Ετικέτα: Κωνσταντινούπολη

Του ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

Στον Ναύαρχο Αλέξανδρο Διακόπουλο

Έχουν περάσει ήδη τριάντα χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου μου Μία ιστορία της ζωγραφικής. Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση και από τους ιμπρεσιονιστές στον Πικάσο, εκδ. Καστανιώτη, 1990. Σε επιμέλεια του συγγραφέα Γιώργου Ξενάριου! Ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου λοιπόν ονομάζεται “Η ζωγραφική της πέτρας” και αναφέρεται διεξοδικά στη βυζαντινή ψηφιδογραφία, το απόγειο κατά τη γνώμη μου ολόκληρης της μεσαιωνικής τέχνης. Ιδιαίτερα κατά την Παλαιολόγειο εποχή η έκφραση αυτή απελευθερώνεται πλήρως καταργώντας σχηματοποιήσεις αιώνων και εγκαινιάζοντας μία νέα σχέση με τα πράγματα και την αλήθεια τους. Δεν διστάζει τώρα να κινήσει μεγάλες μάζες ανθρώπων σε επικές συνθέσεις, να αποδώσει στις μορφές παθητικές χειρονομίες, το δράμα του υπάρχειν, και στις πτυχώσεις των ενδυμάτων φυσικούς κυματισμούς. Η χρήση πολύ μικρών ψηφίδων – μεγέθους φακής! – δημιουργεί αποτελέσματα σχεδόν ιμπρεσιονιστικά, ιλουζιονιστικά, με τον αέρα να κυκλοφορεί ελεύθερος ανάμεσα στα πρόσωπα και τον ελάχιστα πλέον, σχηματοποιημένο χώρο.

Με τη Μονή της Χώρας μπορούμε να υποστηρίξουμε ανεπιφύλακτα πώς η τέχνη του ψηφιδωτού άγγιξε το υψηλότερο σημείο ακμής της. Συμβολίζει ωστόσο κι ένα τέλος. Την ολοκλήρωση του βυζαντινού ουμανισμού με τον ίδιο τρόπο που την ίδια εποχή, πάνω-κάτω, η Cappella Scrovegni του Giotto στην Πάδοβα συμβολίζει την έναρξη του αναγεννησιακού.

Στη Μονή της Χώρας (ζώντων!) εντοπίζει κανείς μία ανυπέρβλητη τελειότητα όπου το ωραίο, συνεπικουρούμενο από την χάρη, καθίσταται υψηλό. Και όπου η υψηλή τεχνική υποστηρίζει την απαράμιλλη τέχνη. Στον μονόχωρο ναό της Πάδοβας όλα είναι καινούργια, πρωτόγνωρα και ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους ενώ στο μνημείο της Κωνσταντινούπολης ένας ολόκληρος πολιτισμός αγγίζει θριαμβευτικά όσο και μοιραία το τέλος του.

Επαναλαμβάνω πως το λεγόμενο Καχριέ Τζαμί είναι το κορυφαίο επίτευγμα της βυζαντινής τέχνης, ισοδύναμο με την Περίβλεπτο στον Μυστρά και ισόχρονο με τους Αγίους Αποστόλους Θεσσαλονίκης (1310). Ο καθηγητής Paul Underwood που ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση των ψηφιδωτών της Μονής της Χώρας – όπως εξάλλου και της Αγίας Σοφίας – υποστηρίζει ότι οι καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης προέρχονται από το ίδιο (ανακτορικό) εργαστήριο. Και εγώ θα έλεγα πως η υπέροχη σύνθεση της Δεήσεως στο νότιο υπερώο της Αγίας Σοφίας με τον Χριστό στο μέσον να κρατά το Ευαγγέλιο και να ευλογεί ενώ δεξιά του να τον πλαισιώνουν η Παναγία και αριστερά ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, είναι το γοητευτικό πρότυπο για την Δέηση με τον Χριστό και την Θεοτόκο στο Καχριέ Τζαμί. Μία σύνθεση στην οποία είναι επίσης προσωπογραφείται σε μικρότερη κλίμακα ο πρίγκιπας Ισαάκ Πορφυρογέννητος και στην άλλη πλευρά η άτυχη πριγκίπισσα Μαρία Παλαιολογίνα πού, αφού παντρεύτηκε έναν μόγγολο πρίγκιπα, εκάρη στη συνέχεια μοναχή με το, ενδεικτικό, όνομα Μελανία. Η Δέηση της Αγίας Σοφίας που φτιάχνεται μετά την επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Η Παλαιολόγο, είναι θα λέγαμε ένα παλλάδιο Νίκης. Αντίθετα ο Χριστός της Μονής της Χώρας είναι σοβαρός, απόμακρος και μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για τη μοίρα των ανθρώπων. Είναι προφανές πως εδώ καλλιτέχνης υποστασιοποιεί τα ιερά πρόσωπα και προβάλλει σ’ αυτά τους δικούς του φόβους και τη δική του μοίρα. Ακόμη και η Παναγία που υποτίθεται ότι μεσιτεύει, έχει τα χέρια της δέησης χαμηλωμένα ενώ στο βλέμμα της διακρίνεται η παραίτηση.

Η Μονή της Χώρας ιδρύθηκε τον 11ο αι. και ανακαινίσθηκε ανάμεσα στα 1310 και τα 1320 από τον λόγιο αξιωματούχο Θεόδωρο Μετοχίτη. Περιλαμβάνει τον κυρίως ναό, δύο εξωνάρθηκες αλλά και το μοναδικό πλευρικό, νεκρικό παρεκκλήσιο με τις εξαίσιες τοιχογραφίες – την ωραιότερη ζωγραφική του Βυζαντίου. Οι θόλοι της οροφής και οι τοίχοι ψηλά, πάνω από τις ορθομαρμαρώσεις, είναι κατάφορτοι από ψηφιδογραφήματα με σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και των πρώτων χρονών του Χριστού. Τα πάθη πάλι καταλαμβάνουν τον χώρο του Ιερού. Διάφορα, θρησκευτικά επεισόδια αποδίδονται μέσα από ένα πλήθος χαρακτηριστικών λεπτομερειών και με εξαιρετική φροντίδα ως προς την απόδοση των μορφών. Αίσθηση χώρου, κίνηση, διακοσμητικότητα, προοπτική απόδοση των αρχιτεκτονημάτων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των ψηφιδωτών. Πρόκειται για την πληρέστερη ενότητα ψηφιδωτών σε όλη την Ανατολή. Στη Δύση ανάλογη ενότητα αλλά όχι και ποιότητα διαθέτει ο Άγιος Μάρκος Βενετίας. Κι εδώ όμως εργάστηκαν βυζαντινοί τεχνίτες.

Στην “Επταβηματίζουσα” για παράδειγμα, το “στρατάρισμα” δηλαδή του μωρού, η μικρή Παναγία βαδίζει με αστάθεια προς τη μητέρα της ενώ η τροφός πίσω της την παραστέκει. Το στοιχείο αυτό, έγραφα τότε, δείχνει πόσο ζωντανή είναι η αρχαιοελληνική παράδοση στη βυζαντινή αισθητική μέχρι το τέλος της εξέλιξης της. Σήμερα θα συμπλήρωνα ότι εδώ προοικονομούνται ανάλογες σκηνές που θα ζωγραφίσει ενάμιση αιώνα αργότερα (γύρω στο 1480) ο Girlandajio στην Santa Maria Novella της Φλωρεντίας. Το ίδιο αστικό ήθος, η ίδια κομψή αίσθηση της καθημερινότητας.

Όμως το συγκλονιστικό σύνολο της Μονής της Χώρας είναι το λεγόμενο, νότιο ταφικό παρεκκλήσιο με τα φρέσκα, εκεί που θάβονταν μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Και κυρίως η συν- τα – ρα -κτι – κή “Ανάστασις” στην κόγχη, την αψίδα του Ιερού, η σπουδαιότερη, επίτοιχη ζωγραφική ολοκλήρου του Βυζαντίου…

Εδώ ο Χριστός ντυμένος κατάλευκα που λαμπυρίζουν “αναβαλλόμενος το φως ώσπερ ιμάτιον” εισβάλλει στη σύνθεση ως λαμπερός πρωταγωνιστής – νικητής του θανάτου, στο κέντρο της σκηνής και με μία δραματική κίνηση σέρνει κυριολεκτικά τους Πρωτόπλαστους, τον Αδάμ και την Εύα, έξω από τους τάφους τους. Κάτω από τα πόδια Του είναι ο Άδης αλυσοδεμένος και οι θύρες του βασιλείου του παραβιασμένες. Σάλπισμα ζωής! Στο βάθος σελαγίζει το πρώτο φως της αυγής, ανάμεσα στα λευκά, τα ιώδη και τα μπλε καταυγάζοντας τις στρατιές των αναστημένων Προφητών, Οσίων κλπ. Όλα εδώ είναι συγχρόνως συμβολικά και πραγματικά.

Ενδεικτική του ύφους επίσης είναι και η εξαιρετική ελευθερία κίνησης όλων των μορφών. Δεν είναι απλώς οι νεκροί που έχουν απελευθερωθεί από την ακαμψία του θανάτου. Είναι και τα υποκείμενα της τέχνης που έχουν ξεφύγει από τους μεσαιωνικούς φορμαλισμούς της αναπαράστασης. Η αναγέννηση και σε πνευματικό και σε αισθητικό επίπεδο είναι εδώ.

Το θαύμα έχει ήδη συντελεστεί, ένας ολόκληρος πολιτισμός έχει ήδη αγγίξει το λαμπρό όσο και μοιραίο απόγειο του.

Υ.Γ. Τις απόψεις μου για την εκ νέου ισλαμοποίηση των βυζαντινών ναών την γνωρίζετε ήδη από τα άρθρα μου για την Αγία Σοφία τα οποία δημοσιεύτηκαν πριν από λίγο καιρό στην Huffington Post και το http://manosstefanidis.blogspot.com/ Εν ολίγοις πιστεύω πως τέτοια μνημεία δεν κινδυνεύουν από τα πρόσκαιρα καπρίτσια της ιστορίας και τα παιχνίδια της μικροπολιτικής. Τέτοιας σημασίας κτίσματα μένουν εκεί, απείραχτα από το χρόνο για να κομίζουν το μήνυμα τους στο διηνεκές. Παράλληλα μοιάζουν να κοροϊδεύουν όσους επιχειρούν να τα προσβάλλουν, κυρίως γιατί αποδεικνύουν το βαθύτατο τους σύμπλεγμα απέναντι σ’ αυτά. Γι’ αυτό όχι δάκρυα! Έτσι είναι. Η εκ νέου μετατροπή της Μονής της Χώρας σε τζαμί εντάσσεται στην εμμονική τακτική του Ερντογάν “κάθε μέρα και νέον έργον, κάθε μέρα και μία καινούργια πρόκληση” από τον γιαλαντζί σουλτάνο. Ή, αν προτιμάτε ένα καινούργιο επεισόδιο στο Θέατρο Σκιών που λέγεται ο “Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης”. Όμως και πάλι έρχεται η ώρα της Ευρώπης. Μ’ άλλα λόγια η Ευρώπη ενώπιον των ευθυνών και της ιστορίας της. Ενώπιον της ενιαίας μας παράδοσης. Αφού όπως ήδη υποστήριξα, η Μονή της Χώρας είναι πολύτιμο κομμάτι του κοινού μας, αναγεννησιακού πολιτισμού.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πόσο αστείοι γινόμαστε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι, όταν «πρέπει» να υπερασπίσουμε την ελληνικότητα του παρελθόντος που αδιάντροπα αγνοούμε (την αρχαιοκλασική) ή που βαθειά περιφρονούμε και αυθόρμητα απεχθανόμαστε (τη λεγόμενη «βυζαντινή»)! Είναι να γελάει κάθε απροκατάληπτος, κάποιας παιδείας συνάνθρωπος (ή να θλίβεται, ανάλογα με το είδος του «φιλελληνισμού» του) ακούγοντας τους πολιτικούς μας άρχοντες και τους κομματικούς αρχηγούς μας να διαμαρτύρονται που ο Ερντογάν ξανακάνει την Αγιά Σοφιά τζαμί.

Η μαχητικά μηδενιστική, λάτρις του Διαφωτισμού παγκυρίαρχη στη σημερινή Ελλάδα διανόηση, υπαγορεύει στα κόμματα (της τάχα Αριστεράς και της «προοδευτικής» Δεξιάς) να απαιτούν από διεθνείς οργανισμούς προστασία του «μνημείου» και των «έργων Τέχνης» που συγκεφαλαιώνονται στην ονομασία «Αγιά Σοφιά». Αγνοούν οι θλιβεροί αυτό που ήξερε καλά ο Πορθητής και το έχει συνειδητοποιήσει ευστοχότατα ο Ερντογάν: Ότι η Αγιά Σοφιά δεν είναι απλώς ένας «θρησκευτικός ναός», έστω έκτακτου κάλλους και με τεράστιας καλλιτεχνικής αξίας θησαυρίσματα. Είναι το σύμβολο (ταυτότητα) της «αυτοκρατορίας», δηλαδή μιας διεθνικής «τάξης πραγμάτων», που συγκεφαλαιώνει τρόπο βίου ή πολιτισμό. Για πολλούς αιώνες σάρκωνε η Αγιά Σοφιά το «πάντρεμα» Ρώμης – Αθήνας, εκκλησίας του δήμου και λατινικής ευταξίας (ordo rerum), Ηράκλειτου – Αριστοτέλη και «εκκλησιάζουσας βασιλείας». Με τον Πορθητή η στόχευση μεταφέρθηκε στο επίπεδο του απλοϊκού πόθου «κοσμοκρατορίας» και με τον Ερντογάν μοιάζει να γοητεύει το όραμα: μήπως αντιπαλέψει η παιδαριώδης «μεταφυσική» του Ισλάμ, σε διεθνή κλίμακα, τη λοιμική του ιστορικο-υλιστικού κρετινισμού, «αριστερών» ή «δεξιών» προσχημάτων, κερδίζοντας μιαν εύκολη υπεροχή.

Την παραπάνω τηλεγραφικά συμπυκνωμένη οπτική οι πολιτικοί μας άρχοντες και οι κομματικοί αρχηγοί μας ούτε την υποψιάζονται ούτε και τους ενδιαφέρει – η διαπίστωση δεν είναι υπεροπτική μομφή, είναι πίκρα και οδύνη. Ας βρισκόταν ένας έγκυρος δημοσιογράφος, να θέσει στους πρώην Αρχηγούς του Κράτους (επιλογές όλοι του πρωθυπουργοκεντρικού μας ολοκληρωτισμού), στους πρώην πρωθυπουργούς, πρώην αρχηγούς ΓΕΕΘΑ, ένα και μόνο ερώτημα: «Γιατί ο Παρθενώνας είναι σημαντικότερος από τον Πύργο του Άϊφελ και η Αγιά Σοφιά σημαντικότερη από τη γέφυρα του Μπρούκλιν;». Θα προέκυπταν διατυπώσεις κονσερβαρισμένης κενολογίας, που ίσως αφύπνιζαν κάποια συνείδηση συλλογικής ντροπής. Σίγουρη πρόβλεψη.

Δυστυχώς έχει χαθεί πια και η δυνατότητα δημόσιου διαλόγου – η σύνθεση της Επιτροπής Εορτασμού των Διακοσίων χρόνων από το ’21, το βεβαιώνει. Θα ήταν μια καλή αφορμή, πέρα από τα βλακώδη πανηγυριώτικα και τις συναισθηματικές παιδαριωδίες, να δούμε κατάματα και να συγκρίνουμε την περίπτωσή μας με αυτή των Τούρκων.

Και οι δυο λαοί φιλοδοξήσαμε να μετάσχουμε στη Δυτική Νεωτερικότητα. Εμείς, απόγονοι και συντελεστές – συνεχιστές της Ελληνο-ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και μετά σκλάβοι των Τούρκων, αλλά με εναργέστατη συνείδηση της αυτοκρατορικής αρχοντιάς και του αρχαίου κλέους. Οι Τούρκοι, λαός της στέπας και του πολέμου, της σφαγής και της κυριαρχίας, μπήκαν στον «πολιτισμό» μέσω μιας θρησκείας θεμελιωμένης στη βία και στον καταναγκασμό. Διακρίθηκαν σε Τέχνες λεπτουργημένης διακοσμητικής, πάντοτε μειονεκτικοί απέναντι στους Έλληνες, που γεννούσε τις Τέχνες τους πάντοτε η προτεραιότητα των μεταφυσικών τους αναζητήσεων.

Ύστερα από τετρακόσια χρόνια οθωμανικής απομίμησης της αυτοκρατορίας και δυναμικής παρουσίας των Ελλήνων στις Αγορές της Ευρώπης, της Αιγύπτου, της ναυσιπλοΐας στη Μεσόγειο κι ως τη Μαύρη Θάλασσα, αναγκάζονται, οι Έλληνες πρώτοι, με τη στυγνή Βαυαροκρατία, και μετά οι Τούρκοι, με τον δυνάστη Κεμάλ, να υποταχθούν στο σχήμα οργανωμένης συλλογικότητας που είχε γεννήσει η Ευρώπη: το έθνος – κράτος. Η καταστατική λογική του «εθνικού κράτους» ήταν η φιλοσοφία του «Διαφωτισμού», δηλαδή η απαλλαγή των κοινωνιών από την τυραννία του ρωμαιοκαθολικού αυταρχισμού και του προτεσταντικού νομικισμού.

Ο Κεμάλ προσπάθησε να μετασκευάσει την Τουρκία σε άθρησκο (laïque) κράτος. Πέτυχε έτσι να την καταστήσει «κλειδί» για τις διεθνείς «ισορροπίες τρόμου». Ο Ερντογάν, οξυδερκέστερος, διέγνωσε ότι η κεμαλική επιλογή οδηγούσε νομοτελειακά την Τουρκία να υποστεί τη μακάβρια μοίρα των Ελλήνων: Από «αυτοκρατορία» που σάρκωνε τον ιλιγγιώδη πολιτισμό του Παρθενώνα και (σε οργανική συνέχεια) της Αγιά Σοφιάς, να μετασχηματιστεί σε γελοιώδες κρατίδιο, μετα-αποικιακής ολοκληρωτικής εξάρτησης από τη Δύση, μονίμως υπόδουλο οικονομικά, θεσμικά και πολιτισμικά. Ο μιμητισμός και η υποτέλεια εγγυώνται εξωνημένους «άρχοντες», σάπια διοίκηση, εξαθλιωμένη, ανάπηρη παιδεία, πρωτογονισμό διχασμών και πολλή, μα πολλή γελοιότητα. Ψάξ’ το το θέμα, φίλε αναγνώστη.

ΠΗΓΗ

Christos Yiannaras

Του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Γιαννουλάτου)

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί επανέφερε στο προσκήνιο την ταραχώδη σχέση τής Δύσεως με το Ισλάμ. Συνήθως, σε μια τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος, προσδίδεται ιδιαίτερος τόνος στο πολιτικο-στρατιωτικό Ισλάμ, κυρίως στο ριζοσπαστικό. Ενώ, έμμεσα ή άμεσα, τίθεται σε δεύτερη μοίρα ο θρησκευτικός πυρήνας και χαρακτήρας του Ισλάμ. Αυτός όμως τροφοδοτεί, εμπνέει και νευρώνει το πολιτικό Ισλάμ (με συγκεκριμένες μεταφυσικές αρχές και πεποιθήσεις, με σύστημα δογματικών αξιωματικών θέσεων, ηθική δεοντολογία, κείμενο ιερό, απόλυτου, αδιαπραγμάτευτου κύρους).

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: SLpress.GR

Του ΒΑΣΙΛΗ ΞΥΔΙΑ[*]

Και τζαμί, και εκκλησιά, και ανοικτή στον κάθε επισκέπτη. Αυτή θα ήταν ίσως μια λύση για την Αγία Σοφία, καλύτερη και από το σημερινό «κοσμικό» καθεστώς του μουσείου, πιο κοντά στις πνευματικές αξίες που φέρει το ίδιο το κτίριο και πιο κοντά στις θρησκευτικές παραδόσεις που το διαχειρίστηκαν στην υπερχιλιετή του ιστορία. Αυτό λέει το Παρατηρητήριο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO σε πρόσφατη ανακοίνωσή του με αφορμή την απόφαση του Ερντογάν, και το ίδιο πρότεινε ήδη από το 2014 ο Πέτρος Βασιλειάδης, καθηγητής Θεολογίας στο ΑΠΘ.

Το Παρατηρητήριο Παγκόσμιας Κληρονομιάς (World Heritage Watch), που έχει έδρα το Βερολίνο, εξέδωσε τη Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020 ανακοίνωση (βλ., και ελληνική μετάφραση στο τέλος του άρθρου), όπου μεταξύ άλλων λέει τα εξής :

«[…] Ο αρχικός λόγος για την οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας ήταν η δημιουργία ενός Οίκου Προσευχής, προς επίκληση του Ενός Θεού, και για πνευματική εμπειρία. Η υλική κληρονομιά που ενσωματώνεται στο κτίριο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την κατάλληλη κατανόηση της άυλης κληρονομιάς που υπήρξε η πηγή έμπνευσης για αυτά τα αριστουργήματα της τέχνης και της αρχιτεκτονικής που ο κόσμος θαυμάζει εδώ και αιώνες. Και οι δύο αυτές κληρονομιές (υλική και άυλη) είναι αδιαχώριστες και πρέπει να προστατευτούν από κοινού. Πιστεύουμε λοιπόν ότι το άνοιγμα της Αγίας Σοφίας στην προσευχή δεν έρχεται κατ’ αρχήν σε αντίθεση με το καθεστώς της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Αυτό μπορεί πράγματι να αποτελεί μια συμπληρωματική δραστηριότητα – αρκεί να μην τίθεται σε κίνδυνο το ίδιο το κτίριο και οι παγκόσμιες αξίες του. Ωστόσο, όταν θα γίνει αυτό, θα πρέπει κανείς να σεβαστεί επαρκώς την αρχική προέλευση και ολόκληρη την ιστορία της Αγίας Σοφίας, πράγμα που συνεπάγεται ότι το κτίριο πρέπει να είναι διαθέσιμο για προσευχή εξίσου στους Μουσουλμάνους και στους Χριστιανούς. Ένας κοινός οίκος προσευχής για τις δύο θρησκείες που λατρεύουν τον ίδιο Παντοδύναμο Θεό θα ήταν πράγματι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος επιβεβαίωσης και συνέχισης του ρόλου της Αγίας Σοφίας ως συμβόλου διαθρησκειακής αδελφοσύνης και ειρήνης μεταξύ των πολιτισμών του κόσμου. Ποτέ ο κόσμος δεν είχε τόση ανάγκη από τέτοια σύμβολα, και η ιστορία θα τιμήσει εκείνους που, αντί να προκαλούν διχασμό και να κάνουν εχθρούς, δείχνουν μεγαλοσύνη οικοδομώντας την ειρήνη».

Αν λάβει κανείς υπ’ όψη του πως το Παρατηρητήριο Παγκόσμιας Κληρονομιάς εδρεύει στο Βερολίνο, αναρωτιέται μήπως η παραπάνω δήλωσή έχει κάποια συνάφεια με τις δηλώσεις του Γερμανού κυβερνητικού εκπροσώπου, Στέφεν Ζάιμπερτ, ο οποίος τη Δευτέρα 13 Ιουλίου είπε ότι η υπόθεση της Αγίας Σοφίας αφορά την UNESCO (βλ., εδώ). Παρ’ όλα αυτά, αν και αρνήθηκε την άμεση εμπλοκή της κυβέρνησής του ο Γερμανός εκπρόσωπος τόνισε την «τεράστια» πολιτιστική ιστορική και θρησκευτική σημασία που έχει η Αγία Σοφία «τόσο για τον Χριστιανισμό, όσο και για το Ισλάμ» και επεσήμανε πως η λειτουργία της ως μουσείου «επέτρεπε σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη θρησκείας τους, να την επισκεφτούν». Αξιοσημείωτη είναι και η δήλωση του εντεταλμένου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για θρησκευτικά ζητήματα Μάρκους Γκρίμπελ πως είναι «πολύ λυπηρό το γεγονός ότι η Αγία Σοφία διατίθεται αποκλειστικά σε μία θρησκεία για την τέλεση προσευχής».

Κινούνται οι δηλώσεις, των Γερμανών κυβερνητικών ιθυνόντων εκπροσώπου και του Παρατηρητηρίου Παγκόσμιας Κληρονομιάς, στο ίδιο μήκος κύματος ή είναι άσχετες; Θα φανεί σύντομα.

Πάντως, την ίδια ακριβώς πρόταση, που εμπνέεται από μια «μετα-εκκοσμικευτική» λογική, είχε κάνει για την Αγία Σοφία ήδη από τον Ιανουάριο 2014 ο Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Βιβλικής Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ. Σε ειδική μελέτη του, που τιτλοφορείται «Το τουρκικό πείραμα και το μέλλον της Αγίας Σοφίας» καταλήγει στα εξής, απευθυνόμενος μάλιστα προσωπικά στον Ερντογάν, τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας:

«[…] Προσωπικά υποστηρίζω ένα είδος επιστροφής όλων των τόπων λατρείας στην αυθεντική τους χρήση. Αντίθετα από όλους σχεδόν τους οπαδούς της εκκοσμίκευσης, που επιμένουν στην παρούσα χρήση του ως μουσείων, προτιμώ να υπάρχουν –εν μέρει τουλάχιστον– ως λατρευτικοί τόποι. Αυτό λοιπόν που θα τολμούσα, πολύ φιλικά, να συμβουλέψω τον Τούρκο Πρωθυπουργό, βασισμένος και στην εμπειρία μου από την προώθησε του διαθρησκειακού διαλόγου, είναι να εξετάσει την πιθανότητα να επιτρέψει στην Αγία Σοφία να χρησιμοποιηθεί, όχι μονομερώς από Μουσουλμάνους, αλλά επίσης και από (Ορθοδόξους) Χριστιανούς. Τρεις ώρες τις Παρασκευές για ισλαμική προσευχή, τρεις ώρες τις Κυριακές για Ορθόδοξη Λειτουργία, και την υπόλοιπη εβδομάδα να παραμένει ένας πολιτιστικός χώρος για όλους από κοινού, και για όλον τον κόσμο. […]»Ολόκληρη η μελέτη του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη είναι αναρτημένη στο Academia.edu.

Δήλωση του Παρατηρητηρίου Παγκόσμιας Κληρονομιάς για την Αγία Σοφία

«Η Αγία Σοφία θεωρείται γενικώς σαν ένα από τα σημαντικότερα κτίρια στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, των θρησκειών, και γενικά στην παγκόσμια ιστορία. Υπήρξε το τελευταίο από τα μνημειώδη κτίρια της αρχαιότητας, το μεγαλύτερο του κόσμου στην εποχή του. Τόσο η κατασκευή του, όσο και τα ανεκτίμητα ψηφιδωτά και άλλα έργα τέχνης συνιστούν υψηλά επιτεύγματα του ανθρωπίνου πνεύματος. Η Αγία Σοφία υπήρξε η πιο σημαντική εκκλησία του Ορθόδοξου Χριστιανισμού για πάνω από χίλια χρόνια και έγινε σύμβολο του Ισλάμ όταν μετατράπηκε σε τζαμί από τον Σουλτάνο Μωάμεθ Β’ μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Και βρίσκεται εκεί, στη θέση της, όλη την περίοδο των ετών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι το τέλος της, και για όλη την περίοδο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν παγκόσμια δύναμη, για άλλα 450 χρόνια. Τέλος, η μετατροπή της το 1934 σε μουσείο υπήρξε χαρακτηριστικό σημάδι της πολιτισμικής προόδου που απετέλεσε η μετάβαση ενός κατά μεγάλη πλειονότητα μουσουλμανικού πληθυσμού σε ένα σύγχρονο κοσμικό κράτος. Το στάτους της ως μουσείου συνέβαλε σημαντικά στη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των Μουσουλμανικών και Χριστιανικών κοινοτήτων.

Αυτή η σύντομη περιγραφή είναι πολύ λίγη μπροστά στην παγκόσμια σημασία της Αγίας Σοφίας, ίσως όμως αρκεί για να εξηγήσει γιατί αυτό το κτίριο έχει τόσο μεγάλη σημασία για ολόκληρο τον κόσμο, και γιατί εγγράφηκε το 1985 στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς.

Η θεμελιώδης ιδέα της Σύμβασης Παγκόσμιας Κληρονομιάς (στην οποία προσχώρησε η Τουρκική Δημοκρατία το 1983) είναι ότι η αξία που έχουν τα αντικείμενα του Καταλόγου της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς είναι παγκόσμια. Η πολιτιστική ή φυσική σημασία τους είναι τόσο εξαιρετική, ώστε να ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και να αποκτά κοινή σημασία και για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, η διαρκής προστασία αυτής της κληρονομιάς είναι ύψιστης σημασίας για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Με απόλυτο σεβασμό στην κυριαρχία των κρατών στην επικράτεια των οποίων βρίσκεται ένα τέτοιο αντικείμενο πολιτιστικής ή φυσικής κληρονομιάς και χωρίς καμμία αμφισβήτηση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που προκύπτουν από την εθνική νομοθεσία, τα κράτη – μέλη της Σύμβασης Παγκόσμιας Κληρονομιάς αναγνωρίζουν ότι η εν λόγω κληρονομιά αποτελεί Παγκόσμια Κληρονομιά.

Η απόφαση να μετατραπεί η Αγία Σοφία σε τζαμί επιβάλλει να υπενθυμίσουμε στις αρμόδιες τουρκικές αρχές την επίσημη δέσμευση που έχει αναλάβει η Τουρκική Δημοκρατία έναντι της παγκόσμιας κοινότητας για σεβασμό του διεθνούς δικαίου, και τήρηση των σχετικών διαδικασιών. Είναι συνεπώς αβάσιμος και παραπλανητικός οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι τα ζητήματα που αφορούν την Αγία Σοφία είναι υπόθεση των τουρκικών εθνικών αρχών και μόνο και ότι η έκφραση γνώμης της διεθνούς κοινότητας αποτελεί παραβίαση της τουρκικής κυριαρχίας.

Έχει τεράστια σημασία, οι αρχές, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και ο λαός της Τουρκίας να κατανοήσουν και να σεβαστούν το γεγονός ότι η Αγία Σοφία είναι κληρονομιά όχι μόνο μιας επιμέρους εθνικής, θρησκευτικής ή άλλης ομάδας, αλλά αποτελεί κληρονομιά όλων των λαών του κόσμου και πρέπει να είναι εγγυημένη η ανεμπόδιστη πρόσβασή τους στην Αγία Σοφία. Αναμένουμε από την Τουρκία να τηρήσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει από τη Σύμβαση Παγκόσμιας Κληρονομιάς να “κάνει ό,τι μπορεί … στο μέγιστο των δυνατοτήτων της … για την προστασία, τη διατήρηση, την παρουσίαση και τη μεταβίβαση στις μελλοντικές γενιές” όλων των στοιχείων που συνιστούν την Εξαιρετική και Παγκόσμια Αξία της Αγίας Σοφίας.

Ο αρχικός λόγος για την οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας ήταν η δημιουργία ενός Οίκου Προσευχής, προς επίκληση του Ενός Θεού και για πνευματική εμπειρία. Η υλική κληρονομιά που ενσωματώνεται στο κτίριο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την κατάλληλη κατανόηση της άυλης κληρονομιάς που υπήρξε η πηγή έμπνευσης για αυτά τα αριστουργήματα της τέχνης και της αρχιτεκτονικής που ο κόσμος θαυμάζει εδώ και αιώνες. Και οι δύο αυτές κληρονομιές (υλική και άυλη) είναι αδιαχώριστες και πρέπει να προστατευτούν από κοινού.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι το άνοιγμα της Αγίας Σοφίας στην προσευχή δεν έρχεται κατ’ αρχήν σε αντίθεση με το καθεστώς της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Αυτό μπορεί πράγματι να αποτελεί μια συμπληρωματική δραστηριότητα – αρκεί να μην τίθεται σε κίνδυνο το ίδιο το κτίριο και οι παγκόσμιες αξίες του. Ωστόσο, όταν θα γίνει αυτό, θα πρέπει κανείς να σεβαστεί επαρκώς την αρχική προέλευση και ολόκληρη την ιστορία της Αγίας Σοφίας, πράγμα που συνεπάγεται ότι το κτίριο πρέπει να είναι διαθέσιμο για προσευχή εξίσου στους Μουσουλμάνους και στους Χριστιανούς. Ένας κοινός οίκος προσευχής για τις δύο θρησκείες που λατρεύουν τον ίδιο Παντοδύναμο Θεό θα ήταν πράγματι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος επιβεβαίωσης και συνέχισης του ρόλου της Αγίας Σοφίας ως συμβόλου διαθρησκειακής αδελφοσύνης και ειρήνης μεταξύ των πολιτισμών του κόσμου. Ποτέ ο κόσμος δεν είχε τόση ανάγκη από τέτοια σύμβολα, και η ιστορία θα τιμήσει εκείνους που, αντί να προκαλούν διχασμό και να κάνουν εχθρούς, δείχνουν μεγαλοσύνη οικοδομώντας την ειρήνη. Βερολίνο, 13 Ιουλίου 2020».

[*] Ο Βασίλης Ξυδιάς είναι θεολόγος, εκπαιδευτικός. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές εφημερίδες, ιστοσελίδες, περιοδικά και επιστημονικές επιθεωρήσεις. Έχει εκδοθεί το βιβλίο του Βαλκανική Κοινοπολιτεία (Δόμος, 1994) και συμμετείχε στο συλλογικό τόμο: Τι είναι η ψυχή; (Αρχέτυπο, 2002). Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1992) και της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ΕΜΠ με ειδίκευση σε Οργάνωση – Διοίκηση (1984). Έχει παρακολουθήσει μεταπτυχιακά σεμινάρια Συμβούλου Ανάπτυξης (ΕΕΤΑΑ, 1986) και εκκρεμεί ένα διδακτορικό στην Πολιτική Φιλοσοφία (Πάντειο Πανεπιστήμιο) που… ίσως, κάποτε ολοκληρωθεί.

ΠΗΓΗ

ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ

Νέα δήλωση του Αρχιεπισκόπου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ (18 Ιουλίου 2020 )

Η ανένδοτη απόφαση της Τουρκίας περί Αγίας Σοφίας δεν είναι μόνον ένα είδος πολιτιστικού «τζιχάντ» (ιερού πολέμου), σήμερα μάλιστα που κάθε είδος τζιχαντιστών διεθνώς καταδικάζεται, αλλά αποτελεί ιδιώνυμη προσβολή τόσο κατά του Χριστιανισμού όσο και κατά του Ισλάμ.

Έκαναν τζαμί την υπέροχη εκκλησιά της αδιαίρετης Χριστανοσύνης και επιχειρούν να αποκρύψουν το πανέμορφο πρόσωπό της και να αχρηστεύσουν τις θαυμάσιες εικόνες της, τα εκφραστικά της μάτια. Επιπλέον εγκαινιάζουν κι έναν αλλόκοτο για το κλασικό Ισλάμ τύπο τζαμιού, με σκεπασμένες τις χριστιανικές εικόνες, οι οποίες μέσα στην «εύγλωττη σιωπή» τους δεν παύουν να μαρτυρούν τη χριστιανική αλήθεια. Δεν γνωρίζω να υπάρχει παρόμοιος ισλαμικός χώρος προσευχής στον κόσμο.Το πείσμα των τουρκικών αρχών υπογραμμίζει αυτό που τονίζουμε στις τελευταίες δεκαετίες: Η βία εν ονόματι της θρησκείας βιάζει την ιερότητα της ίδιας της θρησκείας. Και κανένας, όσο δυνατός και μεγάλος φαντάζεται πως είναι, δεν δικαιούται να περιφρονεί τηνπανανθρώπινη αυτή αλήθεια.

Ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιος είναι Επίτιμο Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο ΕΚΠΑ και Επίτιμος Πρόεδρος της «Παγκοσμίου Διασκέψεως των Θρησκειών για την Ειρήνη.

ΠΗΓΗ
Η τέχνη του θεολογείν

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., εκφράζει την έντονη αποδοκιμασία του για τις μεθοδεύσεις της τουρκικής ηγεσίας να εδραιώσει το σχεδιαζόμενο χαλιφάτο της στην απαράμιλλου κάλλους εκκλησία της Χριστιανοσύνης, την Αγία Σοφία. Η κίνηση αυτή στηριγμένη στο θράσος και την αυθαιρεσία προσβάλλει το Ισλάμ και τη Χριστιανοσύνη. Καλεί τους οπαδούς του Ισλάμ να προσευχηθούν στον ιερό χώρο μιας άλλης θρησκείας και με τη διαπεραστική φωνή του μουεζίνη επιδιώκει να σφραγίζει τα αυτιά τους να μην ακούν την οκτώηχη ασματική υμνολογία. Αυτή που έχει διαποτίσει τα μάρμαρα, τα ψηφιδωτά, τους θόλους και τον επιβλητικό τρούλο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Με αυτόν τον αλαζονικό τρόπο που τυφλώνει τους ταραξίες της ιστορίας, οι αποφάσεις ακυρώνουν το Μπλε Τζαμί και τους προγόνους των Τούρκων που το έκτισαν, για να έχουν ένα δικό τους μεγαλοπρεπή χώρο λατρείας. Υποκλέπτουν ό,τι δεν τους ανήκει, διότι δεν εκφράζει τη δική τους πίστη, εφόσον η Αγία Σοφία αναφέρεται στον Χριστό που οι ίδιοι δεν τον πιστεύουν ως Θεό. Περιφρονούν ένα θρησκευτικό μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς, ένα αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα με μία εξαίσια εικαστική τέχνη που αποτύπωσε τη χριστιανική πίστη και αδιαφορούν για τις αξίες της πολιτιστικής ετερότητας και της ανοχής λαών και θρησκειών.

Οι πρόσφατες πολιτικές αποφάσεις της Τουρκίας πλήττουν τον διαθρησκειακό διάλογο, περιθωριοποιούν τις ειρηνικές πτυχές του Ισλάμ, αναχαιτίζουν τις πολιτιστικές και ακαδημαϊκές προσπάθειες για τη συνεργασία και συνύπαρξη λαών και πολιτισμών. Προ πάντων εμποδίζουν τον ισλαμικό κόσμο να συνειδητοποιήσει ότι, «Το λάδι της θρησκείας είναι αμαρτία και λάθος να χρησιμοποιείται, για να ανάβει και να εξυπηρετεί εθνικιστικούς σκοπούς. Ο ευγενής σκοπός της θρησκείας είναι να απαλύνει τις πληγές και να ειρηνεύει τις ψυχές των ανθρώπων» (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος).

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΠΘ. Τμήμα Θεολογίας

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ

Θα περίμενε κανείς μια ανακοίνωση για την Άλωση της Πόλης από τη λαλίστατη κυβερνητική Επιτροπή για τους εορτασμούς για τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821.  Η αφορμή δεν ήταν ασήμαντη! Τόσο γιατί χωρίς την Άλωση του 1453 δεν θα υπήρχε η ανάγκη της εξέγερσης το 1821, όσο και γιατί εκτός από τη σημασία του ιστορικού  γεγονότος, υπήρξε αυτή η προσβλητική για τους σύγχρονους Έλληνες  -αναγκαστικούς και μοναδικούς απόγονους των Βυζαντινών Ρωμαίων- χρήση της Άλωσης από τους ισλαμοεθνικιστές του Ερντογάν. 

Βεβαίως το γεγονός δεν ευνοούσε μια προσέγγιση σαν αυτές που μας είχε συνηθίσει η Επιτροπή, είτε χαρακτηρίζοντας δικτάτορα τον Καποδίστρια, είτε αναδεικνύοντας τον Καραϊσκάκη ως έναν σημαντικότατο φαλοκράτη της εποχής του. Και ίσως επειδή το γεγονός της Άλωσης δεν ευνοούσε μια τέτοια προσέγγιση, ίσως γι’ αυτό υπήρξε η αφωνία.

Ας δούμε όμως πως συνδέονται αυτές οι δύο ημερομηνίες με έναν ακατάλυτο δεσμό.

Από το 1453 στο 1821

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 έκλεισε οριστικά μια μεγάλη ιστορική περίοδο που ξεκίνησε με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και χαρακτηρίστηκε από τον  βαθμιαίο εξελληνισμό της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Άλωση της Πόλης το 1453 και λίγο αργότερα η κατάληψη της Πάτρας (1458), του Μυστρά (1460), και η κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας στο Μικρασιατικό Πόντο (1461), επιβεβαίωσαν την οριστική κυριαρχία ενός άλλου πολιτισμικού μοντέλου που είχε γεννηθεί αιώνες πριν στις ερήμους της Αραβίας: του Ισλάμ.

Αυτή η νέα κατάσταση συνετέλεσε στο να σταματήσει η διαδικασία του αναγέννησης των γραμμάτων μέσα από τη γέννηση του Νέου Ελληνισμού από τον 13ο αιώνα και της εμφάνισης πρώιμων θεωρήσεων που θα τις συναντήσουμε και πάλι με την εμφάνιση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Για να κατανοήσουμε την έναρξη της ελληνικής εθνογένεσης τον 13ο αιώνα αρκεί να διαβάσουμε μια απάντηση του  Ιωάννη Βατάτζη, αυτοκράτορα της Νίκαιας της Βιθυνίας μετρά το 1204, προς τον Πάπα Γρηγόριο. Στην απάντηση αυτή αναπτύσσεται με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι ο Μέγας Κωσταντίνος κληροδότησε στο «γένος των Ελλήνων» τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Βατάτζης χρησιμοποιεί τον όρο «γένος» στη θέση του σύγχρονου όρου «έθνος» και όχι αναπαριστώντας μια  θρησκευτική ομάδα: «Γράφεις στο γράμμα σου ότι στο δικό μας γένος των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει…   Αλλά πώς συμβαίνει να αγνοείς ότι μαζί με τη βασιλεύουσα Πόλη  και η βασιλεία σ’ αυτόν τον κόσμο κληροδοτήθηκε στο δικό μς γένος από το Μέγα Κωνσταντίνο. Υπάρχει μήπως κανείς που αγνοεί ότι η κληρονομιά της δικής του διαδοχής πέρασε στο δικό μας γένος και εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του;…»

Κατά συνέπεια, όποιος αποκόπτει τις εξελίξεις στο ελληνικό κόσμο μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αγνοώντας την ιδεολογική κληρονομιά του Νέου Ελληνισμού, διαπράττει μέγα ολίσθημα. Γιατί εκτός από την κορύφωση εκείνου του πνεύματος και της αναγέννησης που σημειώθηκε στη Νίκαια τον 13ο αιώνα και συνεχίστηκε στον Μυστρά, την Τραπεζούντα και την Κωνσταντινούπολη μέχρι και την  πλήρη επικράτηση του Οθωμανικού Ισλάμ. Ο απόηχος εκείνος θα παραμείνει ζωντανός στη Διασπορά μετά την  Άλωση και θα γονιμοποιήσει το επαναστατικό πνεύμα, μόλις διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες μετά το 1789.

Η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν ένα τοπικό γεγονός, αλλά είχε παγκόσμια σημασία. Υπήρξε μια πρώιμη εθνική επανάσταση, βασισμένη σε υπαρκτές κοινωνικές διακρίσεις, εμπνευσμένη από το πρότυπο της Γαλλικής, ενάντια στην ισλαμική κυριαρχία στο χώρο της Ανατολής. Ήταν μια επανάσταση που είχε ως γενέθλια ημερομηνία την 22α Φεβρουαρίου του 1821, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο, ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης και δύο μέρες μετά εξέδωσε την προκήρυξη-κάλεσμα «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Αυτό ήταν το γεγονός που πυροδότησε τις ελληνικές εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με πιο πετυχημένη απ’ όλες αυτή του Μοριά.

Ιδού πως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το εκλάμβανε αυτή τη συνέχεια μεταξύ του 1453 και του 1821, την οποία τα μέλη της κυβερνητικής «Επιτροπής για το 1821» δείχνουν να αγνοούν:   «Όταν επήραμε το Ναύπλιο, ήλθεν ο ‘Αμιλτον να με ιδεί. Μου είπε ότι: «Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμό, και η Αγγλία να μεσιτεύσει». Εγώ του αποκρίθηκα «Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, καπιτάν ‘Αμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. ‘Αλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα». Με είπε: «Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;» – «Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». Έτσι δεν με ομίλησε πλέον.»  (Ἅπαντα Τσερτσέτη, τ. Γ΄, σσ. 149-150).

Εν κατακλείδι

Φαίνεται ότι για την Επιτροπή υπό την κ. Αγγελοπούλου, το 1821 είναι ένα ορόσημο εν ιστορικώ κενώ. Δεν μπορώ να υποθέσω κάτι διαφορετικό, εφόσον ουδεμία ανακοίνωση εκδόθηκε για την επέτειο, που έλαβε ιδιαίτερη σημασία λόγω της ισλαμο-εθνικιστικής φιέστας περί την Αγία Σοφία.

Τελικά, η νεοφιλελεύθερη Δεξιά έχει μια κάποια παράξενη ιδιαιτερότητα στις ιστορικές και κοινωνικές της  προτιμήσεις της!!!

ΠΗΓΗ

Ένα Blog του Βλάση Αγτζίδη

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η έρευνα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453  εμπλουτίστηκε με τον παρόντα τόμο. Πρόκειται για συλλογική προσπάθεια ειδικών επιστημόνων που καταγράφουν τις ιστορικές συντεταγμένες που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλεύουσας. Μολονότι τα γεγονότα της Άλωσης έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και ερμηνευτεί, ο παρών τόμος προσφέρει στην ιστορική έρευνα ένα corpus μελετημάτων οι οποίες σκιαγραφούν πολύπλευρα τις τελευταίες ημέρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η συλλογή των κειμένων, όπως υπογραμμίζει ο επιμελητής του τόμου καθηγητής βυζαντινολόγος Ευάγγελος Χρυσός, έγινε «sine ira et studio» και την ευθύνη για το περιεχόμενο τους έχουν αποκλειστικά οι συγγραφείς τους. Αυτό συνακόλουθα καταδεικνύει και τις «ερμηνευτικές τάσεις» του κάθε μελετήματος. Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων της Άλωσης συντελείται στο πλαίσιο της διακρίβωσης αυτών, υπό την «οπτική γωνία του κάθε ερευνητή». Ωστόσο, στην προσέγγιση και την κατανόησή τους παραμένει σταθερή η άποψη ό,τι η πτώση της Πόλης το 1453 δεν έγινε απροσδόκητα. Στην προκείμενη περίπτωση, η δουλεία που προέκυψε επέφερε μεν την πνευματική κατάπτωση, επέτρεψε δε στο Γένος να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και  να επιβιώσει. Τούτο άριστα μπορεί κανείς να το διαγνώσει στο γεγονός ό,τι στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας ο Ελληνισμός ανάπλασε το παρόν με το παρελθόν του, συντήρησε τη μακραίωνη βυζαντινή παράδοση και αφομοίωσε νέες ιδέες, όπως αυτές της Αναγέννησης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, στοχεύοντας έτσι στην Παλιγγενεσία.

Οι περισσότερες μελέτες του παρόντος τόμου συγκλίνουν στην παραπάνω θέση. Η πρώτη, του Ph. Serrand, τιτλοφορούμενη «Η καταστροφή μιας εικόνας», παρουσιάζει με τρόπο ποιητικό, την «εσωτερική εικόνα» της Πόλης προς τον κόσμο της Δύσης και της καθ’ ημάς Ανατολής. Εδώ, η «εσχατολογική διάσταση» των γεγονότων, δείχνει τη «στάση των ίδιων των Βυζαντινών απέναντι στη μοίρα της Πόλης τους». Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η αίσθηση του τέλους της Κωνσταντινούπολης, για τους Ρωμηούς κατοίκους του πρώτου μισού του 15ου αιώνα, θεωρήθηκε ως αντανάκλαση φυσικών φόβων που προερχόταν από την εμπειρία τόσων πολλών επιθέσεων και πολιορκιών. Προσεκτική ανάλυση των πρωτογενών πηγών, καταδεικνύει πως σκοτεινές και αλύτρωτες δυνάμεις καταστροφής και διαφθοράς της ιδιωτικής και δημόσιας βυζαντινής κοινωνίας ενέδρευαν παντού, εξωθώντας τον επίλεκτο λαό της Νέας Ιερουσαλήμ να εκπίπτει από την υψηλή κλήση στην οποία είχε κληθεί. Για το λόγο αυτό δεν ήσαν λίγοι οι βυζαντινοί λόγιοι που πίστευαν ότι κάθε εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός, όπως η πανώλη, ο πόλεμος, ακόμη και οι σεισμοί, αποτελούσαν θεϊκή παρέμβαση ως τιμωρία για αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ο πυρίπνους σοφός διδάσκαλος, γνωστός από τη ρήση του «ουκ αρνησόμεθά σε, φίλη ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας», στον 14ο αιώνα, όταν το κακό της πτώσης της Βασιλεύουσας φαινόταν μη αναστρέψιμο, με λεπτομερή τρόπο καταγράφει την αντίσταση ολίγων στην κατάσταση φθοράς στην οποία είχε περιέλθει μεγάλο μέρος του βυζαντινού λαού: «Αν η εικόνα των τιμωριών που μας επιβάλει ο Θεός, προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, ας αναλογιστούμε τους παραλογισμούς μας και τότες θα εκπλαγούμε γιατί ακόμη δεν μας κτύπησε κεραυνός…Παραπονιόμαστε στο Θεό είτε βρέχει είτε δε βρέχει, είτε κάνει κρύο είτε κάνει ζέστη, πως δίνει πλούτο στον ένα ενώ αφήνει τον άλλο φτωχό, πως πνέει νοτιάς ή έρχεται καταιγίδα από βοριά, και εντελώς απλά μεταμορφωνόμαστε σε αδιάλλακτους δικαστές του Θεού. Πολλοί από μας αδιάντροπα βλασφημούν την ορθόδοξη πίστη, το Σταυρό, το Νόμο, τους αγίους, τον ίδιο το Θεό, όταν ακόμη κι ένας άπιστος δε θα έκανε τόσο πολύ…Αυταπατόμαστε όταν πιστεύουμε στους αστρολόγους, πως η ύπαρξή μας δηλαδή κατευθύνεται από τις Ώρες, την Τύχη, τις Μοίρες, την Ειμαρμένη, τα σημάδια του Ζωδιακού Κύκλου και των Πλανητών. Είμαστε βέβαιοι πως οι Νηρηίδες ζουν στη θάλασσα και πως Στοιχειά υπάρχουν παντού…Προσέχουμε τα όνειρα και πιστεύουμε πως λένε το μέλλον. Κρεμάμε φυλακτά στο λαιμό μας και εξασκούμε τη μαντεία…Απομακρυνόμαστε ακόμη πιο πολύ και από την αρετή ψάχνοντας συνεχώς το κακό…Αυτές και άλλες είναι οι αμαρτίες που μας καθιστούν αξίους των τιμωριών μας, με τις οποίες ο Θεός μας επισκέπτεται ως πληρωμή γι’ αυτά τα λάθη και άλλες ίσης βαρύτητας κακοήθειες. Έτσι τιμωρεί ο Θεός το λαό Του»[1]. Η περιγραφή αυτή μαρτυρά τη αίσθηση πως το πλήθος των αμαρτιών της Πόλης έκαμε αναπόφευκτη τη θεία εκδίκηση και δεν υπάρχει αμφιβολία πως για τους βυζαντινούς το τέλος της, πέρα από οποιαδήποτε ιστορική ερμηνεία προήλθε και μέσα από ένα ισχυρό κτύπημα εσωτερικών εχθρών έχοντας εσχατολογική διάσταση.

Η δεύτερη μελέτη, γραμμένη από τον Γ. Πρίντζιπα, εκθέτει τους  ιστορικούς, αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης. Οι Γ. Σφραντζής, Δούκας, Μ. Κριτόβουλος και Λ. Χαλκοκονδύλης προσεγγίζονται με βάση την παλαιότερη μελέτη του Ν. Β. Τωμαδάκη[2].

Η τρίτη μελέτη του Αθανασίου Αγγέλου παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Προσεγγίζει από διαφορετική σκοπιά τον πρώτο μετά την Άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο. Για λόγους που έχω εξηγήσει σε σχετικό άρθρο μου[3], η μελέτη του κ. Αγγέλου παρακάμπτει με αρνητικό τρόπο τη μοναδική ως σήμερα μονογραφία του π. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος Βίος – συγγράμματα – διδασκαλία, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980. Ωστόσο, η άποψή του, ό,τι ως «βυζαντινός λόγιος» ο Γεννάδιος είχε μια ιδιότυπη στάση, που τον έκανε να εξαρτιέται από το δυτικό σχολαστικισμό, φρονώ ότι είναι διερευνήσιμη, στο πλαίσιο της συσχέτισής του με τον Θωμά Ακινάτη, τον οποίο και εκτενώς είχε μεταφράσει.

Ακολουθούν δύο μελέτες παρόμοιες ως προς τη θεματολογία τους. Η μία, του Κ. Κωνσταντινίδη παρουσιάζει τους Κωνσταντινοπουλίτες πρόσφυγες στην Μεγαλόνησο και τη δραστηριότητά τους στην αντιγραφή χειρογράφων στη Μονή Μαγγάνων, και η άλλη της Μ. Ευθυμίου, διαπραγματεύεται το ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι κατά τις ημέρες της Άλωσης.

Τον  Νικόλαο Κουζάνο, φιλόσοφο-θεολόγο και το έργο του «De pace fidei» προσεγγίζει ο Γερμανός ιστορικός E. Meuthen. Υπό τη σκιά της άλωσης της Πόλης ο Ν. Κουζάνος, συνέγραψε τον παραπάνω διάλογο, διαπνεόμενος από την ιδέα της συγκλίσεως των θρησκειών.

Η έβδομη μελέτη, του W. Brandmuller παρουσιάζει την αντίδραση της Ρώμης στην  πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η αξιοπιστία όμως του άρθρου είναι ελέγξιμη, γιατί με κέντρο βάρους τη στάση του Πάπα Νικολάου Ε΄ και όσα συνέβησαν στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ο συγγραφέας επιχειρεί  μονοσήμαντη και μεροληπτική θεώρηση των γεγονότων, στηριζόμενος  σε μονομερείς ως επί το πλείστον πηγές, όπως του G. Hofmann και του J. Gill, και αποσιωπώντας τα απομνημονεύματα του Σίλβεστρου Συρόπουλου, αλλά και το έργο του Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, Εστία, Αθήνα 1966, σσ.131-170.

Τα επόμενα τέσσερα άρθρα παρουσιάζουν τον απόηχο που είχε η Άλωση της Βασιλεύουσας στον σλαυϊκό και ισλαμικό κόσμο. Η J. Kalic, μελετά το ρόλο των Σέρβων κατά την πτώση της, οι V. Tapkova-Zaimova και A. Miltenova, προσεγγίζουν την Άλωση μέσα από την ιστορικοαποκαλυπτική λογοτεχνία της Βουλγαρίας, ο ρώσος ιστορικός D. Afinogenov παραθέτει άγνωστες ειδήσεις για την Άλωση μέσα στα ρωσικά χρονικά, και ο S. Aksin παρουσιάζει την οθωμανική άποψη γι’ αυτή.

Εξίσου σημαντικές είναι και οι επόμενες τρεις μελέτες. Ο Μ. Βαρβούνης προσφέρει μια διεισδυτική προσέγγιση των «λαϊκών αντιλήψεων» των Ελλήνων για την Άλωση. Λαϊκές παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια και διηγήσεις, δικαιολογούσαν κατά πολύ το χαρακτηρισμό της Πόλης ως «εθνικό και θρησκευτικό σύμβολο». Ο W. Puchner περιγράφει τη θεατρική δραματουργία του 16ου και 17ου αιώνα και τον αντίκτυπο που είχε σ’ αυτή η Άλωση. Τέλος ο πρωτοπρ. Γ. Μεταλληνός με τον ευαίσθητο πάντα τρόπο που χαρακτηρίζει το λόγο του μας πλοηγεί στην ιστορική πορεία του Γένους μετά την Άλωση. Βασικός άξονας των απόψεων του πατρός Γεωργίου  είναι η οικουμενική συνείδηση της Ρωμανίας, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή διάστασή της.

Τις σελίδες του συγκεκριμένου έργου κοσμούν πολλές λιθογραφίες και χαλκογραφίες της Κωνσταντινούπολης. Ξεχωριστή είναι η χαλκογραφία του 1728 που παρατίθεται στο τέλος του τόμου. Το παράρτημα με τα χρονικά της Άλωση είναι ο μεγεθυντικός φακός, απ’ όπου αυτούσια έρχονται κοντά μας τα ιστορικά γεγονότα.

[1] L’ Etat intellectuel et moral des Byzantins au XIVe siècle, Mélanges Charles Diehl, vol. I, Paris, s. 225.

[2] Δούκας, Κριτόβουλος, Σφραντζής, Χαλκοκονδύλης. Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1953.

[3] Ο Ποιμήν, 63 (1998) 149-151.

Δημοσιεύθηκε παλαιότερα στον ιστότοπο:

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Ακόμη ένας ¨Θρήνος για την Πόλη»: «Δεν σε πρέπανε αυτά, σαρανταπληγιασμένη μου Πόλη! Δεν σε άξιζαν τα χουνέρια που σε κάνανε! Πώς βάσταξες, εσύ, Πόλη των πόλεων, σ’ εκείνο το ανατριχιαστικό, το τραγικό στα μάτια μας μεταμεσονύχτιο υπερθέαμα, που σε τσουρούφλιζε, σε καβούρντιζε και έλιωνε την ομορφιά σου την ασίγαστη; Αντί να υπερυψώνονται ουρανομήκεις πυρές εις δόξαν του μεγαλείου σου, να αξιωθούμε εμείς, οι λάτρεις της διαιωνίου αίγλης σου, τον πόνο εκείνου του φλεγόμενου εφιάλτη, έναν πόνο που μας ξερίζωνε το μέσα μας! Είναι μπελί πόσες μικρές και μεγάλες πυρκαγιές κόρωσαν εκείνη τη νύχτα πάνω στο σώμα σου αφήνοντας λαβωματιές ανεπούλωτες».

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, ’55, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2012, 386.

΄55

Ο Θωμάς Κοροβίνης με το ’55, που εκδόθηκε το 2012, συνεχίζει να μας εκπλήξει με τα βιβλία του. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα η Πολίτιισσα Ταυταλιανή θεία του Μαρίκα, λογία μα και μποέμισσα, αφηγείται όσα συνέβησαν τον Σεπτέμβριο του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, και την επίδρασή τους στις σχέσεις των δύο λαών.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων