Αρχείο ετικέτας Θεολογία

Η θεολογική διδασκαλία του αγίου Ανδρέα Κρήτης

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ[1]

Τιμώντας τη μνήμη αγίων της Ορθόδοξης παράδοσής μας, όπως εδώ του αγίου Ανδρέα Κρήτης, οφείλουμε να ζωντανέψουμε τη διδασκαλία τους. Και αυτό όχι για να τη μιμηθούμε δουλικά, όπως ουκ ολίγοι δυστυχώς σχολαστικά ακόμη και από το χώρο της Εκκλησίας κατά κόρον διδάσκουν, αλλά μόνο δημιουργικά, να γίνουμε και εμείς πρωτοπόροι και δημιουργοί στη δική μας εποχή, όπως ήταν και εκείνοι στη δική τους. Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης ο «λαμπρότερος και πανηγυρικώτερος», ο «πάντων μουσικώτερος»[2], ο λόγιος άγιος που με το πληθωρικό υμνογραφικό και ρητορικό του έργο «τον κόσμον εφώτισεν» και ανύμνησε «Παρθένον την άχραντον» κατά τον χρονογράφο Θεοφάνη τον Ομολογητή[3], υπήρξε ένας εκ των σπουδαιότερων εκκλησιαστικών συγγραφέων του δευτέρου μισού του 7ου και του πρώτου μισού του 8ου αιώνα. Αγιοπολίτης ή Ιεροσολυμίτης, χαρακτηρισμός που αποδίδονταν στους τροφίμους της Μονής του αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα[4], παραμένει μέχρι σήμερα, γνωστός περισσότερο από το ποιητικό του έργο, με κορυφαίο αυτό του Μεγάλου Κανόνα[5]. Καίτοι επισκιάσθηκε από τη φήμη του συγχρόνου του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, η αξία του υμνογραφικού αλλά και του ρητορικού του έργου, καθολικά αναγνωρίστηκε από τη θεολογική και φιλολογική έρευνα. Και τούτο διότι, ο Ανδρέας Κρήτης θεωρήθηκε ο κύριος εισηγητής της ποιήσεως των ασματικών κανόνων. Αν και το ζήτημα της αρχής του κανόνα οριστικά δεν έχει ακόμη επιλυθεί – ο Θ. Δετοράκης ορθά  επισημαίνει ότι πηγές, όπως ο Vita Vaticana, ο Αθηναϊκός Βίος και ο λόγιος μοναχός Ιωάννης Φιλάργης αποδίδουν ομόφωνα την εύρεση του κανόνα στο Κοσμά Μελωδό[6] – σίγουρο είναι ότι ο Ανδρέας Κρήτης υπήρξε ο κυριότερος συνθέτης κανόνων. Μια παρένθεση εδώ σχετική με τη γενικότερη υμνογραφική παραγωγή του Ανδρέα Κρήτης είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε το εύρος του ποιητικού του χαρίσματος. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός πως οι ύμνοι του, σε μια συνέχεια αλλά και διάρκεια με αυτούς του Ρωμανού Μελωδού, του Κοσμά Μαϊουμά, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Ιωσήφ Υμνογράφου και του Ιωάννη Μαυρόποδα, κατά ένα λόγο στην έκφρασή τους δείχνουν ένα βάθος συναισθημάτων που απουσιάζει από την υπόλοιπη βυζαντινή ποιητική γραμματεία. Θα ήταν, όμως, ατόπημα να αντιμετωπίζαμε τούτο το έργο μόνο μέσω της ποιητικής οπτικής. Η κατανόηση της δομής της βυζαντινής υμνογραφίας, απαιτεί πάνω από όλα γνώση του λειτουργικού της ρόλου[7].

Μολονότι, λοιπόν, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης υπήρξε διάσημος μελωδός, δυστυχώς μέχρι σήμερα συνολικά το θεολογικό του έργο δεν έχει τύχει επισταμένης μελέτης. Βιβλιογραφικά για να τεκμηριώσω την άποψη μου, θα έλεγα ότι εκτός των αναφορών σε συνοπτικές θεολογικές και φιλολογικές γραμματολογίες, ελάχιστες είναι οι μελέτες που διεξοδικά αναφέρονται σε αυτόν. Αναφέρω ενδεικτικά τις μελέτες των Σ. Ευστρατιάδη[8], Ν. Τωμαδάκη[9], Θ. Δετοράκη[10] και Ι. Φουντούλη[11].

Η παρούσα εισήγηση κινείται προς δύο βασικές κατευθύνσεις, κυρίως θεολογικές. Αποτιμά τη θεολογική διδασκαλία του αγίου Ανδρέα Κρήτης πάνω σε δύο επίπεδα, τη βραχύβια σχέση του με το μονοθελητισμό και τη διδασκαλία του για τη Θεοτόκο. Μια διευκρίνιση εδώ για να αποφύγω κακοτοπιές, είναι νομίζω απαραίτητη: γεγονός είναι ότι η Εκκλησία στη μακρόσυρτη παράδοση της, το περιεχόμενο της πίστης της το έβλεπε πάντα ως κάτι το ζωντανό και όχι ως μια απλή θεωρητική διδασκαλία, όπως στρεβλά γίνεται σήμερα. Σε αυτήν άνετα μπορεί κανείς να διαβλέψει το αγωνιστικό ήθος των Πατέρων της Εκκλησίας, που σε συνδυασμό με τη λαγαρή και ανεπιτήδευτη λογιοσύνη τους, αλλά και την απλότητα του βίου τους, έναντι στους ερειπιώνες κάθε είδους αιρέσεων και ιδεολογιών, αντέταξαν με αξιώσεις μια χαρισματική θεολογία, φωτεινή, με όλα τα πράγματα της κτίσης και τα γεγονότα της ιστορίας[12]. Αν στον άγιο Ανδρέα Κρήτης προσγράφουμε τους χαρακτηρισμούς του εκκλησιαστικού λειτουργού, του δεινού ρήτορα και ποιητή, του ανθρώπου της πράξεως και της θεωρίας, του εμβριθή γνώστη της βιβλικής και πατερικής θεολογίας, του ασκητή ζων εν τω κόσμω, του φιλάνθρωπου, του αγίου εν κατακλείδι, που χειραγωγεί ακόμη και σήμερα τον άνθρωπο προς την κατάνυξη και τη μετάνοια[13], είναι γιατί το έργο του μαρτυρεί τη θεογνωσία, που πρώτα είναι κάθαρση και φωτισμός μέσω της εμπειρίας και των μυστηρίων, και έπειτα όραση του Θεού στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του γεγονότος της Εκκλησίας. Αυτό, δηλαδή, που ολάκερη η βιβλική και πατερική παράδοση θέτει ως γνώση του Θεού μέσω θέας και λόγου.

Η βραχύβια σχέση του αγίου Ανδρέου Κρήτης με το μονοθελητισμό

Είναι γνωστό ότι ο άγιος Ανδρέας Κρήτης κατά το 713, κάτω από την πίεση του μονοθελήτη αιρετικού αυτοκράτορα Αρμένιου στην καταγωγή Βαρδάνη Φιλιππικού, προσχώρησε στην αίρεση του μονοθελητισμού. Η αίρεση αυτή σε θεολογικό επίπεδο, μολονότι αποδεχόταν τις δύο φύσεις του Χριστού, έκαμε λόγο για μια θέληση και μια ενέργεια του Χριστού. Στην πράξη τούτο σήμαινε ότι μετά την ένωση των δύο φύσεων, θεότητας και ανθρωπότητας, «υποστατικά και στη μια υπόσταση του σαρκωμένου Θεού Λόγου, το ένα πρόσωπο σε τούτη την ένωση είχε μια θέληση και μια ενέργεια»[14]· εξ’ ου μετά τον μονοθελητισμό στους μονοφυσιτικούς κύκλους, κυρίως της Αλεξάνδρειας, κυρίαρχο και επίμαχο θέμα υπήρξε και ο μονοενεργητισμός[15]. Ακολουθούμενος από τον τελευταίο, η χριστολογική αίρεση του μονοθελητισμού από τη μήτρα της γέννησής της, την Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη, δεν άργησε να εισβάλλει και στους θεολογικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης. Πέρα από αυτή τη θεολογική συνιστώσα, σε πολιτικό τώρα επίπεδο αυτοκράτορες όπως ο Ηράκλειος, ο Κώνστας Β΄ και ο Βαρδάνης Φιλιππικός, επιζητώντας τον προσεταιρισμό των μονοφυσιτών και τη διάσωση του ανατολικού τμήματος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, βρήκαν σημαντικό στήριγμα στη δραστηριότητα υπέρ του μονοθελητισμού του δυναμικού Σύριου Πατριάρχη Σεργίου, αρχιτέκτονα και θερμού υποστηρικτή της διδασκαλίας του. Κύριος στόχος του Σεργίου, αφότου εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης το 610, ήταν να αμβλύνει τη δυσαρέσκεια που προκαλούσε στους μονοφυσίτες ο Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος έκαμε λόγο για δύο φύσεις του Χριστού φυσικά και ουσιαστικά καθ’ υπόσταση ενωμένες στη μια υπόσταση του Λόγου[16]. Γι’ αυτό και τέθηκε επικεφαλής το 634 της συντάξεως της Έκθεσης, κειμένου που υπέγραψε και ο Ηράκλειος[17]. Ωστόσο, η στάση του Σεργίου και η συνεπικουρούμενη στήριξη που του παρείχε ο Ηράκλειος, από τα γεγονότα φάνηκε καθαρά ότι είχε κυρίως πολιτικά κίνητρα[18]: αποσκοπούσε στην ασφάλεια της αυτοκρατορίας περισσότερο, παρά στην καθαρότητα της πίστεως.

Η δογματική διδασκαλία για τα δύο φυσικά θελήματα του Χριστού, προβλήθηκε με καθάριο τρόπο στο βαθυστόχαστο συγγραφικό έργο του αγίου Μαξίμου Ομολογητή, του οποίου η διδασκαλία αποτέλεσε την πιο γενναία συμβουλή στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 680[19]. Η σε εκπληκτικό εύρος συγγραφική παραγωγή του, τόσο σε αριθμό όσο και σε όγκο κειμένων, δείχνει το στοχαστή άγιο που αν και στρατευμένος στον αγώνα κατά του μονοθελητισμού, υπήρξε πρωτότυπη κυρίως στο χώρο της ασκητικής και μυστικής θεολογίας. Τα δύο φυσικά θελήματα του Χριστού, που αντιστοιχούν στις δύο καθ’ υπόσταση ενωμένες φύσεις, τη θεότητα και την ανθρωπότητα, ο Μάξιμος και η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος τα όρισε ως ενωμένα και συνταιριασμένα «αδιαιρέτως, άτρεπτος, αμερίστως, ασυγχύτως»[20]. Για την διδασκαλία της Εκκλησίας, στο Χριστό είναι αδιανόητο να υπάρχουν δύο φύσεις και συνάμα ένα θέλημα. Αυτήν την πλάγια και κρυφή παραχάραξη επιχειρούσε ο μονοθελητισμός.

Πως τώρα αναμίχθηκε ο Ανδρέας Κρήτης σε αυτό το συνονθύλευμα των αιρετικών αποκλίσεων και παρεκτροπών, είναι ένα ζήτημα που πράγματι προκαλεί εύλογα ερωτηματικά. Και τούτο διότι πουθενά στο υμνογραφικό και ρητορικό του έργο δεν συναντούμε ίχνος της μονοθελητικής διδασκαλίας. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η άποψη ότι ήταν «μετριοπαθής και αδιάφορος έναντι των δογματικών λεπτομερειών». Απεναντίας, στη χριστολογική και κατ’ επέκταση την τριαδολογική διδασκαλία του, διαφαίνεται ότι ακολουθεί πιστά τη διδασκαλία του Όρου της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ο ένας σαρκωμένος Λόγος, ο Χριστός, είναι φορέας και εκτελεστής των δύο φύσεων και των δύο θελημάτων και ενεργειών. Ο άγιος Ανδρέας χρησιμοποιεί πολλούς όρους για να περιγράψει την ενότητα του Θεού. Όροι όπως «μονάς απλή», «αδιαίρετος», «αμέριστον τη ουσία», «ομοούσιος», «ασύγχυτον τοις προσώποις»[21], καταδεικνύουν τη ρωμαλέα συμβολή του στην ορθή διατύπωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Ειδικότερα, ο όρος «αμέριστον τη ουσία» είναι σαφές δάνειο από την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία και αντικατέστησε το επίρρημα «αχωρίστως» της Όρου της Χαλκηδόνας.

Την ανάμειξη του Ανδρέα Κρήτης στο μονοθελητισμό τη διασώσει ο άγιος Θεοφάνης Ομολογητής. Αναφέρει ότι στη Σύνοδο του 712 καταδίκασε τη διδασκαλία της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Υπό την πίεση του Βαρδάνη Φιλιππικού, ο Ανδρέας Κρήτης υπέγραψε και αναθεμάτισε «μετά πάντων των κατά τους αυτούς χρόνους την προρρηθείσαν κατά των μονοθελητών αγίαν οικουμενικήν στ΄ σύνοδον». Ότι πρόκειται περί πολιτικής επιβουλής, καμμιά αμφισβήτηση δεν επιδέχεται. Την άποψη αυτή πρώτος υποστήριξε ο δεινός μελετητής του έργου του Ν. Τωμαδάκης[22], λέγοντας ότι μετά την εκθρόνιση του Βαρδάνη Φιλιππικού ο Ανδρέας απεκήρυξε το μονοθελητισμό, συγγράφοντας μάλιστα ιαμβικούς στίχους του οποίους και απέστειλε «προς τους αρνηθέντας την καταδίκην του μονοθελητισμού επισκόπους προς παραδοχήν, δια του αρχιδιακόνου και χαρτοφύλακος Αγάθωνος», παραδεχόμενος διπλή θέληση και ενέργεια του Ιησού[23].

Η περί Θεοτόκου διδασκαλία του αγίου Ανδρέου Κρήτης

Η Ορθόδοξη Θεολογία, πράγμα που είναι έκδηλο σε κάθε μνημείο της παράδοσής της, στο πρόσωπο της Θεοτόκου αναγνωρίζει τη συμμετοχή της στο μυστήριο της Οικονομίας του Θεού για τον άνθρωπο[24]. Τη χαρακτηρίζει «υπό πασών των γενεών προεκλεχθείσαν», διότι «αξιώθηκε να μετάσχει κατά τη φυσική της ενέργεια (την ενέργεια της θέλησης, αλλά και της μητρότητας) στην κοινή ενέργεια της Θεότητας, δηλαδή στην ίδια τη ζωή του Θεού»[25]. Η Θεοτόκος δεν είναι μόνον η ιστορική κλίμακα δι’ ης κατέβη ο Θεός, είναι η οντολογική θύρα δια της οποίας περνάει ο Θεός και κοινωνεί με κάθε άνθρωπο. Μυστήριο λειτουργικό προσκυνείται και οικειοποιείται στην Εκκλησία και τη λατρεία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και κατέχει δεσπόζουσα θέση στη ζωή της. Φέρνω ως παράδειγμα την υμνολογία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου ως Μητέρα του Θεού υμνείται διότι «νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοί, Παρθένε άχραντε» και δοξάζεται ως «η μετά τόκον Παρθένος και μετά θάνατον ζώσα»[26].

Βασική συνιστώσα της Ορθόδοξης βιβλικής και πατερικής θεολογίας είναι το γεγονός ότι ούτε υπερτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, ανεβάζοντας τούτο στη θέση της θεότητας, ούτε όμως την υποτιμά, θεωρώντας την ως κοινή θνητή γυναίκα. Κάτι τέτοιο μόνο στη δυτική θεολογία μπορεί κανείς να ανιχνεύσει. Είναι γνωστό ότι οι μεν Προτεστάντες αρνήθηκαν κάθε ευλάβεια προς αυτήν, οι δε Καθολικοί από τον 16ο αιώνα και εντεύθεν έχουν αναπτύξει μια «μαριολατρεία» που κατά τον χαρακτηρισμό βασικού μελετητή της δυτικής θεομητορικής θεολογίας Rene Laurentin είναι παραβιβλική[27].

Το θεμέλιο της περί Θεοτόκου θεολογίας τοποθετείται στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 431. Τούτη η Σύνοδος, επικυρώνοντας τη διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ρητά ονόμασε την Παναγία Θεοτόκο[28]. Η ίδια, επίσης, Σύνοδος στους μεθεπόμενους αιώνες έδωσε το έναυσμα να αναπτυχθεί μια θεολογία περί Θεοτόκου, η οποία είναι καταγραμμένη σε αναρίθμητες θεομητορικές ομιλίες και θεομητορικά εγκώμια, πραγματικά μνημεία λόγου και θεολογίας. Από αυτά τα σπουδαιότερα είναι του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως, του Ιωάννου Δαμασκηνού, του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, του Ανδρέα Κρήτης, του Θεοφάνους Νικαέως, των θεσσαλονικέων αγίων Γρηγορίου Παλαμά και Νικολάου Καβάσιλα και του Νικοδήμου Αγιορείτου. Όλοι τους δεν παύουν να τονίζουν την παναγιότητα της Θεοτόκου, το αμόλυντο της παρθενίας της, αλλά και τη θεμελιώδη χριστολογική σημασία του ρόλου που διαδραμάτισε στο μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.

Η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Ανδρέα Κρήτης, στο περισσότερο μέρος της είναι εγκωμιαστική. Μεγάλο μέρος του ομιλητικού και υμνογραφικού του έργου[29] είναι αφιερωμένο σε αυτή. Στην Patrologia Graeca πέντε λόγοι του είναι αφιερωμένοι «Εις το Γενέθλιον»[30], «Εις το Γενέσιον»[31] και «Εις τον Ευαγγελισμόν»[32] της Θεοτόκου, όπως επίσης και ένας κανόνας «Εις το Γενέσιόν» της[33]. Βρισκόμενος κανείς μπροστά σε αυτά τα κείμενα, διαπιστώνει μια θεολογία που διατυπώνεται ποιητικά, μετάγεται σε υψηλή θεολογική λειτουργία, μακριά από ένα δύσκαμπτο δογματικό λόγο. Με σταθερή την προσήλωσή του στην παράδοση της Εκκλησίας, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης διδάσκει ότι η Θεοτόκος αποτελεί την ολοκλήρωση της Παλαιάς Διαθήκης: «αύτη τοίνυν, το πάντων αύχημα, θυγατήρ μεν έφυ του Δαυίδ, σπέρμα δε του Ιωακείμ, απόγονος μεν της Εύας, γέννημα δε της Άννης»[34]. Μιλάει σαφώς και «μετά αποδείξεως», ότι κατάγεται εκ σπέρματος Δαυίδ: «χρήναι δ’ ουν οίμαι τας από Δαυίδ γενεάς διαψηλαφήσαντα, κατά την του Λουκά και του Ματθαίου γενεαλογίαν, την μεν αναποδίζουσαν, τον δε, καθεξής οδεύουσαν, δια των άκρων επισυνάψαι τον νουν, είθ΄ ούτως την σύγχυσιν, καθ΄ ήν η περί τους τεκόντας τον Ιωσήφ συνεχύθη συγγένεια, καθ’ ειρμόν εκθέσθαι, και τον τρόπον, καθ’ όν και η Παρθένος εκ γένους κατάγεται του Δαυίδ εναργώς αποδείξαι, και μηδέν των κα’ αυτήν αναπόδεικτον»[35]. Τοιουτοτρόπως η Θεοτόκος είναι ο καρπός ολόκληρης της παλαιοδιαθηκικής προετοιμασίας της ανθρωπότητας για την υποδοχή του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να γίνει ο χωρισμός της από το γένος του Αδάμ και της Εύας. Με λαγαρό τρόπο την ονομάζει «θυγατήρ μεν έφυ του Δαυίδ, σπέρμα δε του Ιωακείμ, απόγονος μεν της Εύας, γέννημα δε της Άννης»[36].

Ωστόσο, πέρα από αυτήν την ιστορική κατοχύρωση της καταγωγής της Θεοτόκου, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης θεολογικά ερμηνεύει αυτή. Η Θεοτόκος που εγέννησε για εμάς τον Θεάνθρωπο Χριστό στην πραγματικότητα γέννησε την Εκκλησία. Είναι, λοιπόν, η Θεοτόκος ταυτοχρόνως και εκκλησιογεννήτρια, αλλά και εκκλησιομήτωρ. Χριστός και Θεοτόκος είναι δύο αχώριστες υπάρξεις. Υπ’ αυτήν την έννοια το σωτηριώδες έργο του Χριστού είναι αχώριστο από την Παναγία: «θαυμάσειε δ’ αν τις το ακριβές της προρρήσεως. Επειδή γαρ την αγχιστείαν του γένους τη του λέοντος και του σκύμνου προσηγορία σαφώς απεφήνετο, προστέθηκε το εκ βλαστού, υιέ μου, ανέβης, ίνα είπη το παρά του Ησαϊου καλώς ειρημένον. Εξελεύσεται,, λέγοντος, ράβδος αυτού αναβήσεται, ο δη τρανώς εις Χριστόν και την Παρθένον ανάγεται. Βλαστός γαρ κυρίως ο Δαυίδ, ράβδος δε προδήλως αυτή, άνθος δε Χριστός εκλαμβάνεται»[37].

Αναμφίβολα εδώ για τον άγιο Ανδρέα η Θεοτόκος είναι η δωρήτρια στο ανθρώπινο γένος. Χάρισε σε εμάς, γέννησε για εμάς το Θεό και ασφαλώς με το γεγονός αυτό έδωσε σε εμάς ότι χρειαζόταν η ανθρώπινη ύπαρξη, τη σωτηρία, την ενχρίστωση, τη θεανθρωποίηση, τη θέωση, την εντριαδοποίηση. Στον κανόνα «Εις το Γενέσιόν» της, με παραστατικές εικόνες και με υψηλό βαθμό αρμονίας την υμνεί ως Χώρα του Αχωρήτου: «εχώρησας εν γαστρί σου, Παρθενομήτορ, τον  / ένα της Τριάδος, Χριστόν τον βασιλέα, ον υμνεί / πάσα κτίσις, και τρέμουσιν οι άνω θρόνοι. / Αυτόν δυσώπει, πανσεβάσμιε, σωθήναι τα ψυχάς ημών»[38].

Εννέα ακόμη κανόνες αφιερωμένοι και αυτοί στη Θεοτόκο είναι καταχωρημένοι στο Θεοτοκάριο, του οποίου την πρώτη έκδοση έκαμε στα 1643 ο λόγιος μοναχός Αγάπιος Λάνδος, και ενάμιση αιώνα αργότερα συμπλήρωσε ένας εκ των Κολλυβάδων αγίων ο Νικόδημος Αγιορείτης[39]. Στους κανόνες αυτούς η πνευματική αγιότητα της Θεοτόκου κοσμείται με ποικιλία επιθέτων, ουσιαστικών και παρομοιώσεων: «Θεοκυήτωρ, Πανύμνητος, Παρθενομήτωρ, Θεονύμφευτος, Κλίμαξ Ουρανομήκης, Κήπος των Χαρίτων»[40].

Βέβαια, δεν πρέπει να παραλείψουμε και το γεγονός ότι αν στο έργο των πριν τον Ανδρέα Κρήτης αγίων το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους για τη Θεοτόκο έχει καθαρά χριστολογικό χαρακτήρα – ο Κύριλλος Αλεξανδρείας για παράδειγμα εξυμνεί το αμόλυντον της Παρθενίας της, γράφοντας χαρακτηριστικά «και γουν η αγία και άμωμος Παρθένος, έτι κυοφορούσα Χριστόν, άτε δη και αγίου Πνεύματος, ανάπλεω φέρουσα τον νουν, προανεκράγει»[41] – από τον Ανδρέα Κρήτης και έπειτα, αρχίζει δειλά – δειλά να κάμει την εμφάνισή της μια περί Θεοτόκου διδασκαλία με ανθρωπολογικές και κοσμολογικές διαστάσεις, την οποία με δυναμικό τρόπο αναπτύσσει τον 14ο αιώνα ο Νικόλαος Καβάσιλας στις τρεις θεομητορικές ομιλίες του[42]. Πολύ χαρακτηριστικό στην περίπτωση αυτή ένα τροπάριο του Ανδρέα Κρήτης το οποίο συμπεριέλαβε ο Νικόδημος Αγιορείτης στο Θεοτοκάριό του: «Χαίροις μετά Θεόν η Θεός τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα, / αμέσως η δεχομένη των εκ Θεού δωρεών το πλήρωμα όλον / και εις άπαντας, ανθρώπους αγγέλους τε τούτο διαπορθμεύουσα, / του εμπυρίνου ουρανού το τεράστιον τηλεσκόπιον /  βουλών θείων θαυμάσιον, / τέλος το σκοπιμώτατον και ύστατον, Πάναγνε, / δημιουργίας απάσης, δι’ ην ο κόσμος εγένετο / και σου τη γεννήσει η αιώνιος του Κτιστού βουλή πεπλήρωται». Είναι εμφανής εδώ η θέση του Ανδρέα Κρήτης, ότι η Θεοτόκος είναι ο καρπός όλης της δημιουργίας. Ο Θεός μέσα στο σώμα και από το σώμα της Θεοτόκου έγινε άνθρωπος. Στην πεντακάθαρη ανθρώπινη σάρκα της, δια του Αγίου Πνεύματος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση ο Λόγος και εισάγεται στην οικουμένη[43] μεταμορφώνοντας, αναπλάθοντας και ανακαινίζοντας ολάκερη την κτίση εν Χριστώ: «βουληθείς του γένους ο Λυτρωτής νέαν αντεπιδείξασθαι της προτέρας γέννησιν και ανάπλασιν, ώσπερ εκεί πρότερον εκ παρθενικής ανεπάφου γης πηλόν ανελόμενος τον πρώτον Αδάμ επλαστούργησεν, ούτω και νυν ενταύθα την οικείαν σάρκωσιν αυτουργών αντ΄ άλλης, ως να είπομεν, γης την καθαράν τε και υπεράμωμον ταύτην παρθένον της όλης φύσεως εκλεξάμενος, το καθ’ ημάς εξ ημών εν αυτή καινοποιήσας, νέος Αδάμ ο πλαστουργός του Αδάμ εχρημάτισεν, ίνα παλαιόν ο πρόσφατος και υπέρχρονος ανασώσηται»[44]. Η σάρκα του Λόγου που μας θεώνει είναι σάρκα της Θεοτόκου: «ζωαρχικόν άρα της Θεοτόκου το σώμα, αυτό της θεότητος το ζωαρχικόν εισδεξάμενον πλήρωμα». Ζωαρχικό είναι αυτό που άρχει της ζωής και από το οποίο άρχεται η ζωή ολάκερης της κτίσης, υλικής και νοερής εξίσου. Εφ’ όσον, λοιπόν, η Θεοτόκος είναι αρχή της ζωής απάντων των κτιστών, σώζει. Δεν υπάρχει σωτηρία, αγιασμός, θέωση, παρά μόνον δια της Θεοτόκου.

Ως συμπέρασμα της σύντομης αυτής πραγμάτευσης, σε ότι αφορά στη θεολογική διδασκαλία του αγίου Ανδρέου Κρήτης, θα μπορούσε κανείς να εξάρει τα εξής: η πατερική θεολογία την οποία με συνέπεια υπηρέτησε ο τιμώμενος σήμερα άγιός μας, με τη χριστολογική διδασκαλία της ενάντια στην αίρεση του μονοθελητισμού, αλλά και με την περί Θεοτόκου διδασκαλία της κατόρθωσε να εκφράσει δύο βασικές εμπειρίες γεγονότων της εκκλησιαστικής ζωής. Πρώτον, ότι κάθε αίρεση τραυματίζει την απλότητα της πίστης και με μαθηματικό τρόπο οδηγεί τη θεολογική σκέψη σε πολύπλοκα ιδεολογήματα. Κάτι τέτοιο ο Ανδρέας Κρήτης με το αγωνιστικό του ήθος το απέφυγε. Και δεύτερον, σε ότι αφορά στο μυστήριο της Παναγίας Θεοτόκου περίτεχνα ο Ανδρέας Κρήτης το συνοψίζει στο μυστήριο του Χριστού. Η Παναγία έγινε Θεοτόκος όχι γιατί εγέννησε ένα θεοφόρο άνθρωπο ή έναν προφήτη που πήρε το θείο χάρισμα, αλλά γιατί εγέννησε το σαρκωμένο εξ άκρας συλλήψεως Θεό Λόγο. Βάση αυτής της διδασκαλίας, η θεολογία ως χαρισματική εμπειρία, μαζί με τα εκκλησιαστικά και ιστορικά γεγονότα, είναι ο καλύτερος καθρέφτης της αλήθειας.

[1] Εισήγηση στο Επιστημονικό Συνέδριο: Ο άγιος Ανδρέας Αρχιεπίσκοπος Κρήτης ο Ιεροσολυμίτης πολιούχος Ερεσού Λέσβου, (1-4 Ιουλίου 2003), εκδ. Ιερά Μητρόπολις Μυτιλήνης, Μυτιλήνη 2005, 221-235.

[2] Σ. Ευστρατιάδου, «Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης», Νέα Σιών, 29 (1934) 678.

[3] Χρονογραφία, ed. C. De Boor. Theophanous Chronographia, t. I, Lipsiae 1883, σ. 362, [ανατύπωση, Hildesheim 1963]. Η Χρονογραφία του πιστού εικονολάτρη Θεοφάνη του Ομολογητή, τον οποίο η Εκκλησία ανακήρυξε άγιο, συνεχίζει το χρονογραφικό έργο του Γεωργίου Συγκέλλου, αρχίζει από το 284 και τελειώνει το 813. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χρονογραφικά μνημεία της βυζαντινής λογοτεχνίας και συνδυάζει αξιόλογη κρίση και ποικιλία πληροφοριών, μολονότι ασκεί εντονότατη πολεμική κατά των εικονομάχων. Για την περίοδο 769–813 είναι η μοναδική ιστορική πηγή που διασώθηκε. Ωστόσο, γεγονός είναι ότι παρά την υποστήριξή του προς τους εικονολάτρες, δεν περιγράφει την αυτοκράτειρα Ειρήνη, που αποκατέστησε την τιμή των εικόνων. Ίσως τούτο να οφείλεται στον απόηχο της πολιτικής του παιδείας που απέκτησε ως κρατικός λειτουργός πριν ακόμη γίνει μοναχός. Βλ. Hans – George Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1990, σ. 191. Γενικότερα για τον Θεοφάνη βλ. M. Whitby, «Theophanes Chronicle Source for the Reigns of Justin II. Tiberius and Maurice (A.D. 565-602)», Byzantion, 53 (1983) 312κε.

[4] Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως με τον τίτλο Αγιοπολίτης σώζεται μια ανώνυμη εκκλησιαστική μουσική πραγματεία που παλαιότερα ως συγγραφέα της παρουσίαζε τον Ανδρέα Κρήτης. Είναι προφανές ότι ο ανώνυμος συγγραφέας της θέλησε να εντάξει αυτήν τη συγγραφή του στην παράδοση των μεγάλων υμνογράφων των Ιεροσολύμων. Βλ. H. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τ. Γ΄, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994, σ. 407.

[5] Για τον Μέγα Κανόνα βλ. Π. Χρήστου, «Ο Μέγας Κανών του Ανδρέου Κρήτης», Γρηγόριος ο Παλαμάς, 33 (1950), 34 (1951), [και: Θεολογικά μελετήματα. Υμνογραφικά, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, τ. 4ος, Θεσσαλονίκη 1981, σσ. 229-275. Συμεών Κούτσα, Αδαμιαίος θρήνος. Ο Μέγας Κανών του Ανδρέου Κρήτης, Αθήναι 1981. Πρβλ. Π. Β. Πάσχου, «Ο Μέγας Κανών του αγίου Ανδρέου Κρήτης. Μικρή εισαγωγή στην κατανυκτική ποίησή του», Ριζάρειος Εκκλησιαστική Παιδεία, 4 (1988) 315-326.

[6] Κοσμάς ο Μελωδός. Βίος και έργο, εκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Ανάλεκτα Βλατάδων 28, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 149κέ.

[7] Ποιητικά και θεολογικά η βυζαντινή υμνογραφία είναι ένα τεράστιο γραμματολογικό corpus με ιουδαιοσυριακή και ελληνιστική προέλευση. Τόσο η βυζαντινή υμνογραφία και μουσική, όσο και η θρησκευτική μουσική της Δύσης, ξεκινούν από την ίδια πηγή, την πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων, που και αυτή προέρχεται από την ιουδαϊκή μουσική παράδοση της ευρύτερης περιοχής της Παλαιστίνης. Την άποψη αυτή σταθερά υποστήριξε ο Egon Wellesz, A History o Byzantine Music and Hymnography, Οξφόρδη 1971. Κατ’ αυτόν, η υμνογραφία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων εγεννήθη βάση της συριακής υμνογραφικής παράδοσης, και μάλιστα των ποιητικών συνθέσεων του Εφραίμ Σύρου, μοναχού του 4ου αιώνα. Σε αντίθεση με την παραπάνω άποψη οι ελληνιστικές επιδράσεις στη βυζαντινή υμνογραφία επισημαίνονται μέσω της ελληνιστικής μουσικής παράδοσης, αλλά και του ευρύτερου μουσικού περιγύρου, ειδικότερα πάνω στην παλαιοχριστιανική ή πρωτοχριστιανική μουσική. Κέντρα ώθησης ήταν μεγάλες ελληνικές πόλεις, η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια. Λεπτομερή ανάλυση του θέματος βλ.  Π. Χρήστου, «Η υμνογραφία της  αρχαϊκής εκκλησίας», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 4 (1959), [και: Θεολογικά μελετήματα. Υμνογραφικά, τ. 4ος, σσ. 13-69].

[8] Ο Λεοντοπόλεως Σ. Ευστρατιάδης σε παλαιά καλή μελέτη του κάμει εκτενή αναφορά στο υμνογραφικό έργο του αγίου Ανδρέα. Βλ. Νέα Σιών, 29 (1934) 673-688, 30 (1935) 3-10, 147-153, 209-217, 269-283, 321-342, 462. Ο ίδιος, επίσης, σε συνεργασία με το Λαυριώτη Μοναχό Σπυρίδωνα εξέδωσε μια σειρά από ειρμούς, 66 στον αριθμό, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο Ειρμολόγιον, Γενεύη 1932.

[9] Η Βυζαντινή Υμνογραφία και Ποίησις, Αθήναι 1965, σσ. 182-210.

[10] Οι άγιοι της πρώτης βυζαντινής περιόδου της Κρήτης και η σχετική προς αυτούς φιλολογία, Αθήναι, σσ. 160-190.

[11] Λεσβιακά αγιολογικά μελετήματα Α΄, Μυτιλήνη 1997, σσ. 57-64 και: Η τιμή των λειψάνων και των τάφων των Λεσβίων αγίων, Μυτιλήνη 2001, σσ. 27-34.

[12] Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνέδεε πάντοτε τη δογματική διδασκαλία της με τις φάσεις της ιστορίας της Θείας Οικονομίας. Εξ΄ ου και η «σημασιολόγηση» των ιστορικών της γεγονότων υπήρξε έργο της δογματικής της διδασκαλίας. Περί αυτού πολύ κατατοπιστική είναι η μελέτη του Ν. Ματσούκα, Γένεση και ουσία του ορδοδόξου δόγματος, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα πατερικών Μελετών, Ανάλεκτα Βλατάδων 2, Θεσσαλονίκη 1969, σσ. 168-185. Για να τεκμηριώσω την παραπάνω άποψη, φέρνω ως παράδειγμα τη διδασκαλία περί τελείωσης του ανθρώπου του αγίου Μάξιμου Ομολογητή, της οποίας το πλήρωμα τοποθετεί όχι μόνο στην ολοκλήρωση της Βασιλείας του Θεού, αλλά τη διαβλέπει και σε αυτόν τον κόσμο. Τούτη η Βασίλεια, βέβαια, είναι απαλλαγμένη από κάθε έννοια του χρόνου. Έτσι, η ιστορικότητα αρχίζει με την πτώση του ανθρώπου και από την ίδια τη φύση δεν ανακόπτεται, παρά μόνο με την ολοκλήρωση της Θείας Αποκάλυψης.

[13] Ν. Β. Τωμαδάκη, «Ανδρέας ο Κρήτης, ο Ιεροσυλυμίτης», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεία, τ. 2ος, στ. 692.

[14] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία. Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη, τ. Β΄, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 317.

[15] Για το ιστορικό πλαίσιο της αίρεσης βλ. Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1970, σσ. 242κε.

[16] Γι’ αυτόν η νεότερη θεολογική βιβλιογραφία έχει εμπλουτιστεί με την εξαιρετική μελέτη του Γ. Μαρτζέλου, Γένεση και πηγές του Όρου της Χαλκηδόνας. Συμβολή στην ιστορικοδογματική διερεύνηση του Όρου της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1986.

[17] Σε αυτή γίνεται λόγος για ένα θέλημα του Χριστού. Βλ. Mansi, X, 992-997.

[18] Hans – George Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, σ. 250.

[19] Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο σοφός αυτός θεολόγος μέσα από τις εξορίες και τις φυλακίσεις που δέχθηκε, ανυποχώρητα αντιστάθηκε στη διδασκαλία του μονοθελητισμού αντιμετωπίζοντας ακόμη και την καταδίκη Πατριαρχών. Γι’ αυτό όταν κάποτε ρωτήθηκε ποια στάση θα κρατούσε αν η Ρωμαïκή Εκκλησία επιδοκίμαζε το μονοθελητισμό, απάντησε με μια αναφορά στον Απόστολο Παύλο: «Το Πνεύμα το Άγιον δια του Αποστόλου και αγγέλους αναθεματίζει παρά το κήρυγμά τι νομοθετούντας». Βλ. P.G. 90, 121C. Για τον Μάξιμο Ομολογητή βλ. Ν. Ματσούκα, Κόσμος άνθρωπος κοινωνία κατά τον  Μάξιμο Ομολογητή, Αθήνα 1980. Τις λεπτομέρειες των θεολογικών ζητημάτων που ανεδείχθησαν κατά την ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο με εμπεριστατωμένο τρόπο τις καταγράφει ο Ιω. Καλογήρου, «Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος (7 Νοεμβρίου 680 -16 Σεπτεμβρίου 681). Η τελική δογματική αποτύπωσις της χριστολογικής αληθείας κατά του Μονοθελητισμού και του Μονοενεργητισμού», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 26 (1981) 205-254.

[20] Για τον αγώνα του Μαξίμου κατά του μονοθελητισμού βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία. τ. Β΄, σσ. 336κε. Πρβλ. Παν. Δρακόπουλου, Μεσαίωνας. Ελληνικός και Δυτικός, εκδ. Εποπτεία, Αθήνα 1987, σσ. 75-95.

[21] Π. Χρήστου, «Ο Μέγας Κανών του Ανδρέου Κρήτης», στον τόμο Θεολογικά Μελετήματα. Υμνογραφικά, τ. 4ος, σ. 270.

[22] «Ανδρέας ο Κρήτης, ο Ιεροσυλυμίτης», στ. 677.

[23] Αυτόθι, στ. 678.

[24] «Όθεν δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν, τούτο γαρ το όνομα άπαν μυστήριον της οικονομίας συνίστησι». Βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Κείμενο – Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια Νίκου Ματσούκα, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 254. «Τυπικώς η πρώτη Εύα ζωή εκλήθη, ίνα σημάνη την δευτέραν, τούτ’ έστι την Αγίαν Μαρίαν την γέννησασαν την ζωήν των ανθρώπων Χριστόν τον Κύριον της δόξης. Αύτη γαρ αληθώς μήτηρ δείκνυται πάντων των ευαγγελικώς ζώντων και μη αποθνησκόντων τα ψυχάς δια της απιστίας. Η Θεοτόκος τηλικαύτην σοφίαν επεδείξατο και ποικιλτίκην επιστήμην, ώστε, εκ των ερίων του εξ αυτής γεννηθέντος Αρνίου ενδύσαι τους πιστούς άπαντας, τα ενδύματα της αφθαρσίας, και της αοράτου ελευθερώσαι γυμνώσεως». Βλ. Οσίου Νείλου Ασκητού, P. G. 79, 180.

[25] Χρ. Γιανναρά, Αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1996, σ. 151.

[26] Την ίδια θεολογία συναντούμε και στο ευαγγελικό ανάγνωσμα των ακολουθιών του Δεκαπενταύγουστου, (Λκ. 11, 27-28). Εδώ απορρίπτεται η εξύμνηση της φυσικής καταγωγής του Θεανθρώπου, «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» και προβάλλεται η οικειοθελής σχέση του ανθρώπου με το θείο, «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Κατά πόσο, βέβαια, και σε ποιο βαθμό βιώνεται αυτό σήμερα είναι ένα ζητούμενο. Δεν είναι λίγες οι φορές, όπου η πίστη συσκοτίζεται και θολώνεται από την ουκ ολίγη φλύαρη θρησκευτική ρητορεία δηλώσεων και κηρυγμάτων πολλών θεολογούντων, που τίποτε άλλο δεν κάμουν από το να αλλοιώνουν το μυστικό και ζωτικό νόημα της θεομητορικής θεολογίας.

[27] Court traite de theologie mariale, Paris 1953, σ. 34. Αν η Θεοτόκος είναι σκάνδαλο για τη δυτική θεολογία, είναι γιατί αυτή δεν μπόρεσε να κατανοήσει πως η Παρθένος δεν είναι ένα ανεξάρτητο ανθρώπινο δημιούργημα, αλλά αποτελεί την ολοκλήρωση της ιεράς ιστορίας με βαθύτατες εκκλησιολογικές προεκτάσεις. Γι’ αυτό στη διδασκαλία της η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε δέχθηκε το δόγμα περί «αμώμου συλλήψεως», όπως αυτό καθορίστηκε από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 1854. Τούτες οι δυτικές υπερβολές καταστρέφουν το θεομητορικό θαύμα.

[28] Για το θέμα σημαντική είναι η μελέτη του Χρ. Σταμούλη, Η Θεοτόκος κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ανάτυπο από τον τόμο του Θεολογικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, (15 – 17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991.

[29] Για τις εκδόσεις του βλ. Karl Krumbacher, Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, τ. Α΄, Εν Αθήναις 1897, σσ. 328-330, τ. Β΄, Εν Αθήναις 1900, σσ. 557-558.

[30] P.G., 97, 805-820, 843-862

[31] Αυτόθι, 820-843, 862-881

[32] Αυτόθι, 881-914

[33] Αυτόθι, 1315-1330.

[34] Αυτόθι, 818Β.

[35] Αυτόθι, 845Α.

[36] P.G., 97, 816Β.

[37] Αυτόθι, 832D. Πρβλ., την ενάτη ωδή του ειρμού «εις την κοίμησιν της Θεοτόκου» που εξέδωσε ο Σ. Ευστρατιάδης στο Ειρμολόγιον, σ. 207, «η πρώτη Εύα / εκ πλευράς Αδάμ του παλαιού διεπλάττετο / η Δευτέρα τον νέον αποτίκτει / εξ αχράντων λαγόνων / η μεν ασπόρως / η δε αφθόρως τον ποιητήν του παντός / διο προσκυνούμεν τα μεγαλεία αυτής». Κατά παρόμοιο τρόπο και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ενώνει την προσωπικότητα της Θεοτόκου με την έννοια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν μπορεί ούτε να εννοηθεί ούτε να υπάρξει χωρίς αυτή. Με την ονομασία Θεοτόκος, στο πρόσωπό της εκφράζεται όλο το θεϊκό μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου. Με τη Θεοτόκο όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Ζωντανό παράδειγμα αυτού του γεγονότος είναι ότι η Θεοτόκος έζησε και ασκήθηκε στο ναό, στην Εκκλησία και ολόκληρος ο βίος της υπήρξε μια αδιάκοπη λειτουργία με συνεχή υπακοή στο θέλημα του Θεού. Πρόκειται για «κοινωνία» της Θεοτόκου με τον Υιό της που αποτελεί «οντολογικό προσανατολισμό» στο Σωτήρα Χριστό. Βλ. Χρ. Σταμούλη, Η Θεοτόκος κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, σσ. 463-464.

[38] P.G., 97, 1329A.

[39] Η πρώτη έκδοση του υπό τον τίτλο Στέφανος της αειπαρθένου ή Νέον Θεοτοκάριον έγινε στη Βενετία το 1796. Γνωρίζουμε άλλες πέντε εκδόσεις, στην Κωνσταντινούπολη το 1849, στη Βενετία το 1883, στην Αθήνα το 1906 και 1939 και στο Βόλο το 1974. Περί αυτού βλ. Ν. Τωμαδάκη, «Μικρόν αγιορειτικόν Θεοτοκάριον», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 32 (1963) 1-25.

[40] Θ. Ξύδη, Βυζαντινή Υμνογραφία, Νικόδημος, Αθήνα 1978, σ. 298

[41] P.G., 71, 1060D.

[42] Η θεολογία του Καβάσιλα είναι έντονα χρωματισμένη με τον χριστοκεντρικό μυστικισμό που παλαιοτέροι από αυτόν Πατέρες, όπως ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής  είχαν θεμελιώσει. Στο πληθωρικό έργο του Θεσσαλονικέα αγίου υπάρχουν δύο κατευθύνσεις της ορθόδοξης πνευματικότητας: η συμβολική, η οποία με καθάριο τρόπο διαφαίνεται σε δύο βασικά έργα του το Περί της εν Χριστώ ζωής και στην Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, και ο πρακτικός ιδεαλισμός με τον οποίο «η χριστιανική σκέψη απαλλαγμένη από κάθε ρεαλισμό, επιστρέφει ξανά στην αφετηρία της σωκρατικής σκέψης, με ένα νέο όμως βάθος, το βάθος που προσδίδει στον ιδεαλισμό η χριστιανική αντίληψη του προσώπου: να ανακαλύψουμε τη φύση μας για να οικοδομήσουμε πάνω της ολόκληρη τη ζωή μας». Βλ. Β. Τατάκη, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, εκδ. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1977, σσ. 260-261. Σε ένα πιο προχωρημένο, ωστόσο, επίπεδο ο Καβάσιλας αποτελεί το λόγιο Πατέρα της Εκκλησίας που με ζέση διαλέχθηκε τον αναγεννησιακό πνεύμα της Δύσης, ιδωμένο, βέβαια, στα πλαίσια της παράδοσης της Εκκλησίας. Οι τρεις θεομητορικές ομιλίες του «Εις την Υπερένδοξον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Γέννησιν», «Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας» και «Εις την Πανένδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου», αποκαλύπτουν ένα διάλογο της πατερικής διδασκαλίας με το ρεύμα της δυτικής Αναγέννησης, στον οποίο η ρωμαλέα σκέψη του ιερού συγγραφέα φτάνει στην ουσία των πραγμάτων, «απογυμνώνει την ουτοπία του χωρίς Χριστό “ανθρωπισμού” και κερδίζει ότι καλύτερο υπάρχει στο κίνημα της Αναγεννήσεως εν τω Χριστώ», βλ. Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ. Τρεις θεομητορικές ομιλίες. Κείμενο – μετάφραση – εισαγωγή –σχόλια Παναγιώτης Νέλλας, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1995, σ. 9. Η εν λόγω έκδοση των ομιλιών αποτελεί την καλύτερη μέχρι τώρα μεταφρασμένη απόδοση μέρους των θεολογικών κειμένων του, μιας με αυτή μαρτυρεί και τη λογοτεχνική χάρη των.

[43] «Όταν δε πάλιν εισάγη τον πρωτότοκον εις την οικουμένην, λέγει και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες οι άγγελοι Θεού», Εβρ. 1,6.

[44] P.G., 97, 816A.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ 8ου ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας: Η Ορθόδοξος Θεολογία στον 21ο αιώνα

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ημερολογιο Αποδημιας: 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας

Η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης –τηρώντας την μακρά παράδοση των Διεθνών Συνεδρίων Ορθοδόξου Θεολογίας που έχουν διεξαχθεί τις περασμένες δεκαετίες– διοργάνωσε το 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα πρώτα συνέδρια που διεξήχθησαν στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1936 και το 1976, επικεντρώθηκαν στην ελπίδα και την προσμονή για την διεξαγωγή της Πανορθόδοξης Συνόδου. Το 8ο Συνέδριο αποτελέσε την πρώτη διεθνή συνάντηση ακαδημαϊκών μετά την διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016.  

Το 8ο Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Θεολογίας πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τις 21 έως τις 25 Μαΐου 2018. Το θέμα του συνεδρίου ήταν: “Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας: Η Ορθόδοξη Θεολογία στον 21ο αιώνα” και διερεύνησε την σπουδαιότητα και τις επιπτώσεις της συνοδικότητας για την Εκκλησία και την κοινωνία σε έναν πλουραλιστικό κόσμο.

Εδώ τα Πρακτικά του Συνεδρίου 

Ο Ηλίας Βουλγαράκης για την Ενανθρώπηση (1990)

Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Ηλίας Βουλγαράκης, καλεσμένος του τότε Αρχιμανδρίτη (νυν Επισκόπου Δημητριάδος) π. Ιγνατίου Γεωργακόπουλου, μας μιλά για την Ενανθρώπηση. Γιατί ο Θεός να γίνει άνθρωπος ενώ θα μπορούσε, ευχερώς, να προκρίνει μια πιο εύκολη λύση; Ο λαμπρός θεολόγος μας εξηγεί τη σημασία μιας εκ των έσω (όχι εκ των έξω) λύσης του ανθρώπινου δράματος, διηγείται την θεϊκή αγάπη για τον άνθρωπο ως την οριστική αιτία των γεγονότων της θείας Οικονομίας, και εστιάζει στην τριαδικότητα του Θεού ως το Α και Ω μιας Δημιουργίας με νόημα. Η συζήτηση μαγνητοσκοπήθηκε για την εκπομπή «Διάλογοι αλήθειας και ζωής» του “New Channel”, τα Χριστούγεννα του 1990.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

«Ζούμε μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή»

O Καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης απαντά στις ερωτήσεις του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Eρχεται καιρός δοκιμασίας, λέει στην «Κ» ο καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος εκτιμά ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες και πρακτικές μπροστά στις αλλαγές που φέρνει η επόμενη μέρα της επιδημίας.

– Οι αλλαγές που προκάλεσε ο κορωνοϊός στην κοινωνία θα επηρεάσουν την Εκκλησία μετά την πανδημία;

– Ουσιαστικά, η πανδημία σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του νεότερου πολιτισμού. Αλλαγές θα συμβούν –ήδη συμβαίνουν– τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και στις θρησκευτικές κοινότητες όλου του κόσμου. Η Εκκλησία αντλεί τον λόγο, αλλά και τον τρόπο υπάρξεώς της, από τα έσχατα «ουκ εκ του κόσμου», αλλά λειτουργεί και δρα εντός της ιστορίας, καθώς υφίσταται «εν τω κόσμω». Είναι μέρος μιας κοινωνίας, αλλά και μέλος συγκεκριμένης πολιτείας και ως εκ τούτου διέπεται από τους νόμους που αυτή ορίζει όσον αφορά τη λειτουργία των δομών της. Οι πραγματικές αλλαγές, όμως, δεν θα προέλθουν από τις πολιτειακές επιταγές, αλλά από τη θεολογική αρχή της ανάγκης, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σώματος, εκκλησιαστικού και κοινωνικού, και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που ορίζει τον τρόπο της ύπαρξής της.

– Μπορεί αυτή η κρίση να γίνει ευκαιρία ώστε οι ιεράρχες να έρθουν πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του;

– Κάθε κρίση, πολύ δε περισσότερο αυτή που κλονίζει το σύνολο των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου και του ιεροποιημένου πολιτισμού του, οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της ζωής. Θέλω να πιστεύω πως και οι ιεράρχες, μετέχοντας σε αυτό το νέο πάθος, θα μεταλάβουν την αγωνία και τους καημούς των καθημερινών ανθρώπων, θα γονατίσουν ενώπιον της ζωής, η οποία βιώνεται «εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις».

– Βλέπετε αλλαγές στην τέλεση μυστηρίων, π.χ. γάμων και κηδειών, και σε παραδόσεις που περιλαμβάνουν ευρεία κοινωνική συναναστροφή;

– Ο καιρός που έρχεται θα είναι καιρός δοκιμασίας. Οι αλλαγές που θα επέλθουν –και θα επέλθουν–, θα περάσουν διά πυρός και σιδήρου. Δυστυχώς, η Εκκλησία κρύβει μέσα της ένα κομμάτι που αντιστέκεται μετά μανίας σε κάθε αλλαγή. Πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους πως υπάρχει και ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο οποίος είναι άγριος και άκρως επιθετικός. Ετσι, μοιάζει να έχει δίκαιο ο Γιάννης Τσαρούχης όταν λέγει πως «όσο αυξάνει η Εκκλησία», και εννοεί προφανώς την άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, τόσο «μικραίνει ο Χριστός». Θα αλλάξουν, λοιπόν, παραδόσεις που δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της πίστης.

– Θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα η συζήτηση για τη Θεία Ευχαριστία και την προστασία από την επιδημία;

– Βεβαίως και θα συνεχιστεί. Εχουμε μπει σε μια καινούργια στροφή της ζωής μας και η Εκκλησία δεν θα πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες ή πρακτικές μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ποικίλλει στην αρχαία Εκκλησία. Ακόμα και στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι δεν σώζεται μια κοινή παράδοση. Οσον αφορά τα σημερινά, ήδη πολλοί ιεράρχες και θεολόγοι δείχνουν προς την κατεύθυνση της πρακτικής που στηρίζεται εν μέρει στη Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και προτείνουν τη δι’ εμβαπτισμού του σώματος στο αίμα Θεία Ευχαριστία. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε, σύμφωνα με την παλιότερη Διάταξη της Προσκομιδής (12ος αι.), και για τους «εν όρεσι» αναχωρητές, οι οποίοι έπαιρναν μαζί τους και κοινωνούσαν θείο άρτο βαπτισμένο στο αίμα. Aκόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι λύσεις, η Εκκλησία, ως ζωντανός οργανισμός που μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του τριαδικού Θεού και παράγει συνεχώς θεολογία, θα έπρεπε να τις δημιουργήσει.

– Αύριο οι πιστοί δεν θα γιορτάσουν όλοι μαζί την Ανάσταση στις εκκλησίες. Θα επηρεάσει αυτό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ορθόδοξη πίστη;

– Ζούμε εδώ και καιρό μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή, όπου δίπλα μας όλα καταρρέουν. Η Εκκλησία των ακανθών και του Σταυρού οφείλει να σταθεί στο πλευρό όλων των τραυματισμένων από το πάθος αυτό ανθρώπων και να δείξει για μια ακόμα φορά πως το κακό δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η Ανάσταση θα έλθει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ανάσταση και Επανάσταση! Ας το σκεφτούμε…

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου / Δρ. Θεολογίας – Διευθυντής του περιοδικού Σύναξη

«Καλή Ανάσταση!»

Ξεχείλισε γύρω μας η ευχή, καθώς ζύγωνε το Πάσχα! Και προσοχή: Την διατύπωναν και ένθεοι και άθεοι. Άλλοι κυριολεκτικά, άλλοι μεταφορικά, πάντως όλοι έδωσαν την ευχή, κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: Φανερώνει κάτι πολύ περισσότερο από την στεγνή ευχή «χρόνια πολλά», που απλώς μιλούν για στεγνή επιβίωση. Η «Καλή Ανάσταση» όμως μαρτυρά δίψα για ζωή της προκοπής, ελπίδα για ζωή αληθινή, απελευθερωμένη από κάθε θανατίλα!

Δυο σκέψεις έχω, ωστόσο:

Και η έννοια της Ανάστασης και η έννοια της Επανάστασης (θυμίζω ότι η επανάσταση νοείται ως ανατολή ενός νέου κόσμου, όπου το άδικο θα τερματιστεί) είναι αδιανόητες δίχως τον Χριστιανισμό. Είτε δέχεται είτε δεν δέχεται κάποιος τη χριστιανική πίστη, η έννοια της Ανάστασης και της ποθούμενης κατάργησης του κακού (σε κάθε του μορφή) αποτελεί χριστιανική συμβολή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εξηγούμαι:

Οι «αναστάσεις» που παρουσιάζονται σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες είναι εντελώς άλλο πράγμα. Σ’ αυτές ο χρόνος είναι κυκλικός, πράγμα που σημαίνει ότι ο κόσμος για πάντα θα υπάρχει με τον τρόπο που υπάρχει τώρα. Η Περσεφόνη «ανασταίνεται» μεν κάθε άνοιξη, αλλά αυτό σημαίνει ότι ξαναπεθαίνει άλλες τόσες φορές! Ο κύκλος είναι αιώνιος κι αδιάρρηκτος, και ο θάνατος ακατάργητος. Αντίστοιχα, αιώνια συνυπάρχουν το δίκιο και η αδικία. Στο κυκλικό μοντέλο, το δίκιο αντιπαλεύει μεν την αδικία, αλλά δεν κυριαρχεί οριστικά ποτέ. Με δυο λόγια, στο μοντέλο αυτών των πεποιθήσεων, ένας   ά λ λ ο ς     κόσμος    δ ε ν   είναι εφικτός.

Αντιθέτως, η Βίβλος και ο Χριστιανισμός έφεραν την έννοια της ευθύγραμμης (ή μάλλον: της σπειροειδούς) πορείας του χρόνου, δηλαδή της πορείας του κόσμου προς ένα μέλλον το οποίο δεν έχει ξαναϋπάρξει. Έφεραν δηλαδή την έννοια της πορείας προς το απόλυτα καινούργιο! Κι επειδή όλοι οι κόποι του ανθρώπου (ακόμα και οι πιο υπέροχοι) υποτάσσονται τελικά στον θάνατο, γι’ αυτό η Ανάσταση επιτεύχθηκε από τον κορυφαίο αλληλέγγυο, από έναν Θεό ο οποίος δεν επισκέφθηκε απλώς τον κόσμο, αλλά έκανε τον κόσμο εαυτό του (αυτό σημαίνει η ευαγγελική επιμονή ότι η ενανθρώπιση ήταν πραγματική, και όχι περαντζάδα ή virtual reality). H Ανάσταση πραγματώθηκε από τον συμπάσχοντα και αλληλέγγυο Θεό ο οποίος, μέσω της πράξης του, θανατώνει τον θάνατο και προσφέρει στους ανθρώπους μια δυνατότητα, η οποία δεν μπορεί να προκύψει από την ανθρώπινη φθαρτότητα. Και είναι μια δυνατότητα, την οποία ο άνθρωπος καλείται να τη δεχτεί όχι μοιρολατρικά, αλλά με την απόφασή του και με την πράξη του! Να την κάνει τρόπο ζωής. Ναι! Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός! Αυτό σημαίνει σπάσιμο του κύκλου και τίναγμα του ταξιδιώτη κόσμου προς το ακατόρθωτο. Ιδού η έννοια της επ-ανάστασης!

Η χριστιανική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι δεν αφορά απλώς ένα όραμα για αλλαγή του κόσμου, αλλά συνδέει αυτό το όραμα με την ύπαρξη και τη δράση Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιστορία ανοίγεται σ τ ο  ά π ε ι ρ ο ! Ξέρουμε πολύ καλά ότι, όποτε οι άνθρωποι μάνιασαν, μέσα σε μια ναρκισσιστική επαναστατικότητα, να ορίσουν και να επιβάλουν το τέρμα της ιστορίας, γεννήθηκαν τυραννίες. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ένας τρόπος ζωής στην καθημερινότητα, εμπνευσμένος από τη ρήξη με τον θάνατο, ένας τρόπος ζωής που να φέρνει στο σήμερα το φως της Ανάστασης, ένας τρόπος ζωής ανοιχτός στην ελευθερία, τη δημιουργικότητα, την ευθύνη και τον αναστοχασμό. Να έχει δηλαδή μια επαναστατικότητα που να μην ξεψυχά δημιουργώντας ένα νέο κατεστημένο (άντε πάλι κύκλος!), αλλά που να κρίνει κάθε νέο κατεστημένο, και που να μη θέλει με το στανιό να φράξει την ιστορία. Είναι πάρα πολύ σημαντικό το να μη είναι η Δευτέρα Παρουσία στο τσεπάκι κανενός, αλλά να αποτελεί εξορισμού την έκπληξη.

Όσοι δηλώνουν Χριστιανοί, είναι τραγικό αν γιορτάζουν την Ανάσταση σαν ξόρκι που δεν διαποτίζει τη ζωή, και σαν φολκλόρ ανώδυνο. Τόσο ανώδυνο, που να μην τους εμποδίζει να στρατεύονται καθημερινά με τις δυνάμεις της μισαλλοδοξίας, της αδικίας και του αποκλεισμού (δηλαδή με τις δυνάμεις του θανάτου). Οι φριχτές αυτοαναιρέσεις είναι βαρύ ποινικό-πνευματικό μητρώο για μας τους θρήσκους!

Κι όσοι δηλώνουν άθεοι και πρόθυμοι για επανάσταση, ας σκεφτούν τη σκέψη μου αυτή. Πιθανολογώ ότι θα ακουστεί πολύ στρατευμένη, αλλά είναι απλώς βγαλμένη απ’ την ψυχή μου, προς ανθρώπους ψυχωμένους: Αν το άπειρο του Θεού δεν υπάρχει, τότε η επανάσταση θα είναι απλώς επαναστασούλα, προορισμένη να συντριβεί στο μπετόν αρμέ του τέλους μας. Από τη μια να θέλεις το σπάσιμο του φυσιοκρατικού κύκλου, κι από την άλλη να μην αντέχεις το άνοιγμά του, είναι τουλάχιστον αυτοτραυματισμός, φίλοι!

Ζητώ, λοιπόν, το ασύνηθες. Ζητώ από όσους εύχονταν «Καλή Ανάσταση», να σκεφτούν πόσο ουσιαστικό θα είναι, από την Κυριακή του Πάσχα, να λένε: «Χριστός Ανέστη!». Το «Χριστός Ανέστη» δεν είναι ευχή! Είναι δήλωση. Είναι κατάφαση του ότι, ναι, η ευχή που μέχρι χθες έδινα («καλή Ανάσταση») δεν ήταν κενή από νόημα, δεν ήταν κούφιο σχήμα λόγου για θνησιγενείς ομορφιές και για ελπίδες με ημερομηνία λήξης. Είναι, αντιθέτως, διαβεβαίωση ότι η Ανάσταση είναι κυριολεκτικά το μέλλον.  

ΠΗΓΗ

Αποικία Ορεινών Μανιταριών

Ωδή στη Χαρά της Κοινωνίας

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ / Δρ.  Θεολογίας – Συγγραφέα – ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα. Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] και [εδώ]

Ανίερος ιός στο Ιερό

Του ΜΑΡΙΟΥ ΜΠΕΓΖΟΥ· τέως Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η επιδημία του κορονοϊού επιβάλλει σωρεία προληπτικών μέτρων αποφυγής της ανθρώπινης επαφής: χειραψίες, ασπασμοί, χειροφιλήματα, προσκυνήσεις, συνωστισμός σε ναούς. Αυτό πλήττει το εκκλησίασμα κάθε θρησκεύματος που συν-ευρίσκεται σε δημόσιο χώρο λατρείας. Ο ανίερος ιός γίνεται ιερός! Λόγω της Μ. Τεσσαρακοστής οι χριστιανοί συνωστίζονται σε ναούς εβδομαδιαίως περισσότερες φορές από ο,τι συνήθως, τόσο σε πρωινές όσο και σε βραδινές ώρες (λειτουργίες, ακολουθίες, λιτανείες, εορτές).

Ιατρικώς συνιστάται η αποφυγή του εκκλησιασμού λόγω συνωστισμού. Απαγορεύονται χαιρετισμοί (επαφή πρόσωπο με πρόσωπο), εναγκαλισμοί, χειραψίες, ασπασμοί (εικόνων ή προσώπων). Αποτρέπεται η μετάληψη της Θείας Κοινωνίας με το ίδιο μέσο (κουταλάκι, «κοχλιάριον» ή «λαβίδα» εκκλησιαστικώς αποκαλούμενη, και «μανδήλιον» σπογγίσματος).

Όλα αυτά πλήττουν την αυτοσυνειδησία των πιστών ανθρώπων και γεννούν διχασμό συνειδήσεων. Σε φυσικό, εμπειρικό κι ανθρώπινο επίπεδο κατανοούνται όλες οι απαγορεύσεις επιστημονικώς, ιατρικώς και υγειονομικώς. Σε μεταφυσικό, υπερβατικό και υπαρξιακό επίπεδο εξανίσταται η συνείδηση κάθε πιστού. Επίσης δυσανασχετούν οι άθρησκοι (όχι απαραιτήτως άθεοι, αλλά σίγουρα δύσπιστοι συμπολίτες μας) με την θρησκευτική περιφρόνηση της προληπτικής ιατρικής. Η δικαιολογημένη (παρότι υπερβολική ίσως σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις) αντίδρασή τους διατυπώνεται ως ειρωνεία, σκώμμα, αποτροπιασμός και χλευασμός («χριστιανοταλιμπανισμός»).

Ο απολογητικός αντίλογος των πιστών είναι το παράδειγμα της δισχιλιετούς πανανθρώπινης εμπειρίας από την ορθόδοξη πρακτική της θείας κοινωνίας. Για αιώνες σε όλα τα νοσοκομεία, φθισιατρεία, λοιμοκαθαρτήρια και λεπροκομεία οι πιστοί μεταλαμβάνουν αδιατάρακτα. Οι ιερείς «καταλύουν» την θεία κοινωνία (καθαρίζουν τα σκεύη, κατεσθίουν και καταπίνουν το περιεχόμενό τους) χωρίς ποτέ να έχει αναφερθεί κι ούτε να έχει συμβεί μετάδοση νοσήματος.

Το γεγονός εκλαμβάνεται θαυματουργικά από τους χριστιανούς κι ερμηνεύεται εκκλησιολογικά από τους θεολόγους. Οι άθρησκοι δυσπιστούν υποψιαζόμενοι αποσιώπηση των ενδεχομένων κρουσμάτων και δυσανασχετούν με την κατά την κρίση τους «ευπιστία» ή «θρησκοληψία» των πιστών συνανθρώπων μας.

Θεμελιώδες κριτήριο οφείλει να είναι η ατομική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη. Ελευθερία και ευθύνη «παντρεύονται» στην δημοκρατία μας: υπεύθυνη ελευθερία και ελεύθερη ευθύνη.

Πρέπει να αντιμετωπίζεται η προληπτική ιατρική απαγόρευση με αίσθημα προσωπικής ευθύνης, κοινωνικής αυτοσυνειδησίας και κοσμοθεωρητικής (θεολογικής ή / και ιδεολογικής) αντίληψης για την επιδημία. Καθένας συνάνθρωπος μας πράττει αυτό που νομίζει χωρίς να κρίνει τον άλλο και δίχως να κρίνεται από αυτόν: «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» – «συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην;» (Καινή Διαθήκη).

Αποφεύγονται μειωτικοί χαρακτηρισμοί («χριστιανοταλιμπάν») και υποτιμητικοί αφορισμοί («αντίχριστοι»). Δοκιμάζεται από καθένα / καθεμιά όποιος τρόπος κρίνεται λυσιτελής, αποτελεσματικός κι αποδοτικός για την αποτροπή κρουσμάτων τηρώντας ταυτόχρονα και διατηρώντας, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, τις προσωπικές πεποιθήσεις, μεταφυσικές αντιλήψεις και κοσμοθεωρητικές πίστεις μας, είτε θεολογικά είτε ιδεολογικά.

ΠΗΓΗ

Άωτον

“Θα πρότεινα στον Μακαριώτατο κατά την αυριανή σύνοδο να προτείνει δραστικά μέτρα με βάση την ηθική του Ευαγγελίου”

Του ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
Διερωτώνται πολλοί φίλοι μου, καλόπιστα οι περισσότεροι, γιατί τόση εμμονή στην ανάγκη για λειτουργική αναγέννηση, και μάλιστα σε περίοδο σοβαρότατης ενδημικής κρίσεως. Πρώτα-πρώτα, γιατί η παρούσα ιώδης πανδημία αγγίζει την πεμπτουσία της Ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας, την Θεία Ευχαριστία. 
Σε περιόδους, άλλωστε, κρίσεως – όπως π.χ. κατά την μετά το Μεγάλο Σχίσμα – διατήρησε την αυθεντική κατανόηση του μυστηρίου par excellence της Εκκλησίας μας, αρνούμενη να δεχτεί μια μαγική (σακραμενταλιστική) θεώρησή της κατά τις αρχές του μεσαίωνα. Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει την επιμονή της Ανατολής στο ζήτημα της λειτουργικής “επικλήσεως” στην επίκληση του Αγίου Πνεύματος και όχι στην εκφορά – κατά μαγικό δηλαδή τρόπο – των κυριακών λόγων καθιερώσεως του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας (Λάβετε φάγετε, κ.λπ). Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, και η ενασχόληση με την βαθύτερη σημασία της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, με τη γνωστή σε όλους διατύπωση: “Η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις (δηλαδή την Ευχαριστία) σημαίνεται”. Και μάλιστα σε εποχή που η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως περιστρεφόταν σε άλλα εξ ίσου σημαντικά ζητήματα (κτιστό-άκτιστο, ουσία-ενέργειες του Θεού κ.λπ). 
Δυστυχώς, στη συνέχεια λόγων των συνθηκών υποδούλωσης, και επομένως και θεολογικής υστέρησης, διολίσθησε και αυτή σε μαγικές θεωρήσεις. Στην νεώτερη, όμως περίοδο η θεολογική ανάκαμψη της Ορθόδοξης θεολογίας (Φλορόφσκυ, Σμέμαν, Μάγεντορφ, Ζηζιούλας κλπ) επανέφερε στο προσκήνιο την αυθεντική κατανόηση της Θ. Ευχαριστίας, το βιβλικό και αρχέγονο χριστιανικό υπόβαθρο της οποίας επιχείρησα κατά την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία να αναδείξω. Γι’ αυτό και όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος με παρακάλεσε να εκπροσωπήσω την Εκκλησία της Ελλάδος στο ιεραποστολικό τμήμα του ΠΣΕ, του αντέτεινα και την δημιουργία φορέα λειτουργικής αναγέννησης, που όχι μόνο αποδέχτηκε, αλλά και ως από παλιά υπέρμαχός της δημιούργησε Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως. 
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ιδανική τη συγκυρία – σε περίοδο μάλιστα που κινδυνεύει να διασυρθεί η Εκκλησία ως άκρως οπισθοδρομική και θέτουσα σε δεύτερη μοίρα την ηθική της ευθύνη έναντι του κοινωνικού συνόλου, να προχωρήσει σε ρυθμίσεις που βασίζονται στην αυθεντική – και όχι τη ιστορικά καθιερωμένη, κατά κύριο λόγο την δεύτερη χιλιετία – παράδοση της. 
Παρουσίασα συνοπτικά, μόλις ενέσκηψε και στη χώρα μας η κοροναϊκή κρίση, την ουσία και τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης ευχαριστιακής λειτουργίας. Άρχισε ως κοινό δείπνο πρόληψης και αναλαμπής των εσχάτων, της εσχατολογικής τραπέζης, δηλαδή ενός κόσμου διαφορετικού του συμβατικού, ενός κόσμου κοινωνίας, δικαιοσύνης, ειρήνης και θυσιαστικής προσφοράς και αλληλεγγύης. Οι πρώτοι χριστιανοί, ακολουθώντας την ανάμνηση του ιδρυτή τους, περιέφεραν το κοινό ποτήριο ως ένδειξη αδελφικής “κοινωνίας” (όρος που παρέμεινε μέχρι σήμερα, δυστυχώς τις περισσότερες φορές χωρίς τις ηθικές και οντολογικές του προεκτάσεις): “τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστιν…”. 
Αν χάσουμε την ουσία και διατηρήσουμε τους τύπους είμαστε ασυνεπείς προς την πίστη μας. Γι’ αυτό και θα πρότεινα στον Μακαριώτατο κατά την αυριανή σύνοδο (με ή χωρίς συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της χώρας) να προτείνει δραστικά μέτρα με βάση την ηθική του ευαγγελίου του Χριστού (ουχ ως οι Γραμματείς και Φαρισαίοι της εποχής του). 
Αυτή είναι το βασικό ΔΟΓΜΑ της Εκκλησίας, όπως πολύ επίκαιρα για την σημερινή συγκυρία διακήρυττε απευθυνόμενος προς τον διώκτη των χριστιανών Ρωμαίο αυτοκράτορα ο πρώτος απολογητής της Εκκλησίας Αριστείδης ο Αθηναίος: “ταύτα, ω Βασιλεύ, τα δόγματα αυτών εστιν”, αναφερόμενος όχι σε θεολογικές διατυπώσεις αλλά στην ηθική και κοινωνική τους συμπεριφορά. 
Αυτήν την υπενθύμιση ακολούθησα κι εγώ σήμερα, και με πόνο ψυχής για πρώτη σχεδόν φορά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δεν μετείχα στην ευχαριστιακή σύναξη της ενορίας μου, και για πρώτη φορά μετά την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών μου σπουδών δεν μετείχα στην ευχαριστιακή τράπεζα της Βασιλείας, παρότι υπέρμαχος της Καθολικής συμμετοχής στο μυστήριο της “ζωής”. Πιστεύω ακράδαντα πως η ηθική ευθύνη έναντι των συνανθρώπων μας προηγείται της προσωπικής θρησκευτικής υποχρέωσης.
ΠΗΓΗ

Η αγάπη ως υπέρβαση της δικαιοσύνης. Σχόλιο στα Βιβλικά Αναγνώσματα: 1Κο 6:12-20 και Λου 15:11-32

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Οι σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο και οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους αποτελούν το κεντρικό θέμα της παραβολής που περιέχεται στο Λου 15:11-32. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη περικοπή συνοψίζει το περιεχόμενο ολόκληρης της Αγίας Γραφής, αφού όλα όσα περιέχονται σ’ αυτήν στο ίδιο θέμα αναφέρονται.

Οι ιστορίες, οι αφηγήσεις, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα νομικά κείμενα, τα ποιήματα και τα τραγούδια, οι προφητείες, οι παραβολές και τα οράματα, όλα αρμονικά συνταγμένα σε ένα ενιαίο έργο, αποσκοπούν στο να φωτίσουν επιμέρους πλευρές αυτής της μακράς ιστορίας σχέσεων, που αρχίζει από τη δημιουργία του κόσμου και φτάνει μέχρι τα έσχατα. Και είναι γνωστό ότι οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την αρχή ως το τέλος από τους όρους της Διαθήκης. Μέσα στη μακραίωνη ιστορία των σχέσεών του με τους ανθρώπους ο Θεός δεσμεύεται με διάφορες υποσχέσεις απέναντί τους, θέτει όμως ως προϋπόθεση για την εκπλήρωσή τους και τη δέσμευση των ανθρώπων απέναντί του ότι θα τηρήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Διαθήκη που έχουν συνυπογράψει.

Οι υποσχέσεις, που ακολουθούν κάθε πρόσκληση των ανθρώπων από τον Θεό για συνεργασία, δεν έχουν την έννοια της προσφοράς ανταλλαγμάτων, αλλά αποτελούν απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και του συνεχούς ενδιαφέροντός του γι’ αυτόν. Η πλήρωση των υποσχέσεων προς τους πατριάρχες του Ισραήλ, με την εγκατάσταση στη Χαναάν μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, αποτελεί απόδειξη της πιστότητας του Θεού και εγγύηση για την τελική εκπλήρωση όλων των υποσχέσεων που δόθηκαν στους προφήτες. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η ανθρώπινη ευθύνη. Ο Θεός δεν διστάζει να προκαλέσει τους ανθρώπους με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Ελάτε να κριθούμε μεταξύ μας» (Ησα 1:16). Ο Θεός δέχεται να θέσει όλες του τις ενέργειες υπό τον ανθρώπινο έλεγχο, ενώ είναι προφανές ότι ουδείς άνθρωπος θα τολμούσε ποτέ να προκαλέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Θεό.

Παρ’ όλα αυτά ο Θεός δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους. Όταν θα νιώσει εγκαταλελειμμένος από τον λαό του, θα αναλάβει νέα πρωτοβουλία. Θα εξαγγείλει με το στόμα του προφήτη Ιερεμία τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας: «Έρχονται μέρες που θα συνάψω καινούργια διαθήκη με τον λαό του Ισραήλ και του Ιούδα· δεν θα ’ναι όμοια με τη διαθήκη που είχα συνάψει με τους προγόνους τους… επειδή εκείνοι δεν τήρησαν τη διαθήκη μου κι εγώ τους παραμέλησα… Θα βάλω τους νόμους στη συνείδησή τους και θα τους γράψω στην καρδιά τους. Θα είμαι ο Θεός τους κι αυτοί θα είναι ο λαός μου. Δεν θα διδάσκει πια ο καθένας τον συμπολίτη του ή τον συγγενή του προτρέποντάς τον: “Γνώρισε τον Κύριο”· γιατί όλοι τους θα με γνωρίζουν, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, γιατί θα συγχωρήσω τις αδικίες τους και δεν θα θυμηθώ πια τις αμαρτίες τους» (Ιερ 38:31-34).

Ο Θεός τήρησε και αυτή την υπόσχεσή του. Η νέα συμφωνία υπογράφτηκε μέσω του Ιησού Χριστού με τους μαθητές του. Τις καρδιές των χριστιανών χρησιμοποίησε αυτή τη φορά αντί για πέτρινες πλάκες, προκειμένου να γράψει τους όρους της συμφωνίας και τις αμαρτίες των χριστιανών συγχώρησε. Το ερώτημα όμως είναι αν πράγματι οι χριστιανοί ανταποκρίθηκαν στους όρους της νέας συμφωνίας, αν πράγματι γνώρισαν τον Θεό.
Όπως είναι γνωστό, πολύ συχνά ο Ιησούς, προκειμένου να κάνει το μήνυμά του κατανοητό στους απλούς ανθρώπους, μιλούσε με παραβολές. Έλεγε, δηλαδή, μια ιστορία, από το περιεχόμενο της οποίας μπορούσε να αντλήσει κανείς πολύτιμα ηθικά συμπεράσματα και υψηλές θεολογικές αλήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά, επειδή οι ιστορίες αυτές περιέχουν εντυπωσιακές εικόνες, να μένει κανείς στις εξωτερικές περιγραφές και να χάνει από τα μάτια του το βαθύτερο νόημά τους.

Η πολύ γνωστή ““Παραβολή του Ασώτου” είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της παρεξήγησης. Περιεχόμενο της παραβολής είναι η παράλληλη ιστορία δύο αδελφών, από τους οποίους ο μικρότερος πήρε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και το κατασπατάλησε, ενώ ο μεγαλύτερος έμεινε κοντά στον πατέρα του. Όταν ο άσωτος γιος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, ξαναγύρισε μετανοιωμένος στον πατέρα του, ο οποίος όχι μόνο δεν τον έδιωξε, αλλά και τον καλοδέχτηκε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του άλλου γιου του.

Αν και το πρόσωπο που φαίνεται να πρωταγωνιστεί στην ιστορία είναι ο άσωτος, στόχος της παραβολής είναι να διδάξει τις συνέπειες που έχει για τη ζωή των χριστιανών η αναγνώριση ότι ο Θεός είναι ο πατέρας τους. Προσεκτικότερη ανάγνωση της παραβολής θα δείξει ότι η μορφή που στην πραγματικότητα κυριαρχεί και στα δύο μέρη της είναι αυτή του σπλαχνικού πατέρα. Αυτός δίνει χωρίς αντίρρηση το μερίδιο στον γιο του που του το ζητάει, σεβόμενος την ελεύθερη επιλογή του. Αυτός είναι που καθημερινά περιμένει να γυρίσει ο γιος του και γι’ αυτό τον διακρίνει από μακριά. Αυτός είναι που δεν έχει την υπομονή να περιμένει να έρθει ο γιος του και να ζητήσει συγγνώμη, αλλά τρέχει πρώτος να τον προϋπαντήσει και να τον σφίξει στην αγκαλιά του χωρίς μνησικακία.

Ούτε για μια στιγμή δεν συζητάει ο πατέρας το αίτημα του γιου του να τον προσλάβει ως υπάλληλό του, αλλά τον αποκαθιστά αμέσως στην αρχική του θέση. Ακόμη και στους στίχους που αναφέρονται στην ασωτία και στη μετάνοια του μικρότερου γιου, στο υπόβαθρό τους βρίσκεται η μορφή του πατέρα. Αν δεν γνώριζε ο άσωτος την απροϋπόθετη αγάπη του πατέρα του, δεν θα αποφάσιζε ποτέ να επιστρέψει. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο μέρος της παραβολής τελειώνει με τη φράση: “ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε” που υπογραμμίζει την απέραντη χαρά του πατέρα. Και στο δεύτερο μέρος της παραβολής πάλι ο πατέρας είναι αυτός που βγαίνει για άλλη μια φορά από το σπίτι του για να παρακαλέσει τον μεγαλύτερο γιο του να συμμετάσχει στη χαρά της επιστροφής του αδελφού του. Έτσι, θα ήταν ορθότερο να ονομάζεται η σχετική περικοπή όχι “Παραβολή του Ασώτου” αλλά “Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα”.

Δεν είναι όμως μόνον οι ζωηρές εικόνες και η εντύπωση που προκαλεί η ιστορία οι αιτίες που συχνά περνά απαρατήρητο το βαθύτερο νόημά της. Επειδή οι ιστορίες αυτές είναι πολύ γνωστές, συνήθως τις προσπερνά κανείς γρήγορα, χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του για περισσότερες σκέψεις. Αποκαλώντας καθημερινά οι χριστιανοί στις προσευχές τους, καθώς λένε το “Πάτερ ημών”, τον Θεό “πατέρα” τους, θεωρούν σχεδόν αυτονόητη την αλήθεια αυτήν και σπάνια σκέφτονται τι πραγματικά σημαίνει αυτό για τη ζωή τους.

Και όμως, μια πιο προσεκτική μελέτη της Αγίας Γραφής θα δείξει ότι για να φτάσει η ανθρωπότητα σ’ αυτήν την τόσο αυτονόητη για τους σύγχρονους πιστούς αλήθεια χρειάστηκε να περάσει από πολλές περιπέτειες για πάρα πολλούς αιώνες. Οι αρχαίοι λαοί φαντάστηκαν και περιέγραψαν τους θεούς τους ως τρομερούς και φοβερούς, ως παντοδύναμους κυρίαρχους και ακατανίκητους πολεμιστές και απέδωσαν σ’ αυτούς απεριόριστες αγαθές ή καταστροφικές δυνάμεις. Ακόμη και ο Ισραήλ, παρά τη ζωντανή εμπειρία της παρουσίας του Θεού του στην ιστορία του, παρά την πεποίθησή του ότι έχει τον Θεό συμπαραστάτη και προστάτη του σε όλες τις δύσκολες στιγμές του, ποτέ δεν τον αισθάνθηκε τόσο οικείο, ώστε να τον αποκαλέσει “πατέρα”. Μόνο μετά την τρομερή καταστροφή του 587 π.Χ., όταν τα βαβυλωνιακά στρατεύματα θα ερημώσουν τη χώρα του, όταν η Ιερουσαλήμ θα μεταβληθεί σε ένα σωρό καμένων ερειπίων και ο λαός θα οδηγηθεί αιχμάλωτος στην Μεσοποταμία, τότε θα εμφανιστεί και πάλι ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία, για να του αποκαλύψει μια νέα αλήθεια.

Οι λανθασμένες αντιλήψεις του λαού για τη σχέση του με τον Θεό τον οδήγησαν στην καταστροφή. Τώρα ο Θεός τους δίνει μια νέα ευκαιρία, αποκαλύπτοντας μέσω του προφήτη του ότι η καταστροφή δεν ήταν το τέλος, αλλά μια παιδαγωγική τιμωρία του Θεού-πατέρα προς τα παραστρατημένα παιδιά του. Ο μετανοιωμένος λαός, που γνώρισε τον Θεό ως τιμωρό, θα τον γνωρίσει τώρα ως στοργικό πατέρα που ξέρει να συγχωρεί και να κρατά πάντα ανοιχτή την αγκαλιά του περιμένοντας την επιστροφή των παιδιών του. Ο ίδιος ο Θεός προτρέπει με το στόμα του προφήτη τον λαό του: «Χαρείτε και αγαλλιάστε… διαλαλείστε και ψάλτε· διακηρύξτε: “Ο Κύριος τον λαό του έσωσε᾽᾽… Θα τους φέρω από τις χώρες του βορρά και από τα πέρατα της γης θα τους συνάξω… Έφυγαν κλαίγοντας από τη χώρα τους, μα θα τους παρηγορήσω επαναφέροντάς τους… γιατί έγινα πατέρας για τους Ισραηλίτες…» (Ιερ 38:7-9).

Το ίδιο παρήγορο μήνυμα θα εξαγγείλει λίγα χρόνια αργότερα εξ ονόματος του Θεού και ένας άλλος προφήτης που έζησε μαζί με τους αιχμαλώτους στην Βαβυλώνα: «Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβάσαι· από την Ανατολή θα φέρω πίσω τους απογόνους σου και από τη Δύση θα σας συναθροίσω. Και στον Βορρά θα πω “Δώσε τους πίσω”· θα πω στον Νότο “Πια μη τους κρατάς”. Φέρτε τους γιους μου από τη μακρινή τη χώρα, τις θυγατέρες μου από τα πέρατα της γης…». (Ησα 43:5-6).

Αυτό που οι αρχαίοι εκείνοι προφήτες οραματίστηκαν ως μελλοντική προοπτική για τον λαό του Ισραήλ έρχεται ο Ιησούς με την παραβολή του να το εξαγγείλει ως βέβαιη πραγματικότητα για όλους τους ανθρώπους. Αυτό που θέλει να τονίσει ο Χριστός με την παραβολή του είναι ότι η αγάπη του Θεού, όπως άλλωστε και κάθε πατέρα, δεν γνωρίζει όρια. Ό,τι και να κάνουν τα παιδιά του, όσο και να τον πικράνουν, πάντα κρατάει μια σπίθα αγάπης γι’ αυτά και είναι έτοιμος να τα συγχωρέσει και να τα συμπαρασταθεί μόλις του το ζητήσουν.

Στο σημείο όμως αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί η παρεξήγηση είναι εύκολη. Όπως διαβεβαιώνει ο απόστολος Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από την Α´ Προς Κορινθίους Επιστολή του: «Όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν είναι όλα προς το συμφέρον μου. Όλα μου επιτρέπονται, εγώ όμως δεν θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει» (6:12). Ο Θεός, όπως και ο πατέρας της παραβολής, δεν βάζει όρους, δεν θέτει κανέναν περιορισμό στα παιδιά του. Τα πάντα επιτρέπονται, όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές μπροστά στον άνθρωπο. Γνώμονας όμως για τις επιλογές του χριστιανού είναι η υπόμνηση, με την οποία τελειώνει η αποστολική περικοπή: «Δεν ανήκετε στον εαυτό σας. σας αγόρασε ο Θεός και πλήρωσε το τίμημα. Αυτόν, λοιπόν, να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας που ανήκουν στον Θεό» (6:19-20). Ό,τι έχουν οι άνθρωποι προέρχεται από τον Θεό και ανήκει σ’ αυτόν. Ο άνθρωπος, επομένως, είναι διαχειριστής των αγαθών που του δίνει ο Θεός, και ως διαχειριστής οφείλει να κάνει τις επιλογές του· να δοξάσει τον Θεό, χρησιμοποιώντας τα αγαθά που του προσφέρει ή να κυριευτεί από αυτά και να χάσει τον προσανατολισμό του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας του προσανατολισμού είναι η αντίδραση του μεγαλύτερου γιου της παραβολής, την οποία ίσως και να συμμερίζονται πολλοί ευσεβείς χριστιανοί. Δεν είναι λίγοι οι πιστοί εκείνοι που θεωρούν ότι ο Θεός πρέπει να είναι ακριβοδίκαιος, τιμωρώντας τον αμαρτωλό όπως του αξίζει και αμείβοντας τον ενάρετο. Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συγκεκριμένη παραβολή διαβάζεται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αμέσως μετά την Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου. Γιατί τονίζει ότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση ενός αισθήματος δικαίου, αλλά εκδηλώνεται πρωτίστως ως αγάπη που προτρέπει κάθε αμαρτωλό άνθρωπο σε μετάνοια και επιστροφή στην πατρική οικία. Τονίζει ακόμα ότι η επιστροφή αυτή, ενώ σημαίνει την πλήρη αποκατάσταση εκείνου που καταφεύγει στη θεία προστασία, δεν στερεί τίποτε από εκείνον που βρίσκεται συνεχώς κάτω από αυτήν. Από τη στιγμή που αναγνωρίζει κανείς τον Θεό ως πατέρα του, αναγνωρίζει και όλους τους ανθρώπους ως αδέλφια του. Και από τη στιγμή που διαπιστώνει πόσο απλόχερα προσφέρει ο Θεός-πατέρας τα αγαθά του, κατανοεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τα αγαθά αυτά για την ατομική του προβολή και καταξίωση.

Η Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα θέτει τον χριστιανό απέναντι σε μια σειρά από ερωτήματα, στα οποία επείγει να δώσει αμέσως μια απάντηση. Η συμπεριφορά του χριστιανού δεν μπορεί να ταυτίζεται ούτε με την ασωτία του ενός γιου ούτε με τη μικροψυχία του άλλου. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που έρχεται, είναι η καταλληλότερη για περισυλλογή και αυτοέλεγχο. Ό,τι και να προκύψει από τον αυτοέλεγχο αυτόν, ο Χριστός βεβαιώνει ότι ο πλούτος του πατέρα όλων των ανθρώπων είναι ανεξάντλητος και ότι η πόρτα του σπιτιού του παραμένει πάντα ανοιχτή.

ΠΗΓΗ:

ORTHODOXIA INFO