Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο κ. Μπαμπινιώτης στο άρθρο του της περασμένης Κυριακής –«Γλωσσική ακηδία, ένα μείζον θέμα»– περιορίστηκε στο ζήτημα της χρήσης ξένων λέξεων. Προσωπικά, δεν έχω αντίρρηση στις ελληνοποιήσεις, αρκεί να μη σου βγάζουν το μάτι με την επιτήδευσή τους. Προτιμώ να χρησιμοποιώ τη λέξη διαδίκτυο αντί για ιντερνέτ, για παράδειγμα, λέξη που τη χρωστάμε στον κ. Μπαμπινιώτη. Το θέμα, όμως, δεν είναι εκεί.

Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους δύο αιώνες του νεοελληνικού κράτους για γλωσσική «ακηδία». Αντιθέτως· ήταν τέτοιο το ενδιαφέρον μας για τους τύπους της γλώσσας, που ώς και νεκρούς είχαμε. Μπορεί να πέφτω έξω, αλλά δεν ξέρω άλλο ευρωπαϊκό έθνος που να επιδόθηκε με τέτοιο πείσμα σε γλωσσικό εμφύλιο όπως εμείς με την καθαρεύουσα και τη δημοτική. Μόνο για ακηδία δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον Μιστριώτη. Όμως πόση ζημιά έκανε στην καθαρεύουσα και κατ’ επέκταση στα ελληνικά; Ο Συκουτρής αποκαλούσε τον Παναγή Λορεντζάτο «Μιστριώτη της δημοτικής». Εννοούσε πολύ απλά ότι το ζήτημα δεν είναι η δημοτική ή η καθαρεύουσα. Το ζήτημα είναι οι τυπολάτρες που τις υπηρετούν. Η ρυθμιστική τυπολατρία που στεγνώνει τη γλώσσα απ’ τους χυμούς του αισθητηρίου και του αισθήματος. Όπως έλεγε και πάλι ο Συκουτρής: Ο 19ος αιώνας έβγαλε φιλολόγους. Φιλόσοφους δεν έβγαλε. Παραφράζοντάς τον να πω: Λεξικά έχουμε. Τη γλώσσα ψάχνουμε.

Πρόσφατο παράδειγμα. Μια βουλευτής η οποία αποκάλεσε τον κ. Μητσοτάκη «επιδειξία» ενώ ήθελε να τον αποκαλέσει «επιδειξιομανή». Το λεξικό Μπαμπινιώτη, όπως και το λεξικό Δημητράκου τις δίνουν συνώνυμες. Το «Χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας» ξεχωρίζει τον επιδειξία ως ψυχιατρικό όρο, που σημαίνει όποιον αρέσκεται να επιδεικνύει τα όργανά του. Πέρα από τα λεξικά, όμως, υπάρχει και το γλωσσικό αισθητήριο. Αυτό που σου επιτρέπει να διαχωρίζεις τον έναν από τον άλλο. Και οι δύο μπορεί να φορούν «γκαμπαρντίνα». Ο επιδειξιομανής τη φοράει για να επιδείξει την κομψότητά του – κάτι ευγενές και μάλλον συμπαθές. Ο επιδειξίας για να επιδείξει ό,τι κρύβεται μέσα της – κάτι αγενές και σαφώς απεχθές. Ε ναι, οι λέξεις δημιουργούν αίσθημα.

Στο λεξικό Μπαμπινιώτη, στη λέξη «φιλέλληνας» αναφέρονται οι σημασίες της. Στο τέλος υπάρχει το σχόλιο που δίνει παράδειγμα λέξεων οι οποίες σχηματίζονται με τον ίδιο τρόπο. Εκεί βλέπουμε τη λέξη «φιλόζωος». Θα μπορούσε να γράψει «φιλότεχνος», «φιλόμουσος» ή «φιλανθής», όμως έγραψε «φιλόζωος». Όσο και αν βιάζεσαι, την ώρα που το γράφεις κάτι σε τσιμπάει. Ε ναι, οι λέξεις δημιουργούν αίσθημα.

Το γλωσσικό αίσθημα μπορεί να είναι άυλη αξία, όμως δεν είναι μεταφυσική. Είναι του κόσμου τούτου. Δημιουργείται και καλλιεργείται από τα έργα των ανθρώπων, τη σκέψη τους και την ευαισθησία τους. Τράπεζά του είναι η λογοτεχνία. Με την ευρεία σημασία της. Όχι μόνον η ποίηση ή η πεζογραφία, αλλά και η ιστορία, η φιλοσοφία, οι επιστήμες, η πολιτική ή η δημοσιογραφία. Τα ελληνικά δεν κινδυνεύουν απ’ το lockdown, το kickboxing ή το τένις, που έχει αντικαταστήσει την αντισφαίριση της εφηβείας μου. Τα ελληνικά κινδυνεύουν από την απονέκρωση των αισθητηρίων τους οργάνων.

Και για την απονέκρωση αυτή ευθύνεται κατά μείζονα λόγο η εκπαίδευση. Διδάσκονται ως άχθος αρούρης. Σαν ένα σύνολο από κανόνες που ρυθμίζουν τη χρήση τους. Από τον Κοραή ώς σήμερα αφορίζουμε για τους κανόνες, αλλά δεν αναρωτιόμαστε για τη χρήση τους. Πώς θα πείσουμε το Ελληνόπουλο ότι χρειάζεται να μάθει ελληνικά όχι μόνον επειδή είναι υποχρέωσή του, αλλά επειδή μπορεί να απολαύσει και κείμενα και σκέψεις για τον εαυτό του και τον κόσμο;

Ο κ. Μπαμπινιώτης έχει καθιερωθεί ως ο λαϊκός ηγέτης της ελληνικής γλώσσας. Φτιάχνει λέξεις, φτιάχνει ορθογραφία και ορίζει δασμούς εισαγωγής. Τα λεξικά του θεωρούνται εργαλείο εκ των ων ουκ άνευ για τους εκπαιδευτικούς. Τους προσφέρει σαφείς οδηγίες συναρμολόγησης για τις εκθέσεις ιδεών. Επιτίθεται στο «Χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας» διότι θεωρεί ότι το δικό του έργο έχει κλείσει οριστικά και διά παντός το θέμα.

Η γλώσσα μας έζησε έναν εμφύλιο κοντά δύο αιώνων για να αποφασίσει για την τρίτη κλίση και το απαρέμφατο. Οι τύποι της γλώσσας είναι σημαντικότεροι απ’ την ίδια τη γλώσσα. Και πού βρίσκεται η γλώσσα πέρα από τους τύπους της; Την απάντηση τη δίνει ο Ελύτης: «Όπου κι αν βρίσκεστε αδελφοί μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».

Ο Μπαμπινιώτης εξαντλεί το κύρος του για να επαναφέρει τη φροντίδα στους τύπους. Ως ταλαντούχος λαϊκός ηγέτης, ξέρει ότι απευθύνεται σε όσους έχουν χάσει το γλωσσικό τους αίσθημα. Και τους ρίχνει σωσίβια. Δεν χρειάζεται να διαβάσεις Παπαδιαμάντη όταν έχεις στο γραφείο σου Μπαμπινιώτη.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η «Παναγιά της Νίκης». Η διάσημη εικόνα που ζωγράφισε ο Γιάννης Τσαρούχης μετά το όραμα ενός στρατιώτη στο μέτωπο. Τι απέγινε το εκκλησάκι που χτίστηκε στο σημείο με έρανο του στρατεύματος. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου δεν ήταν λίγοι οι στρατιώτες που ανέφεραν ότι σε δύσκολες στιγμές στο μέτωπο, αναζήτησαν στήριγμα στο θεό και προσευχήθηκαν στην Παναγία για να τους προστατεύσει.  Κάποιοι από αυτούς που βρέθηκαν σε μεγάλη δοκιμασία, ανέφεραν ότι είχαν δει ακόμα και οράματα με την μορφή της Παναγίας. Η διήγησή τους εκείνες τις δύσκολες ώρες του πολέμου, διαδόθηκαν σαν αστραπή μέσα στο στράτευμα. Μία τέτοια αναφορά έγινε η αφορμή για να εμπνευστεί και να ζωγραφίσει ο Γιάννης Τσαρούχης την περίφημη «Παναγία της Νίκης».

Η ιστορία του εικονίσματος ξεκίνησε όταν ένας στρατιώτης έγραψε αναφορά στο στρατηγό Κατσιμήτρο για το όραμά του  Ο ανθυπασπιστής Νίκος Γκάτζαρος είχε βγει για ένα περίπατο και περιγράφει την ασυνήθιστη εικόνα που αντίκρισε: «ο αήρ είχε πάψει να φυσά, ο ουρανός ήταν αστεροειδής και κατά την επιστροφή, ούτε 10 βήματα δεν είχε κάνει, του εμφανίζεται και του κόβει το δρόμο μια γυνή μαυροφόρα, έχουσα σεμνή την εμφάνισή της». Το πρόσωπο της διακρινόταν στο ημίφως. Εκείνος αιφνιδιάστηκε από το θέαμα και έπεσε στα γόνατα στο έδαφος. Πήγε να την ασπαστεί, ενώ τα μάτια του ήταν συγκινημένα, τα πόδια και τα χέρια του έτρεμαν. Τότε άκουσε φωνές:  «Είμαι η Παναγία. Μη φόβισε παιδί μου. Εγώ ενεμφανίσθη να σου είπω τρεις λόγους. Τους οποίους να μη λησμονήσεις». Του είπε ότι πρώτον η Ελλάδα θα βγει νικηφόρα από τον πόλεμο, δεύτερον ότι ο πόλεμος κηρύχθηκε εναντίον της Ελλάδος για να γνωρίσει ο κόσμος ότι αφορμή είναι η απομάκρυνσή του από την χριστιανική θρησκεία και τρίτον ότι το δίκαιο πάντα υπερισχύει της βίας. Ο Κατσιμήτρος μόλις έμαθε για την αναφορά του στρατιώτη έδωσε εντολή να βρεθεί ζωγράφος. Ο Τσαρούχης ζωγράφισε τη εικόνα. Αρχικά ο ανθυπασπιστής ανέφερε ότι πέρασε την παρουσία για κάποια Αλβανή κατάσκοπο και ύψωσε το ρεβόλβερ του για να την πυροβολήσει, όμως τότε η γυναίκα ύψωσε την παλάμη της και του είπε: «Μη χτυπάς, έχω να σου πω κάτι: τη Λαμπρή θα είσαστε σπίτι σας». Ο στρατιώτης κατευθύνθηκε προς τη σκηνή του, το αναφέρει στον στρατηγό Κατσιμήτρο και ο ανθυπασπιστής Νίκος Γκάτζαρος διέταξε αμέσως να γίνει έρανος γιατί θεώρησε ότι στο σημείο που εμφανίστηκε η Παναγία της θα πρέπει να γίνει μικρός ναός.

Η ιστορία του στρατιώτη διαδόθηκε γρήγορα στο στράτευμα. Ένας λοχαγός φώναξε κάποιον φαντάρο που ήξερε να ζωγραφίζει. Ήθελε μια εικόνα που θα κοσμούσε το εκκλησάκι που θα χτιζόταν στο Γκολέμι. Εκεί, δηλαδή που ο ανθυπασπιστής ανέφερε, ότι είχε δει την Παναγία. Ο στρατιώτης που ζωγράφισε την εικόνα, ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο οποίος στρατεύθηκε το 1939 και υπηρέτησε στο Κούτσι, στην Αλβανία. «Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού», αφηγήθηκε ο Τσαρούχης στο βιβλίο «Μαρτυρίες ’40-’41» του Κ. Χατζηπατέρα. Καμβά για να ζωγραφίσει δεν είχε και έψαχνε να βρει απεγνωσμένα. Σε γράμμα του, μαρτυρεί ο ίδιος, βρήκε ένα καπάκι από ένα κιβώτιο ρέγκας, το οποίο μύριζε έντονα. Πάνω σε αυτό ζωγράφισε την περίφημη «Παναγιά της Νίκης». Ως πρότυπο είχε μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια. Η εικόνα παρίστανε την Παναγία με το Χριστό και στο κάτω μέρος τα θαύματά της. Αριστερά έδειχνε τον ανθυπασπιστή που πάει να πυροβολήσει την Παναγία και δεξιά τους στρατιώτες που χτίζουν το εκκλησάκι. Επειδή ο λοχαγός έμενε μακριά από το σημείο που ο Τσαρούχης ζωγράφισε την εικόνα έστειλε ένα μοτοσικλετιστή για να τον παραλάβει και να πάρει την εικόνα. Το έργο είχε ήδη αποκτήσει φήμη θαυματουργής εικόνας.

Η μαρτυρία του Τσαρούχη: «Καθώς πηγαίναμε προς τον διοικητή, έφραξαν σχεδόν τον δρόμο Έλληνες στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί κι είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει την φήμη θαυματουργής εικόνας και οι στρατιώτες οι Αρτινοί, σε έξαλλη θρησκευτική έκσταση, απαιτούσαν η θαυματουργή εικόνα να μείνει ένα βράδυ τουλάχιστον στην κατασκήνωσή τους. Άκουγες φωνές, από παντού. Όλοι οι στρατιώτες φωνάζανε: «Η Παρθένα, η Παρθένα. Να την αφήσετε μια βραδιά». Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός, δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη με ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. «Βρε συνάδελφε», μου είπε ένας, «βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;»

Το συνολικό ποσό που συγκεντρώθηκε από τον έρανο υπολογίστηκε γύρω στις 800 χιλιάδες δραχμές, ένα τεράστιο ποσό αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τα οικονομικά δεδομένα των στρατιωτών του μετώπου. Η εκκλησία χτίστηκε στο Γκολεμί, στο σημείο που ο στρατιώτης είδε το όραμα με την Παναγία, η οποία όπως έχουν καταθέσει μάρτυρες καταστράφηκε επί Χότζα. H αρχική φωτογραφία  επιχρωματίστηκε από τον Χρήστο Καπλάνη και δημοσιεύτηκε στη σελίδα  Past in Color. Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από την βιογραφία του Τσαρούχη «Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

ΠΗΓΗ
ΜΗΧΑΝΗ του ΧΡΟΝΟΥ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Μέρες κορονοϊού, με το «Μένουμε Σπίτι», πέραν της προσφοράς διαδικτυακών διδακτικών αγαθών προς τους μαθητές μου – ας μην ξεχνάμε «το μεν εργάζεσαθι αγαθόν το δε αργείν κακόν» του Ξενοφώντα ή, «η εργασία είναι προσευχή» του ιερού Αυγουστίνου – βρήκα το χρόνο και εντρύφησα στο αρκετά μεγάλο αρχείο περιοδικών που έχω. Τύχη αγαθή έπεσα σ’ ένα τεύχος τού παλαιού καλού περιοδικού Ρεύματα, όπου ανακάλυψα ένα τρισέλιδο διήγημα αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη. Κι επειδή εδώ και δυο ημέρες ο Ποιητής έρχεται και ξανάρχεται στο προσκήνιο, λόγω των 24 χρόνων από το θάνατό του (18/3/1996 – 18/3/2020), με αγάπη το μοιράζομαι με τους αναγνώστες μου.



Λήψη αρχείου

«Εξαποθρησκευμένος ο χώρος όπου ακεραιώνεται η τελειότητα, θα μπορούσε να ονομασθεί Παράδεισος. Με την ίδια έννοια που η μεταξύ τιμονιέρη και Ικτίνου ακριβής στιγμή θα μπορούσε να ονομασθεί δικαιοσύνη».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, (1998), Εκ του πλησίον, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 20.

«Δυστυχώς, οι άνθρωποι αποκτούν εύκολα μεγάλη παιδεία και σε ό,τι απαιτείται μονάχα εγκέφαλος, διαπρέπουν. Σε ό,τι όμως απαιτείται να μετέχουνε οι αισθήσεις, υπνώττουν. Τα αισθητήριά τους, σε κατάσταση μονίμου υποθερμίας, αδυνατούν να μετατρέψουν την πηγή του ερεθισμού σε είδωλο που να καθρεφτίζεται κατ’ αναλογίαν μέσα στο πνεύμα. Εξ΄ ου και ο περίφημος διανοητισμός της εποχής μας· που αποκόπτει ένα ένα όσα νήματα μας συνοδεύουν με την άμεση ζωή και μας καταδικάζει σε πείνα θερμής αγκαλιάς και αληθινών δακρύων».

«Τι σόι ποιητική μπορεί να είναι η ζωή σου όταν και το κορίτσι που φίλησες και το σκοτεινό δρομάκι όπου το φίλησες και τη μουσική που σου ερχότανε από μακριά όταν το φίλησες, πρέπει να ψάξεις για να τα βρεις μέσα στα λεξικά».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (2005). Ιδιωτική Οδός. Αθήνα: Ύψιλον, σσ. 66-68.

Αποτέλεσμα εικόνας για οδυσσεάς Ελύτης ζωγραφικά εργα

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Τα βότσαλα»· 1988

IX

«Εχθές έχωσα κάτω απ’ την άμμο το χέρι μου κι έπιασα το δικό της. Όλο το απόγευμα ύστερα τα γεράνια με κοίταζαν απ’ τις αυλές με νόημα. Οι βάρκες, οι τραβηγμένες έξω στη στεριά, πήρανε κάτι γνώριμο, οικείο. Και το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλαρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε»

Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθένα από μας κι από μια ξεχωριστή, αναντικατάστατη αίσθηση, που αν δεν τη βρει να την απομονώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που νάν τη γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. (1996). Ο Μικρός Ναυτίλος. Αθήνα: Ίκαρος, σ. 52.

Αποτέλεσμα εικόνας για Προμετωπίδα Γεράσιμου Στέρη

Προμετωπίδα Γεράσιμου Στέρη

«Το φως της λαμπάδας που άναψε αυτός ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού, φτάνοντας μία μέρα στη Βασιλεύουσα μ’ ένα τυλιχτάρι κάτω από τη μασχάλη, για να κλειστεί σ’ ένα καμαράκι και να γράψει εκατοντάδες ποιήματα, δεν ομολογεί απλώς πίστη και αφοσίωση στην εκκλησία του Χριστού· καίει και θρέφεται από μια παράδοση που δεν είχε ίσως κανένα πλέον αντίκρισμα στον απέραντο ελληνόφωνο πληθυσμό (ηττημένη καθώς ήτανε από τον μονοθεϊσμό και τις νέες ανθρωπιστικές αξίες), κρατιότανε όμως γερά, σαν τρόπος εκφραστικός, αγκιστρωμένη από τη γλώσσα κι έτοιμη, μεσ’ απ’ αυτήν, να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, για να κατισχύσει με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που ο φορέας της είχε, ειρηνικά κι εκείνος, πετύχει να βρεθεί, από υποτελής, κυρίαρχος και ιδρυτής μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας. Οι μυστικές πνευματικές δυνάμεις καθώς βλέπουμε, ακολουθούν κάποτε τη μοίρα των πολιτικών ή το αντίστροφο που σημαίνει ότι, σ’ ένα βάθος απώτατο και οι δύο τους βρίσκονται σε συνεχή συνάρτηση […]

[…] Διάκονος ήταν και, καθώς φαίνεται, διάκονος έμεινε ως τέλος της ζωής του ο Ρωμανός· με τόσες πτυχές στην ιδιωτική του ζωή όσες και στο φτωχό του ράσο. Είναι αυτό ένα μεγαλείο που, ανεξάρτητα εντελώς από κάθε ηθική, χριστιανική ή άλλη, μας βοηθεί να βλέπουμε τους δημιουργούς μέσα στη μόνωσή τους και να τους παρακολουθούμε στον αγώνα τους για μιάν αφιλόκερδη αποτίμηση της ζωής και των αξιών που περικλείνει.

Εκεί, σ’ ένα κελί του ναού της Θεοτόκου της εν τοις Κύρου, τον φαντάζομαι κι εκείνον να βαδίζει επάνω κάτω μια ζωή ολόκληρη, παλεύοντας με τις λέξεις· όπως ο Σολωμός, και ας ήταν ένα κόμης· όπως ο Παλαμάς, κι ας ήταν ένας γραμματικός. Δεν γίνεται αλλιώς η ποίηση. Κακομαθημένοι στις μέρες μας, προσπαθούμε να γεμίσουμε τα βιογραφικά κενά με υποθέσεις: «αδύνατον ένας ποιητής με τόση φήμη και με την εύνοια επιπλέον του Ιουστινιανού να μην είχε καταλάβει ύπατα αξιώματα». Λησμονούμε ότι για μερικούς ανθρώπους η συγγραφή δεν είναι φιλοδοξία· είναι ύψιστη αποστολή»[…]

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Ρωμανός ο Μελωδός» στο: Εν Λευκώ, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1995, 35, 54-55.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΗ  ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ένα ξεχωριστό βιβλίο για τον Ρωμανό είναι αυτό του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Ρωμανού του Μελωδού Τρεις Ύμνοι, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, το οποίο βραβεύτηκε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας.

«Τί δηλοί ο μύθος; Θ΄ απαντήσω. Πρώτον· εμπιστοσύνη στο φωτάκι· που παρακάμπτει με άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον· ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμιά σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον· ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν «καθένας όπως νιώθει» εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ’ έναν φ α ι ν ο μ ε ν ι κ ά (επιμένω στο όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Έτσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται».

Ιδιωτική Οδός, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1990, 23-24.