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει”. Αμέσως τότε φώναξε δυνατά ο πατέρας του παιδιού και είπε με δάκρυα: “πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή”, (Μαρκ. 9, 23-24). Λαμβάνοντας υπόψη αυτόν το διάλογο να γράψετε ένα σύντομο ορισμό της έννοιας πίστη που να περιλαμβάνει τις παρακάτω λέξεις: αγάπη, εμπιστοσύνη, ελπίδα, βεβαιότητα». Η παρακάτω απάντηση της μαθήτριας νομίζω πως είναι «γροθιά στο στομάχι», στην περίπτωση, βέβαια, που λέμε ότι το καλύτερο μάθημα Θρησκευτικών είναι μάθημα ελευθερίας, κι όχι στην περίπτωση που βαθμολογούμε με το αν πιστεύει ο μαθητής ή όχι στο Θεό (γιατί δυστυχώς υπάρχουν κι αυτές οι περιπτώσεις αξιολόγησης). Η απάντηση, λοιπόν, είναι η εξής: «Πίστη. Εύκολο είναι για κάποιον να γράψει για την πίστη, αν όντως πιστεύει. Σε κάποιον που αγαπά τον Χριστό και τον εμπιστεύεται. Εγώ, όμως, δεν εμπιστεύομαι ένα ανύπαρκτο πρόσωπο. Δεν πιστεύω καν στο κείμενο που μου δόθηκε. Γιατί η ελπίδα μου είναι επίσης ανύπαρκτη και η βεβαιότητα πουθενά».

Την απάντηση της συγκεκριμένης μαθήτριας πολλοί θα χαρακτήριζαν από εκείνα τα «μαργαριτάρια που γράφουν ιστορία». Προσωπικά, όμως, πιστεύω ακράδαντα ότι όντως πρόκειται για μαργαριτάρι, αλλά από εκείνα τα μαργαριτάρια που έχουν αξία παιδευτική και κάμουν εμάς τους εκπαιδευτικούς να στοχαζόμαστε, πως αυτό που διδάσκουμε στην τάξη έχει κάποια ουσία, μόνον όταν με αυταπάρνηση και θυσία διακινδυνεύουμε να το μοιραζόμαστε με τους μαθητές μας. Έτσι, ίσως, έχει αξία ο πολύτιμος στίχος του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη «κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί».

Καθόλου δύσκολο δεν είναι εδώ να διακρίνει κανείς αυτό που παλαιότερα (1965) έγραφε ο πολύς Paul Evdokimof σε ένα άρθρο του για τη φαινομενολογία του σύγχρονου αθεϊσμού, δημοσιευμένο στο περιοδικό Contact, ότι δηλαδή, «ο σημερινός αθεϊσμός είναι μια πρόσκληση προς τους Χριστιανούς, προς τα μέλη της Εκκλησίας, να επανέλθουν στο κύριο έργο τους». Έστω κι ένας «νεανικός αθεϊσμός», όπως αυτής της μαθήτριας, που όσο κι αν αρνούμαστε να τον βλέπουμε μέσα στη σχολική τάξη, είναι σίγουρο ότι ως αιτία έχει την εξάπλωση του ρεύματος που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον επαγγελματισμό του κλήρου, στην εξασθένιση του ευαγγελικού μηνύματος, στην απουσία γνήσιου θεολογικού λόγου.

Εν κατακλείδι, διορθώνοντας γραπτά στο μάθημα των Θρησκευτικών, έχω την ταπεινή άποψη πως τέτοιες απόψεις συχνά φέρνουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις «αταξίες» και τις «ακρότητες» των μαθητών μας. Συζήτηση που πάντοτε γίνεται υπό τη λανθάνουσα αντίληψη ότι εμείς οι μεγαλύτεροι είμαστε πιο μυαλωμένοι, άρα κακώς ανεχόμαστε όλες τις «υπερβολές» τους. Έστω κι αν η λογική και ο ρεαλισμός των ώριμων σε ηλικία είναι αξίες απαρασάλευτες, θεωρώ αναγκαίο με έμφαση να υπογραμμίσω πως καθόλου δεν ασπάζομαι τον καθωσπρεπισμό των μεγαλυτέρων, ειδικότερα των δασκάλων και καθηγητών, που όλα νομίζουν πως τα γνωρίζουν. Αξίζει, εδώ, να θυμηθούμε τον Σωκράτη που ομολογούσε αδυναμία να αντισταθεί στην ομορφιά και το θάρρος των νέων. Κι ας μη ξεχνάμε ακόμη ένα σοφό λόγο, εκείνον του αξέχαστου Μανόλη Ανδρόνικου: «είμαστε ΔΑΣΚΑΛΟΙ, που θα πει πως η πρώτη μας έγνοια είναι οι νέοι, αυτοί που μας δίνουν το δικαίωμα να λέμε πως έχει ένα πλήρωμα η ζωή μας. Έγνοια σημαίνει αγάπη αληθινή ή όπως έγραψα κάποτε: στοργική αυστηρότητα. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει άκριτη κατάφαση κάθε νεανικής παρόρμησης και στάσης. Το να καταλαβαίνεις τις αιτίες δεν είναι ταυτόσημο με την έγκριση του αποτελέσματος. Πολύ πιο δύσκολο μάλιστα είναι να εγκρίνεις αυτό το αποτέλεσμα όταν σου είναι αδύνατον να κατανοήσεις την αιτία του».

Αποτέλεσμα εικόνας για Απόστολος Γεωργίου καταπίεση

Απόστολος Γεωργίου, Καταπίεση

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Σ’ ένα ποίημά της, με τίτλο «Μεγάλη Πέμπτη», η κορυφαία σήμερα Ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά, γράφει τους παρακάτω σημαδιακούς κατ’ εμέ στίχους: «Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες / συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε / σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν», (Ήχος απομακρύνσεων, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 61). Παίρνοντας αφορμή απ’ αυτούς, τολμώ εδώ να καυτηριάσω όχι, όχι την Ένωση Αθέων που κάθε χρόνο Μεγαλοβδομαδιάτικα και μάλιστα Μεγάλη Παρασκευή οργανώνει τα πάρτι κρεοφαγίας – για την εν λόγω πρακτική βλέπε το ενδιαφέρον  άρθρο της Λήδας Σταμπούλογλου: «Είσαι άθεος; Μη μας πρήζεις», στο: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341391877-44341391877 – δεν με ενδιαφέρει άλλωστε αυτού του είδους η αθεΐα (αυτή άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γραφική, συνεπώς καλό θα ήταν οι εν λόγω αυτοχαρακτηριζόμενοι «άθεοι» να διαβάσουν ολίγον  Φ. Ντοστογιέφσκι για να διαπιστώσουν τι τελικά είναι αθεΐα)· με ενδιαφέρουν όμως όλοι εκείνοι που ενώ λένε ότι τάχαμου είναι χριστιανοί, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, μετά την Ακολουθία του Επιταφίου, κατακλύζουν όλα τα σουβλατζίδικα και του «δίνουν και καταλαβαίνει»· ενώ απ’ την άλλη τους φταίει η Ένωση Αθέων.

Κατά μέρος αυτές τις μεμψιμοιρίες, ίσως πει κανείς, πως τρέφουν την υποκρισία και την αντιδικία. Οφείλω, όμως, να πω πως δεν κακίζω το παραπάνω γεγονός. Απλά βρίσκω λιγάκι (και συγνώμη για τον καυστικό όρο) λίαν κουτοπόνηρη τη στάση πολλών που, και από τη μια και από την άλλη πλευρά (αθέων και χριστιανομαθημένων), κάμουν απλουστευτικές ερμηνείες.

Τέτοια γεγονότα, για όσους τουλάχιστον έχουν το θάρρος να κάμουν αξιόπιστη κριτική, φέρνουν στο προσκήνιο σημαντικές απόψεις που ενώ γράφονται και ακούγονται σε πολλούς εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους, δεν τους δίνουμε την οφειλόμενη σημασία. Κι εννοώ γραφές αγωνίας όπως η παρακάτω, του αγαπητού συναδέλφου Θανάση Ν. Παπαθανασίου, που σ’ ένα από τα πολλά προλογικά του σημειώματα του περιοδικού που διευθύνει, τη Σύναξη, γράφει τα εξής σημαντικά: «η σκοτεινιά αυτή κρατά καιρό στην Ορθόδοξη Εκκλησία και έχει να κάνει με τα εναγώνια ερωτήματα πότε η Εκκλησία είναι ο εαυτός της και πότε μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, πότε όντως λειτουργεί εκκλησιαστικά και πότε γίνεται μια κλειστή σέκτα, πότε οι άνθρωποί της είναι διάκονοι της αγάπης του Χριστού και πότε υπηρέτες της ανομίας», (Σύναξη, τχ. 93, Ιανουάριος – Μάρτιος 2005, σ. 3).

Τέτοια σημειώματα, έρχονται συχνά στο νου μου, ιδιαίτερα ημέρες της κορύφωσης του Θείου Πάθους, εκεί που δρασκελίζοντας το κατώφλι της εκκλησιάς για να προσκυνήσω τον Επιτάφιο, νιώθω να γίνεται το θαύμα, θαύμα εσωτερικό, καθάριο. Θαύμα που σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να το ταυτίσω όχι μόνο με επιστημονικές αναλύσεις και ορθολογισμούς, αυτό είναι το λιγότερο, δεν μπορώ να το ταυτίσω με όλα εκείνα τα αδιάκριτα και διδακτικά λόγια αρκετών ιεροκηρύκων που κάμουν το φιλακόλουθο εκκλησίασμα να παγώνει, να χάνει την κατάνυξή του και να φεύγει από το ναό.

Υ. Γ. Αυτές οι φευγαλέες σκέψεις γράφτηκαν αργά το βράδυ της εφετινής Μεγάλης Παρασκευής.

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιολδάσης Κορυφή του Άθωνα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ, «Κορυφή του Άθωνα», λάδι σε χαρτόνι· 1935

«Λέω μη τάχαμ είναι μεταβίωση / ακόμα και βυζαντινή / μην η ψηφίδα εντός του εκκλησιδιού / που ενώπια ασπρίζει / ή που ολόσωμος ο ασβέστης άγιασε / μην είναι που ασκητεύει αντίκρυ του / γαρουφαλένια δύση / η εσπέρα / η ψύχρα / που η ψαλμουδιά ξεπόρτισε στα θάμνα / ένα με τα σπουργίτια / μην είν’ του Ίακχου τα Πάθη ετούτα ή του Χριστού / και σάστισε ο Απρίλης / μην το κερί, μην το θυμίαμα, το αρχαίο στασίδι / μην η λοξή του απ’ το βημόθυρο / κρύα ματιά του Ταξιάρχη / που ως το καρυόφυλλο η ψυχή μου τρέμει.

Μνήμη που με πονάς / μην είσαι συ η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει / λέω μην του μειόκαινου η καταβολή / το βιός που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα / οι αιώνες, κι είναι μες στους εσπερινούς / που εντός μου η πλημμύρα ανεβαίνει τόση».

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, (1981), «Ώρα δειλινή», στα: Μαχαίρια της Κίρκης, Αθήνα: Κείμενα, σ. 26.

[ΣΧΟΛΙΟ: Η συγκεκριμένη έκδοση είναι ένα κομψοτέχνημα της τυπογραφικής τέχνης].

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΤΕΡΗΣ, Ακρογιάλι· περ. 1930.

«Όλο περισσότερο αρνούμαι

αυξάνοντας το ναι που λέω».

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, (1991), Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα: Στιγμή, σ. 61.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πολύκλειτος Ρέγκος Αλέα

ΠΟΛΥΚΛΕΙΤΟΣ ΡΕΓΚΟΣ, Αλέα· (1964)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Τέλειες μέρες / Τέλειο δείλι / Ροβολούν οι πλαγιές γελαστές / Σ το παράκτιο μπαράκι οι φίλοι / Ανταμώνουν: /Ζυγώνουν γιορτές.

Μα που είν’ η Γκρέτα; / Η Κατερίνα; / Πως μακραίνουν της λίστας αυτής / Οι απόντες; / Μα που είν’ ο Ηλίας;» / Και ο Πανάγος και ο Μοσκώφ μου ο Κωστής;»

Διονύσης Σαββόπουλος, Ο Χρονοποιός.

Καλοκαίρι ήταν (29 Ιουνίου 1998) όταν «έφυγε» ο Κωστής Μοσκώφ. Αν κι από τότε έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια, πολλοί είναι οι μελετητές που συνεχίζουν να αξιολογούν και να ερμηνεύουν το έργο του. Κι αυτό γίνεται διότι η πνευματική φιγούρα του Κωστή Μοσκώφ, του Θεσσαλονικιού κι Αλεξανδρινού συνάμα, του διανοούμενου κι οραματιστή, του ποιητή κι ιστορικού, του εραστή της καθ’ ημάς Ανατολής, παραμένει ακόμη ζωντανή σ΄ όποιον ως τρόπο ζωής κατανοεί την κληρονομιά του ελληνορθόδοξου πολιτισμού.

Γόνος εύπορης οικογένειας ο Κωστής Μοσκώφ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1939 από πατέρα καπνέμπορο από τον Πόντο, τον Ηρακλή Μοσκώφ και μητέρα Ιταλίδα, την Αμίνα Αριγκόνι, κι αυτή γόνο της οικογένειας του αρχιτέκτονα κόντε Πιέρο ντ΄ Αριγκόνι, που καταγόταν από τους Ισπανοεβραίους της Αραγονίας. Με ανώτατες σπουδές σε Ελλάδα και Γαλλία, ο Κωστής Μοσκώφ υπήρξε ένας από τους πιο ρηξικέλευθους ιδεολόγους μαρξιστές που γνώρισε η Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα. Δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία της Αιγύπτου, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Δίκαια τον χαρακτήρισαν «φορέα» του ελληνικού πολιτισμού στον αραβικό κόσμο και γενικότερα στη Μέση Ανατολή.

Ιδιαίτερος ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Κωστής Μοσκώφ αποτίμησε την Ορθοδοξία, παρότι του κολλήσανε τη ρετσινιά του «νεορθόδοξου». Την αγκάλιασε με σεβασμό, με το προφητικό και το μαρτυρικό της συνάμα στοιχείο, «το πριν το σώμα» των Ελλήνων μαρξιστών όπως ο ίδιος έλεγε. Η στροφή του αυτή, αν και κατά τη δεκαετία του ’80 με τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο, εξέπληξε τον κόσμο της Αριστεράς, στηρίζονταν σε μια βασική αρχή: στον ελληνοκεντρισμό του, ο οποίος παρέμεινε ανοιχτός στον «Άλλο», στους άλλους, τους λαούς δηλαδή και τις εθνότητες της καθ’ ημάς Ανατολής, μακριά βέβαια από τους συνήθεις εθνικιστικούς τόνους. Γι’ αυτό ως μορφωτικός ακόλουθος έκαμε πράξη τη σύζευξη της ελληνικότητας με τις πολιτιστικές παραδόσεις των λαών της Μέσης Ανατολής.

Το διεισδυτικό συγγραφικό του έργο αποτελεί σπάνια παρακαταθήκη έναντι της σημερινής χαοτικής και εκβαρβαρισμένης «ελληνικότητας». Μελετώντας το κανείς αισθάνεται το μεθυστικό άρωμα που αποπνέει η οικουμενική ρωμηοσύνη. Αποκομίζει μια βαθιά μυσταγωγία για το αληθεύειν και κοινωνείν της κληρονομιάς της. Σπάει τα ερέβη του ορθολογιστικού υπάρχειν και κυοφορεί το θαύμα της εκθαμβωτικής παρουσίας του Προσώπου, πληρέστερα θεμελιώνουν στο λόγο της παράδοσης κι όχι στα άσαρκα ιδεολογήματα, που κατά καιρούς μας έρχονται από λογής – λογής γραικύλους και «προοδευτικούς» γραφιάδες. Μιας παράδοσης που ο αξέχαστος Ζήσιμος Λορεντζάτος στις Ρωμιές του νοηματοδοτεί με τα εξής ρωμαλέα λόγια: «στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση… Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μονάχα η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες».

Ετούτος το λόγος βγαίνει ατόφιος, πεντακάθαρος και στον Κωστή Μοσκώφ, που στο τελευταίο βιβλίο του: Η Σάρκα Σου Όλη μας υπενθυμίζει: «το Σώμα μας ως πρόσωπο, δηλαδή ολότητα. Το Σώμα μας ως σάρκα της ιστορίας, τόπος. Πήραν τα παραθαλάσσια – Μακεδονία και Θράκη. Κατασπαράχθηκε πρόσκαιρα έστω το Σώμα των σύνοικων λαών. Και θριαμβολογούμε οι ανόητοι με θούρια εκκωφαντικά. Απολησμόνησαν πως η δύναμη του ανθρώπου αυτής της γης είναι ο διάλογος ανάμεσα στους λαούς της – μυστικός Έρωτας. Έρωτας με τους καβγάδες και τις αγάπες του. Πήραν τα κομμάτια τους, αλλά χάσαν το Σώμα ολόκληρο. Χάσαν την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο, την ίδια τη Βασιλεύουσα. Ξέχασαν το κήρυγμα του Ρήγα, πως ο Δεσπότης είναι ο Οθωμανός – αυτόν πρέπει να κυνηγάνε. Και έτσι, αντίτιμο της μεγάλης Ύβρεως, αντίτιμο του να θέλουμε την Κόκκινη Μηλιά, βρεθήκαμε πίσω στον Έβρο. Και παραλίγο μετά από εκατό χρόνια, να βρεθούμε πίσω στη Μελούνα και στον Όλυμπο».

Ο Κωστής Μοσκώφ πάνω σ’ αυτήν την υπόσταση της ελληνορθοδοξίας υπήρξε μυσταγωγός μιας παράδοσης κινούμενης σε αγιοπατερικό κοινωνικό πλαίσιο. Άνθρωπος της σπουδής, της μυστικιστικής αφής και της φωταψίας. Δεν θα τον ξεχώριζα από τον Ν. Γ. Πεντζίκη, τον Γ. Βαφόπουλο, τον Γ. Ιωάννου. Σ’ ολάκερο το έργο του πιστεύω ό,τι τίθενται αμείλικτα τα παρακάτω ερωτήματα. Εξακολουθεί να είναι πονεμένη η ρωμηοσύνη; Επιβιώνει στο υποσυνείδητο μας; Ή μήπως την καταντήσαμε κι αυτή, όπως τόσα άλλα που παραπέμπουν στις πηγές και τις ρίζες μας φολκ κλορ; Γιατί σ’ ότι αφορά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα και αυτοσυνειδησία, μας κατατρέχει πάντοτε το σύνδρομο της απολογητικής, αυτό δηλαδή που μας κάμει συνεχώς να διατρανώνουμε την πιστότητά μας σ’ αυτή; Είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσουμε, όχι το ποιοι και τι είμαστε, όσο να πραγματώσουμε μέσα μας αυτό που όντως είμαστε; Την πινδαρική δηλαδή προτροπή του «μάθε και γίνε αυτό που είσαι», με έμφαση στο γίγνεσθαι παρά στο μανθάνειν;

Περαίνοντας ετούτη την επιφυλλίδα επιθυμώ να τονίσω αυτό που παραπάνω κατέγραψα ως «νεορθοδοξία». Όσοι ομιλούν γι’ αυτήν, είναι νομίζω προφανές, ότι μπροστά στο κάλλος της Ορθοδοξίας καταδεικνύουν την ανεπάρκειά τους. Ο αξέχαστος Π. Νέλλας, ο Χρ. Γιανναράς, ο Κ. Ζουράρις, ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, ο Σεβ. Περγάμου Ιωάννης, ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης και ο Κ. Μοσκώφ, στην κυριολεξία δεν αρθρώνουν κανένα διαφορετικό λόγο απ’ αυτό που αιώνες τώρα κομίζει η Ορθοδοξία. Οι υπέρμαχοι αυτού του όρου οδηγούνται σε μυθοπλασία, παραβλέποντας τη δυναμική της Ορθοδοξίας, που επιγραμματικά θα μπορούσε να εστιαστεί στα εξής: τη βιωματική σχέση μας με την βυζαντινή και μεταβυζαντινή κληρονομιά. Και την αντίστασή μας σ’ ότι παραπλανητικό, ανέραστο και πιετιστικό μας κληροδότησε η Δύση. Είναι καιρός πια να κατανοήσουμε ότι η ταυτότητα της ελληνορθοδοξίας και της ρωμηοσύνης, σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην τραγελαφική θεώρηση περί ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1972, «Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα – Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου στην Ελλάδα».

1978, «Εισαγωγικά στο κίνημα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Η κοινωνική συνείδηση στην ποίηση της Θεσσαλονίκης», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Θεσσαλονίκη 1700-1912. Τομή της μεταπρατικής πόλης», (Στοχαστής).

1979, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια Ι, (Εξάντας).

1983, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια ΙΙ, (Καστανιώτης).

1984, «Λαϊκισμός και Πρωτοπορία» Δοκίμια ΙΙΙ, (Καστανιώτης).

1985, «Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα», (Καστανιώτης).

1987, «Η διοργάνωση του επαναστατικού μας ονείρου», (Καστανιώτης).

1993, «Αραβική ποίηση – 20ος αιώνας», (Καστανιώτης).

1995, «Εβραϊκή ποίηση», (Καστανιώτης).

1997, «Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας», (Ιανός).

1998, «Η Σάρκα σου Όλη», (Εξάντας).

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

«Γεωγραφία», (γεωγραφική καταγραφή της ελλαδικής ενδοχώρας).

«Ο Αμνός του Κυρίου», (μυθιστορία).