O Καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης απαντά στις ερωτήσεις του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Eρχεται καιρός δοκιμασίας, λέει στην «Κ» ο καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος εκτιμά ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες και πρακτικές μπροστά στις αλλαγές που φέρνει η επόμενη μέρα της επιδημίας.

– Οι αλλαγές που προκάλεσε ο κορωνοϊός στην κοινωνία θα επηρεάσουν την Εκκλησία μετά την πανδημία;

– Ουσιαστικά, η πανδημία σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του νεότερου πολιτισμού. Αλλαγές θα συμβούν –ήδη συμβαίνουν– τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και στις θρησκευτικές κοινότητες όλου του κόσμου. Η Εκκλησία αντλεί τον λόγο, αλλά και τον τρόπο υπάρξεώς της, από τα έσχατα «ουκ εκ του κόσμου», αλλά λειτουργεί και δρα εντός της ιστορίας, καθώς υφίσταται «εν τω κόσμω». Είναι μέρος μιας κοινωνίας, αλλά και μέλος συγκεκριμένης πολιτείας και ως εκ τούτου διέπεται από τους νόμους που αυτή ορίζει όσον αφορά τη λειτουργία των δομών της. Οι πραγματικές αλλαγές, όμως, δεν θα προέλθουν από τις πολιτειακές επιταγές, αλλά από τη θεολογική αρχή της ανάγκης, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σώματος, εκκλησιαστικού και κοινωνικού, και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που ορίζει τον τρόπο της ύπαρξής της.

– Μπορεί αυτή η κρίση να γίνει ευκαιρία ώστε οι ιεράρχες να έρθουν πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του;

– Κάθε κρίση, πολύ δε περισσότερο αυτή που κλονίζει το σύνολο των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου και του ιεροποιημένου πολιτισμού του, οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της ζωής. Θέλω να πιστεύω πως και οι ιεράρχες, μετέχοντας σε αυτό το νέο πάθος, θα μεταλάβουν την αγωνία και τους καημούς των καθημερινών ανθρώπων, θα γονατίσουν ενώπιον της ζωής, η οποία βιώνεται «εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις».

– Βλέπετε αλλαγές στην τέλεση μυστηρίων, π.χ. γάμων και κηδειών, και σε παραδόσεις που περιλαμβάνουν ευρεία κοινωνική συναναστροφή;

– Ο καιρός που έρχεται θα είναι καιρός δοκιμασίας. Οι αλλαγές που θα επέλθουν –και θα επέλθουν–, θα περάσουν διά πυρός και σιδήρου. Δυστυχώς, η Εκκλησία κρύβει μέσα της ένα κομμάτι που αντιστέκεται μετά μανίας σε κάθε αλλαγή. Πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους πως υπάρχει και ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο οποίος είναι άγριος και άκρως επιθετικός. Ετσι, μοιάζει να έχει δίκαιο ο Γιάννης Τσαρούχης όταν λέγει πως «όσο αυξάνει η Εκκλησία», και εννοεί προφανώς την άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, τόσο «μικραίνει ο Χριστός». Θα αλλάξουν, λοιπόν, παραδόσεις που δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της πίστης.

– Θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα η συζήτηση για τη Θεία Ευχαριστία και την προστασία από την επιδημία;

– Βεβαίως και θα συνεχιστεί. Εχουμε μπει σε μια καινούργια στροφή της ζωής μας και η Εκκλησία δεν θα πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες ή πρακτικές μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ποικίλλει στην αρχαία Εκκλησία. Ακόμα και στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι δεν σώζεται μια κοινή παράδοση. Οσον αφορά τα σημερινά, ήδη πολλοί ιεράρχες και θεολόγοι δείχνουν προς την κατεύθυνση της πρακτικής που στηρίζεται εν μέρει στη Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και προτείνουν τη δι’ εμβαπτισμού του σώματος στο αίμα Θεία Ευχαριστία. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε, σύμφωνα με την παλιότερη Διάταξη της Προσκομιδής (12ος αι.), και για τους «εν όρεσι» αναχωρητές, οι οποίοι έπαιρναν μαζί τους και κοινωνούσαν θείο άρτο βαπτισμένο στο αίμα. Aκόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι λύσεις, η Εκκλησία, ως ζωντανός οργανισμός που μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του τριαδικού Θεού και παράγει συνεχώς θεολογία, θα έπρεπε να τις δημιουργήσει.

– Αύριο οι πιστοί δεν θα γιορτάσουν όλοι μαζί την Ανάσταση στις εκκλησίες. Θα επηρεάσει αυτό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ορθόδοξη πίστη;

– Ζούμε εδώ και καιρό μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή, όπου δίπλα μας όλα καταρρέουν. Η Εκκλησία των ακανθών και του Σταυρού οφείλει να σταθεί στο πλευρό όλων των τραυματισμένων από το πάθος αυτό ανθρώπων και να δείξει για μια ακόμα φορά πως το κακό δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η Ανάσταση θα έλθει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου / Δρ. Θεολογίας – Διευθυντής του περιοδικού Σύναξη

«Καλή Ανάσταση!»

Ξεχείλισε γύρω μας η ευχή, καθώς ζύγωνε το Πάσχα! Και προσοχή: Την διατύπωναν και ένθεοι και άθεοι. Άλλοι κυριολεκτικά, άλλοι μεταφορικά, πάντως όλοι έδωσαν την ευχή, κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: Φανερώνει κάτι πολύ περισσότερο από την στεγνή ευχή «χρόνια πολλά», που απλώς μιλούν για στεγνή επιβίωση. Η «Καλή Ανάσταση» όμως μαρτυρά δίψα για ζωή της προκοπής, ελπίδα για ζωή αληθινή, απελευθερωμένη από κάθε θανατίλα!

Δυο σκέψεις έχω, ωστόσο:

Και η έννοια της Ανάστασης και η έννοια της Επανάστασης (θυμίζω ότι η επανάσταση νοείται ως ανατολή ενός νέου κόσμου, όπου το άδικο θα τερματιστεί) είναι αδιανόητες δίχως τον Χριστιανισμό. Είτε δέχεται είτε δεν δέχεται κάποιος τη χριστιανική πίστη, η έννοια της Ανάστασης και της ποθούμενης κατάργησης του κακού (σε κάθε του μορφή) αποτελεί χριστιανική συμβολή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εξηγούμαι:

Οι «αναστάσεις» που παρουσιάζονται σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες είναι εντελώς άλλο πράγμα. Σ’ αυτές ο χρόνος είναι κυκλικός, πράγμα που σημαίνει ότι ο κόσμος για πάντα θα υπάρχει με τον τρόπο που υπάρχει τώρα. Η Περσεφόνη «ανασταίνεται» μεν κάθε άνοιξη, αλλά αυτό σημαίνει ότι ξαναπεθαίνει άλλες τόσες φορές! Ο κύκλος είναι αιώνιος κι αδιάρρηκτος, και ο θάνατος ακατάργητος. Αντίστοιχα, αιώνια συνυπάρχουν το δίκιο και η αδικία. Στο κυκλικό μοντέλο, το δίκιο αντιπαλεύει μεν την αδικία, αλλά δεν κυριαρχεί οριστικά ποτέ. Με δυο λόγια, στο μοντέλο αυτών των πεποιθήσεων, ένας   ά λ λ ο ς     κόσμος    δ ε ν   είναι εφικτός.

Αντιθέτως, η Βίβλος και ο Χριστιανισμός έφεραν την έννοια της ευθύγραμμης (ή μάλλον: της σπειροειδούς) πορείας του χρόνου, δηλαδή της πορείας του κόσμου προς ένα μέλλον το οποίο δεν έχει ξαναϋπάρξει. Έφεραν δηλαδή την έννοια της πορείας προς το απόλυτα καινούργιο! Κι επειδή όλοι οι κόποι του ανθρώπου (ακόμα και οι πιο υπέροχοι) υποτάσσονται τελικά στον θάνατο, γι’ αυτό η Ανάσταση επιτεύχθηκε από τον κορυφαίο αλληλέγγυο, από έναν Θεό ο οποίος δεν επισκέφθηκε απλώς τον κόσμο, αλλά έκανε τον κόσμο εαυτό του (αυτό σημαίνει η ευαγγελική επιμονή ότι η ενανθρώπιση ήταν πραγματική, και όχι περαντζάδα ή virtual reality). H Ανάσταση πραγματώθηκε από τον συμπάσχοντα και αλληλέγγυο Θεό ο οποίος, μέσω της πράξης του, θανατώνει τον θάνατο και προσφέρει στους ανθρώπους μια δυνατότητα, η οποία δεν μπορεί να προκύψει από την ανθρώπινη φθαρτότητα. Και είναι μια δυνατότητα, την οποία ο άνθρωπος καλείται να τη δεχτεί όχι μοιρολατρικά, αλλά με την απόφασή του και με την πράξη του! Να την κάνει τρόπο ζωής. Ναι! Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός! Αυτό σημαίνει σπάσιμο του κύκλου και τίναγμα του ταξιδιώτη κόσμου προς το ακατόρθωτο. Ιδού η έννοια της επ-ανάστασης!

Η χριστιανική ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι δεν αφορά απλώς ένα όραμα για αλλαγή του κόσμου, αλλά συνδέει αυτό το όραμα με την ύπαρξη και τη δράση Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η ανθρώπινη ιστορία ανοίγεται σ τ ο  ά π ε ι ρ ο ! Ξέρουμε πολύ καλά ότι, όποτε οι άνθρωποι μάνιασαν, μέσα σε μια ναρκισσιστική επαναστατικότητα, να ορίσουν και να επιβάλουν το τέρμα της ιστορίας, γεννήθηκαν τυραννίες. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι ένας τρόπος ζωής στην καθημερινότητα, εμπνευσμένος από τη ρήξη με τον θάνατο, ένας τρόπος ζωής που να φέρνει στο σήμερα το φως της Ανάστασης, ένας τρόπος ζωής ανοιχτός στην ελευθερία, τη δημιουργικότητα, την ευθύνη και τον αναστοχασμό. Να έχει δηλαδή μια επαναστατικότητα που να μην ξεψυχά δημιουργώντας ένα νέο κατεστημένο (άντε πάλι κύκλος!), αλλά που να κρίνει κάθε νέο κατεστημένο, και που να μη θέλει με το στανιό να φράξει την ιστορία. Είναι πάρα πολύ σημαντικό το να μη είναι η Δευτέρα Παρουσία στο τσεπάκι κανενός, αλλά να αποτελεί εξορισμού την έκπληξη.

Όσοι δηλώνουν Χριστιανοί, είναι τραγικό αν γιορτάζουν την Ανάσταση σαν ξόρκι που δεν διαποτίζει τη ζωή, και σαν φολκλόρ ανώδυνο. Τόσο ανώδυνο, που να μην τους εμποδίζει να στρατεύονται καθημερινά με τις δυνάμεις της μισαλλοδοξίας, της αδικίας και του αποκλεισμού (δηλαδή με τις δυνάμεις του θανάτου). Οι φριχτές αυτοαναιρέσεις είναι βαρύ ποινικό-πνευματικό μητρώο για μας τους θρήσκους!

Κι όσοι δηλώνουν άθεοι και πρόθυμοι για επανάσταση, ας σκεφτούν τη σκέψη μου αυτή. Πιθανολογώ ότι θα ακουστεί πολύ στρατευμένη, αλλά είναι απλώς βγαλμένη απ’ την ψυχή μου, προς ανθρώπους ψυχωμένους: Αν το άπειρο του Θεού δεν υπάρχει, τότε η επανάσταση θα είναι απλώς επαναστασούλα, προορισμένη να συντριβεί στο μπετόν αρμέ του τέλους μας. Από τη μια να θέλεις το σπάσιμο του φυσιοκρατικού κύκλου, κι από την άλλη να μην αντέχεις το άνοιγμά του, είναι τουλάχιστον αυτοτραυματισμός, φίλοι!

Ζητώ, λοιπόν, το ασύνηθες. Ζητώ από όσους εύχονταν «Καλή Ανάσταση», να σκεφτούν πόσο ουσιαστικό θα είναι, από την Κυριακή του Πάσχα, να λένε: «Χριστός Ανέστη!». Το «Χριστός Ανέστη» δεν είναι ευχή! Είναι δήλωση. Είναι κατάφαση του ότι, ναι, η ευχή που μέχρι χθες έδινα («καλή Ανάσταση») δεν ήταν κενή από νόημα, δεν ήταν κούφιο σχήμα λόγου για θνησιγενείς ομορφιές και για ελπίδες με ημερομηνία λήξης. Είναι, αντιθέτως, διαβεβαίωση ότι η Ανάσταση είναι κυριολεκτικά το μέλλον.  

ΠΗΓΗ

Αποικία Ορεινών Μανιταριών

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ / Δρ.  Θεολογίας – Συγγραφέα – ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα. Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] και [εδώ]

Του ΜΑΡΙΟΥ ΜΠΕΓΖΟΥ· τέως Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η επιδημία του κορονοϊού επιβάλλει σωρεία προληπτικών μέτρων αποφυγής της ανθρώπινης επαφής: χειραψίες, ασπασμοί, χειροφιλήματα, προσκυνήσεις, συνωστισμός σε ναούς. Αυτό πλήττει το εκκλησίασμα κάθε θρησκεύματος που συν-ευρίσκεται σε δημόσιο χώρο λατρείας. Ο ανίερος ιός γίνεται ιερός! Λόγω της Μ. Τεσσαρακοστής οι χριστιανοί συνωστίζονται σε ναούς εβδομαδιαίως περισσότερες φορές από ο,τι συνήθως, τόσο σε πρωινές όσο και σε βραδινές ώρες (λειτουργίες, ακολουθίες, λιτανείες, εορτές).

Ιατρικώς συνιστάται η αποφυγή του εκκλησιασμού λόγω συνωστισμού. Απαγορεύονται χαιρετισμοί (επαφή πρόσωπο με πρόσωπο), εναγκαλισμοί, χειραψίες, ασπασμοί (εικόνων ή προσώπων). Αποτρέπεται η μετάληψη της Θείας Κοινωνίας με το ίδιο μέσο (κουταλάκι, «κοχλιάριον» ή «λαβίδα» εκκλησιαστικώς αποκαλούμενη, και «μανδήλιον» σπογγίσματος).

Όλα αυτά πλήττουν την αυτοσυνειδησία των πιστών ανθρώπων και γεννούν διχασμό συνειδήσεων. Σε φυσικό, εμπειρικό κι ανθρώπινο επίπεδο κατανοούνται όλες οι απαγορεύσεις επιστημονικώς, ιατρικώς και υγειονομικώς. Σε μεταφυσικό, υπερβατικό και υπαρξιακό επίπεδο εξανίσταται η συνείδηση κάθε πιστού. Επίσης δυσανασχετούν οι άθρησκοι (όχι απαραιτήτως άθεοι, αλλά σίγουρα δύσπιστοι συμπολίτες μας) με την θρησκευτική περιφρόνηση της προληπτικής ιατρικής. Η δικαιολογημένη (παρότι υπερβολική ίσως σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις) αντίδρασή τους διατυπώνεται ως ειρωνεία, σκώμμα, αποτροπιασμός και χλευασμός («χριστιανοταλιμπανισμός»).

Ο απολογητικός αντίλογος των πιστών είναι το παράδειγμα της δισχιλιετούς πανανθρώπινης εμπειρίας από την ορθόδοξη πρακτική της θείας κοινωνίας. Για αιώνες σε όλα τα νοσοκομεία, φθισιατρεία, λοιμοκαθαρτήρια και λεπροκομεία οι πιστοί μεταλαμβάνουν αδιατάρακτα. Οι ιερείς «καταλύουν» την θεία κοινωνία (καθαρίζουν τα σκεύη, κατεσθίουν και καταπίνουν το περιεχόμενό τους) χωρίς ποτέ να έχει αναφερθεί κι ούτε να έχει συμβεί μετάδοση νοσήματος.

Το γεγονός εκλαμβάνεται θαυματουργικά από τους χριστιανούς κι ερμηνεύεται εκκλησιολογικά από τους θεολόγους. Οι άθρησκοι δυσπιστούν υποψιαζόμενοι αποσιώπηση των ενδεχομένων κρουσμάτων και δυσανασχετούν με την κατά την κρίση τους «ευπιστία» ή «θρησκοληψία» των πιστών συνανθρώπων μας.

Θεμελιώδες κριτήριο οφείλει να είναι η ατομική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη. Ελευθερία και ευθύνη «παντρεύονται» στην δημοκρατία μας: υπεύθυνη ελευθερία και ελεύθερη ευθύνη.

Πρέπει να αντιμετωπίζεται η προληπτική ιατρική απαγόρευση με αίσθημα προσωπικής ευθύνης, κοινωνικής αυτοσυνειδησίας και κοσμοθεωρητικής (θεολογικής ή / και ιδεολογικής) αντίληψης για την επιδημία. Καθένας συνάνθρωπος μας πράττει αυτό που νομίζει χωρίς να κρίνει τον άλλο και δίχως να κρίνεται από αυτόν: «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» – «συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην;» (Καινή Διαθήκη).

Αποφεύγονται μειωτικοί χαρακτηρισμοί («χριστιανοταλιμπάν») και υποτιμητικοί αφορισμοί («αντίχριστοι»). Δοκιμάζεται από καθένα / καθεμιά όποιος τρόπος κρίνεται λυσιτελής, αποτελεσματικός κι αποδοτικός για την αποτροπή κρουσμάτων τηρώντας ταυτόχρονα και διατηρώντας, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, τις προσωπικές πεποιθήσεις, μεταφυσικές αντιλήψεις και κοσμοθεωρητικές πίστεις μας, είτε θεολογικά είτε ιδεολογικά.

ΠΗΓΗ

Άωτον

Του ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
Διερωτώνται πολλοί φίλοι μου, καλόπιστα οι περισσότεροι, γιατί τόση εμμονή στην ανάγκη για λειτουργική αναγέννηση, και μάλιστα σε περίοδο σοβαρότατης ενδημικής κρίσεως. Πρώτα-πρώτα, γιατί η παρούσα ιώδης πανδημία αγγίζει την πεμπτουσία της Ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας, την Θεία Ευχαριστία. 
Σε περιόδους, άλλωστε, κρίσεως – όπως π.χ. κατά την μετά το Μεγάλο Σχίσμα – διατήρησε την αυθεντική κατανόηση του μυστηρίου par excellence της Εκκλησίας μας, αρνούμενη να δεχτεί μια μαγική (σακραμενταλιστική) θεώρησή της κατά τις αρχές του μεσαίωνα. Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει την επιμονή της Ανατολής στο ζήτημα της λειτουργικής «επικλήσεως» στην επίκληση του Αγίου Πνεύματος και όχι στην εκφορά – κατά μαγικό δηλαδή τρόπο – των κυριακών λόγων καθιερώσεως του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας (Λάβετε φάγετε, κ.λπ). Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, και η ενασχόληση με την βαθύτερη σημασία της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, με τη γνωστή σε όλους διατύπωση: «Η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις (δηλαδή την Ευχαριστία) σημαίνεται». Και μάλιστα σε εποχή που η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως περιστρεφόταν σε άλλα εξ ίσου σημαντικά ζητήματα (κτιστό-άκτιστο, ουσία-ενέργειες του Θεού κ.λπ). 
Δυστυχώς, στη συνέχεια λόγων των συνθηκών υποδούλωσης, και επομένως και θεολογικής υστέρησης, διολίσθησε και αυτή σε μαγικές θεωρήσεις. Στην νεώτερη, όμως περίοδο η θεολογική ανάκαμψη της Ορθόδοξης θεολογίας (Φλορόφσκυ, Σμέμαν, Μάγεντορφ, Ζηζιούλας κλπ) επανέφερε στο προσκήνιο την αυθεντική κατανόηση της Θ. Ευχαριστίας, το βιβλικό και αρχέγονο χριστιανικό υπόβαθρο της οποίας επιχείρησα κατά την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία να αναδείξω. Γι’ αυτό και όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος με παρακάλεσε να εκπροσωπήσω την Εκκλησία της Ελλάδος στο ιεραποστολικό τμήμα του ΠΣΕ, του αντέτεινα και την δημιουργία φορέα λειτουργικής αναγέννησης, που όχι μόνο αποδέχτηκε, αλλά και ως από παλιά υπέρμαχός της δημιούργησε Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως. 
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ιδανική τη συγκυρία – σε περίοδο μάλιστα που κινδυνεύει να διασυρθεί η Εκκλησία ως άκρως οπισθοδρομική και θέτουσα σε δεύτερη μοίρα την ηθική της ευθύνη έναντι του κοινωνικού συνόλου, να προχωρήσει σε ρυθμίσεις που βασίζονται στην αυθεντική – και όχι τη ιστορικά καθιερωμένη, κατά κύριο λόγο την δεύτερη χιλιετία – παράδοση της. 
Παρουσίασα συνοπτικά, μόλις ενέσκηψε και στη χώρα μας η κοροναϊκή κρίση, την ουσία και τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης ευχαριστιακής λειτουργίας. Άρχισε ως κοινό δείπνο πρόληψης και αναλαμπής των εσχάτων, της εσχατολογικής τραπέζης, δηλαδή ενός κόσμου διαφορετικού του συμβατικού, ενός κόσμου κοινωνίας, δικαιοσύνης, ειρήνης και θυσιαστικής προσφοράς και αλληλεγγύης. Οι πρώτοι χριστιανοί, ακολουθώντας την ανάμνηση του ιδρυτή τους, περιέφεραν το κοινό ποτήριο ως ένδειξη αδελφικής «κοινωνίας» (όρος που παρέμεινε μέχρι σήμερα, δυστυχώς τις περισσότερες φορές χωρίς τις ηθικές και οντολογικές του προεκτάσεις): «τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστιν…»
Αν χάσουμε την ουσία και διατηρήσουμε τους τύπους είμαστε ασυνεπείς προς την πίστη μας. Γι’ αυτό και θα πρότεινα στον Μακαριώτατο κατά την αυριανή σύνοδο (με ή χωρίς συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της χώρας) να προτείνει δραστικά μέτρα με βάση την ηθική του ευαγγελίου του Χριστού (ουχ ως οι Γραμματείς και Φαρισαίοι της εποχής του). 
Αυτή είναι το βασικό ΔΟΓΜΑ της Εκκλησίας, όπως πολύ επίκαιρα για την σημερινή συγκυρία διακήρυττε απευθυνόμενος προς τον διώκτη των χριστιανών Ρωμαίο αυτοκράτορα ο πρώτος απολογητής της Εκκλησίας Αριστείδης ο Αθηναίος: «ταύτα, ω Βασιλεύ, τα δόγματα αυτών εστιν», αναφερόμενος όχι σε θεολογικές διατυπώσεις αλλά στην ηθική και κοινωνική τους συμπεριφορά. 
Αυτήν την υπενθύμιση ακολούθησα κι εγώ σήμερα, και με πόνο ψυχής για πρώτη σχεδόν φορά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δεν μετείχα στην ευχαριστιακή σύναξη της ενορίας μου, και για πρώτη φορά μετά την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών μου σπουδών δεν μετείχα στην ευχαριστιακή τράπεζα της Βασιλείας, παρότι υπέρμαχος της Καθολικής συμμετοχής στο μυστήριο της «ζωής». Πιστεύω ακράδαντα πως η ηθική ευθύνη έναντι των συνανθρώπων μας προηγείται της προσωπικής θρησκευτικής υποχρέωσης.
ΠΗΓΗ

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Οι σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο και οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους αποτελούν το κεντρικό θέμα της παραβολής που περιέχεται στο Λου 15:11-32. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη περικοπή συνοψίζει το περιεχόμενο ολόκληρης της Αγίας Γραφής, αφού όλα όσα περιέχονται σ’ αυτήν στο ίδιο θέμα αναφέρονται.

Οι ιστορίες, οι αφηγήσεις, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα νομικά κείμενα, τα ποιήματα και τα τραγούδια, οι προφητείες, οι παραβολές και τα οράματα, όλα αρμονικά συνταγμένα σε ένα ενιαίο έργο, αποσκοπούν στο να φωτίσουν επιμέρους πλευρές αυτής της μακράς ιστορίας σχέσεων, που αρχίζει από τη δημιουργία του κόσμου και φτάνει μέχρι τα έσχατα. Και είναι γνωστό ότι οι σχέσεις αυτές καθορίζονται από την αρχή ως το τέλος από τους όρους της Διαθήκης. Μέσα στη μακραίωνη ιστορία των σχέσεών του με τους ανθρώπους ο Θεός δεσμεύεται με διάφορες υποσχέσεις απέναντί τους, θέτει όμως ως προϋπόθεση για την εκπλήρωσή τους και τη δέσμευση των ανθρώπων απέναντί του ότι θα τηρήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Διαθήκη που έχουν συνυπογράψει.

Οι υποσχέσεις, που ακολουθούν κάθε πρόσκληση των ανθρώπων από τον Θεό για συνεργασία, δεν έχουν την έννοια της προσφοράς ανταλλαγμάτων, αλλά αποτελούν απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και του συνεχούς ενδιαφέροντός του γι’ αυτόν. Η πλήρωση των υποσχέσεων προς τους πατριάρχες του Ισραήλ, με την εγκατάσταση στη Χαναάν μετά την έξοδο από την Αίγυπτο, αποτελεί απόδειξη της πιστότητας του Θεού και εγγύηση για την τελική εκπλήρωση όλων των υποσχέσεων που δόθηκαν στους προφήτες. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται η ανθρώπινη ευθύνη. Ο Θεός δεν διστάζει να προκαλέσει τους ανθρώπους με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Ελάτε να κριθούμε μεταξύ μας» (Ησα 1:16). Ο Θεός δέχεται να θέσει όλες του τις ενέργειες υπό τον ανθρώπινο έλεγχο, ενώ είναι προφανές ότι ουδείς άνθρωπος θα τολμούσε ποτέ να προκαλέσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον Θεό.

Παρ’ όλα αυτά ο Θεός δεν εγκαταλείπει τους ανθρώπους. Όταν θα νιώσει εγκαταλελειμμένος από τον λαό του, θα αναλάβει νέα πρωτοβουλία. Θα εξαγγείλει με το στόμα του προφήτη Ιερεμία τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας: «Έρχονται μέρες που θα συνάψω καινούργια διαθήκη με τον λαό του Ισραήλ και του Ιούδα· δεν θα ’ναι όμοια με τη διαθήκη που είχα συνάψει με τους προγόνους τους… επειδή εκείνοι δεν τήρησαν τη διαθήκη μου κι εγώ τους παραμέλησα… Θα βάλω τους νόμους στη συνείδησή τους και θα τους γράψω στην καρδιά τους. Θα είμαι ο Θεός τους κι αυτοί θα είναι ο λαός μου. Δεν θα διδάσκει πια ο καθένας τον συμπολίτη του ή τον συγγενή του προτρέποντάς τον: “Γνώρισε τον Κύριο”· γιατί όλοι τους θα με γνωρίζουν, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, γιατί θα συγχωρήσω τις αδικίες τους και δεν θα θυμηθώ πια τις αμαρτίες τους» (Ιερ 38:31-34).

Ο Θεός τήρησε και αυτή την υπόσχεσή του. Η νέα συμφωνία υπογράφτηκε μέσω του Ιησού Χριστού με τους μαθητές του. Τις καρδιές των χριστιανών χρησιμοποίησε αυτή τη φορά αντί για πέτρινες πλάκες, προκειμένου να γράψει τους όρους της συμφωνίας και τις αμαρτίες των χριστιανών συγχώρησε. Το ερώτημα όμως είναι αν πράγματι οι χριστιανοί ανταποκρίθηκαν στους όρους της νέας συμφωνίας, αν πράγματι γνώρισαν τον Θεό.
Όπως είναι γνωστό, πολύ συχνά ο Ιησούς, προκειμένου να κάνει το μήνυμά του κατανοητό στους απλούς ανθρώπους, μιλούσε με παραβολές. Έλεγε, δηλαδή, μια ιστορία, από το περιεχόμενο της οποίας μπορούσε να αντλήσει κανείς πολύτιμα ηθικά συμπεράσματα και υψηλές θεολογικές αλήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά, επειδή οι ιστορίες αυτές περιέχουν εντυπωσιακές εικόνες, να μένει κανείς στις εξωτερικές περιγραφές και να χάνει από τα μάτια του το βαθύτερο νόημά τους.

Η πολύ γνωστή «“Παραβολή του Ασώτου” είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της παρεξήγησης. Περιεχόμενο της παραβολής είναι η παράλληλη ιστορία δύο αδελφών, από τους οποίους ο μικρότερος πήρε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και το κατασπατάλησε, ενώ ο μεγαλύτερος έμεινε κοντά στον πατέρα του. Όταν ο άσωτος γιος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, ξαναγύρισε μετανοιωμένος στον πατέρα του, ο οποίος όχι μόνο δεν τον έδιωξε, αλλά και τον καλοδέχτηκε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του άλλου γιου του.

Αν και το πρόσωπο που φαίνεται να πρωταγωνιστεί στην ιστορία είναι ο άσωτος, στόχος της παραβολής είναι να διδάξει τις συνέπειες που έχει για τη ζωή των χριστιανών η αναγνώριση ότι ο Θεός είναι ο πατέρας τους. Προσεκτικότερη ανάγνωση της παραβολής θα δείξει ότι η μορφή που στην πραγματικότητα κυριαρχεί και στα δύο μέρη της είναι αυτή του σπλαχνικού πατέρα. Αυτός δίνει χωρίς αντίρρηση το μερίδιο στον γιο του που του το ζητάει, σεβόμενος την ελεύθερη επιλογή του. Αυτός είναι που καθημερινά περιμένει να γυρίσει ο γιος του και γι’ αυτό τον διακρίνει από μακριά. Αυτός είναι που δεν έχει την υπομονή να περιμένει να έρθει ο γιος του και να ζητήσει συγγνώμη, αλλά τρέχει πρώτος να τον προϋπαντήσει και να τον σφίξει στην αγκαλιά του χωρίς μνησικακία.

Ούτε για μια στιγμή δεν συζητάει ο πατέρας το αίτημα του γιου του να τον προσλάβει ως υπάλληλό του, αλλά τον αποκαθιστά αμέσως στην αρχική του θέση. Ακόμη και στους στίχους που αναφέρονται στην ασωτία και στη μετάνοια του μικρότερου γιου, στο υπόβαθρό τους βρίσκεται η μορφή του πατέρα. Αν δεν γνώριζε ο άσωτος την απροϋπόθετη αγάπη του πατέρα του, δεν θα αποφάσιζε ποτέ να επιστρέψει. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο μέρος της παραβολής τελειώνει με τη φράση: “ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε” που υπογραμμίζει την απέραντη χαρά του πατέρα. Και στο δεύτερο μέρος της παραβολής πάλι ο πατέρας είναι αυτός που βγαίνει για άλλη μια φορά από το σπίτι του για να παρακαλέσει τον μεγαλύτερο γιο του να συμμετάσχει στη χαρά της επιστροφής του αδελφού του. Έτσι, θα ήταν ορθότερο να ονομάζεται η σχετική περικοπή όχι “Παραβολή του Ασώτου” αλλά “Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα”.

Δεν είναι όμως μόνον οι ζωηρές εικόνες και η εντύπωση που προκαλεί η ιστορία οι αιτίες που συχνά περνά απαρατήρητο το βαθύτερο νόημά της. Επειδή οι ιστορίες αυτές είναι πολύ γνωστές, συνήθως τις προσπερνά κανείς γρήγορα, χωρίς να δίνει χρόνο στον εαυτό του για περισσότερες σκέψεις. Αποκαλώντας καθημερινά οι χριστιανοί στις προσευχές τους, καθώς λένε το “Πάτερ ημών”, τον Θεό “πατέρα” τους, θεωρούν σχεδόν αυτονόητη την αλήθεια αυτήν και σπάνια σκέφτονται τι πραγματικά σημαίνει αυτό για τη ζωή τους.

Και όμως, μια πιο προσεκτική μελέτη της Αγίας Γραφής θα δείξει ότι για να φτάσει η ανθρωπότητα σ’ αυτήν την τόσο αυτονόητη για τους σύγχρονους πιστούς αλήθεια χρειάστηκε να περάσει από πολλές περιπέτειες για πάρα πολλούς αιώνες. Οι αρχαίοι λαοί φαντάστηκαν και περιέγραψαν τους θεούς τους ως τρομερούς και φοβερούς, ως παντοδύναμους κυρίαρχους και ακατανίκητους πολεμιστές και απέδωσαν σ’ αυτούς απεριόριστες αγαθές ή καταστροφικές δυνάμεις. Ακόμη και ο Ισραήλ, παρά τη ζωντανή εμπειρία της παρουσίας του Θεού του στην ιστορία του, παρά την πεποίθησή του ότι έχει τον Θεό συμπαραστάτη και προστάτη του σε όλες τις δύσκολες στιγμές του, ποτέ δεν τον αισθάνθηκε τόσο οικείο, ώστε να τον αποκαλέσει “πατέρα”. Μόνο μετά την τρομερή καταστροφή του 587 π.Χ., όταν τα βαβυλωνιακά στρατεύματα θα ερημώσουν τη χώρα του, όταν η Ιερουσαλήμ θα μεταβληθεί σε ένα σωρό καμένων ερειπίων και ο λαός θα οδηγηθεί αιχμάλωτος στην Μεσοποταμία, τότε θα εμφανιστεί και πάλι ο Θεός στον προφήτη Ιερεμία, για να του αποκαλύψει μια νέα αλήθεια.

Οι λανθασμένες αντιλήψεις του λαού για τη σχέση του με τον Θεό τον οδήγησαν στην καταστροφή. Τώρα ο Θεός τους δίνει μια νέα ευκαιρία, αποκαλύπτοντας μέσω του προφήτη του ότι η καταστροφή δεν ήταν το τέλος, αλλά μια παιδαγωγική τιμωρία του Θεού-πατέρα προς τα παραστρατημένα παιδιά του. Ο μετανοιωμένος λαός, που γνώρισε τον Θεό ως τιμωρό, θα τον γνωρίσει τώρα ως στοργικό πατέρα που ξέρει να συγχωρεί και να κρατά πάντα ανοιχτή την αγκαλιά του περιμένοντας την επιστροφή των παιδιών του. Ο ίδιος ο Θεός προτρέπει με το στόμα του προφήτη τον λαό του: «Χαρείτε και αγαλλιάστε… διαλαλείστε και ψάλτε· διακηρύξτε: “Ο Κύριος τον λαό του έσωσε᾽᾽… Θα τους φέρω από τις χώρες του βορρά και από τα πέρατα της γης θα τους συνάξω… Έφυγαν κλαίγοντας από τη χώρα τους, μα θα τους παρηγορήσω επαναφέροντάς τους… γιατί έγινα πατέρας για τους Ισραηλίτες…» (Ιερ 38:7-9).

Το ίδιο παρήγορο μήνυμα θα εξαγγείλει λίγα χρόνια αργότερα εξ ονόματος του Θεού και ένας άλλος προφήτης που έζησε μαζί με τους αιχμαλώτους στην Βαβυλώνα: «Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβάσαι· από την Ανατολή θα φέρω πίσω τους απογόνους σου και από τη Δύση θα σας συναθροίσω. Και στον Βορρά θα πω “Δώσε τους πίσω”· θα πω στον Νότο “Πια μη τους κρατάς”. Φέρτε τους γιους μου από τη μακρινή τη χώρα, τις θυγατέρες μου από τα πέρατα της γης…». (Ησα 43:5-6).

Αυτό που οι αρχαίοι εκείνοι προφήτες οραματίστηκαν ως μελλοντική προοπτική για τον λαό του Ισραήλ έρχεται ο Ιησούς με την παραβολή του να το εξαγγείλει ως βέβαιη πραγματικότητα για όλους τους ανθρώπους. Αυτό που θέλει να τονίσει ο Χριστός με την παραβολή του είναι ότι η αγάπη του Θεού, όπως άλλωστε και κάθε πατέρα, δεν γνωρίζει όρια. Ό,τι και να κάνουν τα παιδιά του, όσο και να τον πικράνουν, πάντα κρατάει μια σπίθα αγάπης γι’ αυτά και είναι έτοιμος να τα συγχωρέσει και να τα συμπαρασταθεί μόλις του το ζητήσουν.

Στο σημείο όμως αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί η παρεξήγηση είναι εύκολη. Όπως διαβεβαιώνει ο απόστολος Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από την Α´ Προς Κορινθίους Επιστολή του: «Όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν είναι όλα προς το συμφέρον μου. Όλα μου επιτρέπονται, εγώ όμως δεν θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει» (6:12). Ο Θεός, όπως και ο πατέρας της παραβολής, δεν βάζει όρους, δεν θέτει κανέναν περιορισμό στα παιδιά του. Τα πάντα επιτρέπονται, όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές μπροστά στον άνθρωπο. Γνώμονας όμως για τις επιλογές του χριστιανού είναι η υπόμνηση, με την οποία τελειώνει η αποστολική περικοπή: «Δεν ανήκετε στον εαυτό σας. σας αγόρασε ο Θεός και πλήρωσε το τίμημα. Αυτόν, λοιπόν, να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας που ανήκουν στον Θεό» (6:19-20). Ό,τι έχουν οι άνθρωποι προέρχεται από τον Θεό και ανήκει σ’ αυτόν. Ο άνθρωπος, επομένως, είναι διαχειριστής των αγαθών που του δίνει ο Θεός, και ως διαχειριστής οφείλει να κάνει τις επιλογές του· να δοξάσει τον Θεό, χρησιμοποιώντας τα αγαθά που του προσφέρει ή να κυριευτεί από αυτά και να χάσει τον προσανατολισμό του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα απώλειας του προσανατολισμού είναι η αντίδραση του μεγαλύτερου γιου της παραβολής, την οποία ίσως και να συμμερίζονται πολλοί ευσεβείς χριστιανοί. Δεν είναι λίγοι οι πιστοί εκείνοι που θεωρούν ότι ο Θεός πρέπει να είναι ακριβοδίκαιος, τιμωρώντας τον αμαρτωλό όπως του αξίζει και αμείβοντας τον ενάρετο. Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η συγκεκριμένη παραβολή διαβάζεται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αμέσως μετά την Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου. Γιατί τονίζει ότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση ενός αισθήματος δικαίου, αλλά εκδηλώνεται πρωτίστως ως αγάπη που προτρέπει κάθε αμαρτωλό άνθρωπο σε μετάνοια και επιστροφή στην πατρική οικία. Τονίζει ακόμα ότι η επιστροφή αυτή, ενώ σημαίνει την πλήρη αποκατάσταση εκείνου που καταφεύγει στη θεία προστασία, δεν στερεί τίποτε από εκείνον που βρίσκεται συνεχώς κάτω από αυτήν. Από τη στιγμή που αναγνωρίζει κανείς τον Θεό ως πατέρα του, αναγνωρίζει και όλους τους ανθρώπους ως αδέλφια του. Και από τη στιγμή που διαπιστώνει πόσο απλόχερα προσφέρει ο Θεός-πατέρας τα αγαθά του, κατανοεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τα αγαθά αυτά για την ατομική του προβολή και καταξίωση.

Η Παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα θέτει τον χριστιανό απέναντι σε μια σειρά από ερωτήματα, στα οποία επείγει να δώσει αμέσως μια απάντηση. Η συμπεριφορά του χριστιανού δεν μπορεί να ταυτίζεται ούτε με την ασωτία του ενός γιου ούτε με τη μικροψυχία του άλλου. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που έρχεται, είναι η καταλληλότερη για περισυλλογή και αυτοέλεγχο. Ό,τι και να προκύψει από τον αυτοέλεγχο αυτόν, ο Χριστός βεβαιώνει ότι ο πλούτος του πατέρα όλων των ανθρώπων είναι ανεξάντλητος και ότι η πόρτα του σπιτιού του παραμένει πάντα ανοιχτή.

ΠΗΓΗ:

ORTHODOXIA INFO

Του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Η Αποστολική περικοπή, που διαβάζεται στη Θεία Λειτουργία τη B΄ Κυριακή του Τριωδίου μαζί με την Ευαγγελική παραβολή του ασώτου υιού ή ορθότερα του Εύσπλαχνου Πατέρα, είναι από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή 6, 12-20 που σε μετάφραση είναι η εξής:

«Αδελφοί, μερικοί μεταξύ σας λένε: «Ολα μού επιτρέπονται». Σωστά· όλα όμως δεν είναι προς το συμφέρον μου. ‘Ολα μού επιτρέπονται, εγώ όμως δε θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει. 13 Λένε επίσης: «Οι τροφές προορίζονται για την κοιλιά και η κοιλιά είναι καμωμένη για τις τροφές»· ο Θεός όμως θα τα αχρηστέψει και το ένα και το άλλο. Το σώμα δεν έγινε για να πορνεύουμε, αλλά για να δοξάζουμε τον Κύριο, και ο Κύριος θα δοξάσει το σώμα. 14 Και ο Θεός που ανέστησε τον Κύριο, με τη δύναμή του θα αναστήσει κι εμάς. 15 Δεν ξέρετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του σώματος του Χριστού; Μπορώ, λοιπόν, να πάρω κάτι που είναι μέλος του σώματος του Χριστού και να το κάνω μέλος του σώματος μιας πόρνης; Ποτέ τέτοιο πράγμα! 16 ‘Η μήπως δεν ξέρετε ότι αυτός που ενώνεται με μια πόρνη γίνεται ένα σώμα μαζί της; Γιατί, καθώς λέει η Γραφή, οι δύο θα γίνουν ένα σώμα. 17 ‘Οποιος όμως ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μαζί του. 18 Μακριά λοιπόν από την πορνεία! Κάθε άλλο αμάρτημα που μπορεί να διαπράξει κανείς βρίσκεται έξω από το σώμα του· αυτός όμως που πορνεύει βεβηλώνει το ίδιο του το σώμα. 19 ‘Η μήπως δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας; Δεν ανήκετε στον εαυτό σας· 20 σας αγόρασε ο Θεός πληρώνοντας το τίμημα. Τον Θεό λοιπόν να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, που ανήκουν σ’ εκείνον».

Κεντρική έννοια στην περικοπή είναι το σώμα υπό το πρίσμα της ελευθερίας και ευθύνης. Πρόκειται για βασική έννοια στην ανθρωπολογία και την εκκλησιολογία του Αποστόλου Παύλου. Το σώμα χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολό της. Διαρχικές απόψεις, που διακρίνουν το σωματικό-υλικό στοιχείο που πρόκειται να καταστραφεί με τον θάνατο και το ψυχικό-άυλο που είναι αθάνατο, προέρχονται από την Πλατωνική φιλοσοφία, δεν παρατηρούνται όμως στις επιστολές του Παύλου, εφόσον ο άνθρωπος για τον Απόστολο είναι ενιαίος. Το σώμα ιδιαίτερα είναι βασικό στοιχείο της Παύλειας ανθρωπολογίας, και δεν νοείται ύπαρξη του ανθρώπου είτε τωρινή είτε μελλοντική χωρίς σώμα. Είναι φυσικό λοιπόν η τοποθέτηση έναντι του σώματος, τόσο του Παύλου όσο και της χριστιανικής θεολογίας γενικότερα, να είναι θετική.

Τον βασικό αυτό ανθρωπολογικό όρο χρησιμοποιεί ο Παύλος και στην εκκλησιολογία του. Η Εκκλησία, γράφει, αποτελεί Σώμα Χριστού. Πράγματι ο όρος αυτός προσφέρεται για να εκφράσει τη συλλογικότητα και την ενότητα των μελών της Εκκλησίας, η οποία ως σώμα έχει στενή και οργανική σχέση με την κεφαλή του σώματος που είναι ο Χριστός καθώς και με τα υπόλοιπα μέλη του σώματος που είναι οι πιστοί. Επιπλέον η θετική αξιολόγηση του σώματος σε ανθρωπολογικό επίπεδο τονίζεται ακόμη περισσότερο με τη διδασκαλία του Απ. Παύλου ότι αυτό αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύματος «Η μήπως δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που σας το χάρισε ο Θεός και βρίσκεται μέσα σας;», (στίχ. 19 του αναγνώσματος).

Δεδομένης λοιπόν της μεγάλης αξίας και θετικής εκτιμήσεως του σώματος από τη χριστιανική σκέψη, συνάγονται από το αποστολικό ανάγνωσμα οι ακόλουθες πρακτικές συνέπειες:

1. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το σώμα του. Οι Κορίνθιοι επικαλούνται την εν Χριστώ ελευθερία για να δικαιολογήσουν κάποιες επιλογές τους. Βέβαια ο Παύλος τονίζει ιδιαίτερα στις επιστολές του την ελευθερία του χριστιανού ως δώρο του Χριστού, στην περικοπή μας ωστόσο θέτει ένα όριο στην ελευθερία: κι αυτό είναι η ευθύνη του ανθρώπου που πρέπει να την συνοδεύει. Στο «’Ολα μού επιτρέπονται» που διατείνονται οι Κορίνθιοι και ενδεχομένως κι άλλοι χριστιανοί, ο Παύλος απαντά με το «όλα όμως δεν είναι προς το συμφέρον» και με το «εγώ όμως δεν θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει». Η απάντηση αυτή του Παύλου δείχνει την ευθύνη του ανθρώπου. Η ελευθερία δεν συνεπάγεται με κανένα τρόπο ασυδοσία αλλά ευθύνη.

2. Οι σεξουαλικές παραβάσεις και υπερβάσεις προσβάλλουν το σώμα του ανθρώπου και ως εκ τούτου προσβάλλουν τον Θεό δημιουργό του σώματος. Ο Παύλος ζητάει από τους χριστιανούς αναγνώστες της επιστολής να δοξάζουν τον Θεό με όλο το είναι τους («λοιπόν να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, που ανήκουν σ’ εκείνον», στίχ. 20).

3. Η ιερότητα του σώματος οφείλεται όχι μόνο στο ότι δημιουργήθηκε από τον Θεό αλλά και στο ότι αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το χαρακτηριστικό συνδέει ανθρωπολογία και εκκλησιολογία του Παύλου: Το ίδιο Άγιο Πνεύμα που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της εκκλησίας», κατά τον ύμνο της Πεντηκοστής, κατοικεί μέσα στον άνθρωπο.

4. Η σημασία, τέλος, του σώματος υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι τόσο ο Παύλος όσο και η Εκκλησία δεν νοούν μελλοντική μεταθανάτιο ύπαρξη του ανθρώπου χωρίς σώμα, το χαρακτηρίζουν όμως στην περίπτωση αυτή «σώμα πνευματικόν». Όταν το σύμβολο πίστης της Εκκλησίας τελειώνει με τη φράση «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», δεν εννοεί ανάσταση ενός μόνο μέρους του ανθρώπου (π.χ. της ψυχής) αλλά συνόλου του ανθρώπου.

Τέλος, διάφορες τάσεις υποτιμήσεως του σώματος εκ μέρους ορισμένων χριστιανών δεν στηρίζονται στην Αγία Γραφή και στη θεολογία της Εκκλησίας αλλά οφείλονται σε επίδραση διαρχικών φιλοσοφικών απόψεων, ξένων προς τη χριστιανική ανθρωπολογία. Κι ακόμη κάτι σημαντικό: Η άσκηση του σώματος στον Μοναχισμό δεν γίνεται για να καταστραφεί το σώμα αλλά για να απαλλαγεί από τα πάθη και να γίνει αντάξιο του Δημιουργού του.

ΠΗΓΗ:

ΟRTHODOXIA INFO