Λήψη αρχείου



Λήψη αρχείου



Λήψη αρχείου

Πρβλ. Θρησκευτικά επί το αυτό

Του Ν. Παύλου· Συντονιστή Θεολόγων Εκπαιδευτικού Έργου – Δρ. Θεολογίας 

Τις τελευταίες ημέρες έχει αρχίσει και πάλι να αναπτύσσεται μία έντονη συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών με αφορμή την έκδοση των αποφάσεων 1749/2019 και 1752/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Καταρχήν να τονιστεί ότι τα ΠΣ που ισχύουν αυτή τη στιγμή, παρά τις αδυναμίες τους (θεματοποίηση της ύλης, υποτίμηση της ιστορικής διάστασης της θρησκευτικότητας κ.α.) αποτελούν σίγουρα σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Ειδικά οι μέθοδοι διδασκαλίας που τα συνοδεύουν είναι πρωτοποριακές και ανοίγουν δρόμους, αποτελώντας παραδείγματα για μίμηση. Θα αποτελέσει πλήγμα για την παιδεία αν δεν αξιοποιηθούν στο πλαίσιο μιας σύγχρονης θρησκευτικής εκπαίδευσης.

Στα θετικά των ΠΣ που ισχύουν μπορεί να προσμετρηθεί και το γεγονός ότι -ειδικά στο Δημοτικό και Γυμνάσιο – το Πρόγραμμα του μαθήματος τα τελευταία χρόνια, ως πρόγραμμα διαδικασίας που ήταν, μπορούσε να διαμορφωθεί από το διδάσκοντα, ανάλογα με το τμήμα στο οποίο δίδασκε. Αυτό σημαίνει, ότι ήταν δυνατό, στα πλαίσια της θεματικής διάταξης της ύλης να γίνει αναδιάταξη των κειμένων που περιλάμβαναν οι φάκελοι, να εναρμονιστούν κοκ.

Ο απόλυτα ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος θα σημάνει ότι μαθητές των ελληνικών σχολείων που δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι δε θα μπορούν να παρακολουθήσουν το θρησκευτικό μάθημα ούτε να γίνουν μέτοχοι των γνώσεων και των δεξιοτήτων που παρέχει. Βέβαια η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να παρέχει θρησκευτικές γνώσεις και δεξιότητες σε μαθητές που επικαλούνται λόγους συνείδησης για να μη μετέχουν στο θρησκευτικό ομολογιακό μάθημα, όπως συνάγεται από τη διατύπωση της σχετικής είδησης των ΜΜΕ («διδασκαλία ισότιμου μαθήματος») που αναφέρεται σε ισότιμο μάθημα. Βέβαια από πουθενά δε συνάγεται ότι αυτό το μάθημα θα το διδάσκουν θεολόγοι, τη στιγμή μάλιστα που πτυχιούχοι άλλων σχολών και κατευθύνσεων φαίνεται να μπορούν να διδάξουν σχετικά θέματα, και είναι σίγουρο ότι θα διεκδικήσουν μία θέση στην εκπαίδευση. Παράλληλα εγκυμονεί ο κίνδυνος το ορθόδοξο θρησκευτικό μάθημα να απαξιωθεί, αφού ο καθένας θα έχει τη δυνατότητα να απαλλάσσεται από αυτό. Άλλωστε ένα μάθημα για να θεωρείται ισότιμο με τα υπόλοιπα που περιλαμβάνονται στο ωρολόγιο πρόγραμμα είναι απαραίτητο να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές.

Πάντως τα Θρησκευτικά πάντα θεωρούνταν ότι είχαν χαρακτήρα ομολογιακό. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι οι απαλλαγές μαθητών από αυτό δεν είχαν σταματήσει ποτέ. Το μάθημα δηλαδή είχε ορθόδοξο χαρακτήρα, αφού ο μη ορθόδοξος μαθητής (όταν ήταν ενήλικος) ή οι γονείς του (όταν ήταν ανήλικος) μπορούσε να υποβάλλει δήλωση απαλλαγής στο Διευθυντή του σχολείου με την οποία επικαλούνταν θρησκευτικούς λόγους και να μην το παρακολουθεί ούτε να βαθμολογείται.

Το ζήτημα είναι τι θα μπορούσε να γίνει από εδώ και στο εξής. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν σκέψεις και προτάσεις για ένα ΑΠ Θρησκευτικών που έχουν ως αφετηρία την αγωνία για την ποιότητα που επιβάλλεται να έχει ένα σύγχρονο θρησκευτικό μάθημα αλλά και για τη θέση των θεολόγων εκπαιδευτικών στο σύστημα της παιδείας μας.

Εφόσον λοιπόν πρέπει να υπάρξουν νέα προγράμματα σπουδών προτείνεται η επιλογή των εμπειρογνωμόνων να γίνει με βάση το προσοντολόγιο στελεχών και τη διαδικασία που ορίζει ο ν. 4547/2018 καθώς και την διδακτική τους εμπειρία, ώστε να είναι κατεξοχήν αντικειμενική.

Αφού είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ισότιμο μάθημα που θα διδάσκεται σε μαθητές που παίρνουν απαλλαγή από το θρησκευτικό μάθημα προτείνεται ως περιεχόμενό του να οριστούν γενικές πληροφορίες για το θρησκευτικό φαινόμενο και τις θρησκευτικές παρεμβάσεις στο σύγχρονο κόσμο. Θα βαθμολογείται κανονικά στη θέση των Θρησκευτικών και βέβαια θα διδάσκεται από θεολόγους. Με αυτό τον τρόπο ενδεχομένως να διοριστούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί ΠΕ01, και ο θεολογικός κόσμος θα έχει την δυνατότητα να διδάξει ένα οικείο αντικείμενο, αφού έχει κάνει σχετικές σπουδές.

Αυτή τη στιγμή σε όλη την επικράτεια έχουν τοποθετηθεί μόνο έντεκα Συντονιστές ΕΕ των θεολόγων. Χωρίς αμφιβολία χρειάζονται περισσότεροι, αφού οι περιστάσεις απαιτούν να βρίσκονται συνεχώς στο πλευρό των συναδέλφων, κάτι που τώρα δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού οι περισσότεροι ΣΕΕ ΠΕ01, πέρα από τα παιδαγωγικά τους καθήκοντα, έχουν στην επιστημονική τους ευθύνη όχι μία περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης , αλλά δύο ή και τρεις.

Μέχρι τη δημιουργία Προγραμμάτων Σπουδών και τη διανομή των σχολικών εγχειριδίων που θα τα υλοποιούν προτείνεται να παραμείνουν σε ισχύ τα υπάρχοντα προγράμματα σπουδών με ενδεχόμενες τροποποιήσεις και να υπάρξει οδηγία για την ύλη του μαθήματος από το ΙΕΠ.

Οι περιστάσεις απαιτούν τη δημιουργία δυναμικής ιστοσελίδας για τα Θρησκευτικά που θα περιλαμβάνει φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, καλές πρακτικές, πληροφόρηση για ελεύθερα λογισμικά, προτάσεις για χρήση των ΤΠΕ που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και συλλογών εποπτικού υλικού. Στόχος είναι να υπάρξει ουσιαστική βοήθεια των θεολόγων εκπαιδευτικών για να οργανώσουν καλύτερα το μάθημά τους, να το κάνουν ελκυστικό και να αναδείξουν θετικά στοιχεία του. Οπότε θα αποτελέσει στοίχημα για αυτούς να έχουν όσο το δυνατό λιγότερες απαλλαγές, αφού οι μαθητές θα συνειδητοποιήσουν ότι η παρακολούθηση των Θρησκευτικών μόνο ωφέλιμη θα είναι.

Τα Προγράμματα Σπουδών προτείνεται να έχουν έναν κοινό παρονομαστή και αυτός να είναι η Αγία Γραφή. Η προσφορά της Βίβλου χωρίς αμφιβολία είναι ανεκτίμητη, αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθόδοξης πίστης και είναι πολιτιστικός πυλώνας απαραίτητος για την κατανόηση αξιών που διακρίνουν την ευρωπαϊκή οικογένεια.

Τα παραπάνω βεβαίως είναι μόνο προτάσεις. Το βασικό είναι τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή να γίνουν αφετηρία ενός ξεκινήματος και να αναδείξουν τα θετικά συστατικά των Θρησκευτικών, να αναβαθμίσουν το μάθημα και να βοηθήσουν τους Θεολόγους – Εκπαιδευτικούς ΠΕ01 να προσφέρουν γνώσεις και δεξιότητες στη νέα γενιά.

ΠΗΓΗ: ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ· ΕΔΙΠ στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ, συγγραφέα, εκπαιδευτικού

Με την απόφαση του ΣτΕ για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, το επονομαζόμενο Γαβρόγλου, αλλά στην πραγματικότητα πρόγραμμα επιτροπής εμπειρογνωμόνων μέσα από διαδικασίες μοριοδότησης και αξιολόγησης από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Το ΣτΕ απεφάνθη, δίχως να δηλώσει αναρμοδιότητα, για το δογματικό περιεχόμενο του μαθήματος, την ώρα που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει εγκρίνει ήδη το Πρόγραμμα Σπουδών και τα εγχειρίδια.

Η απόφαση αυτή του ΣτΕ, σε ευθεία ρήξη με την περί Ορθοδοξίας κατανόηση της ίδιας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκλήθηκε από φονταμενταλιστικούς κύκλους σε αγαστή συνεργασία με έναν παράδοξο εταίρο, την Ένωση Αθέων. Όλοι μαζί από διαφορετικές σκοπιές στηρίζουν ένα πολυομολογιακό μάθημα, με τους μαθητές χωρισμένους σε ομολογιακά κουτάκια δίχως αλληλεπίδραση.

Η απόφαση αυτή μοιάζει να ικανοποιεί ενίους από τους πιο συντηρητικούς κύκλους της Εκκλησίας, ή παραεκκλησιαστικούς, καθώς θεωρούν ότι θα ασκήσουν καλύτερο έλεγχο στο περιεχόμενο ενός ομολογιακού-κατηχητικού μαθήματος, επιβάλλοντας σταδιακά και τον έλεγχο του διδάσκοντος, μέσα από αλλοίωση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων.

Άλλωστε, τέτοιες βλέψεις μοιάζει να κολακεύει και η νέα υπουργός Παιδείας κ. Κεραμέως, ίσως ανεπίγνωστα, μιλώντας για «ιεροδιδασκάλους» στα σχολεία. Το γλωσσικό ολίσθημα μαρτυρεί πολλά. Ο όρος κανονικά αναφέρεται σε μουσουλμάνους ιεροδιδασκάλους, οι οποίοι διδάσκουν το μάθημα στα μειονοτικά σχολεία, καθώς πολλοί εξ αυτών δεν είναι θεολόγοι. Η αδόκιμη μεταφορά του όρου για τους θεολόγους φανερώνει τις επιρροές μιας ορισμένης αντίληψης για τη θρησκεία, σαφώς εργαλειακής.

Και ενώ θεολόγοι και ιεροδιδάσκαλοι στη Θράκη συνεργάζονται ήδη εδώ και χρόνια αρμονικά στο πλαίσιο κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την καλύτερη παιδαγωγική διεξαγωγή της θρησκευτικής διδασκαλίας στα σχολεία [1], άνθρωποι άσχετοι προς κάθε παιδαγωγική αλλά και θεολογική δεοντολογία εκφέρουν στη διαπασών τη γνώμη τους σε κλίμα οχλαγωγίας, μερικοί δε εργάζονται ενσύνειδα για αλλότρια συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστική στην κατεύθυνση αυτή η ανακοίνωση της ΔΑΚΕ Πειραιά, που ως «επαΐοντες», αλλά και υποτιθέμενοι προασπιστές πατρίδας και θρησκείας, σε πρόσφατη ανάρτηση δίχως ημερομηνία, αλλά και ανώνυμη [2], τα βάζουν με τη… Σχολή της Φρανκφούρτης, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (μήπως για να μας υπενθυμίσουν τους διώκτες του;) και πολλά σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα.

Πέρα από την περίλαμπρη επίδειξη αμορφωσιάς αλλά και σκοταδισμού, στο ίδιο κείμενο, χαρακτηρίζουν «πεμπτοφαλαγγίτες» τους συντάκτες των νέων Προγραμμάτων και ζητούν διακαώς μια ομάδα «αμέμπτων», «τελείων», «εντίμων», με καλή συμμαρτυρία ομοϊδεατών, να διαχειρίζεται στο εξής το μάθημα των Θρησκευτικών του ελληνικού σχολείου. Επιζητούν να αποτραπεί η «καταστροφή της Δυτικής κουλτούρας και της χριστιανικής θρησκείας» και να στηριχτεί η «παράδοση των Αιώνων και η Πίστη των Ελλήνων».

Η «Πίστη των Ελλήνων» (μια τραγελαφική εθνικιστική συρρίκνωση της πίστης στον Θεό δημιουργό και προνοητή σύμπαντος κόσμου, μια ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της θρησκείας ξένη προς το σωτηριώδες έργο του Ιησού Χριστού), σε συνδυασμό με τους Αιώνες με κεφαλαίο, παραπέμπει ευθέως στην παγανιστοναζιστική ιδεολογία των «Γερμανών χριστιανών» (και έχει πολλά να μας διδάξει επ’ αυτού η Ιστορία, εάν τη σπουδάσουμε). Η μνεία κινδύνου καταστροφής της «Δυτικής κουλτούρας», και όχι της πατροπαράδοτης πίστης της ανατολικής Εκκλησίας, ορίζει σαφώς εξάλλου τις πολιτικές αναφορές των συντακτών, διακηρύσσοντας εμμέσως και την ισλαμοφοβία.

Πρόκειται για αλλοίωση της θρησκευτικής πίστης και θεολογίας της Εκκλησίας αλλά και για την κατασκευή μιας Αρίας φυλής εντός της Ορθοδοξίας, μιας φυλής «αμέμπτων», της οποίας η πρόθεση που συνεχώς ξεδιπλώνεται όλο και θρασύτερα είναι να αποκτήσει τη νομή και διαχείριση έξω από αξιοκρατικές διαδικασίες και εκτοπίζοντας κάθε άλλη φωνή. Η σύμπλευση της Νέας Δημοκρατίας με την Ακροδεξιά είναι ούτως ή άλλως εφιάλτης για κάθε δημοκράτη, όπου και αν ανήκει πολιτικά, ακόμα και στην ίδια τη Νέα Δημοκρατία. Η σύμπλευση της Εκκλησίας με την Ακροδεξιά είναι εξ ορισμού, καταστατικά, αδύνατη και αδιανόητη.

Εν τούτοις, η διακίνηση αυτού και παρόμοιας εμπνεύσεως δημοσιευμάτων από οργανωσιακές ή φονταμενταλιστικές ζητωορθόδοξες ιστοσελίδες επιβεβαιώνει περίτρανα άλλη μία φορά την πλήρη σύμπλευση όχι της Ορθοδοξίας, αλλά του φονταμενταλισμού και της Ακροδεξιάς, τόσο ως προς την ουσία του εκφερόμενου λόγου όσο και τη χυδαιότητα των πρακτικών σπίλωσης όσων δεν συμβαδίζουν με τη λογική του πολυομολογιακού μαθήματος.

Στην πραγματικότητα εδώ εκτυλίσσεται μια αδυσώπητη απόπειρα χειραγώγησης αλλά και λεηλασίας της Εκκλησίας από σέχτες, που λόγω σύμπλευσης με πολιτικές οργανώσεις και με λούμπεν πρακτικές αποκτούν μαζική απήχηση, σε έναν στενό εναγκαλισμό του φονταμενταλισμού και του φασισμού. Η πλήρης αλλοίωση της χριστιανικής πίστης είναι και πάλι, πολλές δεκαετίες μετά τη χούντα, προ των πυλών, ενώ η απόφαση του ΣτΕ γίνεται, ας ελπίσουμε αθέλητα, ένα ακόμα εργαλείο καθυπόταξης της ίδιας της Εκκλησίας.

Ας δούμε όμως το θέμα και από τη σκοπιά της δημόσιας εκπαίδευσης και της καλλιέργειας του δημοκρατικού φρονήματος, θεμελιώδους επιταγής του Συντάγματος, αλλά και των προβληματισμών που αναπτύσσονται στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η δημόσια εκπαίδευση δεν χρειάζεται πολυομολογιακά μαθήματα, όπου η τάξη θα διαχωρίζεται και οι μαθητές θα περιχαρακώνονται στη βάση θρησκευτικών και ιδεολογικών διακρίσεων. Σε τέτοιους θύλακες ενυπάρχει ο κίνδυνος να αναφύονται κάθε είδους ζιζάνια, από εκείνα που ευδοκιμούν σε περίκλειστους χώρους.

Αντίθετα η δημόσια εκπαίδευση χρειάζεται τη γνήσια υπαρξιακή αναζήτηση των ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων και συνεπώς τη θρησκεία και τη φιλάνθρωπη ορθόδοξη παράδοση αυτού του τόπου σε μια υγιή αλληλεπίδραση με την ετερότητα, με τις μεγάλες απαντήσεις που έχουν ιστορικά δοθεί στους ανθρώπινους προβληματισμούς, μέσα σε περιβάλλον αλληλοσεβασμού και διαλόγου, όπου έφηβοι μαθητές θα μπορούν ελεύθερα να ξεδιπλώσουν τη σκέψη τους, την απορία τους και τον προβληματισμό τους για να κερδίσουν εν τέλει μια στάση ζωής και ίσως μια πίστη με επίγνωση και αλληλοσεβασμό.

Στο μεταξύ αυτό που επετεύχθη σήμερα και σαφώς καταλογίζεται στους υπαίτιους είναι η πλήρης προαιρετικοποίηση και έργω απαξίωση του μαθήματος των Θρησκευτικών, ο ευτελισμός των δασκάλων του στην πράξη, αλλά και οι μακρόχρονες συνέπειες που όλα αυτά θα έχουν και στις Θεολογικές Σχολές.

_________________

[1] Διαπολιτισμική Θρησκευτική Εκπαίδευση και Ισλαμικές Σπουδές: Προκλήσεις και Προοπτικές σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ, επιμ. Αγγελική Ζιάκα (Αθήνα: Μαΐστρος, 2016).

[2] http://dakedepeiraia.blogspot.com/2019/09/blog-post_28.html, επίσκ. 30/9/19.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΒΑΣΙΛΗ ΞΥΔΙΑ· Θεολόγου Καθηγητή

Σολομώντεια η απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά. Κατάφερε να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τους υπερσυντηρητικούς της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων και τους υπερπροοδευτικούς της Ένωσης Αθέων, που είχαν προσφύγει εναντίον του νέου μαθήματος από αντίθετες αφετηρίες. Δικαιώθηκαν και οι δύο. Οι πρώτοι πήραν το κατηχητικό μάθημα που ήθελαν, οι δεύτεροι πήραν την απαλλαγή απ’ αυτό.

Το ΣτΕ καταργεί το νέο μάθημα διότι, όπως λέει, δεν περιέχει «ολοκληρωμένη –και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών– διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας». Επικαλούμενο το Σύνταγμα, που ορίζει σαν σκοπό της παιδείας την «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» (άρθρο 16, παρ. 2), θεωρεί πως το μάθημα των θρησκευτικών οφείλει να αναπτύσσει όχι τη θρησκευτική συνείδηση γενικά, αλλά ειδικά την «ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση», απευθυνόμενο «αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές».

Έτσι όμως πήρε και η Ένωση Αθέων αυτό που ζητούσε: την αναγνώριση σε ανώτατο επίπεδο της δυνατότητας για πλήρη απαλλαγή από το μάθημα «με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης», όπως λέει χαρακτηριστικά η απόφαση. Και προσθέτει πως η Πολιτεία «οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος».

Όσο λοιπόν κι αν καταπλήσσει η συντηρητική διάσταση της απόφασης του ΣτΕ, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η άλλη της πλευρά. Ότι είναι απολύτως εναρμονισμένη, και τυπικά και ουσιαστικά, με τη φιλοσοφία του πολιτικού φιλελευθερισμού και την κουλτούρα των ατομικών δικαιωμάτων που επικρατεί σήμερα στα νομικά πράγματα.

Επομένως δεν πρόκειται για «επιστροφή» στο μακρινό παρελθόν, όπως είπαν πολλοί. Αντιθέτως, είναι ένα ευφάνταστο βήμα «μπροστά»… Θρίαμβος του μεταμοντερνισμού: Λέμε «Ναι» στον ελληνοχριστιανικό συντηρητισμό, «Ναι» και στους αλλοθρήσκους, «Ναι» και στον άθρησκο προοδευτισμό. Αρκεί να μην έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Να είναι ιδιωτικός φορμαλισμός και ακοινώνητες ατομικές επιλογές.

Αυτό που αμφισβητεί –ή μάλλον, που αρνείται– η απόφαση του ΣτΕ είναι αυτό που αποτέλεσε τον διακηρυγμένο στόχο του νέου μαθήματος: το να υπάρξει κάποιου είδους κοινή θρησκευτική αγωγή για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές, που να παρέχεται από το σχολείο σαν μέρος της υποχρεωτικής γενικής εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, ή την εθνική προέλευση των παιδιών και των οικογενειών τους.

Δεν υπάρχει προφανώς ούτε εύκολη, ούτε αυτονόητη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Το νέο μάθημα επιχείρησε να λύσει τον γρίφο εστιάζοντας όχι στην «υποκειμενική» (αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι) πλευρά της θρησκευτικής πίστης, αλλά στον «αντικειμενικό» χαρακτήρα της θρησκευτικής παράδοσης ως στοιχείου της ιστορίας και του πολιτισμού αυτού του τόπου.

Υπό την έννοια αυτή το μάθημα δεν είναι ομολογιακό (δεν μαρτυρεί δηλαδή την «αλήθεια» μιας συγκεκριμένης χριστιανικής ομολογίας), ούτε και θρησκειολογικό (αντικειμενική δηλαδή και ουδέτερη παρουσίαση των διαφόρων θρησκειών). Είναι μάθημα ιστορικό και πολιτιστικό, διδαχή «πατριδογνωσίας» για όσους μετέχουν του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, αλλά και για όσους θα ήθελαν απλώς να ζήσουν και να εργαστούν σ’ αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό εστιάζει στον ορθόδοξο χριστιανισμό, λόγω της σημασίας του στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, και περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από την ιστορία και τη διδασκαλία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων.

Και βέβαια, δεν είναι τα «θρησκευτικά του ΣΥΡΙΖΑ». Είναι προϊόν μιας μακράς πορείας ενδοθεολογικών συζητήσεων και διαδοχικών μεταρρυθμίσεων του μαθήματος, που ξεκινάνε από τη δεκαετία ήδη της μεταπολίτευσης. Το 2008-2010 ένα τμήμα των θεολόγων προωθήσαμε ενεργά την ανάγκη για ριζική αλλαγή του μαθήματος. Και έτσι προέκυψαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, που πέρασαν απ’ όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., και έτυχε απλώς στον ΣΥΡΙΖΑ η ώρα της γενικευμένης εφαρμογής τους. (Βλ. περισσότερα γι’ αυτό σε παλαιότερο άρθρο μου, Τα θρησκευτικά μεταξύ εξουσίας και χειραφέτησης).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το νέο μάθημα, όπως τελικά εφαρμόστηκε, είχε προβλήματα και αδυναμίες, τόσο από άποψη παιδαγωγική (θεματικό περιεχόμενο και διδακτική μεθοδολογία), όσο και από την άποψη του τρόπου που επιχειρήθηκε να επιβληθεί διοικητικά και μέσα σ’ ένα πλαίσιο άγονης ιδεολογικής πόλωσης προοδευτικών-συντηρητικών. Ίσως λοιπόν η απόφαση του ΣτΕ να είναι μια καλή ευκαιρία να δει κανείς αυτοκριτικά το όλο εγχείρημα και να ξανακεντράρουμε στην ουσία των πραγμάτων με την επίγνωση ότι το μέλλον της θρησκευτικής αγωγής δεν θα κριθεί ούτε στις δικαστικές αποφάσεις ούτε στα κυβερνητικά διατάγματα, αλλά στη διδακτική πράξη και στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ



Λήψη αρχείου

Του π. ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΜΑΡΤΖΟΥΧΟΥ

Εισαγωγικά

Σάλαγος λοιπόν και πάλι στον γκιαούρ οντά για το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία! Κατήχηση θα είναι το μάθημα ή διδασκαλία της πολιτιστικής υποδομής του τόπου; Το κράτος ή η διοίκηση της εκκλησίας ρυθμίζει το θέμα; Συζητάμε ή μονομερώς αποφασίζουμε; Είμαστε συναποφασίζοντες ή απλώς το κράτος λαμβάνει υπ’ όψιν τις παρατηρήσεις της Εκκλησίας, που είναι η επικρατούσα θρησκεία στον τόπο;

Ας δούμε το θέμα ως παρελθόν, κι ας σκεφθούμε με ψυχραιμία το τώρα και το μέλλον.

Όλοι οι Έλληνες που έχουν περάσει από το παλαιό εξατάξιο Γυμνάσιο ή την συνέχειά του, το Γυμνάσιο και το Λύκειο, όλοι ανεξαιρέτως, ανάμεσα στις αναμνήσεις που κουβαλάμε από εκείνες τις ηλικίες ως μαθητές, οι δυσκολότερες και πλέον ιδιόρρυθμες, είναι αυτές που έχουμε από τους θεολόγους καθηγητές. Ατυχώς μόνο η μειονότητα των θεολόγων ήταν άνθρωποι, που δεν αισθανόντουσαν δύσκολα με το μάθημα τους. Που ήξεραν τι πίστευαν αυτοί πρώτα και μετά τι έλεγαν. Που είχαν τρόπο, ήθος και μέθοδο, πρόσφορη για επαγωγική και αποδοτική διδασκαλία, ώστε να δημιουργούν μια γοητευτική εικόνα χριστιανού, στις συνειδήσεις των εφήβων.

Οι θεολόγοι ήταν ουσιαστικά χωρισμένοι σε δύο συνομοταξίες. Στους στενόκαρδους και στενόμυαλους φανατικούς καλβινίζοντες, που είχαν μονίμως αγωνία να είναι ευπρεπής η ενδυμασία και να υπάρχει εκ μέρους των μαθητών ευγενική συμπεριφορά και «φυσικά» συνέπεια στις θρησκευτικές υποχρεώσεις! Και στους αδιάφορους και χαλαρούς, που εξαντλούσαν κάθε σχέση, στην απαγγελία του μαθήματος του βιβλίου, και απαιτούσαν απλώς την γνώση του μαθήματος. Οι πρώτοι ήταν δολοφονικά ανιαροί και ενοχλητικοί και είχαν όλα τα φόντα να γίνονται απεχθείς και, κατά συνέπεια, απευκταίο παράδειγμα. Οι δεύτεροι «κραύγαζαν» τον κυνισμό του αδιάφορου προσπεράσματος: Δεν τρέχει τίποτα! Και άρα, μάλλον δεν υπάρχει τίποτα…! Μια μειοψηφία ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες ήταν ο … ένας κούκος που δεν φέρνει την άνοιξη!

Α. Το παρελθόν

Η ανάθεση απ’ τον κατακτητή Σουλτάνο της πολιτικής ευθύνης της ύπαρξης και διοίκησης του Γκιαούρ-Μιλλέτ (του γένους των απίστων) στον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, αποτέλεσε ιστορική σωτηρία για το γένος. Μιλάμε εμείς σήμερα για μας, και όχι όπως οι ιστορικοί για τους Αζτέκους… Συγχρόνως αυτό το γεγονός πλέον αποτελεί στο τώρα «δικαιολογημένη» αφορμή συγχύσεως των ρόλων ανάμεσα στην Πολιτεία και στην Διοίκηση της Εκκλησίας. Γίνεται αφορμή αμφισβητήσεως αμφθοτέροθεν, αναλόγως των πολιτικοφιλοσοφικών τοποθετήσεων, κάθε μονομερούς αρμοδιότητας, ανάμεσα στην ελεύθερη πλέον Πολιτεία και στην Διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία επικαλείται… αρμοδιότητες (!) από την θυσιαστική προσφορά της κατά το παρελθόν.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας πλην των διοικητικών αρμοδιοτήτων (Δικαστήρια – Ανάληψη ευθύνης και εκπροσώπησης για το γένος των Ρωμαίων) η Διοίκηση της Εκκλησίας είχε και την εκπαίδευση ως αρμοδιότητα. Πάμπολλες σχολές σ’ όλα τα πλάτη της Ρωμαίικης παρουσίας (Ιάσιο – Κωνσταντινούπολη – Θεσσαλονίκη – Ιωάννινα – Άγραφα – Αθήνα – Δημητσάνα – Πάτμος – Κυδωνίες – Χίος – Αθωνιάδα – Ευαγγελική Σχολή) διακονούσαν με την συμπαράσταση των κατά τόπους Κοινοτήτων και των Μοναστηριών την μόρφωση των Ελλήνων. Ήταν αυτονόητη για όλο τον λαό η προσφυγή και η αναφορά στην Εκκλησία. Αποτελούσε συστατικό και ταυτοτικό στοιχείο. Βάση ύπαρξης και λόγο περιεχομένου.

Β. Το παρόν

Σήμερα πλέον, δόξᾳ τω Θεώ, υπάρχει συντεταγμένη ελεύθερη Πολιτεία, που πρέπει όμως να το ομολογήσουμε, από την στιγμή της ύπαρξής της, αποδέχτηκε (η Πολιτεία) η Εκκλησία να υπηρετήσει το γενικότερο εθνικό καλό και να διακονήσει πολλές φορές στην διάδοση αντιλήψεων.

Η πρώτη πανεπιστημιακή σχολή που σύστησε το αρτιγέννητο ελληνικό κράτος στο… Αθήνησι Πανεπιστήμιον, ήταν η Θεολογική Σχολή (1837)! Είμαστε στην εποχή των φώτων και τα πανεπιστήμια ήταν οι κατεξοχήν εκπομπείς φωτός! Οι άνθρωποι, εγγράμματοι και αγράμματοι, είχαν «καταπιεί» αυτήν την παγκόσμια τοποθέτηση-«καραμέλα», όχι μόνον στο ποσοστό που ήταν σωστή και αληθής, αλλά την περίμεναν και με την λογική της πανάκειας. Ότι δηλαδή, μόλις ο άνθρωπος μορφωθεί και πάψει να είναι «ξύλο απελέκητο», τότε όλα λύνονται, γεμίζουν φως και η κοινωνία ευπλοεί, αφού οι άνθρωποι γίνονται… καλοί άνθρωποι!! Δεχόντουσαν όλοι την αφελή ρομαντική τοποθέτηση του Β. Ουγκώ: «Ανοίγοντας ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή». Τότε υπήρχαν μόνον φυλακές! Τώρα άνοιξαν και πολλά σχολεία και ατυχώς, αντί να κλείσουν οι φυλακές, απλώς σχολεία και φυλακές… συναυξάνονται!

Δεν θα κρίνουμε εδώ, αυτή την, πλέον για μας, κατάδηλη αυταπάτη, αλλά γράφουμε τούτα για να γίνει κατανοητή η προσδοκία της ελληνικής κοινωνίας, από την Θεολογική Σχολή (Μετά το 1942, τις Θεολογικές. Αφού συνεστήθη και δεύτερη ανάλογη στην Θεσσαλονίκη) που θα συνδύαζε την εκκλησιαστική διδασκαλία με την πανεπιστημιακή σοφία. Οι σχολές απαρτίσθηκαν, όσον αφορά το πρόγραμμα σπουδών, τους στόχους, και την νοοτροπία διδασκαλίας ήθους και πνευματικότητας, κατά τα πρότυπα των Ευρωπαϊκών δεδομένων και μάλιστα των Προτεσταντικών. Η παγκόσμια αυταπάτη για την γνώση, στον δικό μας ελληνικό χώρο είχε αποκτήσει και την συμπλεγματική απόφυση του «φτωχού συγγενούς», που έπρεπε να μιμηθεί και να μοιάσει στα πεφωτισμένα έθνη! Έτσι, «αμ’ έπος, αμ’ έργον».

Δάσκαλοι στα σχολεία θα διδάξουν, μαζί με την αριθμητική, την γλώσσα και την ζωολογία, και την χριστιανική πίστη. Οι εκ του παρελθόντος αυταπάτες (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) αναβίωσαν κουφωμένες, ως προς την σαφήνεια, του ποια ήταν στην πραγματικότητα η ζωή στο Βυζάντιο, αλλά όμως με θεριεμένη την αυταπάτη για τον (υποτιθέμενο) αλληλοσύνδεσμο Κράτους-Εκκλησίας ως σιαμαίων αδελφών! Έτσι λοιπόν με την απελευθέρωση το Κράτος προστατεύει την Εκκλησία και «περιφρουρεί» την πίστη, απαγορεύοντας διά νόμου την ύπαρξη άλλων πιστευμάτων ακόμη και χριστιανικών.

Με χαρά και γεμάτοι αυταπάτες οι νομικά και διοικητικά υπεύθυνοι αρχιερείς της θεσμικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αναθέτουν στο δημόσιο σχολείο την θρησκευτική διαπαιδαγώγηση και κατήχηση των ελληνοπαίδων. Στους αποφοίτους δηλαδή καθηγητές των Θεολογικών Σχολών, τους οποίους το Δημόσιο προσλαμβάνει και μισθοδοτεί. Έτσι η ανέκαθεν προβληματική κατάσταση του νηπιοβαπτισμού αποκτά θεωρητική λύση και τεχνική ρύθμιση, ώστε να φαίνεται (χωρίς να είναι…) λιγότερο παράλογη η αντιστροφή της θεολογικής τάξεως, πρώτα να κατηχούμε και φυσικά κατόπιν να βαπτίζουμε! Πλέον υπάρχει η λογικοφανής αυταπάτη, ότι κατήχηση θα γίνει ούτως ή άλλως στο σχολείο. Έτσι, βαπτίζοντάς τους όλους … μετράμε 97% Ορθοδόξους Χριστιανούς στην Ελλάδα. «Συμφέρουσες αυταπάτες».

Η Διοίκηση της Εκκλησίας φαντάζεται τον εαυτό της ως alter ego της Πολιτείας και πιστεύει ότι μπορεί να ρυθμίσει μ’ αυτό τον τρόπο, τόσο μεγάλα θέματα! Εκχωρεί τα συστατικά (ή δεν είναι συστατικά στοιχεία το πώς γίνεται κάποιος μέλος της Εκκλησίας…! Εκτός και αν φτάσαμε σε τέτοια παραφθορά ώστε να πιστεύουμε στα σοβαρά ότι… φτάνει και γίνεται, μόνον δια της διαβάσεως εκ των υδάτων της κολυμβήθρας…!!!) της αυτοσυνειδησίας και ιδιοπροσωπίας της Εκκλησίας στον… καίσαρα και δεν αντιλαμβάνεται την αιχμαλωσία στην οποία αυτοπροαιρέτως παραδίδεται, ούτε την αυτοκτονική διαδρομή που ανοίγεται μπροστά της.

Χαϊδεύει δαιμονικά την θεσμική διοίκηση της Εκκλησίας η… ισχύς και η ευπρέπεια!! Δεν θέλει να παραιτηθεί η διοίκηση από… δικαιώματα (πού τα απέκτησε; ποιος τα εκχώρησε; και πώς;). Δεν θέλει να δει τον κόσμο του σήμερα. Δεν «διαβάζει» πίσω από λόγια και ενέργειές της, την ορατή της επιθυμία, της αντιστροφής του αποστολικού «… ου γαρ κατακυριεύομεν της συνειδήσεως τινός…»! Δεν συνειδητοποιεί την αυτοαναίρεση της όταν επιμένει ότι το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να είναι κατήχηση! Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων… «διαφωνεί» και κάνει κατηχήσεις σε κατηχουμένους και βαπτισθέντες απλά… γιατί αυτή είναι η δουλειά του κάθε επισκόπου! Ο επίσκοπος είναι ο δάσκαλος των χριστιανών. Ας μη συζητήσουμε για την… διδασκαλία των επισκόπων σήμερα! Εθνικοπολιτικά θέματα, κοινωνικές παρατηρήσεις για συμπεριφορικές αλλαγές των ανθρώπων, αυταπάτη αρμοδιότητας περί πάντων καί άλλων τινών ή βαθυστόχαστες θεολογίες… θεωτικές ακατανόητες και αναιρούμενες de facto. Και γενικώς, λόγος που δεν «συγκινεί» ούτε χριστιανούς ούτε μη χριστιανούς.

Έτσι, κουτσοπορευόμενοι οι δύο θεσμικοί φορείς φτάσανε μέσα από διακυμάνσεις-κόντρες-συνεννοήσεις-αντιθέσεις-καυγάδες («να χωρίσουμε τα τσανάκια μας» απειλούσε «μεγαλώνυμος» παλαιότερος πολιτικός) στην σημερινή, αδιάφορη για το Κράτος, κατάσταση. Το Κράτος σήμερα κουβαλάει την Εκκλησία στην πλάτη του, σαν το πτώμα στην ταινία «Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα». Μια υπόθεση δηλαδή… «σκουληκιασμένη» και απεχθή. Οι σημερινοί φιλοσοφικοαδιάφοροι άνεμοι με χαρά σπρώχνουν την Εκκλησία στο κοινωνικό περιθώριο, που βαφτίζεται (το «περιθώριο») προσωπικές απόψεις και παρουσιάζεται αυτός ο αποκλεισμός, ως ανάγκη και αίτημα πλουραλισμού και δημοκρατίας.

O tempora o mores, κραυγάζουν όσοι δεν μπορούν να διακρίνουν ότι είναι… μωροί, αφού δεν αφουγκράζονται τον λόγο του Χριστού: «… οψίας γενομένης λέγετε ευδία πυρράζει γαρ ο ουρανός και πρωί σήμερον χειμών πυρράζει γαρ στυγνάζων ο ουρανός. Υποκριταί το μεν πρόσωπον του ουρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τα δε σημεία των καιρών ου δύνασθε;» (Ματθ. 16, 2-3).

Γ. Και από δω και μπρος, τι κάνουμε;

Και είμαστε στο τώρα και στο σήμερα. Οι… σιαμαίοι έχουν χωρίσει de facto και ο ένας (η διοίκηση της Eκκλησίας) διαμαρτύρεται παριστάνοντας τον… «ανήξερο έκπληκτο» για τον χωρισμό επικαλούμενος τα πάλαι ποτέ de jure «δικαιώματα»!

Συγχρόνως η Διοίκηση της Εκκλησίας δεν θέλει να δει κατάματα τα θέματα κι αντί να προκαλέσει μια συμφωνία σχέσεων με το κράτος (concordato) που το καλύτερο θα είναι και να επικαιροποιείται στο πρώτο έτος κάθε δεκαετίας, «κρύβεται» πίσω απ’ την προ τεσσαρακονταετίας Συνταγματική πρόβλεψη – «προστασία», της νόμω επικρατούσης θρησκείας, μη θέλοντας να δει το πόσο αυτοαναιρετικό είναι κάτι τέτοιο, για το μυστήριο της Εκκλησίας, το οποίο έχει ανατρέψει στο Κολοσσαίο και στις Κατακόμβες την ανθρώπινη λογική της ισχύος και του κύρους.

Χωρίς να θέλει να σκεφτεί ότι αυτό που πρέπει να κομίζει σαν μήνυμα σ’ αυτόν τον χαοτικό κόσμο είναι, όχι η διεκδίκηση και τα δικαιώματα, αλλά η θυσία, και η «εμπράγματος» διδασκαλία, ότι δεν νικούν οι λύκοι, αλλά τα πρόβατα του Χριστού, που στέλνονται ανάμεσα στους λύκους και τους αλλάζουν! Ότι «η Βασιλεία των ουρανών βρίσκεται στο μέσο των εχθρών σας. Και όποιος δεν το αντέχει αυτό, δεν επιθυμεί να ανήκει στη Βασιλεία του Χριστού. Θέλει να είναι μεταξύ φίλων, να κάθεται μες στα τριαντάφυλλα και τους κρίνει, όχι μαζί με τους κακούς, αλά μαζί με τους αφιερωμένους στον Θεό. Αν ο Χριστός είχε κάνει κάτι τέτοιο (που θέλετε σεις τώρα) ποιός θα είχε σωθεί»; Ότι, αν έχει πρόταση ζωής η Εκκλησία για τον κόσμο, αυτή η πρόταση είναι ακριβώς, το ότι αποτελεί Μυστήριο αλλαγής των ανθρώπων, από προηγμένα θηλαστικά σε πρόσωπα. Ότι «ο Θεός δεν είναι Θεός συναισθηματικών συγκινησιακών καταστάσεων αλλά Θεός Αλήθειας. Εκείνη η κοινωνία των πιστών που επιμένει να διατηρεί τις ψευδαισθήσεις της αντί να τις γκρεμίζει, την ίδια ακριβώς στιγμή χάνει πέρα για πέρα την υπόσχεση του Θού για μιά κοινωνία πιστών» (DBonhoeffer).

«Ποιο καλύτερο λιμάνι απ’ το λιμάνι της Εκκλησίας; Στην Εκκλησία δεν επικρατεί η βιολογική αναγκαιότητα, αλλά τιμάται υπερβολικά η ελευθερία της επιλογής. Η Εκκλησία παίρνει κάποιον που είναι «λύκος» και τον μεταμορφώνει σε «πρόβατο» όχι αλλοιώνοντας την φύση του, αλλά αλλάζοντας την προαίρεσή του. Γι’ αυτό δεν σφάλλει όποιος λέει ότι η Εκκλησία είναι πολύ καλύτερη απ’ την κιβωτό του Νώε. Η κιβωτός υποδεχόταν ζώα και διατηρούσε τα ζώα. Η Εκκλησία παραλαμβάνει… ζώα και τα μεταβάλλει. Δηλαδή, τότε εκεί (στην κιβωτό) μπήκε ένα γεράκι και βγήκε γεράκι, μπήκε λύκος και βγήκε λύκος. Στην Εκκλησία μπήκε γεράκι και βγαίνει περιστέρι, μπήκε λύκος και βγαίνει πρόβατο, μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί όχι επειδή άλλαξε η φύση, αλλά επειδή απορρίφθηκε η κακία» (Aγ. Ιω. Χρυσοστόμου, Περί μετανοίας, λόγος η’).

Δ. Λοιπόν, τι πρόταση έχουμε;

Ότι, δεν γίνεται να αναθέσει η Εκκλησία την κατήχηση στον… Καίσαρα! Ότι, είναι αφύσικο και ανώμαλο κάτι τέτοιο! Ότι, είναι αυτοκτονικό. Επιτέλους, θα πρέπει να σκεφτούμε ότι τα θρησκευτικά διδάσκονται στο σχολείο με τη μορφή κατήχησης επί πολλές δεκαετίες και όμως, οι απόφοιτοι πολύ λίγο μπορούν να ισχυριστούν ότι είναι χριστιανοί. Εκτός και αν κάτι τέτοιο (να είσαι χριστιανός) θεωρείται αυτονόητη προϋπόθεση του Έλληνα! Σήμερα όμως πλέον και αυτό… στασιάζεται!

Αν η Εκκλησία έχει προβλήματα με την κατήχηση των μελών της θα πρέπει θα πρέπει να τα λύσει μόνη της και στο εσωτερικό της. Το κύριο και καίριο πρόβλημα της Εκκλησίας είναι ο απαρτισμός της Κοινότητας – Ενορίας κατά τόπους. Χωρίς σαφήνεια για το πώς, από ποιους και με τι προϋποθέσεις απαρτίζεται κάθε κοινότητα, χωρίς προσδιορισμό όρων και ορίων και δικαιωμάτων, οι ενορίες δεν θα γίνουν ποτέ εκφράσεις του Σώματος του Χριστού, αλλά… τεκέδες (συγχωρήστε μου την έκφραση) ικανοποίησης θρησκευτικών αναγκών. Χώροι εκτόνωσης φοβιών, αγωνιών, θρησκοληψιών… τελικώς ειδωλολατρικά τεμένη.

Αντί λοιπόν να αντιδικούμε με το κράτος ας το αφήσουμε στην πορεία μόρφωσης των πολιτών του με γενικές γνώσεις (ανάμεσα στις οποίες είναι και οι θρησκευτικές) και ας ανασκουμπωθούμε να αποσαφηνίσουμε και να θεραπεύσουμε τις δικές μας εσωτερικές εκκρεμότητες και πληγές.

Η κατήχηση γίνεται πρώτα με την ποιότητα του τρόπου ζωής των Χριστιανών και μετά με τα λόγια. Πρώτα με το ήθος και μετά με τα κηρύγματα. Πρώτα με το περιεχόμενο της ζωής και μετά με διακηρύξεις. Πρώτα με τη θυσία μας και μετά με προτροπές προς άλλους… Άλλωστε, από την εποχή του Χριστού οι άνθρωποι έχουν στα χείλη τη διάγνωση-αντίρρηση: Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν!

Αν η αγωνία και η έκφραση της Εκκλησίας σήμερα είναι να έχει κύρος, ισχύ, αξιοπρέπεια, επιβολή, δύναμη, εξουσία… τότε «αυτή η Εκκλησία» δεν έχει καμμία σχέση με την Εκκλησία του Χριστού, απλώς αγωνίζεται να διατηρήσει «ολόκληρο» ένα πτώμα σε φορμόλη.

Ας βγούμε λοιπόν από αντιδικίες. Ας αναγνωρίσουμε τα τωρινά και τα παρελθόντα λάθη μας εμείς οι χριστιανοί. Ατυχώς, ακόμη και σήμερα, όχι μόνο δεν έχουμε βγάλει κιχ για το πελώριο λάθος σύμπλευσης με την Χούντα αλλά, λέμε και ανόητες δικαιολογίες … «άλλα λόγια».

Ας προσπαθήσουμε με αλήθεια ζωής και ειλικρίνεια σχέσεων να στήσουμε τον Οίκο του Θεού (το Πανδοχείο του Καλού Σαμαρείτη) για τους πεζοπόρους της ζωής και να απαρτίσουμε το Λιμάνι της Βασιλείας του Θεού για τους «θαλασσοπόρους»! Ας αφήσουμε, τέλος, τον κάθε άνθρωπο να διαλέξει το λιμάνι του και ας νοιαστούμε να μη ναυαγούν μέσα στο δικό μας λιμάνι τα «πλοία» που αποφάσισαν να το επιλέξουν!

Των φρονίμων ολίγα.

ΠΗΓΗ

Ενοριακό

ÎšÎ±Î¹ÏÏŒÏ‚Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» και το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. διοργανώνουν συνάντηση με θέμα: «Ο Χριστιανισμός στο Σύγχρονο Κόσμο» την Παρασκευή 5 Απριλίου 2019 στις 17.00 στο αμφιθέατρο Α΄ της Θεολογικής Σχολής.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

17.00 Έναρξη – Προσέλευση Συναδέλφων

17:15 Χαιρετισμοί:

Θεόδωρος Γιάγκου, Καθηγητής Κανονικού Δικαίου, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Παναγιώτης Σκαλτσής, Καθηγητής Λειτουργικής, Πρόεδρος Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Χρήστος Καρακόλης, Καθηγητής Καινής Διαθήκης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος Καιρού

Παρεμβαίνουν:

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, Καθηγητής Παλαιάς Διαθήκης ΑΠΘ, Η ευθύνη των μελών της Εκκλησίας για Οικουμενική προσέγγιση στην Ελλάδα.

Στυλιανός Τσομπανίδης, Καθηγητής Οικουμενικής Κίνησης ΑΠΘ, Ο ανοικτός Ορίζοντας των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών προς την πολύμορφη Οικουμένη.

Φώτιος Διαμαντής, Δάσκαλος, Θεολόγος και Συντονιστής Εκπαίδευσης, Η συνεισφορά του Μαθήματος των Θρησκευτικών στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής.

18:30 Συζήτηση

Συντονίζει η Μαρία Συργιάνη, Δρ Θεολογίας, πρ. Σχολική Σύμβουλος Θεολόγων.

https://blogs.sch.gr/akalamatas/files/2019/01/5.5.-Ετερότητα.pdf

https://blogs.sch.gr/akalamatas/files/2019/01/ΓΙΑΝΝΗΣ-ΡΙΤΣΟΣ.-1998.-«Όταν-έρχεται-ο-Ξένος».pdf

Γράφει ο Α. Ι. Καλαμάτας

Η υπαρξιακή συνάντηση με συναδέλφους θεολόγους, έχω την ταπεινή γνώμη, πως ένα καλό αποτέλεσμα μπορεί να έχει: το μοίρασμα της αγωνίας και της αγάπης που ο καθένας από εμάς έχει για το μάθημα των Θρησκευτικών. Αυτό σήμερα επετεύχθη στη σημερινή επιμορφωτική ημερίδα που οργάνωσε ο νέος Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων Βορείου Αιγαίου κ. Νίκος Ματθαίου, η οποία φιλοξενήθηκε στην αίθουσα διδασκαλίας των πρώην ΠΕΚ Μυτιλήνης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημερίδας, όλοι σχεδόν οι θεολόγοι του νησιού μας που παραβρέθηκαν σ’ αυτήν, κατέθεσαν τις απόψεις τους για την πορεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών (ΝΠΣ) στα Θρησκευτικά, επισημαίνοντας ό,τι η εφαρμογή του στις σχολικές αίθουσες έχει θετικότατα αποτελέσματα, παρότι υπάρχουν ακόμη αρκετά πρακτικά προβλήματα που, κυρίως, αφορούν τη διδακτική μεθοδολογία.

Εκείνο που κυριάρχησε στη συζήτηση ήταν το γεγονός πως εμείς οι θεολόγοι καθηγητές μπορούμε να δώσουμε εκτίμηση στους μαθητές μας, μόνο όταν εξερχόμαστε από τον εαυτό μας, δίνοντας απλόχερα την αγάπη και τον έπαινό μας προς αυτούς. Μια τέτοια στάση, άλλωστε, μπορεί να τους βοηθήσει να γίνουν καλύτεροι. Και το μάθημα των Θρησκευτικών με το ΝΠΣ, όπως βέβαια, και παλαιότερα με τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ), δείχνει το δρόμο της προσωπικής συνάντησης δασκάλου και μαθητή, αφού πάντοτε ως πρότυπο έχει τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος ήλθε και μας συνάντησε εκεί που ήμασταν εμείς, για να μας πάει εκεί που αυτός Αυτός είναι.

Όλοι σχεδόν οι συνάδελφοι που βρεθήκαμε σήμερα στην παραπάνω επιμορφωτική συνάντηση θέσαμε τον δάκτυλο μας επί τον τύπο των ήλων, προσδοκώντας να τεθεί τέλος στην παρατεταμένη διχόνοια των θεολόγων καθηγητών, διότι πιστεύουμε πως όλοι ανεξαιρέτως αγαπάμε τον Θεό και το μάθημά μας και αγωνιούμε για το μέλλον του. Κατά πως λέγει κι ο Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης στα ερμηνευτικά του σχόλια στο Περί Αγάπης έργο του αγίου Μαξίμου Ομολογητή: «αγαπάς το Θεόν: Τουτέστιν, θέλεις να αγαπάς τον Θεόν; Ό,τι δης μια, δυό, τρεις φορές ότι σε δυσκολεύει στην πνευματική ζωή, καλό, κακό, συμφέρον, μη συμφέρον, πνευματικό, υλικό, ό,τι και αν είναι, δος του μια και πέταξέ το μακριά», [(2015). Περί Αγάπης: Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο. Πρόλογος π. Νικόλαος Λουδοβίκος. Επιμέλεια κειμένου – Σχολιασμός Ιερόν Κοινόβιον Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ορμύλιας. Αθήνα: Ίνδικτος, σ. 77].

Ευχάριστο, πράγματι, γεγονός ήταν και η παρουσία της Χορωδίας Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου, η οποία πριν αρχίζει η επιμορφωτική ημερίδα έψαλε βυζαντινούς ύμνους. Ακόμη πιο ευχάριστο ήταν το γεγονός που η ημερίδα έκλεισε με παραδοσιακή μουσική, με τραγούδια που έπαιξαν και τραγούδησαν ο Συντονιστής Θεολόγων Β. Αιγαίου κ. Νίκος Ματθαίου – αξίζει εδώ να σημειωθεί πως εκτός από θεολόγος είναι και μουσικός – και ο καθηγητής μουσικής κ. Μιχάλης Δήσσος.