Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Περιμένοντας στην ουρά του ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων, η μητέρα με το μικρό αγοράκι που βρισκόταν πίσω μου, έδωσε τον τόνο τού γνωστού στις μέρες μας ρατσισμού ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Κάποια στιγμή το μικρό αγοράκι ξεφεύγει από τα χέρια της και αρχίζει να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Προς την πλευρά της τράπεζας περπατούσε ένας μετανάστης. Ακούω τη μητέρα να λέει επί λέξει στο παιδί της: «πρόσεχε θα σε φάει ο μαύρος». Την κοιτάζω και τη ρωτώ το εξής απλό: «Τί λέτε στο παιδί σας;» Και η απάντηση που εισπράττω, κυριολεκτικά με αφήνει άφωνο: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι χιμπατζήδες».

Το σκηνικό θα μπορούσε να έχει συνέχεια… Ανήκει στα γεγονότα που καθημερινά ο καθένας μας βιώνει, με αφορμή το μεταναστευτικό φαινόμενο, το οποίο στις μέρες μας όλο και περισσότερο γιγαντώνεται, και ειδικότερα εδώ στη Λέσβο δεν είναι διαχειρίσιμο, με ευθύνες κυρίως των πολιτικών και των τοπικών παραγόντων.

Προχθές από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών του Βόλου έλαβα μια πρόσκληση, για τη διάλεξη που θα κάνει στην Αθήνα ο διεθνούς φήμης φιλόσοφος Charles Taylor, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου McGill (Μόντρεαλ, Καναδάς). Η διάλεξη, με θέμα: «Ο Χριστιανισμός στην κοσμική εποχή της Δύσης», θα γίνει στο αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα), στις 7.30 μμ., και οργανώνεται από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου και το Πρόγραμμα «Επιστήμες και Ορθοδοξία ανά τον κόσμο» (SOW) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Με αφορμή το παραπάνω ρατσιστικό παραλήρημα της μητέρας, ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα από βιβλία του κορυφαίου αυτού Καναδού καθηγητή, με τίτλο: Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, στο οποίο περιέχονται και σχόλια τεσσάρων συνεργατών του. Στην εισαγωγή, την οποία γράφει η Amy Gutmann, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Princeton, διάβασα ένα απόσπασμα, που κάπως αλάφρωσε τον θυμό μου για τη μισαλλόδοξη μητέρα και τον ρατσιστικό της λόγο, ο οποίος άνετα για πολλούς θα μπορούσε να γίνει και σύνθημα, αν δεν έχει ήδη γίνει. Γράφει η κα. Amy Gutmann: «Ο μισάνθρωπος λόγος (hate speech) παραβιάζει τον πλέον στοιχειώδη ηθικό γνώμονα να σεβόμαστε την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων και απλώς προϋποθέτει την εγγενή κατωτερότητα των άλλων», (σ. 67).

Θα έλεγα, λοιπόν, δίχως κανέναν ενδοιασμό ό,τι σε έναν κόσμο που εναγώνια αναζητά την ασφάλεια του, περίκλειστος μόνο στον εαυτό του, ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο εκδιωγμένος, ο αναγκασμένος από τα πράγματα να αλλάζει συνεχώς τόπο και τρόπο ζωής, είναι εκείνο το πρόσωπο του άλλου· καταπώς γράφει κι ο πολύς Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης: «Το εγώ μου είν’ ένας άλλος», (Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66).

«Στην κορυφή του θόλου της Εκκλησίας του Μοναστηριού, ο Σταυρός του Χριστού, μόνος ξεδιαλύνει τα αξεδιάλυτα σκοτάδια.

Ορθρίζει η νέα μέρα.

Ο παπάς στο ιερό, συντροφιά με άλλους ιερείς, παπάδες και διάκους, που θυμιατίζουν, αναγνώστες που διαβάζουν: “Ταις των Αγίων πρεσβίαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς”. Μνημονεύει: Τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρο τον Ομολογητή, που εξορίστηκε. Τον πρώην ειδωλολάτρη ιερέα, που υπέρ Χριστού εσταυρώθη Λουκιλλιανό. Το Νήπιο με το βαπτιστικό όνομα Υπάτιος, που μέσα στη φυλακή εσφάγη. Το Μάρτυρα Άγιο Γελάσιο, που κατεξευτέλισε κάθε κοινωνική πλάνη κοροϊδεύοντας. Τον Άγιο Μάρτυρα Ταράσιο, που καθόλου δεν τον κατατάραξε η θέα του ξίφους. Την Αγία Μάρτυρα Καλλιόπη, που εκ της θέας της ομορφιάς των κτισμάτων υψώθηκε στην αντίληψη της θέας του Κτίστου. Την κανονική Παρθένο Αγία Θέκλα, που η φιλαργυρία του πνευματικού της αφήρεσε την Οσία της Κάρα. Τους Οσίους Κύρο, Κανίδη και Ονούφριο, που μέχρι τη λήξη των βίων των, την κατ΄ εικόνα προς τον Πλάστη ομοίωση του ανθρώπου διαφύλαξαν. Του Αγίους μάρτυρες Ίσαυρο και Φίληκα, που αντιμετώπισαν τις φάλαγγες των εναντίων νικηφόρα, όπως ο Όσιος Υπάτιος τους πειρασμούς της πορνείας και ο πρώην Τριβούνος Μάρτυς του Χριστού Υπάτιος που ειδοποιήθη για το τέλος του εξ ουρανού. Τη Μάρτυρα Αγία Λεωνίδα, που με θάρρος υπέμεινε το πυρ της Καμίνου. Τον Άγιο Μάρτυρα Πιέριο, που σφάγιο πάνω στα κάρβουνα, ψήθηκε ομολογώντας το Χριστό. Τον Όσιο Μάγνο, που παρέδωκε το πνεύμα ενώ προσεύχοταν. Τον εξ Αθηνών Νεομάρτυρα Μιχαήλ, που κατεκόπη με σπάθη στα 1740. Μηνός Ιουνίου 30. “Ιούνιος Μην λήξιν ώδε λαμβάνει, Θεώ δε δόξαν τω αλήκτω προσφέρει”».

ΝΙΚΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗ, (1999), Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια, Αθήνα: Άγρα, σσ. 71-73.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πόλεως και Νομού Δράμας Παραμύθια

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Προανάκρουσμα

Δημοσιεύω εδώ την εισήγησή μου για την ιστορία του ούζου, στην Ημερίδα που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου, στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ούζου στις 14 Ιουνίου 2013, στην Αίθουσα Τελετών του Πειραματικού Γενικού Λυκείου Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Αν και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πολιτικά της Κυριακής (Μυτιλήνη 21 Ιουλίου 2013), αναγκάζομαι να τη δημοσιεύσω ξανά με μερικές διορθώσεις, αλλαγές και προσθήκες για ένα και μόνο λόγο. Και εξηγούμαι: ειλικρινά δεν περίμενα ότι μια τέτοια εισήγηση θα είχε τέτοια αποδοχή στο ευρύτερο αναγνωστικό της πόλης μας. Δεν σας κρύβω ότι αρκετοί αναγνώστες της παραπάνω εφημερίδας, αλλά και γνωστοί συμπολίτες με παρακίνησαν να τολμήσω αυτήν την έκδοση, άμεσα προσβάσιμη τώρα με τούτο το φυλλάδιο σε κάθε ενδιαφερόμενο. Την αφιερώνω σ’ έναν απόντα, παλαιό καλό φίλο, ο οποίος όμως δεν βρίσκεται πια εν ζωή, τον Παντελή Αργύρη. Και εξηγώ παρακάτω γιατί.

Διερώτηση δικαιολογημένη

Κυρίες και κύριοι, ίσως, θα διερωτάσθε τι γυρεύει ένας θεολόγος καθηγητής σε μια ημερίδα με θέμα το ούζο και την ανάδειξή του ως τοπικού προϊόντος, και πανελλαδικού εν γένει. Το ερώτημά σας είναι δικαιολογημένο. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχετε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο τέλος της εισήγησής μου. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω και μια δυσκολία μου: αισθάνομαι ολίγον «ξένος» σ’ αυτό το πάνελ και την ομήγυρη. Κι αυτό διότι το θέμα που θα σας αναπτύξω, στέκεται «αντιμέτωπο» με τη θεματική της ημερίδας. «Αντιμέτωπο», μιας και απέχει από τα «καθιερωμένα» σε τέτοιες περιπτώσεις. Θεωρώντας την ολόθυμη και αυθόρμητη παρουσία σας εδώ σημάδι καλοπροαίρετο και ευαρέσκειας, θα ζητήσω την προσοχή σας στα λεγόμενά μου το πολύ δέκα με δεκαπέντε λεπτά, μιας και έλαχε σε μένα να αρχίσω τις εργασίες της ημερίδας ταύτης. Και ζητώ την προσοχή σας για πράγματα που, ίσως, να μη έχετε ποτέ ακούσει για το ούζο. Επιτρέψτε μου όμως και κάτι ακόμη. Νιώθω την ανάγκη να αφιερώσω την εισήγησή μου σ’ έναν απόντα σήμερα, που δεν είναι κοντά μας, αφού «έφυγε» νέος από δαύτη τη ζωή, λόγιο της πόλη μας, ή καλύτερα «καφελόγιο» ή «ουζολόγιο» όπως αρεσκόταν να τον λένε, ο οποίος αγαπούσε το ούζο. Ο απόντας είναι ο Παντελής Αργύρης, γνωστός νομικός και συγγραφέας του τόπου μας, που οι ουζοκατανύξεις μαζί του, όσο ζούσε ήταν αρκετές, διανθισμένες πολλές φορές με φιλολογικές, ιστορικές και θεολογικές συζητήσεις.

Ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης;

Ας έρθουμε όμως στο καθ’ αυτό θέμα μας: το ούζο, που κατά ένα από τα πολλά ευφυολογήματα του αξέχαστου Θεσσαλονικιού πεζογράφου και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, σημαίνει ου ζω. Για να ξεπεράσω μερικές δυσκολίες για εσάς από τα λεγόμενά μου, οι οποίες δικαιολογημένα είναι πολύ πιθανόν να βγουν στην επιφάνεια, μερικές σύντομες αναφορές για το ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ούτως ώστε να μη ξεφύγουμε από το θέμα μας, είναι νομίζω επιβεβλημένες. Και πιστέψτε με, θα σας κάνουν να δείτε το ούζο με άλλη ματιά, «βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή», στη μακρά δηλαδή διάρκεια της ιστορίας του προς τα πίσω, που κατά τους ιστορικούς του είδους της γευσιγνωσίας και τους δειπνοσοφιστές χάνεται, στα βάθη ακόμη και της ελληνικής αρχαιότητας, με άλλη όμως ορολογία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, λοιπόν, ήταν ένας ιδιαίτερα ασυνήθιστος άνθρωπος. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αδελφός της γνωστής ποιήτριας Ζωής Καρέλλη. Πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος[1], αλλά όχι εκείνης της θρησκείας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο. Για να τεκμηριώσω την τελευταία άποψή μου θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό από την πλουσιότατη σε εμπειρίες ζωή του, αυστηρή και με ασκητικό χαρακτήρα. Κι όταν λέγω ασκητικό μην πάει στο μυαλό σας ότι ήταν ο άνθρωπος που απέφευγε τις συναναστροφές με άλλους. Το αντίθετο μάλιστα συνέβαινε. Ο Πεντζίκης ήταν ο άνθρωπος που καταργούσε την ατομικότητα, την έβλεπε σαν το σαράκι που κατατρώει την ανθρώπινη σάρκα και το πνεύμα, ολάκερο δηλαδή τον άνθρωπο. Στο περιστατικό μας λοιπόν. Το διασώζει ο λόγιος Αγιορείτης μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης σε μια μικρή μελέτη του για τον Πεντζίκη. Στα 1979 σε μια επίσκεψη που είχε κάνει ο γνωστός πατήρ Παΐσιος απ’ Άγιον Όρος σ’ ένα ησυχαστήριο κοντά στη Θεσσαλονίκη – εδώ για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, θεωρώ σημαντικό να σημειώσω ότι στο Άγιον Όρος, ο επισκέπτης προσκυνητής άμα και πατήσει το πόδι του σ’ ένα μοναστήρι, οι μοναχοί θα τον καλωσορίσουν με λουκούμι, τσίπουρο ή ούζο –  ο Πεντζίκης θέλησε να τον δει. Μαζί με έναν γνωστό του τότε νεαρό φοιτητή, ναύλωσαν ένα ταξί και έφτασαν στο ησυχαστήριο όπου βρισκόταν ο Γέροντας Παΐσιος. Ο κόσμος πολύς. Ο Πεντζίκης γύρω στα 70 τότε, με το μπαστουνάκι του, δώρο κι αυτό αγιορείτη Γέροντα, άνοιξε το δρόμο και έφτασε μπροστά στον πατέρα Παΐσιο. Πέφτει στα γόνατα. Ο Γέροντας τον σηκώνει. «Ήρθα να πάρω την ευχή σας» είπε ο κυρ Νίκος και φίλησε το ροζιασμένο από τις μετάνοιες χέρι. Κι έφυγε. Ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος με τη μαρτυρία της προσευχής έλεγε πάντοτε για τον Πεντζίκη ότι «πρέπει να είσαι πολύ καθαρός για να καταλάβεις τα βρώμικα του Πεντζίκη». Και λέγοντας «βρώμικα» δεν εννοούσε κάτι το βρωμερό και χυδαίο, αλλά όλα εκείνα τα ευφυολογήματα που έλεγε. Σαν κι αυτό που σήμερα σας καταθέτω, το ούζο σημαίνει ου ζω, ή σαν αυτό εδώ: Κ’στός· Χριστός, αναφερόμενος στη διάλεκτο του χωριού Χορτιάτης στη Θεσσαλονίκη, ή πεζογράφος· παις ζωγράφος, ή ιατρός· ια τρως Για να τελειώσω με τον Πεντζίκη, θα σας καταθέσω και μια ακόμη άποψη. Ο Γιώργος Σεφέρης έλεγε ότι τον «Πεντζίκη τον δέχεται κανείς ολόκληρο ή δεν το δέχεται καθόλου»[2].

Δεν είναι όμως ο Πεντζίκης το θέμα μας. Εξάλλου κι αυτά που σας είπα πολλά είναι, επιβεβλημένα όμως για να θεωρήσουμε σωστά τα παρακάτω, λόγω του ότι ο Θεσσαλονικιός αγαπημένος μου συγγραφέας, τον οποίο δεν σας κρύβω, στα φοιτητικά μου και μετέπειτα χρόνια παραμονής μου στη Θεσσαλονίκη, είχα την τύχη να τον ακούσω αρκετές φορές να μιλά σε συνάξεις, επιβεβαιώνει και τον υπότιτλο της εισήγησής μου. Μέσω ενός συγγραφέα με βυζαντινές και μεταβυζαντινές ρίζες, ενός «αιωνίου παιδιού», όπως έλεγε σ’ ένα επιμνημόσυνο ποίημα που γράφτηκε γι’ αυτόν από το λόγιο Αγιορείτη μοναχό, Συμεών Γρηγοριάτη, γνωστό και ως Περουβιανό, το ούζο έχει μακρά ιστορία, με βυζαντινές και μεταβυζαντινές προεκτάσεις, αναφορές, όπως θέλετε πάρτε το.

Το ευφυολόγημα ούζο σημαίνει ου ζω

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης, αρθρογράφος στο ΒΗΜΑ[3] και συγγραφέας διασώζει το ευφυολόγημα του Πεντζίκη: ούζο σημαίνει ου ζω, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι όποιος «θέλει να κατανοήσει τον Πεντζίκη αυτά δεν θα πρέπει να τα θεωρεί παραδοξολογίες». Καθ’ ότι γνήσιο τέκνο του Βυζαντίου ο Πεντζίκης με αυτό το ευφυολόγημα τρόπον τινά έπαιζε, κοροϊδεύοντας το θάνατο, μιας και τους «ουζοπότες», τους πίνοντες και ιδιαιτέρως τους «αγαπώντες την πόσιν του ούζου» με τις «ουζοποσίες» τους, το «πίνειν», δηλαδή, και «ιδιαιτέρως καθ’ υπερβολήν ούζον»[4], δεν είναι λίγες οι φορές που τους στέλνει στον Οξαποδώ. Πάρα ταύτα όμως, το ούζο φαίνεται να μη λείπει από τα ήθη και έθιμα του λαού μας. Οδηγός εδώ ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, άριστος μελετητής του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου, του Παπαδιαμάντη, ως άλλος ένας βυζαντινός και μεταβυζαντινός κι αυτός, σαν τον Πεντζίκη, σ’ ένα διήγημά του (υπό τον τίτλο: Φλώρα ή Λάβρα;) γράφει: «βραδάκι, και βρέθηκα στο εξωκκλήσι του νησιού. Μεσοκαλόκαιρο, και έβραζε ο τόπος. Ζέστη, και τουρίστες να ελλοχεύουν παντού. Πλην σε απόκρυφα υψωματάκια, σε ρεματιές και ξέφωτα, παραμονές αγνώστων εορτών, συρρέουν κατά κύματα οι γηγενείς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ως ικέτες, έχοντας αποβάλει (κατά έναν ανεξήγητον τρόπο) την εμπορική τους λεοντή. Κουβαλούν τεράστιους άρτους, με σουσάμι και γλυκάνισο, πρόσφορα για τους παπάδες, κουτιά με παστέλι, γλυκά του ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, τυρί της άρμης κομμένο με επιμέλεια σε τετράγωνα μικρά τεμάχια, ούζο και τσίπουρο. Μετά τη λειτουργία στέκονται κοντά στην έξοδο του ναού, και φωνάζουν ξαφνικά με επίσημο τόνο:

άρτε να σχωρέσετε τον…

Ο καθείς τους δικούς του – τη μάνα του, τον πατέρα του, τα πνιγμένα αδέλφια.

Ελάτε να σχωρέσετε τη Φλώρα, ακούω δίπλα μου ένα χούφταλο.

Πλησίασα. Μου πρόσφερε παστέλι και ρακή»[5].

Ομιλώ για τον κυρ Αλέξανδρο της Σκιάθου και δεν μπορώ να μην μπω στον πειρασμό να αναφέρω ότι η διηγηματογραφία του είναι απίστευτα πλούσια σε φαγητά και ποτά. Άγρια λάχανα, τυρόπιτες, περσικό πιλάφι νεφραμιές, γουρουνοπούλες, «χοιρίδιον παραγεμιστόν», κοκορέτσι, τρυφερά ερίφια, θαλασσινά, κογχύλια, αστακοί μαγειρευτοί με μάραθα, «μαστίχαι», ρούμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, «πάνε κι έρχονται στις σελίδες των μυθιστοριών του»[6].

Οι βυζαντινοί και τα ποτά

Οι αντιλήψεις, κυρίες και κύριοι, των βυζαντινών και μεταβυζαντινών προγόνων μας, παππούδων μας αν θέλουμε να είμαστε πιο κοντά τους και να νιώθουμε την ανάσα τους – να «ζούμε με την ανάσα των νεκρών», καθώς έλεγε κι Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης[7] – για το φαγητά και τα ποτά έμοιαζαν με τις δικές μας σήμερα. Αυτοκράτορες, αξιωματούχοι, εκκλησιαστικοί άνδρες και απλός λαός, τουλάχιστον σ’ ότι σχετίζεται με την πόση ποτών, δεν είχαν μόνον καλή σχέση με το κρασί, αλλά και με τη ρακή και το ούζο. Ο Φαίδων Κουκουλές γνωστός και κορυφαίος βυζαντινολόγος, στο πολύτομο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια την αγάπη των βυζαντινών για τα ποτά. Διασώζει μάλιστα και μια μαρτυρία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ότι οι βυζαντινοί προμηθεύονταν τα εκλεκτότερα «μη οκνούντες και ιδιαίτερα ταξίδια προς προμήθειαν αυτών να κάμνωσι»[8]. Σ’ αυτά τα ποτά δεν πρέπει να ‘ταν μόνο το κρασί αλλά και η ρακή.

Ο γλωσσολόγος των παλαιών καλών μαθητικών μας χρόνων Αχιλλέας Τζάρτζανος για το ούζο

Στη σημασιολογία του ούζου αξίζει να αναφερθούν και μερικά σχόλια που κάμει ένας μεγάλος φιλόλογος και γλωσσολόγος, ο εκ Τυρνάβου καταγόμενος Αχιλλέας Τζάρτζανος. Οι παλαιότεροι σίγουρα θα θυμούνται τα βιβλία Γραμματικής που έγραψε και που διδάχθηκαν για χρόνια στο σχολείο. Ο Τζάρτζανος, λοιπόν, σ’ ένα μικρό άρθρο του στο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος στα 1911, γράφοντας για την ιστορία της λέξης ούζο και τη σημασιολογία του. Mολονότι θεωρεί πατρίδα του ποτού αυτού τη γενέτειρά του, λέγει με ολίγη χιουμοριστική διάθεση: «όλοι βέβαια σήμερα, φτωχοί και πλούσιοι, ταπεινοί και αριστοκράτες, πίνουν το ουζάκι τους, και το ούζο είναι πια το αγαπημένο ποτό σε κυρίους και κυρίες, σε νέους και δεσποινίδες, και σερβίρεται όχι μόνο στα λαϊκά ποτοπωλεία ή σε φτωχικά σπίτια, παρά και στα πλουτοκρατικά σαλόνια και τα αριστοκρατικά κέντρα»[9]. Το τελετουργικό της απόλαυσης του ούζου σηκώνει συζήτηση μεγάλη και δεν είναι στις προθέσεις μου να το καταγράψω, δεν είμαι ο ειδικός.

Από τ’ «απάτητα» Άγραφα της Τουρκοκρατίας δύο ειδήσεις με ιδιαίτερη σημασία

Ωστόσο, εκείνο που με ιδιαίτερη διάθεση διασώζεται για τη ρακή στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, προέρχεται από τις γραφίδες δύο μοναχών λογίων και διδασκάλων του Γένους, και ομιλώ για διδασκάλους του Γένους, διότι οι δύο συγκεκριμένοι λόγιοι μοναχοί στους δύσκολους χρόνους του 17ου αιώνα ίδρυσαν πολλά σχολεία σε περιοχές που στην εποχή τους ήταν απάτητες και ιδιαίτερα δύσκολες γεωγραφικά. Ήξεραν, βέβαια, να απολαμβάνουν τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Από τα Άγραφα, λοιπόν, οι δύο παρακάτω μαρτυρίες, ειδήσεις για το κρασί και τη ρακή. Η πρώτη, από τη γραφίδα του Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού, αγίου μάλιστα της Εκκλησίας. Σε επιστολή του σε άγνωστο ιερέα, μεταξύ των άλλων που γράφει για το καλό κρασί: ««η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμεστεν συχνά»[10]. Η δεύτερη, από τον μαθητή του και επάξιο συνεχιστή του διδασκαλικού του έργου, τον Αναστάσιο Γόρδιο, σημαντικό κι αυτόv λόγιο του 17ου αιώνα, κληρικό και άγιο που εξασκούσε τη φαρμακευτική και την ιατρική. Στις επιστολές του κάνει λόγο για πολλά βότανα, τροφές και ποτά, μεταξύ αυτών του γλυκάνισου και της ρακής, την οποία άλλοτε συνιστά με μέτρο για πόση, κι άλλοτε να την αποφεύγουμε. Γράφει σε φίλο του: «ορίζεις ότι έχης βήχα. Εις αυτό να γυρεύσης να έβρης γλυκόριζον, όπου κι αν ευρεθή, να το βράζης και να το πίνης ωσάν καφέ. Η ρακή ας λείπει ολότελα»[11].

Κι ένα ακροτελεύτιο ταξίδι πίσω στο χρόνο

Κυρίες και κύριοι, θα σας ταξιδέψω ολίγον πίσω στο χρόνο και θα κλείσω την εισήγησή μου μεταφέροντάς σας ξανά στο σήμερα. Το ταξίδι πίσω στο χρόνο σχετίζεται με τον Εύβουλο, έναν σατυρικό ποιητή του 4ου π. Χ., αιώνα που σατιρίζοντας την υπερβολική πόση ποτών, βάζει τον Διόνυσο, το Θεό του κρασιού να λέει ότι τρεις μόνο κρατήρες ετοιμάζει για τους φρονίμους. Δηλαδή δεν έχει καμιά ευθύνη για τους μετέπειτα. Μολονότι το χωρίο σχετίζεται με το κρασί, άνετα θα μπορούσε να ισχύσει και για τη ρακή. Οι τρεις πρώτοι λοιπόν κρατήρες είναι της υγείας, του έρωτος και του ύπνου[12]. Από τον τέταρτο και μετά αρχίζουν τα δύσκολα. Και τους περιγράφει ως εξής: «ο δε τέταρτος ουκέτι έστ’ αλλ’ ύβρεως» (μόνο σε βρισίδι οδηγεί)· «ο δε πέμπτος βοής» (σε καβγάδες)· «ο έκτος δε κώμων» (θα ξεσηκώσει τη γειτονιά από το γλέντι)· «ο έβδομος δ’ υπωπίων» (δίνει μελανιασμένα μάτια απ’ το ξύλο που θα πέσει)· «ο  δ’ όγδοος κλητήρος» (θα φέρει το χωροφύλακα)· «ο δ’ ένατος χολής» (μεγάλο θυμό)· και «ο δέκατος δε μανίας ώστε και σφάλλειν ποιεί» (καθαρή τρέλα και θα σε κάνει να διαπράξεις αδίκημα). Οπότε, κυρίες και κύριοι, με μέτρο η πόσις του ούζου.

Ο γιός του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Γαβριήλ Νικόλαου Πεντζίκης και το Ουζερί Βυζάντιο στις Βρυξέλλες

Κι από τα βάθη του 4ου π. Χ., αιώνα στο σήμερα. Ο γιος του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, που σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη γράφοντας τούτο το βιβλίο: Το Βυζάντιο έχει ρεπό[13], στις πρώτες σελίδες του αφιερώνει ένα κεφάλαιο με τίτλο: Ουζερί Βυζάντιο και καταγράφει πως ένα βρυξελλιώτικο παλαιό αρχοντικό, στις μέρες που εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας Έλληνας το μετέτρεψε σ’ ένα εξαιρετικό κι υψηλών προδιαγραφών ουζερί, στο οποίο έτρωγαν ακόμη και πολλοί αρχηγοί κρατών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με πολλούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, γεγονός που δείχνει τις βυζαντινές προεκτάσεις, που έχει η ρακή, για τη οποία σήμερα καλώς ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου πασχίζει να αναδείξει καλύτερα.

Ούζο· επίγευση· επέκεινα· Ελλάς

Κυρίες και κύριοι, οι τελευταίες αυτές παρατηρήσεις, γι’ αυτό που επάξια όλοι εσείς εκπροσωπείτε και με τον καλύτερο κατ’ εμέ τρόπο αναδεικνύεται αυτήν την εβδομάδα με το φεστιβάλ ούζου, είναι νομίζω καταλυτικές. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ούζο και η τελετουργική πόσις του, είναι απόδραση στον μακρύ προς τα πίσω χρόνο, μιας παράδοσης εξάπαντος ελληνικής, με ιδιαιτέρως οσφραντικές και γευστικές εμπειρίες του επέκεινα. Πρόσωπα αυτής της παράδοσης είναι κι αυτοί που χρόνια τώρα επάξια προβάλλεται εσείς οι κληρονόμοι της τέχνης του ούζου, οι πατεράδες και οι παππούδες σας ποτοποιοί. Όλοι, δηλαδή, εκείνοι που έκαμαν το ούζο της Λέσβου να είναι πρωτοποριακό προϊόν, σε παγκόσμια κλίμακα. Προσέξτε όμως, τούτη η τέχνη της απόσταξης, όπως τη λέτε, κρύβει ανάσταση και έρωτα, άσκηση και ευχαριστία, που κάθε συνδαιτυμόνα στο τραπέζι της παρέας που απολαμβάνει το ούζο, τον κάνει να λέει στο τέλος αυτό που τραγουδά η Χαρούλα Αλεξίου:

«Ούζο όταν πιεις
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας
σαν το καλοπιείς
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στο κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.

Δική μου είναι η Ελλάς
που στη κατάντια της γελάς
της λείπει το ένα της ποδάρι
που της το παίξανε στο ζάρι».

Κι η τελευταία στροφή, είναι νομίζω άκρως επίκαιρη!

Επιλογικά: ο γεωμέτρης Θεός, ο Σέργιος Μακραίος και το ούζο

Κυρίες και κύριοι, στην αρχή της εισήγησής μου, όπως θα θυμάστε, την αφιέρωσα στον Παντελή Αργύρη, φίλο καλό και λόγιο της πόλης μας. Με τον Παντελή, όσο ζούσε δεν ήταν λίγες οι φορές που απολαμβάναμε το ούζο σε όμορφες ουζοκατανύξεις, συζητώντας περί πολλών ζητημάτων, κυρίως όμως ιστορικών, μιας και ο Παντελής είχε το «μικρόβιο» όπως πολλοί του έλεγαν της ιστορικής έρευνας. Θυμάμαι λίγο καιρό πριν πεθάνει, ένα καλοκαιρινό βραδάκι, σε ονομαστό ουζερί της πόλης μας πίνοντας το ουζάκι μας και γευόμενοι τα μεζεδάκια μας, η συζήτησή μας είχε «ανάψει» για ένα ξακουστό Έλληνα λόγιο του 18ου αιώνα, τον εκ Φουρνά των Αγράφων Σέργιο Μακραίο. Εκείνη την εποχή ο Παντελής ετοίμαζε μια μελέτη γι’ αυτόν. Είχα και εγώ τη συγγραφή της διδακτορικής μου διατριβής για τον κλεινό Ευγένιο Βούλγαρη, διδάσκαλο του Σέργιου Μακραίου στην Αθωνιάδα Ακαδημία του Αγίου Όρους στα μέσα του 18ου αιώνα και ταιριάξαμε απόλυτα με τον Παντελή. Έτσι με παρακάλεσε αν είχα να του δώσω κάποια σχετική βιβλιογραφία. Πράγματι, στο αρχείο και στη βιβλιοθήκη μου είχα μερικές μελέτες, σπάνιες και δυσεύρετες, και το κυριότερο σε φωτοτυπίες ένα από τα βασικότερα έργα του Μακραίου, το περίφημο: Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου εν τρισί διαλόγοις. Του υποσχέθηκα να του δώσω το Τρόπαιον μαζί με μια μελέτη για τον Μακραίο, καλού πανεπιστημιακού δασκάλου μου, του Νίκου Ζαχαρόπουλου. Θυμάμαι ότι η συζήτησή μας, πέραν του ότι γινόταν για την προσφορά του Μακραίου στα εκπαιδευτικά πράγματα του 18ου αιώνα, κινήθηκε και γύρω από τις αντιδράσεις που είχε την εποχή που εκδόθηκε το Τρόπαιον [Βιέννη 1797], μιας και με ιδιαίτερα πολεμικό τρόπο ο Μακραίος ήλεγχε το ηλιοκεντρικό σύστημα και επιτίθονταν με σφοδρότητα στον Κοπέρνικο. Εκείνο που έχει μείνει ακόμη στη μνήμη μου από τη συζήτησή μας εκείνη είναι ότι ο Παντελής με ρωτούσε πως είναι δυνατόν ένας λόγιος, που υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη, να μην μπορεί να είναι εξοικειωμένος με την ιστορία της νεότερης αστροφυσικής. Και μάλιστα να αρνείται την πλατωνική ρήση: «ο Θεός αεί γεωμετρεί». Κάτι, δηλαδή, ανάλογο σαν τον γεωμέτρη Θεό που απεικονίζεται στο ψηφιδωτό της Μητρόπολης του Μονρεάλε στη Σικελία.

[1] Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, (1988), Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, Αθήνα: Ροές. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, (1971), Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, Αθήνα: Ερμής.

[2] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, Βέροια: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, σσ. 23-24.

[3] «Ούζο σημαίνει «ου ζω». Τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αιρετικού και παραδοξολόγου συγγραφέα που συνδύασε τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με τη βυζαντινή παράδοση», ΤΟ ΒΗΜΑ, (18 Ιανουαρίου 2009).

[4] Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ, (1961), Μέγα Λεξικόν Ελληνικής Γλώσσης, τ. 6ος, Αθήναι, σ.  5277.

[5] Η. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, (1992), Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής. Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη, Αθήνα: Νεφέλη, σσ. 15-16.

[6] Αυτόθι, σσ. 47-48.

[7] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, σ. 16.

[8] ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ, (1952), Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Ε΄, Εν Αθήναις, σ. 127. Πρβλ. TAMARA TALBOT RICE, (1990), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των βυζαντινών, μτφρ. Φ. Κ. Βώρος, Αθήνα: Παπαδήμα, σσ. 225-230.

[9] «Το ούζο. Ιστορία μιας λέξεως», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, 11(1911)146.

[10] Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού Επιστολές, Κριτική Έκδοση, Επιμέλεια Ι. Ε. Στεφανής και Νίκη Παπατριανταφύλλου – Θεοδωρίδη, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ / Τμήμα Φιλολογίας, Περίοδος Β΄, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 106-107.

[11] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, (2008), Νεοελληνική Επιστολογραφία 17ος -19ος αιώνας, Θεολογική Σχολή. Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, [Διατριβή επί Διδακτορία], Θεσσαλονίκη, σ. 38.

[12] P. KROH, (1996), Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, μτφρ. Δ. Λυπουρλής – Λ. Τρομάρας, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 178.

[13] Εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 11-28.

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Γεγονός είναι ότι όποιος ζει μέσα στο θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώνει κάθε μέρα την πίστη και το φανατισμό, τη ζωή και τη θανατίλα. Αν και η επιμόρφωση των θεολόγων καθηγητών για το ΝΠΣ στο μτΘ σε όλες τις περιφέρειες της πατρίδας μας έχει λάβει αίσιο τέλος, οι επαγγελματίες πια στην παραπληροφόρηση και κινδυνολογία συνάδελφοι θεολόγοι δεν λένε να βάλουν ένα τέλος στο άχαρο έργο τους. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Αρκετοί από δαύτους, με τη σημαία του κατήγορου του ΝΠΣ, ενώ συμμετείχαν στα επιμορφωτικά σεμινάρια, δεν χάνουν την ευκαιρία, ως νέοι ιεροεξεταστές, να σπιλώνουν και να λοιδορούν όσους με τόλμη «έμπνευση, δέσμευση και ατελείωτη επιμονή» στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν το ΝΠΣ.

Τα παρακάτω γραφόμενα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, χάρισμά τους. Άμα πια! Έλεος!

«Συμπληρώνοντας τώρα το σχήμα που ζητώντας μού δόθηκε να φορέσω, επιστρέφω κι εγώ στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου κατάγομαι και γεννήθηκα. Έρχομαι να τερματίσω στον τόπο της αφετηρίας μου. Πέρασα τους τρεις ποταμούς και πλησίασα προς μιάν άκρη του ημικυκλικού λιμένα, στο μυχό του κόλπου, όπου οι βόρειοι άνεμοι ανταμώνουν με τους μεσημβρινούς. Βλέπω, στις υπώρειες των βουνών με τις κορυφές Πατέρα, Περιστερά, Χριστός και Αδάμ, κάτω από τα τείχη του κάστρου, αμφιθεατρικά έως τη θάλασσα, όμορφα ανάμεσα στα δέντρα τα σπίτια της πόλης. Είναι πρωί, της πόλης το πρόσωπο ξεκούραστο από τον προηγούμενο κάματο, το σκεπάζουν ακόμα, με την τελευταία του ύπνου νωχέλεια, σύννεφα γεμάτα όνειρα, που μπορείς να ταξιδέψεις προς όλες τις διαστάσεις σε κάθε απόσταση. Όταν ο ήλιος ανέβηκε περισσότερο απ’ την ανατολή, φάνηκαν ρόδινοι οι καπνοί των σπιτιών. Ξυπνούσαν. Τότε θυμήθηκα τη διήγηση από ένα όνειρο που είχε δει επανειλημμένα η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, πως στο πατρικό μας σπίτι από κάτω ήταν εκκλησία θαμμένη. Της παρουσιάζονταν Σεβάσμια μορφή, που έδινε την εντολή να γκρεμίσουμε το σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την Εκκλησία», ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, (1987), Ο πεθαμένος και η ανάσταση, Αθήνα: Άγρα, σσ. 152-153.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θεσσαλονίκη, τέμπερα.

«Αν για κάποιους λόγους βρισκόμουν υποχρεωμένος να ορίσω με μία και μόνο λέξη ένα συγγραφέα σαν τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, που έλαβε στα πλήρη 85 του την απόφαση να συνεχίσει τη ζωή του σε άλλες σφαίρες, θα λύτρωνα κάπως την αμηχανία μου λέγοντας “αταξινόμητος”, “ακατάτακτος”, με δεύτερη επιλογή το χαρακτηρισμό “ανείσπρακτος”. Και με πυρήνα αυτές ακριβώς τις λέξεις θα δοκιμάσω να πω τα λίγα που έχω στο νου, και που πάντοτε υστερούν από όσα κατοικούν σ’ ένα εσαεί δυσμετάφραστο αίσθημα.

Ανείσπρακτο, είπα, το έργο του Πεντζίκη. Κι όχι μονάχα από τον “δήμο”, που μάλλον λειψά και στρεβλά τον γνώρισε, μέσα από το σχήμα του παραδοξολόγου, κάπως σαν τον Τσαρούχη μα πιο θρήσκο, “θεοτέχνη” που θα ΄λεγε ο Σεφέρης, αλλά και από τους “σοφιστές” – το σώμα του κριτικού έργου που παρήχθη με ερέθισμα το έργο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα δεν εκτείνεται σε πολλές σελίδες ούτε και έχει ποικίλη καταγωγή.

Μολαταύτα, ο Πεντζίκης μίλησε. Μίλησε με τη δική του, όλως ιδιαίτερη και όλως κρίσιμη φωνή. Και ήταν όντως παραδοξολόγος, με την έννοια ότι η γραφή του (η οποία συχνότατα δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για ομιλία που καταγράφεται δίχως λογοκριτικές επεμβάσεις) πορεύτηκε παρά την κοινή λογοτεχνική δόξα, αντιδίκησε μαζί της, τη χρησιμοποίησε για να πάει παραπέρα, την υπονόμευσε. Ο Πεντζίκης νεοτέρισε, σχεδόν σαν να μην τον αφορά το γεγονός, με εντελώς φυσικό τρόπο. Αποθεώνοντας τη συνειρμική γραφή, αφέθηκε στο παιχνίδι με διαρκώς ανανεούμενη αθωότητα, με κάτι από κείνη την αφέλεια που προϋποθέτει στα έργα “δωρεάς” και την οποία διασώζουν μέσα τους όσοι αντέχουν να επινοούν συνεχώς κάποια θεότητα για να ‘χουν να λατρεύουν. Με έναν τρόπο που υπομνηματίζει τη μαγεία και τους αλχημιστές, αρπαζόταν  από μιά-δυό φράσεις για να στήσει ολόκληρο μυθιστόρημα. Αν η ποίηση, όχι πάντως εν τω συνόλω της, μπορεί να θεωρηθεί “ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου” κατά τη ρήση του Ανδρέα Εμπειρίκου, ή “ανάπτυξη ενός επιφωνήματος” όπως διαβεβαίωνε ο Πωλ Βαλερύ, η πεζογραφία του Πεντζίκη μοιάζει με τη ραγδαία ανάπτυξη ενός κραδασμού αποτυπωμένου σε ελάχιστες λέξεις, που δείχνουν ικανές να ξεκλειδώσουν τα μυστήρια του κόσμου, του πάνω και του κάτω κόσμου. Να τα ξεκλειδώσουν, να ρίξουν μια τολμηρή ματιά στο χώρο που ορίζουν, και να τα αφήσουν στην ιερή ερημία τους, χωρίς να μπουν στον πειρασμό να τα αναδιευθετήσουν ή να τα ερμηνεύσουν».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, «Ο ανείσπρακτος τρόπος του Ν. Γ. Πεντζίκη», στο: Ενδεχομένως. Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1996, 225-226.   

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τέτοιες μέρες του Αυγούστου, κάθε χρόνο, όσο πλησιάζει η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο μυαλό μου έρχεται και θρονιάζει η  εικόνα της Παναγίας με το Βρέφος, έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, εκείνου του ιδιαίτερα ασυνήθιστου ανθρώπου, που γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υπήρξε πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη πράγματι προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Και βέβαια, βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος, όχι όμως εκείνης της θρησκευτικότητας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες, δυστυχώς, ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο.

Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, εκδ. Ροές, Αθήνα 1988. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Μνήμης Ένεκεν. Ν. Γ. Πεντζίκης, εκδ. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, 1996. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1971.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Η Παναγία και το Βρέφος