Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ· πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου

Μπορεί να συναγάγει κανείς ότι, σε μία τέτοια κρίση με πολυσήμαντες διαστάσεις, όπως αυτή που έφερε η επιδημία την οποία επικαλείται η πολιτική ηγεσία -και βεβαίως πολύ σωστά- για να ζητήσει τη συλλογική μας ευθύνη και συστράτευση, αντιφάσκει με τα μηνύματα που μας εξέπεμψε με την αφορμή της 25ης Μαρτίου που ήταν πολύ διχαστικά. Και αυτό μου προκαλεί μία σημαντική απορία. Πρώτα πρώτα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν διχαστικό πολιτικό λόγο που εστιάζεται σε αυτό που θα έπρεπε να ενώνει τους Έλληνες (όπως και οποιονδήποτε άλλο λαό), δηλαδή στην πολιτισμική του συνοχή και στην ιστορικότητά της. Επιπλέον δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μόνο από τους πολιτειακούς παράγοντες. Πρόκειται για μία ομοβροντία διχαστικών λόγων από την πολιτειακή ηγεσία, την κυβέρνηση, την προεδρία και την αντιπολίτευση. Η κυρία Σακελαροπούλου ως πρόεδρος, στον πρώτο της δημόσιο λόγο, μας μίλησε για έναν «νέο πατριωτισμό». Πώς τον αντιλαμβάνεται; Τι ενοχλεί άραγε από τον «παλαιό πατριωτισμό» και τι περιέχει άραγε ο νέος; Να υποθέσω ότι στον «νέο πατριωτισμό» περιλαμβάνεται και η ψήφο της που απάλλαξε τον κύριο Παπακωνσταντίνου για μία καίριας σημασίας υπόθεση που αφορούσε το δημόσιο συμφέρον; Και ποιο ρώτησε αλήθεια για να εξαγγείλει την αναθεώρηση του πατριωτικού προτάγματος της κοινωνίας; Είναι υπεράνω του νόμου κατά το Σύνταγμα. Να υποθέσω ότι είναι και υπεράνω του λαού;  Ο κύριος πρωθυπουργός, από την πλευρά του, ο οποίος δικαίως εξελέγη διότι εφέρετο να εκφράζει και νομίζω με πολιτισμικό πρόσημο σημαντικά διαφορετικό από εκείνο του κυρίου Τσίπρα, μια διαφορετική οπτική του εθνικού συμφέροντος, διαπιστώνεται ότι σε ένα καίριο ζήτημα όπως η εθνική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, συμπίπτει απολύτως με τον πρώην πρωθυπουργό; Πώς θα διακριθεί λοιπόν ο πολιτικός του λόγος όταν ταυτίζεται σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά την ιστορική περιέργεια αλλά τον πυρήνα της οπτικής του για το μέλλον της χώρας; Το να αναγνωρίσει κανείς ότι υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος και ως εκ τούτου το έθνος συγκρότησε το νεοελληνικό κράτος, ή, αντιθέτως, ότι το κράτος συγκρότησε το έθνος γιατί δεν υπήρχε πριν ελληνικό έθνος αλλά μόνο ελληνόφωνοι, έχει τεράστια σημασία για το σήμερα. Πέραν αυτού αυτοί που διακονούν τα μηρυκάσματα αυτά πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί επαναστάτησαν οι Έλληνες αφού δεν είχαν έθνος και κατ’επέκταση συνείδηση συλλογικής ελευθερίας. Δεν επαναστατεί κανείς ξέρετε, για να αλλάξει το σημείο του… καφενέ. Δεν του αρέσει στην μία πλευρά και θέλει να πάει στην άλλη. Επαναστατεί κανείς για μείζονα ζητήματα. Και, όλοι αυτοί που αρνούνται την εθνική αιτία της επανάστασης όφειλαν να γνωρίζουν ότι χύθηκε πολύ αίμα στο όνομα του έθνους της κοινωνίας. Το ερώτημα λοιπόν, έχει διπλή τεράστια σημασία. Πρώτα πρώτα, είναι ανεπίτρεπτο να το λέει κανείς, στο μέτρο που αυτή καθεαυτή η άποψη αυτή συνιστά λογοκρισία έναντι των ιστορικών πηγών που δεν παύουν διαχρονικά να διακηρύσσουν την εθνική ταυτότητα και την βούληση του συνόλου των Ελλήνων για ελευθερία. Να υποθέσω άραγε ότι όλες οι διακηρύξεις οι σχετικές με την επανάσταση αναφέρονται στο έθνος και στον πόθο της απελευθέρωσης; Επιπλέον η διατύπωση ότι το 1821 «συγκροτήσαμε έθνος» είναι ανεπίτρεπτη ως διχαστική αφού η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και των πνευματικών του ταγών αποδέχονται ότι οι Έλληνες προεπαναστατικά συγκροτούσαν έθνος και επαναστάτησαν για να συγκροτήσουν κράτος. Από πού αντλεί το δικαίωμα ο πρωθυπουργός της χώρας να έρθει αντιμέτωπος, να προσβάλει ουσιαστικά τον ελληνικό λαό και τις κληρονομιές του. Και για ποιο λόγο το έπραξε άραγε αυτό; Μήπως δεν γνωρίζει έστω ότι το ζήτημα αυτό δίχασε επί μακρόν τα τελευταία χρόνια τον ελληνικό κόσμο καθώς η επιλογή της μιας ή τη άλλης άποψης εμπεριείχε κρίσιμες επιλογές για το μέλλον της χώρας; Αν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οφείλετο στην άγνοια του πρωθυπουργού. Προφανώς δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ιστορία, είναι υποχρεωμένος όμως να διαλέγεται με την ιστορία. Είναι υποχρεωμένος να διαλέγεται με τους πραγματικούς δημιουργούς της ιστορίας και όχι να συντάσσεται με το μέρος μιας μειοψηφικής μερίδας ιδεολόγων της ιστορίας η οποία κατά έναν περίεργο, για όσους δεν γνωρίζουν, τρόπο μολονότι μειοψηφία, περιφέρεται με όλες τις καταστάσεις στην περίμετρο της εξουσίας. Το να εκφέρεις τον λόγο της ως πρωθυπουργός σημαίνει ότι αποδέχεσαι και το διατακτικό της το οποίο είναι γνωστό στους παρεπιδημούντες στη χώρα αυτή ποια θέση της επιφυλάσσει ή με πόση σφοδρότητα αντιμάχεται την ελληνική κοινωνία. Είναι κρίσιμες οι μέρες που περνάει η χώρα για να προσεγγίζει με αυτόν τον ακραίο διχαστικό και οπωσδήποτε ανεπίτρεπτο εξ επόψεως σκοπούμενης πολιτικής λόγο. Όπως είπα, εάν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να έχει διαφύγει της προσοχής. Σε ό,τι με αφορά ωστόσο δεν περιήλθε στην αντίληψή μου μια διάψευση εκ μέρους του πρωθυπουργού ή του περιβάλλοντός του. Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι εγγράφεται σε έναν συνδυασμό παραδοχών του ιδίου, που κορυφαία αποτελεί η απόφασή του να συγκροτήσει την επιτροπή για τον εορτασμό της 200σιοστής επετείου από την επανάσταση με γνώμονα την αρχή της ενιαίας σκέψης. Η οποία κατά σύμπτωση δεν κρύβει ότι διακονεί με όρους ενιαίας σκέψης μηρικασμούς ιδεολογικών σκοπιμοτήτων που αντιλέγουν προς την αντίληψη ότι το κράτος δημιούργησε το έθνος  που προάγει επομένως ελληνική ιστορική πραγματικότητα και κατατείνουν στο να δικαιώσουν δύο σημαντικά ζητήματα: Πρώτα πρώτα την ιδεολογία του ηγεμόνα, αυτού που κατήργησε την ελληνική σημειολογία της εξέλιξης και πράγματι τον μείζονα ελληνισμό προκειμένου να δικαιώσει το νεοελληνικό κράτος και τα πεπραγμένα του. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, θα δοξάσουν το κράτος το οποίο με τις πολιτικές του ακύρωσε την εθνική ολοκλήρωση και κατέλυσε τον ελληνικό κόσμο της εποχής με κορυφαία πράξη του την εξαφάνιση του μικρασιατικού ελληνισμού. Με τα χέρια ελεύθερα πια θα πανηγυρίσουν διότι χάρη στο κράτος το ελληνικό έθνος έφθασε τα σύνορά του έως τον Έβρο. Η επιλογή αυτή έχει και μια άλλη εξίσου συγκαιρική σημασία. Από τη στιγμή που αποσυνδέει κανείς την ελλαδική κοινωνία από τις κληρονομιές της καταργείται το συγκριτικό προηγούμενο. Εφεξής η σύγκριση των πεπραγμένων του νεοελληνικού κράτους δεν θα γίνει με τον μείζονα ελληνισμό αλλά με το ομόλογο δυτικό κράτος. Και προφανώς στο κλίμα αυτό θα εμφανισθεί δικαιωμένο στην άποψη ότι για τα κακώς κείμενα φταίει αποκλειστικά η ελληνική κοινωνία. Έτσι παρακάμπτεται και κάτι συνταρακτικά σημαντικό. Το γεγονός ότι αποφεύγει να απολογηθεί για την κατάργηση των κοινών με τα οποία έζησε και μεγαλούργησε ο ελληνισμός από την αρχαιότητα και συνακόλουθα της δημοκρατίας. Διαφορετικά πώς θα εξηγήσει κανείς ότι η κατάλυση της δημοκρατίας στο όνομα της ανωτερότητας μιας καθόλα κατοχικής απολυταρχίας. Με τον ίδιο τρόπο που διακηρύσσουν ως προσαρτήματα του δυτικού διαφωτισμού ότι η σημερινή εκλόγιμη μοναρχία είναι ανώτερη της δημοκρατίας που ο ελληνικός κόσμος βίωνε αδιάπτωτα μέχρι την είσοδο του στο «κράτος έθνος.

Αλλά, το δεύτερο και κυριότερο θέμα ξέρετε είναι αυτό που συνέχεται με τις προεκτάσεις της αναθεωρητικής και όλως διχαστικής αυτής επιλογής που διακινεί η ίδια η πολιτική ηγεσία: Το γεγονός ότι αυτό έχει τεράστια σημασία για τις πολιτικές του σήμερα, την ιδέα που έχει η πολιτική ηγεσία για τη χώρα! Αν όντως επιλέξουμε την ιστόρηση του έθνους δια του κράτους σημαίνει ότι σκοπεύουμε να συνεχίσουμε την αποδόμηση της κοινωνικής και κατά τούτο της πολιτισμικής συνοχής της χώρας και την συρρίκνωσή του λαού της. Δηλαδή, όχι μόνο δεν αποκομήσαμε τα αναγκαία διδάγματα από τις καταστροφές που συσσώρευσε το κράτος των Αθηνών στον ελληνισμό αλλά παραμένει δεσμευμένο στην ίδια γραμμή πλεύσης. Εάν εμείνουμε στην πολιτική αυτή επιλογή μπορούμε με βεβαιότητα να συνομολογήσουμε ότι στο τέλος αυτού του αιώνα δεν θα υπάρχουν Έλληνες στην ελλαδική χώρα. Διότι, αυτό το κράτος που από την Πελοπόννησο έφτασε ως τον Έβρο όπως μας λένε, είναι αυτό το οποίο όχι μόνο αρνήθηκε την εθνική ολοκλήρωση αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στην εξαέρωση του μείζονος ελληνισμού. Αν θελήσουμε να δούμε τι ήταν ο ελληνικός κόσμος μέχρι το κατώφλι του 20ου αιώνα και πού κατήντησε σήμερα αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον ελληνικό εφοπλισμό σήμερα, και συγχρόνως να διερωτηθούμε πώς συμβαίνει αυτός να διατηρεί αυτή τη  θέση υπό διεθνώς ανταγωνιστικές συνθήκες και στην Ελλάδα να μην υπάρχει ούτε ένα ναυπηγείο. Μήπως επειδή διέφυγε από τις δαγκάνες του νεοελληνικού κράτους; Ας μας εξηγήσουν λοιπόν τι σημαίνει αυτό και τότε θα δούμε τι δηλώνει η πρόθεση να ιστορήσουμε το έθνος δια του κράτους. Ωστόσο για την τεράστια σημασία που έχει το διακύβευμα αυτό για την ελληνική κοινωνία αρκεί να αναλογισθούμε γιατί αποδοκιμάσθηκε ο Τσίπρας στις τελευταίες εκλογές. Για τις Πρέσπες προφανώς. Δηλαδή για το γεγονός ότι εχθρευόμενος τις πραγματολογικές παρακαταθήκες της ελληνικής κοινωνίας και έχοντας ως σκοπό του να κοντύνει (γιατί αυτό είναι το διατακτικό του) την εθνική πολιτισμική αναφορά των Ελλήνων με όχημα την υιοθέτηση του εθνικισμού των γειτόνων προκάλεσε το δημόσιο αίσθημα. Εάν λοιπόν ο Τσίπρας αποδοκιμάσθηκε στις πολιτικές του και η διάδοχος κυβέρνηση σπεύδει να τις ακολουθήσει προς τι η αλλαγή του αυθεντικού διακινητή τους;  Προκαλεί πάντως απορία ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε το διχαστικό επιχείρημα σε μια περίοδο που βρισκόμαστε σε μία πανδημία, σε ένα καθεστώς αναγκαστικής συστράτευσης των Ελλήνων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] 



Λήψη αρχείου

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η «Κ» δημοσίευσε, στις 13.09.2019, την έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ), για το 2019. Ο δημοσιογράφος που παρουσίασε την έκθεση, κ. Απόστολος Λακασάς, συνόψισε εισαγωγικά το συμπέρασμα των δραματικών πιστοποιήσεών της: «Μεγάλη μερίδα μαθητών κινδυνεύει να ολοκληρώσει τη σχολική εκπαίδευση, Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια, παραμένοντας λειτουργικώς αναλφάβητη».

Συζητάμε στις συντροφιές, αν η γενική κατάσταση της χώρας είναι «καλύτερη» με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, προτιμότερη από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Μάταιη αδολεσχία, όταν οι στατιστικές μετρήσεις Ανεξάρτητης Αρχής βεβαιώνουν ότι η πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα μπαίνουν στη δημιουργική (και ευθυνών) φάση της ζωής τους λειτουργικώς αναλφάβητοι. Που σημαίνει: ανίκανοι να κατανοήσουν – κρίνουν – ελέγξουν τις πληροφορίες που δέχονται, επομένως ανίκανοι να αντιληφθούν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους. Αδύνατο να μορφώσουν σε νόημα (λεκτικό σχήμα) την ανάγκη, επιθυμία, προτίμησή τους.

«Λειτουργικώς αναλφάβητος» θα πει: δεν ξέρει να σκεφτεί και να κρίνει, ξέρει μόνο να προσλαμβάνει εικόνες – αποκόβεται από την πραγματικότητα και ζει στον τεχνητό κόσμο των εντυπώσεων. Ο κοινός βίος στη σημερινή Ελλάδα, σε κάθε παραμικρή πτυχή του (μάθησης, σπουδής, επιλογής επαγγέλματος και βιοπορισμού, πολιτικής ευθύνης, ενδιαφερόντων και ψυχαγωγίας) έχει μοναδική αφετηρία και μοναδικό στόχο τις ευάρεστες «εντυπώσεις». Παρακάμπτεται αυθόρμητα η σκέψη, η κρίση, η σύγκριση, η εγκυρότητα της πληροφόρησης, η αξιοπιστία του πληροφοριοδότη, ο έλεγχος ρεαλισμού της ανάγκης, η κριτική αξιολόγηση του στόχου.

«Γιατί είσαι Παναθηναϊκός; Γιατί ψηφίζεις ΠΑΣΟΚ; Γιατί ψωνίζεις από το Lidl; Γιατί σπουδάζεις τη Νομική;» – η ρεαλιστικότερη και αυθεντικότερη απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήσεις θα ήταν: «γιατί έτσι μου αρέσει». Τυχαία και συμπτωματικά, συνέπεσε, οι πρώτες εντυπώσεις μου για τον Παναθηναϊκό, το ΠΑΣΟΚ, το Lidl, τα Νομικά να είναι ευάρεστες, να κολακεύουν (ασυνείδητα) τo εγώ μου. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι κατασκευαστές εντυπώσεων και οι έμποροι εντυπώσεων. Γι’ αυτό ηγεμονεύουν σε όλα τα πεδία: της πληροφόρησης, της «ψυχαγωγίας», της αγοράς, των ιδεολογιών, της τεχνοκρισίας και βιβλιοκρισίας, της εξουσίας.

Στο ερώτημα, λοιπόν, αν είναι «καλύτερη» η κατάσταση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, οι απαντήσεις συνεχίζουν να διαμορφώνονται και να κρίνονται από την αυθαιρεσία των ατομικών εντυπώσεων. Δηλαδή, συντηρείται ακόμα το καθεστώς αυθαιρεσίας (δικτατορίας) των εντυπώσεων.

Οι εντυπώσεις μάς χειραγωγούν να «αισθανόμαστε» ότι αποκαταστάθηκε κάποια «ευπρέπεια» σε δύο πτυχές του δημόσιου βίου: στην εμφανή προστατευτική αστυνόμευση και στη μηχανοργάνωση επικοινωνίας μεταξύ αλληλοεπικαλυπτόμενων πλοκάμων του κυβερνητικού Λεβιάθαν.

Κάποιες στιγμές φωτίζεται, με διάρκεια πυροτεχνήματος, ένα από τα θανατηφόρα (στην κυριολεξία) κοινωνικά αδιέξοδα, χωρίς την παραμικρή συνέπεια πολιτικής αφύπνισης και επέμβασης. Πιστοποιεί, λ.χ., η ΑΔΙΠΠΔΕ ότι Δημοτικό και Γυμνάσιο στέλνουν στο Λύκειο κυρίως λειτουργικά αναλφάβητους, παιδιά που τα κατέστησε ανάπηρα το σχολείο, όμως η Κυρία Κεραμέως, παρά το βαρύ οικογενειακό της όνομα, ασχολείται με τις εντυπώσεις που θα μας πείσουν ότι οι ελλείψεις σε δασκάλους και καθηγητές, επί των ημερών της, είναι λιγότερες και οι χώροι διδασκαλίας επαρκέστεροι. Ανίατη η φτηνή εντυπωσιοθηρία.

Η χειροπιαστή και μετρητή πραγματικότητα της χώρας μας βοά (όχι δίνει την εντύπωση) πως δεν χρειάζεται έναν ευφυή, χαμογελαστό και τσαχπίνη πολιτικό ηγέτη που να κερδίζει τις εντυπώσεις, χρειάζεται έναν κοινωνικό αναμορφωτή. Που σημαίνει: χρειάζεται η χώρα όχι διαχείριση εντυπωσιακών «λύσεων» των προβλημάτων της, αλλά τολμηρές θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα γεννήσουν λύσεις των προβλημάτων. Οι βιώσιμες και αποτελεσματικές λύσεις γεννώνται, δεν επιβάλλονται.

Πώς να στηθούν και να λειτουργήσουν υπηρεσίες και οργανισμοί του Δημοσίου, όταν «προοδευτικοί» χαρακτηρίζονται στην Ελλάδα οι πολιτικοί ενσαρκωτές του μηδενισμού και αμοραλισμού; Μηδενισμός και αμοραλισμός είναι τα τυπικά προϊόντα της πολιτικής καταξίωσης του ατομοκεντρισμού, υποκατάστασης του κοινωνικού αθλήματος από τον πρωτογονισμό προτεραιότητας του εγωτικού συμφέροντος.

Τέτοιες μικρονοϊκές αρνήσεις της κοινωνικής συνοχής, περιφρόνηση της πλουτισμένης από διαδρομή αιώνων γλώσσας, ατίμωση της αρχοντιάς των αγώνων για την ελευθερία, απαξίωση του κάλλους και της σοφίας που συγκεφαλαιώνει η λαϊκή παράδοση, δεν αντιμετωπίζονται, βέβαια, με αστυνομικές απαγορεύσεις ή με προπαγάνδα.

Ο πνιγερός απελπισμός για το μέλλον του Ελληνισμού γεννιέται, κυρίως, από το γεγονός της ανυπαρξίας αντιστάσεων στον πανίσχυρο ολοκληρωτισμό της απολυταρχίας των εντυπώσεων. Δεν υπάρχει ένα ελάχιστο έστω κόμμα, που να πιστεύει σε ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Στην απόλυτη προτεραιότητα της αλλαγής του σχολειού – από το νηπιαγωγείο ώς το πανεπιστήμιο. Της επιστροφής στην αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Στην ανάκτηση αξιοπρέπειας και ραχοκοκαλιάς στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

«Όλα τα θηρία τρώγουν από μας» επειδή είμαστε το «μπαίγνιο» της Ευρώπης. Ακόμα σήμερα, ύστερα από τόση πείρα της συμπεριφοράς των Ευρωπαίων, περιμένουμε τους «συμμάχους» να διώξουν τους Τούρκους από τις γεωτρήσεις στις θάλασσές μας. Μωροί και τυφλοί. Ξεχνάμε ότι η «Ευρώπη» χάρισε τη Μικρασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη στον Κεμάλ, τη μισή Κύπρο στους διαδόχους του, τη Βόρεια Ήπειρο στους Αλβανούς, την Ανατολική Ρωμυλία στους Βουλγάρους, τη Μακεδονία στους αργοφτασμένους Σκοπιανούς. Θέλει την Ελλάδα εδαφικά ελάχιστη, γραφικό προτεκτοράτο, αρχαιολογικού ντιλεταντισμού.

Ποια η κατανόηση της λέξης «εθελοδουλεία»;

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο πρωθυπουργός, συνταγματικός μονοκράτορας στην Ελλάδα, αποφάσισε να ξεκινήσει η προετοιμασία, προκειμένου, τον μεθεπόμενο χρόνο (2021), να γιορτάσουμε οι Έλληνες τη συμπλήρωση δύο αιώνων από τον ξεσηκωμό των προγόνων μας για την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Το πρόσωπο που διάλεξε ο πρωθυπουργός για την προεδρία της επιτροπής εορτασμού, δηλώνει τι ο ίδιος φαντάζεται και τι περιμένει να οργανωθεί, προκειμένου να τιμηθεί η επέτειος: Περίπου τα γνωστά πανηγυριώτικα «ευρήματα» σκηνοθετικού εντυπωσιασμού, που επαναλαμβάνονται στις ενάρξεις «ολυμπιακών αγώνων», σε φιέστες καρναβαλικές, σε διεθνή τουρνουά ποδοσφαίρου κ.ά.α.

Απόλυτος στόχος, να κερδηθούν οι εντυπώσεις, να εκστασιαστεί το πόπολο, να ενδιαφερθούν για το θέαμα τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα.

Στόχος παντού και πάντοτε οι εντυπώσεις: Στην οργάνωση της παραγωγής, στην αγορά προϊόντων, στη διακίνηση ιδεών, στην επιστημονική κατάρτιση, στον ανταγωνισμό εμπορικών αθλητικών ομάδων, εμπορικών πολιτικών κομμάτων, εμπορικών τηλεοπτικών καναλιών και ραδιοφώνων. Έτσι και με την επιλογή του πρωθυπουργού για την προεδρία του εορτασμού δύο αιώνων από την «παλιγγενεσία», πρώτο κριτήριο η ικανότητα εντυπωσιασμού των ασχέτων.

Ο συνταγματικός μονοκράτορας πρωθυπουργός θα μπορούσε να είχε, έστω και μόνο, ξεφυλλίσει το αυτοβιογραφικό πόνημα της εκλεκτής του – εκδόθηκε το 2013. Θα είχε τότε, ίσως, κάτι αντιληφθεί για τη διαφορά της σοβαρότητας από την ελαφρότητα, του δημιουργικού ταλέντου από την επιδεικτική επιδεξιότητα. Ίσως όλα να ήταν διαφορετικά στην πατρίδα μας, αν έστω κι ένας πρωθυπουργός, στα τελευταία σαράντα χρόνια, μπορούσε να διακρίνει την κρίσιμη διαφορά του σοβαρού από το ασόβαρο, του πραγματικού από τις εντυπώσεις.

Ασφαλώς προσβάλλει την όποια έλλογη ευαισθησία η πρωθυπουργική επιλογή της προέδρου για την προετοιμασία του εορτασμού της παλιγγενεσίας. Όμως, ολόκληρο το «σύστημα» διαχείρισης της ελληνικής συνέχειας στη χώρα μας (κυβερνήσεις, κόμματα, η κρατική μηχανή, η Δικαιοσύνη, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, οι Επίσκοποι, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Τοπική Αυτοδιοίκηση ή ό,τι άλλο) βεβαιώνουν, έμπρακτα, καθημερινά και με έμφαση ότι αντιλαμβάνονται την «παλιγγενεσία» ακριβώς όπως και ο πρωθυπουργός: Δηλαδή, ακριβώς όπως μια πρώην αποικία που αποτίναξε, με τεράστιες θυσίες, τον ζυγό αθέλητης δουλείας αιώνων, για να της παραχωρηθεί μια πιο λουστραρισμένη, αλλά τώρα θελημένη υποδούλωση: ηδονικά καμουφλαρισμένος αυτεξευτελισμός. 

Κατάφαση ή αντίρρηση σοβαρή γι’ αυτή την πιστοποίηση προϋποθέτει μελέτη πολλή και δίχως προκαταλήψεις – μια επιφυλλίδα μόνο σαν πρόκληση μπορεί να λειτουργήσει. Με την καταθλιπτική, εκ προτέρου επίγνωση ότι και η πρόκληση είναι προ πολλού παγιδευμένη: Η συντριπτική πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα είναι απολύτως βεβαιωμένη ότι έχει την «ορθή» άποψη, έστω κι αν την αντλεί από επιπόλαια ψιλοδιαβάσματα ή κυρίως από την εγκληματική ανευθυνότητα των ΜΜΕ. Δεκαετίες τώρα (τουλάχιστον τέσσερις) η ιστορικο-υλιστική προπαγάνδα μονοπωλεί τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ στη χώρα μας.

Το ερώτημα είναι απλό: Ποιος ήταν ο Ελληνισμός πριν την παλιγγενεσία και ποιος είναι σήμερα; Η απάντηση μπορεί να ελεγχθεί με δεδομένες μετρήσεις, πολλαπλά βεβαιωμένες μαρτυρίες: Οι Έλληνες τότε, πριν την «παλιγγενεσία», ήταν πολλές και μεγάλες πληθυσμικές ομάδες διάσπαρτες τόσο μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής. Με τα λόγια του Ελύτη, ο Έλληνας τότε «ανάσαινε (ακόμα) τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότιο Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και φυσικά την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ώς κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».

Έστω και μόνο τα κτίρια που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες στην Τεργέστη, στην Οδησσό, στη Βιέννη, στη Βενετία, στη Μασσαλία, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, στο Βουκουρέστι βεβαιώνουν το συναρπαστικό παράδοξο: Ότι υπόδουλοι στους Τούρκους οι Έλληνες ήταν άρχοντες. Λαός με πηγαία περηφάνια για τη γλώσσα του, την Ιστορία του, τους προγόνους του, την πίστη του. Οικονομικοί μεγιστάνες στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής, άρχοντες καλλιέργειας της ευαισθησίας στην άγονη ύπαιθρο και στα νησιά, με τη συναρπαστική ποικιλότητα της λαϊκής φορεσιάς, της σοφής και έκπαγλης λαϊκής αρχιτεκτονικής, της λαϊκής μουσικής, αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την οθωνική ασέλγεια βιασμού της Ελληνικότητας από τον φορμαλιστικό «εξευρωπαϊσμό», οι Έλληνες δεν είναι πια Έλληνες. Η εικόνα λαού αρχόντων καταπόθηκε από τα στερεότυπα των «λαντζέρηδων» στα εστιατόρια της Αμερικής, των εξαθλιωμένων που «ξύνουν ψάρια» στα Fish and Chips της Αυστραλίας, των ανθρακωρύχων του Βελγίου, των Gastarbeiter της Γερμανίας. Χάθηκε αμετάκλητα ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Βόρειας Ηπείρου, της Βόρειας Κύπρου, της μακεδονικής Πελαγονίας.

Η βαρύτερη απώλεια δεν είναι οι χαμένες πατρίδες, οι σφαγμένοι, τυραννισμένα εξοντωμένοι Έλληνες της άλλοτε ελληνικής «οικουμένης». Είναι η οριστική απόσβεση του ελληνικού «τρόπου». Δεν υπάρχει πια γλώσσα να συνεχίσει την ελληνική μοναδικότητα, κοινή επίγνωση Ιστορίας, σώμα εκκλησιαστικής κοινωνίας, διασπορά που να λογαριάζει με καύχηση την ελληνικότητά της.

Και ούτε ένας «θάνατος από αηδία», δηλωτικός αντίστασης στη νεκροφόρο φιέστα της Γιάννας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Οι Εβραίοι άκουσαν τους προφήτες τους. Οι Έλληνες γιατί δεν άκουσαν τους ποιητές τους; Την ερώτηση τη διατύπωσε ο Κώστας Αξελός στη δεκαετία του ’50 (την παραθέτω από μνήμης). Υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι η ελληνική παιδεία εξόρισε τους ποιητές της, τους λογοτέχνες της.

Μπορεί να αισθανόμαστε υπερήφανοι για τα δύο ποιητικά Νομπέλ μας, όμως όταν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, τα αντιμετωπίζουμε λίγο ώς πολύ ως είδος πολυτελείας, ένα υποχρεωτικό βάρος. Δεν έχουμε αναρωτηθεί ποτέ στα σοβαρά γιατί για τους λογοτέχνες μας δεν υπήρξε ποτέ γλωσσικό ζήτημα. Ο Σολωμός έγραψε στα δικά του ελληνικά, ο Κάλβος στα δικά του. Κι εμείς τρέχαμε στους Μιστριώτηδες και στους Ψυχάρηδες για να μας πουν ποια ελληνικά πρέπει να μιλάμε αν θέλουμε να λεγόμαστε Έλληνες.

Το πρόβλημα εννοείται ότι δεν περιορίζεται στο γλωσσικό. Αν και αναρωτιέμαι σε ποιο άλλο ευρωπαϊκό έθνος η διαμάχη για τη γλώσσα άφησε πίσω της ακόμη και νεκρούς. Υπενθυμίζω τα Ορεστειακά. Αναρωτιέμαι, επίσης, ποιο άλλο έθνος προσέδωσε ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα σε ένα μέρος της γραμματικής, όπως εμείς στην τρίτη κλίση. Η κατάργησή της λειτούργησε σαν πιστοποιητικό προοδευτικών φρονημάτων. Το Ισραήλ που δημιουργήθηκε από Εβραίους της διασποράς, με διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα, αποφάσισε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στη γλώσσα των προφητών. Εμείς αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας στη Βαβυλωνία, το θεατρικό του Βυζάντιου, και αναθέσαμε στους γραμματικούς και τους φιλόλογους να νομοθετήσουν. Η τυπολατρική νοοτροπία μας θριάμβευσε ακόμη κι εδώ. Στην Ελλάδα υπάρχουν νόμοι για τα πάντα, απλώς δεν μπορούν να μας προστατεύσουν από το χάος που οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν.

«Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα». Τον τίτλο τον χρωστώ στον φίλο Βασίλη Παπαβασιλείου. Ήταν το αγαπημένο του ρεφρέν στις εκπομπές που κάναμε τον χειμώνα στον ΣΚΑΪ με τον Περικλή Βαλλιάνο και τον Αρη Πορτοσάλτε. Δύσκολα διότι το έθνος βρισκόταν σε μόνιμη αναζήτηση του εαυτού του. Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτήν την αναζήτηση ανέλαβε και το περίφημο «γλωσσικό». Σήμερα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Θεωρούμε ότι το λύσαμε. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία επέβαλε την δημοτική ως γλώσσα της εκπαίδευσης. Θύματα η υπέροχη τρίτη κλίση και η «ωραία περισπωμένη» όπως έλεγε ο Εγγονόπουλος. Οι γλωσσολόγοι και οι προοδευτικοί φιλόλογοι θριάμβευσαν. Ηττήθηκαν οι καθαρευουσιάνοι; Λυπάμαι αλλά ηττήθηκε ο Παπαδιαμάντης.

Θυμάμαι ακόμη μια ομιλία του Γιώργου Ιωάννου για τον Παπαδιαμάντη. Ήταν στη δεκαετία του ’70 και μου έχει μείνει ο τρόπος που ο Ιωάννου περιέγραφε την ανάπτυξη της φράσης του Παπαδιαμάντη. Μακροπερίοδος, σαν κύμα που φουσκώνει και ξεσπάει. Η μουσική της συνομιλεί με τα ελληνικά της εκκλησίας, συνομιλεί όμως και με την ανάπτυξη της φράσης του Φλομπέρ ή του Ντοστογιέφσκι που είχε ο ίδιος μεταφράσει. Ο Παπαδιαμάντης οδήγησε τις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας στα εκφραστικά της όρια. Ουπς! Που σου γράφει και το καταραμένο Διαδίκτυο όταν βάλεις λάθος κωδικό. Σήμερα στο σχολείο διδάσκεται ως ένας Σκιαθίτης συγγραφέας, λαϊκός άνθρωπος, μεράκλωνε ψέλνοντας στον Άγιο Ελισαίο, του άρεσε το κρασί, κάπνιζε και πληρωνόταν με τη λέξη από τις εφημερίδες του καιρού εκείνου. Ηθογράφος μιας Ελλάδας ξεπερασμένης, μάλλον γραφικής, όπως γραφική είναι και η γλώσσα του. Τα ελληνικά τού Παπαδιαμάντη, και η λογοτεχνία του, για το Ελληνόπουλο που πάει σήμερα σχολείο είναι «έθνικ». Κάτι σαν ιστορικό κειμήλιο που φιλοξενείται στο κακότεχνο μουσείο του εγχειρίδιου της Νέας Ελληνικής.

Δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι πολιτικός. Είμαι, όμως, αναγνώστης λογοτεχνίας, και μάλιστα συντηρητικός αναγνώστης. Σε πείσμα των καιρών θεωρώ ότι η κλασική λογοτεχνία δεν είναι απλώς διακοσμητικό έπιπλο στο καθιστικό της δημοκρατίας. Σήμερα αναφέρθηκα στη μουσική του Παπαδιαμάντη, σ’ αυτήν την καθαρεύουσα που μας φαίνεται εξωτική. Θα μπορούσα να αναφερθώ και στη μουσική του Βαλτινού, στον αντίποδα της μακροπεριόδου φράσης του Σκιαθίτη. Πώς μια γλώσσα που έζησε τόσους αιώνες μπορεί ακόμη να βγάζει τέτοια μουσική;

Ασχέτως επισήμων εορτασμών, η συμπλήρωση διακοσίων ετών από την έναρξη της Επανάστασης, είναι μια ευκαιρία να ακούσουμε τη φωνή των ποιητών μας. Καιρός να καταλάβουμε ότι η εθνική μας ταυτότητα, και η αδυναμία μας να την προσδιορίσουμε, για τους λογοτέχνες μας υπήρξε έναυσμα δημιουργίας. Παραθέτω από μνήμης και πάλι τον Παπαδιαμάντη, στον «Βαρδιάνο στα Σπόρκα» όπου γράφει ότι η Ελλάδα απέκτησε την ανεξαρτησία της για να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σκέφτομαι πολλές φορές πως η ελληνική λογοτεχνία ελάχιστα, αν όχι καθόλου, έχει ασχοληθεί με τη Μεσόγειο. Το λέω σε σύγκριση με τη γαλλική λογοτεχνία, για παράδειγμα, τον Βαλερύ ή τον Καμύ, που έγραψαν για τον «μεσογειακό πολιτισμό» αντιπαραθέτοντάς τον στους τρόπους του Βορρά. Για εμάς, η Μεσόγειος είναι σαν να μην υπάρχει. Για τον Ελύτη, η θάλασσα είναι το Αιγαίο. Για τον Καβάφη, είναι ο ορίζοντας της Αλεξάνδρειας. Αναρωτιέμαι αν σε όλη του την ποίηση εμφανίζεται κάπου η λέξη. Μπορεί να κάνω και λάθος. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον κατ’ εξοχήν θαλασσινό πεζογράφο μας, τον Παπαδιαμάντη. Ο τρόπος της λογοτεχνίας του είναι νησιωτικός. Βλέπει τη θάλασσα γύρω του και τον ορίζοντά του τον κλείνει η σκιά του διπλανού νησιού. Διότι πάντα υπάρχει ένα διπλανό νησί στον ελληνικό ορίζοντα. Θυμάμαι πάντα τη φαντασίωση κάποιου Μπουεντία στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. Πίστευε πως στο Αιγαίο τα νησιά είναι τόσο κοντά που μπορείς να πηδήξεις από το ένα στο άλλο.

Θα μπορούσε κανείς να δει κάτω απ’ αυτό το πρίσμα τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης – βρεφική, παιδική ηλικία, εφηβεία, αποφοίτηση, ενηλικίωση. Αν θέλουμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο πηλός της ψυχής κάτω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αφήνοντας κατά μέρος τους εμφυλίους, τους πολέμους, τις πολιτικές ανατροπές. Το βλέμμα μας δεν έβλεπε τη Μεσόγειο. Μια ψυχική ροπή που ενδεχομένως να εξηγεί και το γεγονός ότι η ελληνική πολιτεία αναπτύχθηκε εις βάρος του μείζονος ελληνισμού που ήταν απλωμένος στη Μεσόγειο. Από την Αίγυπτο ώς την Κωνσταντινούπολη και την τραγική Σμύρνη.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, ίσως επειδή την έχουμε στα πόδια μας. Ποιος σκέφτεται ότι ο Σαρωνικός είναι στον μυχό της; Για τον Καμύ, το ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό μπορεί να είναι μια στιγμή του «τραγικού» στη Μεσόγειο, όταν οι σκιές αντικαθιστούν το φως. Για τη δική μας ευαισθησία είναι ένα ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, επειδή το βλέμμα μας, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τη λάμψη της σύγχρονης ζωής, ήταν στραμμένο αλλού. Ελάτε τώρα. Η Ελληνική Επανάσταση, εκτός όλων των άλλων, είναι και η υπόθεση ενός λαού που γοητεύθηκε από τον κόσμο της εποχής του και ήταν έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του ακόμη για να βρει τη θέση του σε αυτόν. Πέστε το Διαφωτισμό, πέστε το ό,τι θέλετε. Το ζήτημα είναι ότι το βλέμμα μας ήταν στραμμένο προς την πηγή της λάμψης, σαν εκείνον τον δεσμώτη στο πλατωνικό σπήλαιο που αντικρίζει το φως του ήλιου.

Το δικό μας ιστορικό σπήλαιο ήταν η βαλκανική ενδοχώρα. Δεσμώτες της γεωγραφίας που μας χώριζε από τη Δυτική Ευρώπη, δεσμώτες όμως και της ιστορίας που μας κράτησε για τέσσερις αιώνες εκτός ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση που διατρέχει τη νεοελληνική ύπαρξη έως σήμερα ακόμη. Η υπέρβαση της βαλκανικής ταυτότητας οδηγούσε στην υπέρβαση της οθωμανικής «εξορίας», όμως δεν μπορούσε να μετατραπεί σε απόρριψη της βαλκανικής μας ταυτότητας, αφού μέρος αυτής ήταν η καταλυτική για την εθνική ταυτότητα ορθοδοξία. Στη «Σύγκρουση των πολιτισμών» ο Χάντιγκτον μας κατατάσσει στο ανατολικό τόξο λόγω ορθοδοξίας. Η ιστορία της Ελλάδας μέχρι στιγμής δεν τον έχει δικαιώσει. Πλην όμως η τοποθέτησή του καταδεικνύει τη δυναμική αντίφαση που σημάδεψε τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης. Μια εργώδης προσπάθεια απαλλαγής από το βάρος της βαλκανικής ενδοχώρας από τη μια, κι από την άλλη μια προσπάθεια συμφιλίωσης με αυτό το βάρος αφού η ορθοδοξία εμψύχωσε την απελευθέρωσή του.

Ο εθνικός μας ποιητής, ο Σολωμός, ήταν Ζακυνθινός, άρα εκτός οθωμανικού τόξου. Ο εθνικός μας ιστορικός όμως, ο Παπαρρηγόπουλος, ήταν Κωνσταντινουπολίτης με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Τους συνέδεε η ορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήρθε για να οικοδομήσει ένα κράτος σύγχρονο, με πρότυπα Δυτικής Ευρώπης, όμως υπήρξε υπουργός Εξωτερικών του τσάρου. Η σύνθεση ήταν δύσκολη. Ε ναι. Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα.

Παρακαλώ τους απαιτητικούς αναγνώστες, ευτυχώς είναι πολλοί, να μη βιαστούν να μου προσάψουν βιασύνη ή συνειρμική ευκολία. Επειδή δεν πρόκειται να σταματήσω να γράφω όλον τον Αύγουστο, δεσμεύομαι για τη συνέχεια και ελπίζω να συμμετάσχω με τον τρόπο μου στην προετοιμασία για την επέτειο των διακοσίων ετών. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αναζήτηση της εθνικής μας ταυτότητας. Μια ευκαιρία ώστε η χώρα του περίπου να αναζητήσει το ακριβώς της, και, αν είναι να το βρει στο «περίπου», χαλάλι της.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



Λήψη αρχείου

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε φύγει από την εξέδρα όταν το μικρόφωνο πέρασε στη δικαιοδοσία του Μεθόδιου, ηγούμενου της Μονής Εσφιγμένου. Αν ο συνθέτης άκουσε στην τηλεόραση όσα διαλυτικά της λογικής είπε ο μοναχός, δεν το ξέρω, δεν το θεωρώ πάντως πιθανό. Άκουσε μήπως τούτες τις μέρες όσους φίλους του τον παρακάλεσαν δημόσια να μην εκτεθεί και να μην εκθέσει τον τόπο και όσους αθώους ζουν πάνω του στον ιό του εθνικισμού, νομιμοποιώντας με την παρουσία του την κάθε λογής ακροδεξιά; Άκουσε όσους του θύμισαν όσα εντελώς διαφορετικά έλεγε και έπραττε σε σχέση με την ΠΓΔΜ λίγα χρόνια νωρίτερα;

Μάλλον δεν τον άκουσε τον ασυγκράτητο, παροξυσμικό καλογερικό αλυτρωτισμό ο κ. Θεοδωράκης. Τον άκουσαν όμως πάμπολλοι άνθρωποι, στο Σύνταγμα ή από τα κανάλια. Ο Μεθόδιος λοιπόν, που με το χριστουγεννιάτικο μήνυμά του μας πληροφόρησε ότι «Κάνανε την Ελλάδα πόρνη της Ευρώπης» και μας προειδοποίησε για «επερχόμενη δικτατορία των Εβραίων που παρόμοια δεν θα έχει ξαναϋπάρξει», είπε και ελάλησε: «Όχι μόνο δεν δίνουμε το όνομα της Μακεδονίας αλλά απαιτούμε και όλες τις χαμένες πατρίδες μας, τις αλύτρωτες πατρίδες μας. Απαιτούμε όλον τον Πόντο, τη Μικρασία, τη Σόφια, το Μοναστήριον, τη Γευγελή. Απαιτούμε όλα αυτά που μας πήρανε. Και τα απαιτούμε γιατί είναι ελληνικά και δεν έχει το δικαίωμα κανένας να τα αφαιρέσει από την Ελλάδα. Και το τελευταίο που απαιτούμε. Πρέπει όλοι μας να ορκιστούμε. Απαιτούμε την Αγία Σοφία μας».

Χαρακτήρισα λίγο πριν ασυγκράτητο τον αλυτρωτισμό του Μεθόδιου, που γινόταν δεκτός με χειροκροτήματα και μπράβο από όσους βρίσκονταν στην πλατεία. Λάθος. Συγκρατημένος ήταν. Ολιγαρκής. Ούτε τη Μεγάλη Ελλάδα απαίτησε ούτε τη Βόρεια Ήπειρο, τις δεκάδες Αλεξάνδρειες, τη γαλλική Νίκαια, τα μέρη των Καλάς. Ούτε βέβαια την Επαρχία Γιουνάν της Κίνας, τι επαρχία δηλαδή, διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι, ελληνογενείς. Αλλά εφόσον «απαιτούμε τη Σόφια», γιατί όχι και τα Γαυγάμηλα; την Κυρηναϊκή; λίγη Ινδία;

Κάποιος θα τον ενημέρωσε τον κ. Θεοδωράκη, έστω εκ των υστέρων, για τον Μεθοδικό αλυτρωτισμό, που δεν διακηρύχθηκε από λαθρόβιο κανάλι αλλά στο Σύνταγμα, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, μια ανάσα από τη Βουλή των «προδοτών». Έστω και τώρα, ας βρει δυο λέξεις να διαχωρίσει τη θέση του. Κι ας συζητήσει συγγνώμη (από τον εαυτό του έστω) που, αγέρωχα εγωλάτρης, δεν μερίμνησε να εξακριβώσει ποιοι θα τον ακολουθούσαν στο βήμα «του πατριωτισμού που δεν είναι εθνικισμός».

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».

Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.

H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.

H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).

H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.

Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.

Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;

Kατά κοινή ομολογία η Άννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Όσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.

Eίναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».

Όταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. Όσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ