Από την Πρωτοβουλία κατά της λογοκλοπής

«ΓΙΑΤΙ ΕΝΑΣ ΣΟΒΑΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ μιας σοβαρής εφημερίδας δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα; Γιατί η Εταιρεία Συγγραφέων σιωπά;» Αυτά τα ερωτήματα απεύθυνε τις προάλλες στο facebook ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. Αφορμή βεβαίως η αποκάλυψη του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου ότι το δημοσιευμένο στο Βήμα άρθρο του Αλέξη Σταμάτη, απόσπασμα του οποίου τέθηκε στις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις, είναι προϊόν λογοκλοπής. Μια μέρα αργότερα, ο ίδιος έφερε στο φως και άλλη λογοκλοπή του Σταμάτη, για άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα.

Ας αναλογιστούμε μια στιγμή ποιοι και πόσοι θεσμοί εκτίθενται εδώ. Πρώτα απ’ όλα βεβαίως εκτίθεται η εφημερίδα που εξέλαβε και δημοσίευσε τα κλοπιμαία κείμενα ως πρωτότυπα. Ασφαλώς δεν γνώριζε την προέλευσή τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν χρωστά μια συγγνώμη στους αναγνώστες της; Ύστερα, προφανώς, εκτίθενται οι θεματοθέτες των εξετάσεων και το Υπουργείο Παιδείας που τις διοργανώνει. Δεν οφείλουν μια εξήγηση σε γονείς, δασκάλους και μαθητές για τη φτωχή τους κρίση; Κατόπιν, οι θεσμοί που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία και το βιβλίο στη χώρα μας: οι ενώσεις των συγγραφέων όπως η Εταιρεία Συγγραφέων και οι ενώσεις των εκδοτών. Δεν κατανοούν πόσο βαριά είναι η σκιά της δυσπιστίας που πέφτει πάνω σε όλα τα μέλη τους, σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται έντιμα και δημιουργικά στο πεδίο της γραφής; Τέλος, εκτίθεται ο Τύπος, μικρός και μεγάλος, της χώρας. Πώς είναι δυνατόν εφημερίδες, ειδησεογραφικοί ιστότοποι, λογοτεχνικά περιοδικά τόσες μέρες τώρα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, να κάνουν ωσάν να μη συνέβη τίποτε; Και αντί για έρευνες διαφωτιστικές του ζητήματος να δημοσιεύουν ρεπορτάζ με τον Σταμάτη να δηλώνει… συγκινημένος και υπερήφανος που το «κείμενό του» επελέγη για τις εξετάσεις; (Έως τη στιγμή αυτή, μόνον η Καθημερινή, προς τιμήν της, έχει αναφερθεί στο ζήτημα).

Η περίπτωση του Σταμάτη είναι δυστυχώς μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Προ ημερών, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απονεμήθηκε σε βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Κανείς Έλληνας συγγραφέας δεν έχει καταγγελθεί τόσες φορές στο παρελθόν, από τόσο πολλούς και με τόσο πολλά και αδιάσειστα πειστήρια, για την ακατάπαυστη λογοκλεπτική του δράση. Ο λαός λέει ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: τα μέλη της κριτικής επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και το Υπουργείο Πολιτισμού που τα εποπτεύει, τα συνυπολόγησαν όλα αυτά στην κρίση τους; Προστάτευσαν τον εαυτό τους, έκαναν έστω έναν προληπτικό έλεγχο; Ή μήπως προσχώρησαν και αυτά στην κλεπτοκρατική θεωρία ορισμένων απολογητών της λογοκλοπής που βλέπουν στην πράξη της υπεξαίρεσης του ξένου κόπου και της εξαπάτησης του αναγνώστη ένα θεμιτό διακειμενικό παίγνιο;

Σε χώρες του εξωτερικού που σέβονται τον αναγνώστη, η κατακραυγή είναι τέτοια που οι αποδεδειγμένα λογοκλόποι (πολλώ δε μάλλον οι κατ’ επανάληψιν) είναι αδύνατο να εξακολουθήσουν να επαγγέλλονται σοβαρά τον συγγραφέα. Στη Γερμανία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, μεγαλόσχημοι πολιτικοί, ιεράρχες, πολυβραβευμένοι δημοσιογράφοι, για ατοπήματα κάποτε λιγότερο σοβαρά αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τη θέση τους και να ζητήσουν δημοσίως συγγνώμη. «Πρόσφατα, εισήγαγα στίχους άλλων ποιητών στα έργα μου. Ήταν λάθος μου. Το παραδέχομαι», έγραφε σε μια τέτοια δημόσια απολογία του προ ετών ο Αυστραλός ποιητής Άντριου Σλάττερυ. Και αναγνώριζε τις συνέπειες της πράξης του: «Αποδέχομαι ότι δεν θα ξαναδημοσιεύσω κανένα ποίημα και ακόμη περισσότερο καμία ποιητική συλλογή σε αυτή τη χώρα.»

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι λογοκλόποι όχι μόνο δεν λογοδοτούν και δεν μετανοούν για τις πράξεις τους, αλλά τιμώνται και προβάλλονται. Συμπαρασύροντας στη γελοιοποίηση τους θεσμούς μας και εκθέτοντας τους συγγραφείς μας στην ανυποληψία.

Ώς πότε;

Αθήνα, 26. 6. 2020,
τα υπογραφόμενα περιοδικά, ιδρύματα και ενώσεις

Αντίφωνο
Άρδην
δέ(κατα)
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Δημοσιογραφία
Εμβόλιμον
Ένεκεν
Ερατώ / Erato
Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
Εύλογον
Θυρίδες
Νέο Επίπεδο
Νέο Πλανόδιον
Νέος Ερμής ο Λόγιος
Nomas Magazine
Οικολογείν
Ο Φαρφουλάς
Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
Πλανόδιον / Ιστορίες Μπονζάι
(.poema..)
Poetix
Poetry Athens
Σημειώσεις
Σίσυφος
Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς
στίγμαΛόγου
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών
Το Κοράλλι
Tranzito
Fractal

~ . ~ 

Για την περίπτωση Αλέξη Σταμάτη, τεκμήρια εδώ.

Για την περίπτωση Χάρη Βλαβιανού, τεκμήρια εδώ.

ΠΗΓΗ

ΑΡΔΗΝ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Μέρες κορονοϊού, με το «Μένουμε Σπίτι», πέραν της προσφοράς διαδικτυακών διδακτικών αγαθών προς τους μαθητές μου – ας μην ξεχνάμε «το μεν εργάζεσαθι αγαθόν το δε αργείν κακόν» του Ξενοφώντα ή, «η εργασία είναι προσευχή» του ιερού Αυγουστίνου – βρήκα το χρόνο και εντρύφησα στο αρκετά μεγάλο αρχείο περιοδικών που έχω. Τύχη αγαθή έπεσα σ’ ένα τεύχος τού παλαιού καλού περιοδικού Ρεύματα, όπου ανακάλυψα ένα τρισέλιδο διήγημα αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη. Κι επειδή εδώ και δυο ημέρες ο Ποιητής έρχεται και ξανάρχεται στο προσκήνιο, λόγω των 24 χρόνων από το θάνατό του (18/3/1996 – 18/3/2020), με αγάπη το μοιράζομαι με τους αναγνώστες μου.



Λήψη αρχείου

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Οι Εβραίοι άκουσαν τους προφήτες τους. Οι Έλληνες γιατί δεν άκουσαν τους ποιητές τους; Την ερώτηση τη διατύπωσε ο Κώστας Αξελός στη δεκαετία του ’50 (την παραθέτω από μνήμης). Υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι η ελληνική παιδεία εξόρισε τους ποιητές της, τους λογοτέχνες της.

Μπορεί να αισθανόμαστε υπερήφανοι για τα δύο ποιητικά Νομπέλ μας, όμως όταν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, τα αντιμετωπίζουμε λίγο ώς πολύ ως είδος πολυτελείας, ένα υποχρεωτικό βάρος. Δεν έχουμε αναρωτηθεί ποτέ στα σοβαρά γιατί για τους λογοτέχνες μας δεν υπήρξε ποτέ γλωσσικό ζήτημα. Ο Σολωμός έγραψε στα δικά του ελληνικά, ο Κάλβος στα δικά του. Κι εμείς τρέχαμε στους Μιστριώτηδες και στους Ψυχάρηδες για να μας πουν ποια ελληνικά πρέπει να μιλάμε αν θέλουμε να λεγόμαστε Έλληνες.

Το πρόβλημα εννοείται ότι δεν περιορίζεται στο γλωσσικό. Αν και αναρωτιέμαι σε ποιο άλλο ευρωπαϊκό έθνος η διαμάχη για τη γλώσσα άφησε πίσω της ακόμη και νεκρούς. Υπενθυμίζω τα Ορεστειακά. Αναρωτιέμαι, επίσης, ποιο άλλο έθνος προσέδωσε ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα σε ένα μέρος της γραμματικής, όπως εμείς στην τρίτη κλίση. Η κατάργησή της λειτούργησε σαν πιστοποιητικό προοδευτικών φρονημάτων. Το Ισραήλ που δημιουργήθηκε από Εβραίους της διασποράς, με διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα, αποφάσισε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στη γλώσσα των προφητών. Εμείς αναγνωρίσαμε τον εαυτό μας στη Βαβυλωνία, το θεατρικό του Βυζάντιου, και αναθέσαμε στους γραμματικούς και τους φιλόλογους να νομοθετήσουν. Η τυπολατρική νοοτροπία μας θριάμβευσε ακόμη κι εδώ. Στην Ελλάδα υπάρχουν νόμοι για τα πάντα, απλώς δεν μπορούν να μας προστατεύσουν από το χάος που οι ίδιοι οι νόμοι δημιουργούν.

«Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα». Τον τίτλο τον χρωστώ στον φίλο Βασίλη Παπαβασιλείου. Ήταν το αγαπημένο του ρεφρέν στις εκπομπές που κάναμε τον χειμώνα στον ΣΚΑΪ με τον Περικλή Βαλλιάνο και τον Αρη Πορτοσάλτε. Δύσκολα διότι το έθνος βρισκόταν σε μόνιμη αναζήτηση του εαυτού του. Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτήν την αναζήτηση ανέλαβε και το περίφημο «γλωσσικό». Σήμερα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Θεωρούμε ότι το λύσαμε. Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία επέβαλε την δημοτική ως γλώσσα της εκπαίδευσης. Θύματα η υπέροχη τρίτη κλίση και η «ωραία περισπωμένη» όπως έλεγε ο Εγγονόπουλος. Οι γλωσσολόγοι και οι προοδευτικοί φιλόλογοι θριάμβευσαν. Ηττήθηκαν οι καθαρευουσιάνοι; Λυπάμαι αλλά ηττήθηκε ο Παπαδιαμάντης.

Θυμάμαι ακόμη μια ομιλία του Γιώργου Ιωάννου για τον Παπαδιαμάντη. Ήταν στη δεκαετία του ’70 και μου έχει μείνει ο τρόπος που ο Ιωάννου περιέγραφε την ανάπτυξη της φράσης του Παπαδιαμάντη. Μακροπερίοδος, σαν κύμα που φουσκώνει και ξεσπάει. Η μουσική της συνομιλεί με τα ελληνικά της εκκλησίας, συνομιλεί όμως και με την ανάπτυξη της φράσης του Φλομπέρ ή του Ντοστογιέφσκι που είχε ο ίδιος μεταφράσει. Ο Παπαδιαμάντης οδήγησε τις δυνατότητες της ελληνικής γλώσσας στα εκφραστικά της όρια. Ουπς! Που σου γράφει και το καταραμένο Διαδίκτυο όταν βάλεις λάθος κωδικό. Σήμερα στο σχολείο διδάσκεται ως ένας Σκιαθίτης συγγραφέας, λαϊκός άνθρωπος, μεράκλωνε ψέλνοντας στον Άγιο Ελισαίο, του άρεσε το κρασί, κάπνιζε και πληρωνόταν με τη λέξη από τις εφημερίδες του καιρού εκείνου. Ηθογράφος μιας Ελλάδας ξεπερασμένης, μάλλον γραφικής, όπως γραφική είναι και η γλώσσα του. Τα ελληνικά τού Παπαδιαμάντη, και η λογοτεχνία του, για το Ελληνόπουλο που πάει σήμερα σχολείο είναι «έθνικ». Κάτι σαν ιστορικό κειμήλιο που φιλοξενείται στο κακότεχνο μουσείο του εγχειρίδιου της Νέας Ελληνικής.

Δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι πολιτικός. Είμαι, όμως, αναγνώστης λογοτεχνίας, και μάλιστα συντηρητικός αναγνώστης. Σε πείσμα των καιρών θεωρώ ότι η κλασική λογοτεχνία δεν είναι απλώς διακοσμητικό έπιπλο στο καθιστικό της δημοκρατίας. Σήμερα αναφέρθηκα στη μουσική του Παπαδιαμάντη, σ’ αυτήν την καθαρεύουσα που μας φαίνεται εξωτική. Θα μπορούσα να αναφερθώ και στη μουσική του Βαλτινού, στον αντίποδα της μακροπεριόδου φράσης του Σκιαθίτη. Πώς μια γλώσσα που έζησε τόσους αιώνες μπορεί ακόμη να βγάζει τέτοια μουσική;

Ασχέτως επισήμων εορτασμών, η συμπλήρωση διακοσίων ετών από την έναρξη της Επανάστασης, είναι μια ευκαιρία να ακούσουμε τη φωνή των ποιητών μας. Καιρός να καταλάβουμε ότι η εθνική μας ταυτότητα, και η αδυναμία μας να την προσδιορίσουμε, για τους λογοτέχνες μας υπήρξε έναυσμα δημιουργίας. Παραθέτω από μνήμης και πάλι τον Παπαδιαμάντη, στον «Βαρδιάνο στα Σπόρκα» όπου γράφει ότι η Ελλάδα απέκτησε την ανεξαρτησία της για να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αυτοκυβερνηθεί.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όποιος έχει διαβάσει το βασικότερο έργο του Γιάννη Ψυχάρη, Το ταξίδι μου, σίγουρα θα έχει πάρει κι ένα καλό μάθημα για το πώς η δημοτική γλώσσα, άλλοτε και τώρα, σημαίνει καθώς γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας «τη λύτρωση του ελληνισμού από τις πνευματικές του πέδες». Αυτό, τουλάχιστον, φάνηκε από τη θετική δεξίωση που βρήκε αυτό το έργο, κυρίως από τον Κωστή Παλαμά. Γνωστό είναι ότι ο Ψυχάρης, λίγα χρόνια πριν το θάνατό του (1929), πραγματοποίησε κάποιες διαλέξεις για την ελληνική γλώσσα, τόσο στην Αθήνα, όσο και σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας όπως η Μυτιλήνη.

Τη χρονιά που βρέθηκε στη Μυτιλήνη, στα 1925, γνωρίστηκε με τον Ασημάκη Πανσέληνο, φοιτητή τότε της Νομικής Σχολής στην Αθήνα. Ο Λέσβιος λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και ποιητής, αρκετά χρόνια αργότερα, καταγράφοντας τις αναμνήσεις του στο μαγευτικό βιβλίο του Τότε που ζούσαμε, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην παρουσία του Ψυχάρη στη Μυτιλήνη. Πρόκειται για μια μαρτυρία συγκλονιστική για τον χαρακτήρα και το παράστημα του Ψυχάρη, γραμμένη με γλαφυρό ύφος, αφού η παρουσία του μεγάλου δημοτικιστή προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στους κατοίκους της πόλης. Διαβάζοντας τις τελευταίες ημέρες  – για τέταρτη φορά – το Τότε που ζούσαμε του Πανσέληνου, στάθηκα περισσότερο στο αφιερωμένο στον Ψυχάρη κεφάλαιο, γιατί θεωρώ πως ο αγώνας του για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας πάντα θα είναι επίκαιρος. Αυτή την επικαιρότητα άμεσα την συνδέω με αυτά που για τον Ψυχάρη γράφει ο κορυφαίος νεοελληνιστής Άλκης Αγγέλου, όταν στα 1993, από τις εκδόσεις Ερμής, με πολυσέλιδη εισαγωγή, για τέταρτη φορά εξέδιδε Το ταξίδι μου: «Για να τα πάει κανείς καλά μαζί του – εννοώ για να τον πλησιάσει και να τον γνωρίσει σωστά – οφείλει να τον ακολουθήσει. Να παίρνει ό,τι εκείνος του προσφέρει κι όπως εκείνος του το προσφέρει». Αυτό έκαμε κι ο Ασημάκης Πανσέληνος όταν γνώρισε από κοντά τον Ψυχάρη. Ο λόγος και η γραφή του είναι ένα απαράμιλλο ψυχογράφημα τού γεννημένου στα 1854 στην «Οδέσσα» γλωσσολόγου και λογοτέχνη. Ας απολαύσουμε αυτούσια κάποια (λίγα) αποσπάσματα:

Αποτέλεσμα εικόνας

«Τότες ξεμπάρκαρε μια μέρα ο Ψυχάρης στη Μυτιλήνη και φύσηξε δυνατός αγέρας μες στο κατακαλόκαιρο, που ξύπνησε τα πνεύματα από τη νάρκη. Τι ανθρωπάρα και τούτος και τι νερομάνα πνευματική. Ο Βενιζέλος κι αυτός. Όποιος υπήρξε στα χρόνια τους – Ρωμιός – και δεν συνεπάρθηκε, και για μια στιγμή έστω, από τη δράση τους, έζησε χωρίς να το πάρει χαμπάρι […]

[…] Στη Λέσβο λοιπόν καλλιεργήθηκε ο δημοτικισμός όπως δινότανε ίσια από την ψυχαρική του πηγή, και το πλούσιο γλωσσικό όργανο του Μυριβήλη, είναι ένα δείγμα της σωστής γλωσσικής αίσθησης που καλλιεργήθηκε στον κύκλο των Μυτιληνιών δημοτικιστών […]

[…] Ένας ψηλός λεβεντόγερος, ένας καλοσυνάτος γερο-πολεμιστής. Το μάτι του λίγο μπερμπάντικο κι η μύτη του έτοιμη να χωθεί μέσα σε όλα. Ντυμένος στην τρίχα – πουκάμισο και γραβάτα από το ίδιο πανί και τα νύχια λουστραρισμένα, ο γερο-μουρντάρης. Η φωνή του βγαίνει από το λαιμό χοντρή και μακρόσυρτη, σαν μπαμπούλας, μα οι κουβέντες του είναι εγκάρδιες. Ένας αγαθός γερο-γίγας, ένας σαλιάρης παριζιάνος, ένας σωστός γερο-πλάτανος. Σαν άκουσε το όνομά μου αγρίεψε.

– Πανσέληνος, λέει… κάποιον δάσκαλο θα είχατε μες στο σόι σας!

Τον βεβαίωσα πως κανένα δάσκαλο δεν είχαμε μες στο σόι μας, πως οι δάσκαλοι απεναντίας μου φαρμάκωσαν τη ζωή και πως, ίσα ίσα, εκείνον τον αγαπούσαμε γιατί συχνά τους τις έβρεχε στα πισινά τούς δασκάλους μας.

– Μα εκείνο το νι στο Πανσέληνος, επιμένει, δεν είναι ρωμαίικο· δάσκαλος το λοιπόν υπάρχει στη μέση.

Παραδέχτηκα πως ανάμεσο στους ταπεινούς προγόνους μου, μπορεί να υπήρξε και κανείς δάσκαλος, χωρίς να τον ξέρω, και γενήκαμε φίλοι. Έτυχε αργότερα σε συζητήσεις να ακούσει γνώμες μου και να τις δεχτεί, όμως εκείνο το νι στο όνομά μου το ξέγραψε μια για πάντα. Με φώναζε Α σ ή μ η. Κι όταν μου χάρισε ένα αντίτυπο του βιβλίου του τα «Δ ύ ο  Α δ έ λ φ ι α», πάλε εκείνο το νι της πρώτης συλλαβής το παραμέρισε στην αφιέρωσή του. «Του αγαπητού μου φίλου και οδηγού Ασήμη Πα…σέληνου ολόκαρδα και ολόγλωσσα Ψ υ χ ά ρ η ς» […]

[…] Δεν θα μπορούσα ωστόσο να υποστηρίξω πως δεν υπήρχε, ενδεχομένως, μες στις κουβέντες εκείνο το βράδυ της Μυτιλήνης, μια απόχρωση τραγική. Άλλο ζήτημα τούτο. Και μολαταύτα δεν το ξεχνώ. Έπεφτε η νύχτα και μύριζε γιασεμί, πίναμε ούζο με σπιτικό μεζέ, και φαίνονταν όλα γύρω σε μια ταλαντευόμενη ισορροπία – μια αψηλή αίσθηση ζωής, δίπλα στον γερο-επαναστάτη, σάμπως η ευδαιμονία να ήταν ξεχυμένη μες στους αρμούς του κορμιού. Όταν αργά πια φεύγαμε για την πόλη, πλησιάσαμε όλοι τον Ιωάννη Ολύμπιο, τον γυμνασιάρχη, να μας πει δα τις εντυπώσεις του από τον Δάσκαλο. Σούφρωσε τούτος λίγο τα χείλια του, σα να δοκίμαζε κάτι κι η απάντηση ήρθε άμεση και πυκνή.

– Σοφός, αλλ’ αγαπά τας γυναίκας!

Σκέφτηκε μια στιγμή πάλι, σαν να ζύγιζε τον λόγο που ξέφυγε από τα χείλια του. Και πρόσθεσε αμέσως.

– Είναι το πνεύμα της Δύσεως. Το Γαλατικόν! […]

[…]  Έτσι παρουσιάστηκε τρεις φορές μπροστά στον λαό. Στις 13 Αυγούστου με θέμα ”Αρχές νεοελληνικής φιλολογίας”. Στις 16 μίλησε για το “Ζήτημα το μεγάλο”. Και στις 20 πήρε μέρος και μίλησε, μαζί με άλλους ντόπιους, στο φιλολογικό μνημόσυνο για τον Εφταλιώτη, τον Γιάννη Δελή και τον Αλβανό, τους πρώτους Μυτιληνιούς δημοτικιστές και για τον Δημήτριο Βερναρδάκη, που κάμποσοι πατριώτες μου (και οι Βασιβουζούκοι) τον θέλανε, σώνει και καλά, δημοτικιστή, επειδής έγραψε τον “Έλεγχο του ψευδαττικισμού”».

Ετούτη την ατόφια Ρωμιοσύνη του Ψυχάρη γνώρισε και κατέγραψε στο αριστουργηματικό του έργο Τότε που ζούσαμε ο Ασημάκης Πανσέληνος. Και τη μετάγγισε σε πολλά έργα του. Πανσέληνο και Ψυχάρη όσοι ακόμα και σήμερα διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν, συχνά φέρνουν στα χείλη τους εκείνον τον ακριβό ψυχαρικό λόγο: «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο».

«Η Ρωμιά του Παπαδιαμάντη για το σημερινό αναγνώστη, προπάντων η γερόντισσα, αλλά και όλες οι άλλες με, πολυχρώματη ουρά, το τελικό ουδέτερο ωμέγα στα ονόματά τους – το Σεραϊνώ, το Μαλάμω, το Μπραϊνώ – είναι κάτι αυτονόητο, σχεδόν όπως η ταυτότητα ή το διαβατήριό μας που γράφουν, υπηκοότητα: ελληνική· θρήσκευμα: χριστιανός ορθόδοξος. Με τον Παπαδιαμάντη το θέμα αυτό δεν χρειάζεται ανάπτυξη. Διάβασμα μοναχά χρειάζεται και ξαναδιάβασμα από γενιά σε γενιά. Με τους διάφορους μεσάζοντες ή τους ξεναγούς το διάφορο απομένει και τελικά μάλλον θόρυβος γίνεται», ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, (1979), Οι Ρωμιές, Αθήνα: Δόμος, σσ. 11-12.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΣΧΟΛΙΟ: Δεν είναι καθόλου δύσκολο να διακρίνει κανείς εδώ το γεγονός ότι στον Παπαδιαμάντη η Ρωμιά γυναίκα, η μάνα, είναι ένα αρχέτυπο, το οποίο πάντα τείνουμε να το προσωποποιούμε και να το μεταφέρουμε σε κάποιο χαρακτήρα της μυθολογίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Καπράλος η μάνα μου

Χρήστος Καπράλος (1909-1993), Η Μάνα μου, 1940-1945· γύψος, 65 x 36 x 46 εκ., Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

«Όπως τα πουλιά του παραδείσου /  που κελαηδούν στα εσωράχια / καλύτερα να αγνοεί κανείς την ιστορία. / Όμως εκεί που κλαίει ο Θεός / είναι ένα ποίημα».

ΤΑΚΗΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ, (1991), Αποκαλυπτικά της Εσπερίας, Αθήνα: Ύψιλον, σ. 14.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΙΚΙΩΝΗΣ, Μολύβι σε διαφανές χαρτί.