ΠΗΓΗ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

Με αφορμή Τα Παραμιλητά του κόσμου του Γιάννη Κωνσταντέλλη[1]

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όταν ο Γιάννης Κωνσταντέλλης πριν λίγο καιρό με προσκάλεσε να παρουσιάσω την τελευταία ποιητική συλλογή του ένιωσα ένα καταιγισμό συναισθημάτων. Πρώτα απ’ όλα χαρά για την τιμή που μου έκαμε να είμαι ένας εκ των ομιλητών κοντά σας απόψε. Ομολογώ ότι χάρηκα ιδιαίτερα διότι ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων του τόπου μας, συνετός, φιλομαθής, συγκροτημένος και το κυριότερο, ποιητής του κάλλους σε καιρούς δύσκολους, με τιμά με την εμπιστοσύνη του να διαβώ το μονοπάτι της βιβλιοπαρουσίασης.

Έναντι, όμως, των συναισθημάτων χαράς και περηφάνιας θα ‘λεγα, υπήρξαν και συναισθήματα δύσκολα. Ευθύς εξαρχής διερωτήθηκα: ποια εντύπωση θα αποκομίσουν θεατές και ακροατές, βλέποντας στο πάνελ έναν θεολόγο να μιλά για την ποίηση; Να παρουσιάζει ένα βιβλίο ποίησης; Το λέγω αυτό, γιατί πολλοί από εμάς έχουμε συνηθίσει να εντάσσουμε το θεολογικό κόσμο σ’ ένα αυστηρό πλαίσιο αρχών και κανόνων καθώς πρέπει, αδυνατώντας όμως να κατανοήσουμε ότι αυτό που συνιστά τη Θεολογία ως πράξη και ζωή είναι το άνοιγμά της στο κόσμο, αυτό άλλωστε σημαίνει η Εκκλησία «γίνεται όταν ανοίγεται», κι όχι η περιχαράκωση σε δεσμά και εξαρτήσεις, που πολλές φορές γίνονται ο «εφιάλτης Θεολογίας και Εκκλησίας».

Το θέμα της παρουσίασης του βιβλίου του Γιάννη είναι καθεαυτό ολίγον δύστροπο κι ανυπότακτο. Δύστροπο και ανυπότακτο, διότι από την αρχή που έπεσε στα χέρια μου, διέβλεψα κάποια αδυναμία να το τιθασεύσω. Και λέγω αδυναμία, μιας και η ποίηση δεν τιθασεύεται. Αντιθέτως απλώνεται σ’ ολάκερο τον κόσμο. Όποιος αγαπά την ποίηση, όποιος γράφει ποίηση, στοχεύει στην απόκτηση του ζητουμένου, του απόλυτου είναι. Νομίζω να γνωρίζετε ότι ο  κόσμος της τέχνης, η μουσική, η ζωγραφική, το θέατρο, η ποίηση, παν ότι αποτελεί το περιεχόμενο του κάλλους της ανθρώπινης ύπαρξης, της ομορφιάς που σώζει τον κόσμο – για να θυμηθούμε και λίγο τον Φ. Ντοστογιέφσκη – είναι μια διαφυγή που με μιας ανοίγει το δρόμο προς την αιωνιότητα, «στην πιο σκοτεινή γωνιά του σύμπαντος / η αιωνιότητα κλαίει», καθώς γράφει κι Γιάννης στην Αυταπάτη[2].

Ευθύς εξ αρχής οφείλω να σας ξεκαθαρίσω ότι το ποιητικό έργο του Γιάννη, από Το Φωτώνυμο, μέχρι και Τα Παραμιλητά του κόσμου – όλες οι ποιητικές του συλλογές, με ιδιόχειρες αφιερώσεις από τον ίδιο κοσμούν την προσωπική μου  βιβλιοθήκη –  είναι ένα έργο που κινείται ενάντια σε βεβαιότητες. Και επειδή προσωπικά μου αρέσουν οι αβεβαιότητες, οι «γλυκύτατες αβεβαιότητες, αυτές που κρύβουν μέσα τους το μυστήριο της ανεπάρκειάς μας»,καθώς γράφει ένας αγαπητός πανεπιστημιακός διδάσκαλος των θεολογικών γραμμάτων, αυτές είναι που πάντα μας οδηγούν στην επιφύλαξη, σ’ εκείνο το κόμπιασμα να βλέπουμε τον κόσμο, να τον αγγίζουμε με τα ακροδάκτυλά μας, μήπως με την ποιητική υπέρβαση καταφέρουμε και ψηλαφίσουμε το χρόνο. Γι’ αυτήν την αβεβαιότητα άλλωστε γράφει κι ο Γιάννης στο ποίημά του Έκτοτε, δίνοντας στο γεγονός του θανάτου αγαπημένων του προσώπων νόημα, καίρια επισημαίνοντας: «ήρθε στο τέλος κουτσαίνοντας κι η αβεβαιότητα»[3].

Τολμώ να πω, και το υποστηρίζω αυτό με πάθος, ότι Τα Παραμιλητά του κόσμου, με άκρως εξομολογητικό τρόπο είναι εκείνος ο ποιητικός λόγος που μέσα του κρύβει πολλές εκπλήξεις. Πρώτη ποιητική έκπληξη, ο περιορισμός των ανεπίτρεπτων αντικειμενοποιήσεων, απλουστεύσεων, γενικεύσεων, στερεοτύπων δηλαδή, με τα οποία πολλοί, στο μικρόν αυτόν εδώ τόπο για να περιοριστώ στη Λέσβο μας, όταν λένε ότι γράφουν ποίηση, συνεχώς μας βομβαρδίζουν. Ενάντια κινείται ο Γιάννης στην κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της αντοχής μας υπαρξιακή πάλη με το απόλυτο, ενάντια κινείται στον πολλαπλώς από κήρυκες στις μέρες μας πνευματικό ωφελιμισμό, ενάντια στην εδραίωση κατεστημένων σχημάτων ασφάλειας. Σε μια από τις Αντιστίξεις του, σαν να συνθέτει μουσικό κομμάτι, μιας και ο όρος αντίστιξη χρησιμοποιείται ευρέως από μουσικούς, γράφει: «Αναπάντητα ερωτήματα: / Πώς να γιατρευτεί η φλεγμονή του χρόνου; / Τί να μεταφράσει ο λόγος απ’ την αίσθηση; / Αίσθηση ή παραίσθηση του χρόνου; / Φάντασμα, άραγε, του χρόνου η ζωή μας; / Στον τυφλό χρόνο πώς να μιλήσει κανείς με νοήματα; / Η ψυχή όνειρο της σάρκας; / Είμαστε ή δεν είμαστε; / Ερωτεύεσαι μόνο την εικόνα του πόθου σου; / Ο έρωτας μνήμη ή λήθη θανάτου; / Η αιωνιότητα θα ‘ναι ακίνητη; / Το πνεύμα του ποταμού είν’ η ροή του; / Έχει, δεν έχει νόημα το τίποτα; / Το υπερβατικό μες στο εφήμερο; / Τρελαίνεσαι ή λογικεύεσαι μέσα στις αντιφάσεις; / Οι λέξεις μήπως μας αιχμαλωτίζουν; / Έφτασαν οι προπομποί; / Πού οδηγεί ο δρόμος;»[4] Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για εκείνα τα υπαρξιακά ζητήματα, τις «στοχαστικές ενδοσκοπήσεις» ενός ανθρώπου που διαρκώς αναζητά την υπέρβαση του εαυτού του. Μόνιμος οδηγός σ’ αυτήν την αναζήτηση η υπέρβαση της καταφυγής σε βεβαιότητες, η πορεία στο δύσκολο δρόμο της «ψηλάφησης του άθλου που γεννά ανάκραση του τρόπου να υπάρχω», ως άνθρωπος. Κάπου, εδώ, ο Γιάννης αναψηλαφεί τίμια και ειλικρινά, κάτι που ίσως φανεί παράτολμο, την πιστεύω ακράδαντα όμως τούτη την αναψηλάφηση. Ποια είναι αυτή; Τα Αναπάντητα ερωτήματα είναι ερωτήματα που λιώνουν σε χωνευτήρι και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια ξαναπλάθοντας την ανθρώπινη φύση, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τα ίδια Αναπάντητα ερωτήματα. Άλλωστε έτσι πλάστηκε ο άνθρωπος, διαρκώς να αναζητά. Κάπου, εδώ, αγαπητέ Γιάννη συναντιέσαι με ένα μεγάλο ποιητή, βγαλμένο από τη σάρκα της Εκκλησίας, τον μεγάλο Πατέρα Γρηγόριο τον Θεολόγο, που σ’ ένα ποίημά του ύμνο προς το Θεό κι αυτός με ερωτήματα ποιητικά μάς εκπλήσσει: «Ω πάντων επέκεινα· τι γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν; Πώς λόγος υμνήσει σε; Συ γαρ λόγω ουδενί ρητός· Πώς νοός αθροίσει σε; Σύ γαρ νόω ουδενί ληπτός»[5].

Αν και τα 80 ποιήματα των Παραμιλητών του κόσμου είναι ποιητικές εκπλήξεις, σταχυολογώ ενδεικτικά ακόμη μια και προχωρώ ευθύς αμέσως στην αποκάλυψη αυτής. Το άδειασμα της ανθρώπινης ύπαρξης κυρίες και κύριοι, η ερήμωση του ανθρώπου από το περιεχόμενό του, πάντα ήταν ένας «ανθρωπολογικός μηδενισμός». Έρχεται όμως η ποίηση και αντικαθιστά στην πράξη τούτον τον μηδενισμό, με τη μόνη δυνατότητα ίσως για ζωή, τον έρωτα. Ενάντια και εδώ κινείται ο Γιάννης, ενάντια στο σύνηθες σχήμα που απεμπολεί τον έρωτα από τη ζωή μας. Κατάδυση στον έρωτα, «ανάσταση του έρωτα» τα Ερωτικά σπαράγματά του: «…Να μυρίζω τον ύπνο σου… / Στα χείλη μου ακόμα η μυρωδιά σου… / Περίμενα τη νύχτα να με φωτίσει το βλέμμα σου. / … Στις άκρες των δακτύλων μου / σε θυμάται η αφή μου και καίγεται»[6]. Προσοχή εδώ κυρίες και κύριοι, μην με θεωρήσετε βέβηλο, ακόλαστο, που λέγω τέτοια λόγια, ούτε βέβαια τον Γιάννη που με γλώσσα ποιητική μας αποκαλύπτει τι κρύβει η ανάσταση του έρωτα. Τα ερωτήματα εδώ είναι καίρια, νομίζω. Μπορεί να ανθίζει ο έρωτας σε νεκρωμένες στάσεις ζωής, αυτές που πολλές φορές, με δική μας πάντα ευθύνη καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Και για να γυρίσω ξανά την πλάστιγγα προς την πλευρά της Θεολογίας και να τολμήσω το ερμηνευτικό μου σχόλιο στην παραπάνω ποιητική έκπληξη του Γιάννη, θα σας ρωτήσω και τούτο: μήπως συνηθίσαμε να βλέπουμε τη Θεολογία μέσα από «δρόμους στερήσεων και ερήμωσης», για δήθεν πίστη σε έναν ανέραστο Θεό; Και αν απαντήσετε στα ερωτήματα αυτά καταφατικά, θα σας ρωτήσω ακόμη και τούτο: τότε γιατί ο Θεός δημιούργησε την κτίση και τον άνθρωπο; Και γιατί ο άνθρωπος φτιάχτηκε ελεύθερος;

Έχω τη γνώμη ότι «πίσω από την εγελιανή λογική σας» καθώς παραστατικότατα γράφει ο Γιάννης στη 2η Αντίστιξή του: «-Θα δώσει κάποτε ο Θεός / να κλάψουν κάποτε / πάνω στα ερείπια της λογικής τους»[7] – μας πολλοί από εμάς. Νομίζω ότι τα παραπάνω ερωτήματα, μολονότι μερίστηκαν μπορούν να συνοψιστούν σε ένα και μοναδικό, άκρως καταιγιστικό ερώτημα. Τί είναι αυτό που τελικά μένει στον αιώνα τον άπαντα από την αλήθεια των πραγμάτων – αυτός άλλωστε είναι ό έρωτας, η αλήθεια των πραγμάτων του ανθρώπου – και τί είναι αυτό που χάνεται; Ο ίδιος ο Γιάννης, έχω τη γνώμη ότι εδώ δίνει απάντηση: «Μες στην παλίρροια του φέγγους / τρεμάμενες φλογίτσες των ψυχών / εκεί που το φως συναντάει το φως /  Να κρατούσα το φως σου / μέσα στον ύπνο των χεριών μου»[8]. Η θέση αυτή του ποιητή Γιάννη Κωνσταντέλλη, στην προκειμένη περίπτωση, στην περίπτωση του έρωτα, αν και δύσκολη στην ανακάλυψή της, είναι άκρως καθαρή. Εντάσσεται στα πλαίσια της γιατρειάς που δίνει η ίδια ποίηση σε στάσεις ζωής που φαλκιδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη και την κλείνουν στα όρια μιας κλειστής πραγματικότητας. Το επισημαίνει ακόμη καθαρότερα αυτό ο Γιάννης  στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου του, την Ποιητική διαλεκτική: «Θα ήθελα μια Ποίηση μόνο με την αφή / να μην μπερδεύουν οι λέξεις τα αισθήματα / …Εντέλει η Ποίηση  / είναι δυσχέρεια ψυχική / μια αισθηματική βραδυγλωσσία. / Θα ταφώ μέσα στην Ποίηση / ιδεόγραμμα μιας απουσίας / σώμα μέσα στο σώμα μου / σαν διάθλαση»[9].

Ας μου επιτραπεί εδώ ξανά ένας ακόμη θεολογικός αναστοχασμός, άμεσα συνδεόμενος με την θέαση του έρωτα στην ποίηση του Γιάννη. Αν και δεν ήρθα εδώ για να σας κάμω θεολογικό σεμινάριο, έχω τη γνώμη ότι αυτό που ευθύς αμέσως θα σας εκθέσω, δένει άψογα με τις ποιητές εκπλήξεις του Γιάννη. Όταν ο άνθρωπος κυρίες και κύριοι αδυνατεί να κατανοήσει την αναφορικότητα της κτίσης – μέρος της κτίσης είναι και ο έρωτας, ας μην το ξεχνάμε αυτό – και δεσμεύεται στην ενθαδικότητά της, πέραν από το δικό του αφανισμό στην άβυσσο της ανυπαρξίας, καταδικάζει σε μηδενισμό και την ίδια την κτιστή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που είναι ξεκομμένος από την κτίση, αδυνατεί να κατανοήσει και το ίδιο τον Θεό. Είναι ο άνθρωπος του τίποτα και του πουθενά. Γι’ αυτό και η «ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού, ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του». Η τελευταία πρόταση κυρίες και κύριοι δεν είναι δική μου, είναι του Οδυσσέα Ελύτη[10]. Ναι του Ελύτη, καλά ακούσατε. Ξεκάθαρα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κυρίες και κύριοι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη σκέψη των ποιητών μας, δεν υφίσταται καμιά υποτίμηση της κτιστής πραγματικότητας. Πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς προγενέστερη ποιητική έκπληξη του Γιάννη; «Στη λόγχη παραμόνευε ο Έρωτας / θα την πιάσω την Άσπιλη, μονολογούσε· / στη λόχμη η Άσπιλη έπιασε τον Έρωτα. / Έτσι το είχε σχεδιάσει μέσα στη σκέψη της»[11].

Στα ασφυκτικά όρια μιας ομιλία – βιβλιοπαρουσίασης, είναι αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς την ανάπτυξη της σκέψης ενός συγγραφέα. Ακόμη πιο δύσκολο είναι όταν το παρουσιαζόμενο βιβλίο είναι ποίηση. Ωστόσο, όπως προείπα και στο εισαγωγικό μου προανάκρουσμα, η τιθάσευση του ποιητικού υλικού είναι πρόκληση όμορφη, συνάμα όμως και δύσκολη. Παρά ταύτα θα ήθελα να οδηγήσω και σ’ ένα άλλο επίπεδο τη σκέψη σας. Σε επάλληλα ποιήματα των Παραμιλητών του κόσμου ο Γιάννης συγκρούεται με το γεγονός του χρόνου και του θανάτου. Ο αναγνώστης που με προσοχή θα διατρέξει τις σελίδες του βιβλίου, δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει ότι ποιήματα, όπως Η Ψυχή σου, Έρημα νησιά, Η Εκφορά, Η Υποψία, Στο δόκανο του χρόνου, Ο χρόνος του θανάτου μας, Η Φαρμακεία, Ο Χρόνος μου, Έκτοτε, Η αποδημία της θείας Δομετιανής, Ο Χρόνος του και Όψεις του χρόνου, είναι μια διαρκής μνήμη θανάτου η οποία παρέχει σ’ όποιον τη γεύεται την πείρα της υπαρξιακής πάλης, της άσκησης στην αυτοσυνειδησία, στο υψηλό ρίσκο που σου δίνει η ποίηση όταν γράφεις για τον έρωτα, το θάνατο και το χρόνο. Αλλιώς δεν εξηγείται η ποιητική έκπληξη και μαστοριά στις Όψεις του χρόνου: «Χρόνος εφιάλτης ευθανασίας / Χρόνος του έρωτα και Χρόνος του θανάτου / Χρόνος για να δικαιολογείται ο θάνατος / Χρόνος σαν ρόγχος Χρόνος σαν βρόγχος»[12]. Συνεκτικός ιστός ενότητας της ποίησης του Γιάννη σ’ όλη την έκταση τούτης της θεματικής κατάταξης των ποιημάτων του, παραμένει η καθάρια νοηματοδότηση του ανθρώπινου προσώπου. Πρόκειται εδώ για εκείνη τη συνιστώσα του ποιητικού λόγου, που γεννά προσδοκίες και δεν ταλανίζεται σε μεσοβέζικες παραμορφώσεις υπαρξιακών ζητημάτων.

Ο Γιάννης Κωνσταντέλλης, κυρίες και κύριοι, σε κάθε του ποίημα αιχμαλωτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στο κάλλος και στην ωραιότητα και την οδηγεί σε μια ζωή συνεχούς θαυμασμού. Την ντύνει με φως. Καλλοποιός ενέργεια στον άνθρωπο το φως, εντός του διασπασμένου κόσμου, αποτελεί την αληθινή ωραιότητα. «Χάρη στο φως αντέχω», φωνάζει ο ποιητής: «Φως ερπετό / Φως χρυσάνθεμο της νύχτας / Φως του ανέμου / Φως παγωμένο / Φως κυανό /  Φως ασημί στον ελαιώνα / Φως των ματιών / Φως τυφλό / Φως της λαγνείας / Φως του οργασμού / Φως των χεριών / Φως της φωνής σου / Φως εκ Φωτός»[13].

Κυρίες και κύριοι, χρέος της ύπαρξης μας είναι η ζωή, τούτη η εμπειρία, τούτος ο τρόπος, που νοηματοδοτεί συνεχώς εδώ και τώρα, ξανά και ξανά, τα πράγματα. Ο τρόπος που συνθέτει τον κόσμο, η συνάντηση με το θαύμα: «…όχι συμβάσεις πια, έλα / έλα δώσ’ μου το χέρι σου / υπάρχει και δεν υπάρχει η ουτοπία»[14], είναι ποιητικός λόγος που γεννά προσδοκία και αναμονή, πράξεις ερωτικές, που αρνούνται τις συμβάσεις, που προτιμούν το αντάρτικο ενάντια στην υποκριτική πειθαρχία σε ανέραστες καταστάσεις ζωής. Και για να τεκμηριώσω αυτή τη θέση μου θα επικαλεστώ ξανά τον Ελύτη, που ξεκάθαρα λέγει ότι «όπου υπάρχει η Ποίηση, εκεί κι ο Θεός. Την ομορφιά εστιάζει. Επιτυγχάνει να συμβιούν η αγαλλίαση κι ο τρόμος, η θλίψη και η ηδονή, η αδιάκοπη μεταβολή και η αιωνιότητα. Η Ποίηση αφαιρεί απ’ τα πράγματα το πέπλο της συνήθειας, καθιστά ορατή την αθέατη όψη του κόσμου, χάρη στην επικράτειά της συνενώνονται όλα τ’ ασυμβίβαστα… Μ’ ένα είδος αλχημείας μετατρέπει σε πόσιμο χρυσό, τα δηλητηριώδη νερά που ρέουν από τον θάνατο στη ζωή. Γιατί σκοπός της είναι η κρυμμένη ομορφιά, μ’ άλλα λόγια η απώτερη ουσία του κόσμου».[15] Κι όλο αυτό το επιτυγχάνει άριστα ο Γιάννης με τον ακριβό ποιητικό του λόγο.

Από πού τα Παραμιλητά του κόσμου; Εδώ έχει την τιμητική της η Jazz μουσική και ο Αμερικανός λογοτέχνης Τζακ Κέρουακ, ο εκπρόσωπος της γενιάς των μπήτνικς , της γενιάς των χίπις και του πανκ. Ο Γιάννης από το πρώτο του κιόλας ποίημά του μας εισάγει στην γενιά αυτή: «…Χρόνια μετά σχεδιάζοντας μια ομιλία για τους μπητ / ξεχώρισα ένα χωρίο του Κέρουακ / που μου φάνηκε πως ταίριαζε μ’ αυτό το ποίημα / που είχα αρχινήσει: / Δίπλα στην κουκέτα του ένα ραδιόφωνο Ζενίθ / για ν’ ακούει τα παραμιλητά του κόσμου»[16]. Και η γενιά αυτή έχει τη διάρκεια της, ακόμη και σήμερα, να υπενθυμίζει διαρκώς το πώς μπορούμε να στεκόμαστε ενάντια σε βεβαιότητες που διχάζουν τον άνθρωπο.

[1] Ομιλία που έγινε στο Δημοτικό Θέατρο Καλλονής, το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 3013, κατά την παρουσίαση της ποιητική συλλογής του Γιάννη Κωνσταντέλλη, Τα παραμιλητά του κόσμου.

[2] Τα Παραμιλητά του κόσμου, εκδ. Αιολίδα, Μυτιλήνη 2013, 50.

[3] Αυτόθι, 61.

[4] Αυτόθι, 90.

[5] PG. 37, 507

[6] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 96-97.

[7] Αυτόθι, 24.

[8] Αυτόθι, 28.

[9] Αυτόθι, 101-102.

[10] Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1980, 17.

[11] Κύκλω της Σελήνης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 35.

[12] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 94.

[13] Αυτόθι, 83.

[14] Αυτόθι, 30.

[15] 2 χ 7 ε, εκδ.  Ίκαρος , Αθήνα 1996.

[16] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 11-12.

Τα παραμιλητά του κόσμου

Στο πλαίσιο του Επιστημονικού Συνεδρίου: «Αγία Γραφή και Ελληνική Λογοτεχνία», της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, τον Δεκέμβριο του 2015 στο Πολιτιστικό κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ο συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός μίλησε με θέμα: «Σπορές της Βίβλου στο νεοελληνικό μυθιστόρημα».

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, 34.

«Το φως της λαμπάδας που άναψε αυτός ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού, φτάνοντας μία μέρα στη Βασιλεύουσα μ’ ένα τυλιχτάρι κάτω από τη μασχάλη, για να κλειστεί σ’ ένα καμαράκι και να γράψει εκατοντάδες ποιήματα, δεν ομολογεί απλώς πίστη και αφοσίωση στην εκκλησία του Χριστού· καίει και θρέφεται από μια παράδοση που δεν είχε ίσως κανένα πλέον αντίκρισμα στον απέραντο ελληνόφωνο πληθυσμό (ηττημένη καθώς ήτανε από τον μονοθεϊσμό και τις νέες ανθρωπιστικές αξίες), κρατιότανε όμως γερά, σαν τρόπος εκφραστικός, αγκιστρωμένη από τη γλώσσα κι έτοιμη, μεσ’ απ’ αυτήν, να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, για να κατισχύσει με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που ο φορέας της είχε, ειρηνικά κι εκείνος, πετύχει να βρεθεί, από υποτελής, κυρίαρχος και ιδρυτής μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας. Οι μυστικές πνευματικές δυνάμεις καθώς βλέπουμε, ακολουθούν κάποτε τη μοίρα των πολιτικών ή το αντίστροφο που σημαίνει ότι, σ’ ένα βάθος απώτατο και οι δύο τους βρίσκονται σε συνεχή συνάρτηση […]

[…] Διάκονος ήταν και, καθώς φαίνεται, διάκονος έμεινε ως τέλος της ζωής του ο Ρωμανός· με τόσες πτυχές στην ιδιωτική του ζωή όσες και στο φτωχό του ράσο. Είναι αυτό ένα μεγαλείο που, ανεξάρτητα εντελώς από κάθε ηθική, χριστιανική ή άλλη, μας βοηθεί να βλέπουμε τους δημιουργούς μέσα στη μόνωσή τους και να τους παρακολουθούμε στον αγώνα τους για μιάν αφιλόκερδη αποτίμηση της ζωής και των αξιών που περικλείνει.

Εκεί, σ’ ένα κελί του ναού της Θεοτόκου της εν τοις Κύρου, τον φαντάζομαι κι εκείνον να βαδίζει επάνω κάτω μια ζωή ολόκληρη, παλεύοντας με τις λέξεις· όπως ο Σολωμός, και ας ήταν ένα κόμης· όπως ο Παλαμάς, κι ας ήταν ένας γραμματικός. Δεν γίνεται αλλιώς η ποίηση. Κακομαθημένοι στις μέρες μας, προσπαθούμε να γεμίσουμε τα βιογραφικά κενά με υποθέσεις: «αδύνατον ένας ποιητής με τόση φήμη και με την εύνοια επιπλέον του Ιουστινιανού να μην είχε καταλάβει ύπατα αξιώματα». Λησμονούμε ότι για μερικούς ανθρώπους η συγγραφή δεν είναι φιλοδοξία· είναι ύψιστη αποστολή»[…]

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Ρωμανός ο Μελωδός» στο: Εν Λευκώ, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1995, 35, 54-55.

ΕΠΙΛΟΓΙΚΗ  ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Ένα ξεχωριστό βιβλίο για τον Ρωμανό είναι αυτό του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Ρωμανού του Μελωδού Τρεις Ύμνοι, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1997, το οποίο βραβεύτηκε από την Ελληνική Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας.

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΥΚΟΥ

Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, το μυαλό μου πάει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και το διήγημά του Οι Χαλασοχώρηδες. Ο ίδιος το αποκαλεί «μικρά μελέτη» – άλλωστε είναι εκτεταμένο και καταλαμβάνει 61 σελίδες στην κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και των εκδόσεων Δόμος. Θα μπορούσε όμως κάποιος να το χαρακτηρίσει και νουβέλα.

Όπως και να έχει, Οι Χαλασοχώρηδες αποτελούν κορυφαίο, γλαφυρότατο δοκίμιο πολιτειολογίας, που θα έπρεπε να διδάσκεται σε σχολές πολιτικών επιστημών, δημοσιογραφίας, κοινωνιολογίας, λαογραφίας ή ακόμα και φιλοσοφίας ή θεολογίας. Παρ’ όλα αυτά, μη νομίσετε ότι το κείμενο αυτό αποτελεί ένα πληκτικό δοκιμιακό έργο – κάθε άλλο. Νομίζω πως το χιούμορ, η λεπτή ειρωνεία, ακόμα και το σπαρταριστό γέλιο τις περισσότερες φορές υπερισχύουν, δίνοντας ένα ιδιαίτερα ζωντανό και απολαυστικό έργο. Και βεβαίως ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει πως εδώ έχουμε ένα πραγματικό λογοτεχνικό έργο και όχι μια εξωραϊσμένη… λογοπλοκή που θέλει να παρουσιάζεται ως λογοτεχνία.

Ο Σκιαθίτης όμως χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως όχημα για να μας μεταφέρει χίλια δυο «χρήσιμα» πράγματα, να μας λύσει γρίφους, να μας παραδώσει έναν κόσμο που χάνεται, έναν άλλο που αναδύεται, σκέψεις και αντιλήψεις αιώνιες, όπως αυτές καταγράφονται στο κοινωνικό σώμα, χωρίς ο ίδιος να στέκει ξένος παρατηρητής, αλλά παίρνοντας θέση μέσα από το έργο του. 

Από το συγκεκριμένο κείμενο μπορείς να ανασύρεις σκέψεις που και σήμερα μας απασχολούν και αφορούν το πολιτικό ήθος: την ηθική και ανηθικότητα της πολιτικής πράξης, αλλά και να συναντήσεις πράγματα και συμπεριφορές σημερινές, κάποιες φορές ελαφρώς ίσως παραλλαγμένες, αν όχι και αυτούσιες. Μάλιστα μπορεί να ξαφνιαστείς για την επικαιρικότητα τέτοιων σκέψεων που κατατίθενται από τόσο παλιά. Βέβαια πιο παλιά τον Παπαδιαμάντη τον είχαν γραμμένο στα μαύρα κατάστιχα κάποιοι επιφανειακά προοδευτικοί, αλλά όλα αυτά είναι παλαιά. 

Ας δούμε όμως κάποια στοιχεία όσο μας επιτρέπει ο χώρος της στήλης. Γράφει λοιπόν ο Παπαδιαμάντης: «Ο δε εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης, και κατήγετο εκ του τόπου» και εμείς είμαστε σίγουροι ότι αναφέρεται στον εαυτό του. Διαβάστε και τα παρακάτω: «Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη, νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον, μελαμψός, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας».

Μία απ’ αυτές τις αλλόκοτες ιδέες του ήταν ότι η δωροδοκία κατά τις εκλογές «ήταν το μικρότερον κακόν». Λίγο πιο κάτω βέβαια θα πει ότι μιλά σχετικώς και όχι απολύτως, για να προσθέσει ότι: «Το κατ’ εμέ φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν». Και βέβαια δεν τον απασχολεί η δωροδοκία σαν «μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων», αλλά το πώς γεννάται το όλο πλέγμα και η εξάρτηση, χωρίς να περιορίζει τη δωροδοκία στο δόσιμο χρημάτων. Για να επιθυμήσεις λοιπόν, λέει, να γίνεις βουλευτής και να υπηρετήσεις το έθνος, πρέπει να είσαι χορτάτος. «Η φιλοδοξία είναι νόσος των χορτάτων» ενώ «η λαιμαργία των πεινασμένων το νόσημα». Και βέβαια στις εποχές εκείνες υπήρχαν άνθρωποι «κατά γράμμα πεινασμένοι». Έτσι έπρεπε σ’ αυτούς τους πεινασμένους ο υποψήφιος ή να δώσει χρήματα ή να παραθέσει γεύμα ή να στείλει κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλες και οίνον. Έτσι «εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα και φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι». Έτσι πώς να αποφύγουμε τη δωροδοκία, «αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν» και «κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα»; Όποιος δυσφορεί λοιπόν για τη γενικευμένη δωροδοκία, «ας μη μετέχη του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος. ‘Κυάμων απέχεσθε…’»!

Από την αρχή όμως του διηγήματος ο Αλ. Παπαδιαμάντης περιγράφει σκηνές απείρου κάλλους, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σκιάθο, και έχουν να κάνουν με τα εκλογικά ήθη. Οι σκηνές αυτές όμως δεν αποτελούσαν, φαντάζομαι, προνόμιο μόνο της εγκαταλελειμμένης νησιωτικής Ελλάδας, αφού πολλά από τα τεκταινόμενα συμβαίνουν μέχρι και σήμερα πανελληνίως και ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές, οι οποίες έχουν ευκολότερα πρόσβαση στην κεντρική εξουσία. Και όταν λέμε εξουσία, μη φαντάζεστε και πολλά πράγματα. Παλιότερα αρκούσε η γνωριμία με τον θυρωρό της πολυκατοικίας ενός βουλευτή. Ή να γνώριζες έναν δημοτικό σύμβουλο. Μα τι λέμε, ακόμη κι έναν συνοικιακό σύμβουλο… (Μιλάμε πάντα για κομματικά οργανωμένα πρόσωπα). Αυτό ήταν ή είναι(;) ικανό να ανοίξει πλήθος θυρών κεκλεισμένων σφραγίσι επτά, όπως για παράδειγμα για μια θεσούλα στο δημόσιο. Στο σημείο αυτό να παραθέσουμε ένα συγκλονιστικό απόσπασμα από το διήγημα για τη θεσιθηρία, όπως ονομάζει ο Παπαδιαμάντης το νυν αποκαλούμενο ρουσφέτι: «Διότι μη νομίσης, ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει τον φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον «επιφανής» τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν». Φαντάζομαι τα πιο πάνω δεν ακούγονται σε κανέναν ως πρωτοφανή. Μάλλον περιγράφει τη διαχρονική κακοδαιμονία του ελληνικού δημοσίου. 

Θα κλείσουμε αυτό το σημείωμα με τα ίδια πάλι λόγια του συγγραφέα. «Η ηθική δεν είναι επάγγελμα, και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθη, πλανάται οικτρώς, και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί, και αληθώς πονεί τον τόπο του, και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή την ακωκήν της γραφίδος, αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά, ότι είναι αδύνατον να πολιτευθή. ‘Κυάμων απέχεσθε’. Ο Χριστός είπεν: Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, (9 Οκτωβρίου 1998).

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ 

Ευθύς εξαρχής θα ήθελα να πληροφορήσω τον αναγνώστη ότι ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε διαβάζοντας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Η επί πολλά χρόνια τριβή και σπουδή μου στο έργο του μεγάλου Σκιαθίτη διηγηματογράφου, μ’ έχει κάμει να πιστεύω ότι μαζί με τον κυρ Φώτη Κόντογλου, ο κυρ Αλέξανδρος της Σκιάθου, προσέγγισε με συνέπεια τη μακρόσυρτη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση. Αυτό μπορεί κανείς άνετα να το διαπιστώσει διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ολάκερο το έργο του. Όπως, επίσης, το ίδιο μπορεί να διαπιστώσει αν εντρυφήσει στις εμβριθέστατες μελέτες του εγκυρότερου μέχρι σήμερα παπαδιαμαντολόγου Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. 

Είναι γεγονός ότι το έργο του Α. Παπαδιαμάντη αντανακλά βαθύτερα ζητούμενα της νεοελληνικής ιστορίας και ιδεολογίας. Παλαιοτέρα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος έθετε, απερίφραστα πιστεύω, το μοτίβο πλησιάσματος του Παπαδιαμάντη: «ή θα πάρουμε στα σοβαρά τον κόσμο που μας παρουσίασε, ολόκληρο όμως τον κόσμο της ελληνικής χριστιανοσύνης ως τις ακρότατες συνέπειές του, και τότε μόνο θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον Παπαδιαμάντη όχι μόνο ως λογοτέχνη, αλλά ως πνευματικό κεφάλαιο – αυτό δεν ισχυριζόμαστε πως είναι; – ή αλλιώς θα γυρίσουμε πίσω στις αισθητικές επιφάνειες ή στη «λογοτεχνία» ή στην ψυχολογία των διηγημάτων, και θα θερίσουμε ότι σπείραμε, την άσκοπη (l’ art pour art) νεροτριβή της ευαισθησίας μας»[1]

Στον ίδιο τόνο νεότερος δοκιμιογράφος, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ευφυής και οξυδερκής, κάπου στα γραπτά του έλεγε κι αυτός τα εξής σταράτα: «ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν΄ αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε με όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στη άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. Ο άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα, και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ΄ αυτό που είμαστε κι όχι σ΄ εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Με δύο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη κι όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας»[2]

Απλά και κατανοητά θα συμπλήρωνα ότι ο Παπαδιαμάντης συγκρότησε ότι και οι προγενέστεροί του συγγραφείς, βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί, μια συνεχή αναφορά στην ελληνορθόδοξη πατρογονική κληρονομιά μας. Όπως σοφά παλαιότερα υπεδείκνυε κι ο πολύς Ν. Β. Τωμαδάκης: «υπέρ της Ορθοδοξίας εις τας τελετάς και συγγραφάς», στον τύπο και τη βίωση των «παραδεδομένων της Εκκλησίας, ακολουθιών, νηστειών, υμνογραφίας, εθών και εθίμων»[3]

Εξάλλου, κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούμε, ο κυρ Αλέξανδρος ότι έγραψε το βίωσε με πάθος και κατάνυξη. Πέρα από κάθε όριο αισθητικής συγκίνησης, επιζητούσε από τους αναγνώστες του συνοδοιπορία στη βίωση της ελληνορθοδοξίας. Σ’ όλα τα γραπτά του διαρκώς προβάλλει τα φώτα της, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς ότι αυτή βλασταίνει μόνον όταν μπολιάζεται στα εκάστοτε πολιτισμικά δεδομένα, ειδεμή καταντά απλώς μια νεκρολογία. Για το λόγο αυτό την υπερασπίστηκε με όλες του τις δυνάμεις. Πιστεύω ότι οι παραπάνω θεωρήσεις έρχονται και επικυρώνουν με τον καλύτερο τρόπο το γεγονός ότι ο άλιος γέρων της Σκιάθου, σ’ όλη του τη ζωή ήταν γερά δεμένος στις ασκητικολειτουργικές πρακτικές της Ορθοδοξίας. 

Σ’ ένα άλλο επίπεδο τώρα, που αφορά στην υποδοχή που είχε το έργο του Παπαδιαμάντη στον περιοδικό Τύπο της εποχής ενόσω ζούσε, μας είναι ήδη γνωστή η συνεργασία του και οι δεσμοί του με τη Λέσβο. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1910 και στις αρχές της επόμενης του 1920, ο κορυφαίος Σκιαθίτης διηγηματογράφος θα δημοσιεύσει κάποια διηγήματά του σ’ ένα από τα σημαντικότερα περιοδικά της πνευματικής κίνησης της Μυτιλήνης, τη Χαραυγή. Γι’ αυτή παλαιότερα ο αξέχαστος Παντελής Αργύρης είχε δημοσιεύσει μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, με τίτλο: «Η “Χαραυγή”. Ένα πρωτοποριακό περιοδικό της Μυτιλήνης», Λεσβιακά 10(1987)19-50. Ειδικότερα τώρα για τη θέση του Παπαδιαμάντη στη Λεσβιακή λογοτεχνική κίνηση ο Κ. Μίσσιος, ακάματος μελετητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και ιδιαίτερα της Λεσβιακής Γραμματολογίας, το 1994 στο Σερραϊκό περιοδικό Γιατί τχ. 197-198 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος) δημοσίευσε ένα άρθρο του με τίτλο: «Ο Παπαδιαμάντης και η συνεργασία του με το περιοδικό Χαραυγή της Μυτιλήνης». Στην ίδια τροχιά ο Στρατής Μολίνος, γνωστός λόγιος με ισχυρή παρουσία στα Λεσβιακά γράμματα, το 2003 δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο: «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι λόγιοι της Αιολίδας», όπου καταγράφει την αγάπη πολλών Λέσβιων λογοτεχνών με το Σκιαθίτη ηθογράφο και διηγηματογράφο. Και οι τρεις αυτές μελέτες αποτελούν σημαντική συμβολή στη σχέση του Παπαδιαμάντη με τη Μυτιλήνη.

Τί όμως δημοσίευσε Παπαδιαμάντης στη Χαραυγή; Στο 1ο τχ. (15 Οκτωβρίου 1910) 3-5 ο Παύλος Νιρβάνας – γνωστός για την προσωπική φιλία του και για τη φωτογραφία που έβγαλε στο Παπαδιαμάντη στα 1906, εκείνη τη φωτογραφία με την «την χαρακτηριστικήν ασκητικήν θέσιν, με τα χέρια πλεγμένα εμπρός, με το κεφάλι σκυμμένον, με τα μάτια βασιλευμένα, ειρηνικά υπό τα μισόκλειστα βλέφαρα. Μια ευγένεια ασύλληπτος εχύνετο εις το πρόσωπόν του από το φως της δυούσης ημέρας» – εγκαινιάζει τη συνεργασία του συγγραφέα της Φόνισσας με το περιοδικό, προλογίζοντας ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη: «Το γράμμα στην Αμερική»

Η συνεργασία του Παπαδιαμάντη, μετά από προσωπική πρόσκληση του εκδότη και διευθυντή της Χαραυγής Α. Π. Αλβανού, θα συνεχιστεί και σε επόμενα τεύχη. Στο 2ο τχ. (31 Οκτωβρίου 1910) 20-21, στο 5ο τχ. (15 Δεκεμβρίου 1910) 65-67, στο 7ο τχ. (15 Ιανουαρίου 1911), θα δημοσιευθούν τα παρακάτω διηγήματα: «Έρημο μνήμα», «Ο αντίκτυπος του νου», μέρος ενός μεγαλύτερου λογοτεχνικού κειμένου, το οποίο έμεινε ατελές, γιατί στις 2 Ιανουαρίου 1911 ο Παπαδιαμάντης πέθαινε, και «Οι μάγισσες», μαζί με ένα δοκίμιο του Νίκου Καστρινού «Εις τον ποιητήν». Ήδη τη χρονιά αυτή θα κυκλοφορήσουν και πολλά αφιερώματα στη μνήμη του, όπως αυτό στο Νέον Πνεύμα της Κωνσταντινούπολης και στον Καλλιτέχνη

Στην είδηση του θανάτου του Παπαδιαμάντη η Χαραυγή δεν έμεινε αμέτοχη. Στο 8ο τεύχος ο Φίλων Οφερέτης (ψευδώνυμο του γνωστού λογίου από το Μανταμάδο Μιχαήλ Στεφανίδη) γράφει ένα ποίημα με τίτλο: «Στον Παπαδιαμάντην». Παράλληλα στο ίδιο αφιερωματικό τεύχος δημοσιεύονται και πέντε διηγήματα του Παπαδιαμάντη: το «Όνειρο στο κύμα»«Το θαύμα της Καισαριανής», το «Υπό την βασιλικήν δρυν»«Ο πανδρολόγος» και «Η αποσώστρα». Ακόμη, ο Κωστής Παλαμάς από την εφημερίδα Ακρόπολις, αναδημοσιεύει μια κριτική μελέτη του με τίτλο: «Ο Παπαδιαμάντης». Η Χαραυγή κλείνει το αφιέρωμά της με άρθρο τού διευθυντή της Σμυρναϊκής εφημερίδας Ανατολή με τίτλο: «Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη»

Ωστόσο, εκείνο που εδώ παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Χαραυγή αποτέλεσε τον προάγγελο της επονομαζόμενης Λεσβιακής Άνοιξης. Μια σειρά από σημαντικότατους λογοτέχνες όπως ο Στράτης Μυριβήλης, ο Αριστείδης Δελής, ο Ιωάννης Ολύμπιος, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Μίλτος Κουντουράς, ο Κώστας Φριλίγγος, ο Αργύρης Εφταλιώτης, κ.α., δημοσιεύουν κείμενά τους σ’ αυτή. Αυτά, στο σύνολό τους πρωτότυπα διηγήματα, ποιήματα και χρονογραφήματα, υπερασπίζουν τον δημοτικισμό. Εδώ η θέση του Παπαδιαμάντη υπήρξε καίρια. Αν και ο Παπαδιαμάντης έγραφε στην καθομιλούμενη καθαρεύουσα, η οποία κατά γενική ομολογία υπήρξε προσωπική και ιδιότυπη, και παρότι στους διαλόγους του χρησιμοποιεί την ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα, υπάρχει ένα στοιχείο που συνήθως διαφεύγει σε όσους κατακρίνουν τη γλώσσα γραφής του. Κι αυτό αφορά στην πρόσμειξη στοιχείων της δημοτικής με την καθαρεύουσα, η οποία στις περιγραφές του επιφυλάσσει πολλές «λυρικές παρεκβάσεις». Ο Στρατής Μολίνος θεωρεί πως το παπαδιαμαντικό γλωσσικό ιδίωμα, που ενόχλησε τον Γιάννη Ψυχάρη και τον Αλέξανδρο Πάλλη, είναι ιδίωμα που αν κανείς το αφαιρέσει «τότες θα χάσει πολύ από την αξία του. Θα αποχρωματιστεί»[4]

Τα διηγήματα, λοιπόν, του Παπαδιαμάντης στην Χαραυγή αυτόν το σκοπό είχαν: η πληθωρική γραφή του γόνιμα να υπηρετήσει τη μετάβαση από την καθαρεύουσα στη δημοτική, αλλά και στο άνοιγμα νέων λογοτεχνικών ρευμάτων, όπως αυτή της «γενιάς του ‘30». Ο λόγος, εδώ, του Μάνου Ελευθερίου για τον Παπαδιαμάντη, στην «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία το προφήτη Ελισσαίου», είναι νομίζω απολαυστικός: «Παίρνει τα λόγια του, και κάθε λέξη τη στολίζει / με τα’ άνθη του επιταφίου, / κάθε ψηφίο με ακριβή πορφύρα και με μάλαμα / τους στίχους του κίτρα της θαλάσσης / ρίζα χρυσοπλόκοτατη είναι η ψυχή του τώρα»

[1] ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ. (1994). Μελέτες, τ. Α΄. Αθήνα: Δόμος, σσ. 243-244. 

[2] ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (2001). «Για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα», στο: Από το χάος στο χαρτί. Αθήνα: Εστία, σ. 200. 

[3] Ν. Β. ΤΩΜΑΔΑΚΗΣ. (2005). «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», στο: Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων. Γεωργία Φαρίνου – Μαλαματάρη (πρόλογος – επιμέλεια). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 232. 

[4]ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΟΛΙΝΟΣ. (1999). Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η Λεσβιακή Άνοιξη. Αθήνα: Φιλιππότη, σ. 42.

«Τί δηλοί ο μύθος; Θ΄ απαντήσω. Πρώτον· εμπιστοσύνη στο φωτάκι· που παρακάμπτει με άλματα τις εγκεφαλικές διεργασίες και πιάνει με την πρώτη αυτά που ο μελετητής χρειάζεται χρόνια για να ξεκαθαρίσει μέσα του και να τα κατατάξει. Δεύτερον· ότι η αγάπη προς την ύλη δεν έχει καμιά σχέση με την υλιστική αντίληψη της ζωής. Και τρίτον· ότι αυτό που εννοούσαν οι προπάτορές μας όταν έλεγαν «καθένας όπως νιώθει» εξακολουθεί να ισχύει, έστω και αν οδηγεί μερικές φορές σ’ έναν φ α ι ν ο μ ε ν ι κ ά (επιμένω στο όρο) απαράδεκτο παραλογισμό. Έτσι είναι. Καθένας όπως νιώθει, όπως αισθάνεται».

Ιδιωτική Οδός, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1990, 23-24.