Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μεγάλο μέρος του ιατρικού προσωπικού των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα και μεγαλύτερο (ίσως) του νοσηλευτικού προσωπικού αρνούνται να εμβολιαστούν για προστασία από τον εφιάλτη του κορωνοϊού – ο Τύπος και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έδωσαν έμφαση στην πληροφορία. Τα ερωτήματα που γεννώνται από αυτή την εντυπωσιακή, αυθόρμητη άρνηση είναι πολύ δύσκολο να βρουν ξεκάθαρη, πειστική απάντηση.

Φοβίζει, ασφαλώς, η διαπλοκή της ιδιοφυούς υπερσύγχρονης εργαστηριακής έρευνας με ένα ιλιγγιώδες οικονομικό κόστος, αλλά και με μια μυθώδη κερδοφορία, που ασφαλώς θα προκύψει από τέτοιας εμβέλειας εμπόρευμα. Φοβούνται οι έμπειροι των «επιστημών υγείας», γιατροί και νοσηλευτές, μήπως ένας τέτοιος εξωφρενικός πλουτισμός ξεστρατίσει την έρευνα (και τις βιομηχανικές εφαρμογές της) σε προτεραιότητες κυρίως ορέξεων πλούτου και δευτερευόντως στόχων δημόσιας υγείας.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα πανίσχυρα, μεγάλα στρατόπεδα που περίπου μοιράζονται τον πλανήτη σε επιρροή ισχύος «μοίρασαν» αυτονοήτως και την εκμετάλλευση της επιστημονικής έρευνας και των αποτελεσμάτων της σε τρία προϊόντα του ανταγωνισμού τους: κινέζικο εμβόλιο, ρώσικο, γερμανο-αμερικανικό. Τώρα η κυρία Μέρκελ, με τον απαιτούμενο «ανέμελο» ενθουσιασμό, συνδιαλέγεται, επιδιώκοντας κάτι σαν επανασχεδιασμό της παραγωγής και κατανομής των εμβολίων. Είναι μια κίνηση που μάλλον σχετικοποιεί τον ιατρικό και νοσηλευτικό σχεδιασμό, για χάρη της εξισορρόπησης παγιωμένων φιλοδοξιών ισχύος.

Φυσικά, οι διεθνείς πρωτοβουλίες, από μόνες τους, δεν δικαιολογούν γιατρούς και νοσηλευτές να παραγνωρίζουν τον εξ ορισμού φιλάνθρωπο (ακόμα και με αφελή νοο-τροπία «ανθρωπισμού») χαρακτήρα του εμβολίου. Ισως παραμονεύει η καχύποπτη πάντοτε φοβία όλων μας για τους ραγδαία πλουτίζοντες: Πρέπει να εμβολιαστεί περίπου το 60% του πληθυσμού της γης, για να δημιουργηθεί «ανοσία αγέλης» και ο γήινος πληθυσμός υπερβαίνει τα επτάμισι δισεκατομμύρια ατόμων. Επομένως, η παραγωγή και η διάθεση του εμβολίου σε τέτοιες ποσότητες ιλιγγιώδεις εύκολα θα καταστήσουν κάποιες μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ισχυρότερες οικονομικά από ένα κράτος –ικανές να εκβιάσουν οργανωμένα κράτη.

Ασφαλώς υπάρχουν ήδη σήμερα ιδιώτες που η περιουσία τους ξεπερνάει το ΑΕΠ κρατών. Αυτή η υπεροχή καθεαυτήν δεν συνιστά οπωσδήποτε απειλή, ακυρώνει ωστόσο προκλητικά την κοινωνική λειτουργία και σκοποθεσία του χρήματος. Κοινωνία συγκροτείται, είχε ορίσει ο Αριστοτέλης, όταν η «χρεία» των ανθρώπων καλύπτεται με αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση των αναγκών τους («το αντιπεπονθός κατ’ αναλογίαν»): Οι ανάγκες μπορούν να κοινωνούνται, όταν συγκρίνονται και η σύγκριση – μέτρηση αποτυπώνεται σε κοινό νόμισμα (το νόμισμα μετράει «πόσα παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων»). Όταν το συγκεκριμένο νόμισμα-χρήμα αυτονομηθεί από την αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση (από μεγέθη πραγματικών αναγκών – την ανταλλαγή και τη δοσοληψία), αναιρείται το κοινωνικό γεγονός, η κοινωνία της χρείας, οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής.

Στον 21ο αιώνα, όπου βρισκόμαστε, είναι πια φανερό ότι η λειτουργία της οικονομίας έχει αυτονομηθεί από τον στόχο της κοινωνίας των αναγκών. Ο κοινός τρόπος του βίου (πολιτισμός μας) καυχάται που είναι ατομοκεντρικός, πολιτισμός του cogito. Σκέπτομαι άρα υπάρχω, και υπάρχω σημαίνει κατέχω, κυριαρχώ, απολαμβάνω. Η χαρά της ζωής αντλείται από την κατοχή, κυριαρχία, ηδονή, όχι από τη σχέση, τη δημιουργική αυτοπροσφορά, τον αυθυπερβατικό έρωτα.

Ασφαλώς και συντηρούμε τη χρηστική ανάγκη να τιθασεύεται η εγωτική απληστία με συμβάσεις, «συντάγματα», νομοθεσίες. Συντηρούμε προσχήματα «δημοκρατίας», δήθεν «ελεύθερων επιλογών», κοινής χρησιμότητας θεσμών, αλλά ταυτόχρονα η ατομική κατασφάλιση θωρακίζεται με την απόλυτη προτεραιότητα του «ατομικού δικαιώματος». Για να υπάρξει και να λειτουργήσει «κοινωνία» σχέσεων, αναγκών, ελπίδας, χρειάζεται άλλη λογική, όχι ο εγωτισμός του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Στον σημερινό πολιτισμό του «δικαιώματος» ο άνθρωπος λογαριάζεται απρόσωπο άτομο, ουδέτερη μονάδα ομοειδούς συνόλου – δεν παράγει μοναδικότητα μέσα από τη δυναμική σχέσεων κοινωνίας, αντλεί χρηστική μοναδικότητα από έναν Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, ΑΜΚΑ ή όποια άλλη σύμβαση. Επαρκεί ως ταυτότητα η συμβατικά αριθμημένη διαφορά, η νομική (κρατική) υπηκοότητα. Και «υπήκοος» σημαίνει: υποταγή σε όποιο κράτος (εξουσία) μας αντιπαρέχει ταυτότητα.

Η ίδια χρηστική λογική παρέχει στο άτομο και πολλαπλή υπηκοότητα – η ταυτότητα δεν απηχεί υπαρκτική μοναδικότητα, μόνο επιλογή αυτοκαθορισμού. Η ισχύς του «δικαιώματος» υπερβαίνει το πεδίο επιλογών συμπεριφοράς, διεκδικεί και το πεδίο της ύπαρξης: η εξουσία θεσμοποιεί πολλαπλούς γάμους, επιλογή αλλαγής του φύλου, αλλαγή της επωνυμίας. Τίποτε σήμερα, σε πανανθρώπινη κλίμακα, δεν προϋποθέτει τον άνθρωπο ως «ζώον κοινωνικόν». Ο ατομισμός είναι ο αυτονόητος υποχρεωτικός άξονας της λογικής του βίου. Το άτομο ξέρει μόνο να επιλέγει, όχι να κοινωνεί.

Το ατομοκεντρικό μας, σήμερα, ακοινωνησίας «παράδειγμα» είναι παγιδευμένο στον αυγουστίνειο και προτεσταντικό νομικισμό (ατομική αξιομισθία, ατομική σωτηρία) – αυτόν κηρύττουν (προπαγανδίζουν) σχεδόν η ολότητα επισκόπων και ιεροκηρύκων μας. Το προσδοκώμενο δεν είναι ένας χαρισματικός πρωθυπουργός, αλλά ίσως κάποιοι εκκλησιαστικής αυθεντικότητας επίσκοποι. Ίσως.

ΠΗΓΗ

Χρῆστος Γιανναρᾶς. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ: Χάρισμα Φίλων

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Αν υπάρχει ένα ακαταμάχητο τεκμήριο της παρακμής μας των σημερινών Ελλήνων, δεν είναι η ολοκληρωτική οικονομική χρεοκοπία του κωμικού μας κρατιδίου ούτε η ανίατη, μικροπρεπέστατη συμφεροντολαγνεία όσων διαχειρίζονται την εξουσία και όσων τη διεκδικούν. Δεν είναι η κατακόρυφη πτώση επιπέδου της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ο εξωφρενικός πρωτογονισμός της δημόσιας «πληροφόρησης» και «ψυχαγωγίας», η ανυποληψία του σχολείου, ο ιλιγγιώδης εκπεσμός των πανεπιστημίων. Δεν είναι ο αδίστακτος σε αναισχυντία αμοραλισμός, η διαστροφή ως «δικαίωμα», η αρνησιπατρία ως κορδακισμός, η ατιμία ως προϊόν. Ούτε είναι το ξέφρενο ξεπούλημα κάθε στοιχείου κοινωνικής περιουσίας – οδικών δικτύων, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων, ηλεκτροδότησης, τηλεπικοινωνιών, υποδομών τουρισμού – δεν απομένει τίποτε από αυτά και από ανάλογα απειράριθμα «τζιβαϊρικά πολυτίμητα». Το εφιαλτικότερο τεκμήριο παραίτησής μας των Ελλήνων από τη μετοχή στην Ιστορία είναι ότι παρακάμψαμε απεγνωσμένες προειδοποιήσεις για τον επερχόμενο εφιάλτη του ιστορικού μας τέλους.

Ποιος από τους επαγγελματίες της εξουσίας έδειξε ποτέ ότι γνωρίζει και παίρνει στα σοβαρά τις εκκλήσεις για πολιτική εντιμότητα, ανιδιοτέλεια και σωφροσύνη, που κατέθεταν οι Νέστορες του δημόσιου βίου; Σύμβολα ελληνοπρέπειας και χαρισματικής ωριμότητας, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Θεοτοκάς, ο Λορεντζάτος, ο Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις και όσοι ανάλογοι. Δεν έχει ακουστεί ένας πολιτικός (ένας, για δείγμα) να δείξει ότι τους πρόσεξε ή, τουλάχιστον, ότι έχει διαβάσει τον μάλλον κορυφαίο της διαγνωστικής οξυδέρκειας που γνώρισε στις μέρες μας η ελληνική κοινωνία: τον Παναγιώτη Κονδύλη.

Θα περίμενε κανείς, όσοι φιλοδοξούν σήμερα να ασκήσουν πολιτική στην Ελλάδα, να κυκλοφορούν έχοντας παραμάσχαλα τη «Θεωρία πολέμου» του Κονδύλη και έχοντας αποστηθίσει, τουλάχιστον, το «Επίμετρο: Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Το 1997 εκδεδομένο το βιβλίο, και μέσα σε δεκαπέντε μόλις χρόνια οι προβλέψεις του επαληθεύονται με απίστευτη ακρίβεια. Έγραφε: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση (και πάντως τα ισχυρότερα μέλη της), μη μπορώντας να δώσει στην Τουρκία όλα όσα επιθυμεί, θα επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο…

Θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές ειρωνείες, τις οποίες τόσο συνηθίζει η Ιστορία: Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίστηκε ψυχή τε και σώματι στην Ευρώπη για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας». ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΠΡΩΤΗ, επαληθευμένη εκπληκτικά.

«Δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά… να αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και καθήκον του “εξευρωπαϊσμού” της – αφού μάλιστα οι “πολιτισμένοι άνθρωποι” που έχουν ξεπεράσει τους “εθνικιστικούς αταβισμούς”, δεν ξεκινούν πολέμους… για κυριαρχικά δικαιώματα»! ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, ψηλαφητά επαληθευμένη.

«Η ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έμπρακτα ότι… οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. Καμιά συμμαχία και καμιά προστασία δεν κατασφαλίζει, όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Τα “δίκαια” της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος που ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και “προγράμματα στήριξης”». ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ – ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΤΡΙΤΗ, ανατριχιαστικά ρεαλιστική.

«Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, το παιχνίδι, ξέρουμε από τώρα ότι είναι χαμένο… Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα… αποδεικνύοντας πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας, ακριβώς μέσω του “ευρωπαϊκού δρόμου”… Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται, ανεπαίσθητα, γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφόσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος – αρκεί να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός». ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ, επαληθευμένη χειροπιαστά.

«Την κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά σιγά να την ονομάζουν “πολιτισμένη συμπεριφορά”, “υπέρβαση του εθνικισμού”, “εξευρωπαϊσμό”… Το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοριοποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού… απαιτεί την επιτέλεση ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους… Βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας». ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗ αυτή, και τελεσίγραφο.

Τι μπορεί να προσφέρει οποιοσδήποτε δημόσιος λόγος, όταν δεκαπέντε χρόνια μετά από ένα τέτοιο κείμενο, οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα εξακολουθούν να στελεχώνονται με τη λογική της συλλογικής ευφραντικής ασχετοσύνης.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Είπε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Λένε (ορισμένοι πολιτικοί) ότι θέλουν να χωρίσουν την Εκκλησία από το κράτος. Αν μπορούσαν να χωρίσουν και τον λαό από το κράτος θα ήταν το τέλειο!» (η παράθεση από μνήμης).

Είναι φανερό, από σωρεία ενδείξεων, ότι το 1821 οι Έλληνες δεν ξεσηκώθηκαν για να ιδρύσουν έθνος – κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Στόχος αυτονόητος ήταν «να πάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ο ίδιος ο Όθωνας, με την είδηση θανάτου του σουλτάνου Μαχμούτ (1839), ήταν έτοιμος να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να στεφθεί αυτοκράτορας! Όμως το κατεπείγον, από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, ήταν να διακηρυχθεί, με την ορολογία της εποχής, η συγκρότηση πολιτειακού σχήματος που να πραγματώνει την επανένταξη των Ελλήνων στην κοινωνία των εθνών.

Η καθολικευμένη στην Ευρώπη ορολογία-γλώσσα της εποχής έλεγε «θρησκεία» και εννοούσε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό – η Ορθοδοξία αφορούσε στα σλαβικά φύλα, όχι στην κυρίως Ευρώπη, όπου διεκδικούσαν θέση οι Έλληνες. Επιπλέον, όταν τα «Συντάγματα» των εξεγερμένων Ελλήνων χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Η επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», ήταν αδύνατο να έχουν διαγνώσει τον αντιθετικό νοηματικό χαρακτήρα που εύστοχα προσδόθηκε στις λέξεις «εκκλησία» και «θρησκεία» περίπου στα μέσα του 20ού αιώνα.

Ας μου επιτραπούν τηλεγραφικές διευκρινίσεις: Η λέξη «θρησκεία» παραπέμπει σε ένα απολύτως ατομοκεντρικό γεγονός: ατομικές πεποιθήσεις, ατομική πειθάρχηση σε ηθικές εντολές, ατομική συμμετοχή στη λατρεία, τελικά και ατομική «σωτηρία»: συνέχιση της ατομικής ύπαρξης σε έναν «υπερβατικό», αέναο χρόνο. Η λέξη «εκκλησία» σήμαινε αρχικά τη σύναξη, μάζωξη, συνάθροιση των πολιτών, που αποφάσιζε για τον συλλογικό βίο. Και, στη συνέχεια, έναν τρόπο ύπαρξης και βίου, που πραγματώνει τη ζωή ως σχέση, ως κοινωνία αναγκών, ελπίδων, στόχων. Μια αληθινή σχέση που ελευθερώνει την ύπαρξη από τον χρόνο, όπως την ελευθερώνει και ο έρωτας.

Διακόσια χρόνια τώρα, το μικρό κομμάτι του Ελληνισμού που ελευθερώθηκε, ζει μέσα σε ένα ψέμα αυτοκαθορισμού του. Αποτυπωμένο το ψέμα σε όλα τα Συντάγματα, από το πρώτο, της Επιδαύρου (1822), ως τον σημερινό πασοκικό τραγέλαφο, επαναλαμβάνουν το ίδιο «θεμελιώδες» άρθρο: «Επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».

Το «επικρατούσα θρησκεία» κραυγάζει ότι είναι δάνειο από τη Δύση. Σημαίνει μια ατομική επιλογή που υπερτερεί αριθμητικά, δεν σχετίζεται με την ταυτότητα του Έλληνα.

Γι’ αυτό και στα τρία πρώτα Συντάγματα (Επιδαύρου, Άστρους, Τροιζήνας) είναι σαφής η ανάγκη να καθοριστεί ποιος είναι ο Έλληνας – τι κάνει τον Έλληνα να είναι Έλληνας: η φυλή, η γεωγραφία, μια κοινή ιδεολογία; Ορίζουν λοιπόν και τα τρία πρώτα Συντάγματα ότι:

«Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (Επίδαυρος, 1822).

– Ακριβής επανάληψη και στο Σύνταγμα του Άστρους (1823).

«Έλληνες είναι, όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν διά να συναγωνισθώσιν ή να κατοικήσωσιν εις αυτήν. Όσοι εις ξένας Επικρατείας είναι γεννημένοι από πατέρα Ελληνα» (Τροιζήνα, 1827).

Η λέξη «πολιτισμός» σημαίνει τον «τρόπο βίου στην πόλη» και κατά προέκταση τον κοινό «τρόπο βίου». Σήμερα η σημασία των λέξεων (δηλαδή, η νοο-τροπία, ο τρόπος-του-νοείν) έχει αλλάξει ριζικά. Όταν τότε οι Έλληνες έλεγαν πιστεύω, έχω πίστη, εννοούσαν: εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη. Η πίστη δεν ήταν εγωτική πεποίθηση, ατομική επιλογή ιδεολογίας και ηθικού κώδικα, ήταν τρόπος ζωής, τρόπος σχέσεων. Όπως αγαπάς τη μητέρα σου ή η μητέρα το παιδί της, όπως η φιλία, όπως ο έρωτας δεν είναι επιλογές «πεποιθήσεων» ή καλλιέργεια συναισθημάτων, έτσι και η μετοχή στην Εκκλησία ήταν σχέσεις, τρόπος ύπαρξης, πράξη αυθόρμητη, καθημερινή – σταυροκόπημα, αναμμένο καντήλι, κοινή όλων νηστεία, διάλογος με τους αγίους (όπως ο Μακρυγιάννης με τον Αϊ-Γιάννη), μετοχή στη γιορτινή χαρά της Κυριακής και κάθε πανηγύρεως.

Ζούμε σε άλλη κοινωνία από αυτήν που έσωζε κάποτε ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτήν που προϋπέθεταν τα πρώτα Συντάγματα της ανεξαρτησίας. Σήμερα έχει αλλάξει και η σημασία των λέξεων, η νοο-τροπία (τρόπος-του-νοείν). Με απλοϊκό ορθολογισμό πρέπει να παραδεχτούμε ότι γι’ αυτό το σαφέστατο ιστορικό τέλος της Ελληνικής Διαφοράς, τέλος της Ελληνικότητας, ευθύνη καίρια έχει ο ελλαδικός κλήρος, οι επίσκοποι.

Ανέχθηκαν και ανέχονται να χαρακτηρίζεται στο Σύνταγμα η Εκκλησία σαν «επικρατούσα θρησκεία». Αυτή τη θρησκειοποίηση τη θέλουν, τους βολεύει. Είναι υπάλληλοι του κράτους, τους μισθοδοτεί, για τις δικές του σκοπιμότητες, το επίσημα και υποχρεωτικά άθεο κράτος. Η επισκοπική ηγεσία της Εκκλησίας συνήθως από κοινωνικά στρώματα πολύ χαμηλής καλλιέργειας, ζουν σαν μαικήνες και άρχοντες, με στόλο ιδιωτικών αυτοκινήτων, επαύλεις, παραθαλάσσια θέρετρα, σωρεία υποκόμων – κάποιοι απαιτούν μέχρι και 4.000 ευρώ για να λειτουργήσουν σε ενορία της επισκοπής τους! Ίσως οι λιγότεροι. Αλλά οι υπόλοιποι σιωπούν.

Το χειρότερο από όλα: Έχουν αλλοτριώσει το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ζωής και αλήθειας σε, χυδαία χρησιμοθηρικό, κηρυγματικό ηθικισμό. Κήρυγμα, ιδεολογική προπαγάνδα, ωφελιμολογία – ούτε λέξη για το νόημα της ζωής και του θανάτου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μάλλον θα συμφωνούσαμε όλοι με την απλοϊκή διαπίστωση ότι «θα είναι κρίσιμη η καινούργια χρονιά». Η γενίκευση γίνεται εύκολα παραδεκτή, ο καθένας μας έχει στον νου του και μια διαφορετική πιστοποίηση κρισιμότητας. Δυσκατάποτος είναι ο ρεαλισμός του συγκεκριμένου και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων.

Πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι έχουν μεταλλαχθεί οι όροι (προϋποθέσεις) και οι τρόποι (θεσμικές λειτουργίες) του ανθρώπινου βίου. Κάποτε η ανθρώπινη ύπαρξη λειτουργούσε στο πεδίο των σχέσεων (οικογένεια, κοινότητα, πόλις, πατρίδα), σήμερα επιβιώνει, πρωταρχικά, με θωράκιση του εγώ (χαλαρή έως ανύπαρκτη οικογενειακή συνοχή, χρηστική εκδοχή του σχολείου και της μάθησης, απρόσωπη συνύπαρξη σε πολυκατοικίες και μεγαλουπόλεις, κράτος που εξυπηρετεί πρωτίστως συμφέροντα εξουσιαστικής ολιγαρχίας).

Αυτονόητη και με ακαταμάχητη δυναμική η προτεραιότητα του ατομοκεντρισμού, ως καθολικευμένου τρόπου του βίου. Οι άλλοτε κοινωνίες μεταλλάσσονται σε μάζες, οι λειτουργίες συνοχής αλλοτριώνονται σε θωρακισμένες με «δικαιώματα» αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές. Η άλλοτε αστυνομία έχει μετασχηματιστεί σε στράτευμα ενδοαστικό και με εχθρό εντόπιο, νεολαίο συμπολίτη, με νυχθήμερο το πείσμα του για φονικό.

Θα έλεγε κανείς ότι ζούμε, διασωληνωμένοι όλοι, στην «κάψουλα» της εγωτικής, απρόσωπα συλλογικής αυτοάμυνας, έρμαια του ακοινώνητου φόβου, θύματα κάθε παρανοϊκής διαστροφής των «δικαιωμάτων του ατόμου». Και αγωνιώδες το ερώτημα: Υπάρχει δυνατότητα να αντισταθούμε, περιθώριο άμυνας στην καθολικευμένη πια αυτοκαταστροφική υστερία;

Οι γενικολογίες είναι άγονες, τόσο ως διαπιστώσεις όσο και ως υποδείξεις. Να εστιάσουμε λοιπόν την αναζήτηση ελπίδας στη δική μας χώρα, στις δυνατότητες και προοπτικές της.

Ρεαλιστικό δεδομένο της ελλαδικής πραγματικότητας, η ιδιαιτερότητά της: Διακόσια χρόνια τώρα, παλεύει απεγνωσμένα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, και δεν τα καταφέρνει, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη σύγχυση, στην παραλυτική ανημπόρια, στην ντροπή της ανικανότητας. Γιατί και πού μπερδευόμαστε, πού «μπλοκάρουμε»;

Οι επαναστάτες του 1821 μοιάζει να ήξεραν πολύ καλά ποιοι είναι και τι θέλουν: Ήταν πολίτες – οπλίτες του «μαρμαρωμένου βασιλιά», στόχο είχαν να ξαναπάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά. Ο Ελληνισμός για τους τότε Έλληνες δεν ήταν «εθνικότητα», ήταν άλλος πολιτισμός, ριζικά άσχετος με τον νομικισμό του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσης και την παιδαριώδη μεταφυσική του Ισλάμ. Το πώς διολισθήσαμε οι νεωτερικοί Ελληνώνυμοι από την εμπειρία της πολιτισμικής διαφοράς στα αφελή ιδεολογήματα του εθνικισμού και από την εκκλησιαστική εόρτια κοινωνία στον ηθικισμό και νομικισμό του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ήταν το μεθόδευμα, εκπληκτικό και δόλιο, των «Μεγάλων Δυνάμεων» της Ευρώπης.

Κάθε πτυχή και βήμα αυτής της διολίσθησης απαιτεί κοπιώδη σπουδή, το τελικό κατόρθωμα παραποίησης της Ιστορίας ήταν κατάληξη ευφυέστατης στρατηγικής. Θα άξιζαν ίσως μια απόπειρα τιτλοφόρησης οι πτυχές και τα βήματα: Η αρχική, οργισμένη αντίδραση της ευρωπαϊκής «Ιερής Συμμαχίας» σε μια ακόμα εξέγερση των Ελλήνων. Η ταυτόχρονη έκρηξη σε Μολδοβλαχία και Πελοπόννησο, που βεβαίωνε τη συνοχή του ενιαίου ελληνικού χώρου. Οι πρώτες νίκες των εξεγερμένων, παρά τη φρικωδία της οθωμανικής αντεκδίκησης. Πώς άρχισε να τεχνουργείται, σαν αυτονόητος, ο διχασμός των Ελλήνων – «να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά» ή να μιμηθούμε «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας έθνη-κράτη»;

Τα βαρβαρικά στίφη, που είχαν εισβάλει στην Ευρώπη, από τον 4ο κιόλας μ.Χ. αιώνα, διεκδικούσαν, όχι μόνο τους τίτλους της άλλοτε ρωμαϊκής κυριαρχίας και της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά και το κύρος των συνεχιστών της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Με αυτή την αξίωση σχεδίασαν λύση συμβιβασμού με τους εξεγερμένους «Γραικούς»: Να γίνει ανεκτό ένα ελληνώνυμο κρατίδιο, τυπικά ανεξάρτητο, στην πραγματικότητα υποτελές (οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά) προτεκτοράτο της Δύσης. Να περιλαμβάνει τις ένδοξες αρχαιοελληνικές τοπωνυμίες: Αθήνα, Ελευσίνα, Κόρινθο, Αργος, Μυκήνες, Σπάρτη, Ολυμπία, Θήβα, Δελφούς, Χαιρώνεια κ.λπ.

Καταγωγικά εξαρτημένο από ευρωπαϊκά δάνεια.

Επιλέγεται ο Καποδίστριας ως πρώτος Κυβερνήτης, αποδείχνεται δύσχρηστος, η αγγλική στρατιωτική αποστολή οργανώνει άψογα τη δολοφονία του. Επόμενη κίνηση είναι η ωμή και απροσχημάτιστη καθυπόταξη του κρατιδίου σε βαυαρική διακυβέρνηση – η Ελλάδα παραδίνεται στη δυναστεία των Βίττελσμπαχ αρχικά, των Γλύκσμπουργκ στη συνέχεια.

Εδαφικά καθηλωμένο στη δυτική όχθη του Αιγαίου, το παντελώς μεταπρατικό, ελληνώνυμο κρατίδιο, αποκύημα της ευρωπαϊκής αυθαιρεσίας και κάποιων αιώνων αχαλίνωτου φθόνου, θα γιορτάσει φέτος (2021) τα διακόσια χρόνια από το πηγαίο θαύμα του 1821. Θα γίνουν εορτασμοί, με κατασκευασμένο το «εόρτιο» κλίμα από διάσημους, χρυσοπληρωμένους τεχνουργούς του εντυπωσιασμού – το πόπολο, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, κυρίως χωρίς περίσκεψιν, θα καταναλώνει «εθνική περηφάνια». Αν γινόταν ένα θαύμα, και σε κάθε έκφανση του πανηγυριώτικου εορτασμού να υπήρχε ένα χαμίνι, όπως στο παραμύθι του Άντερσεν, να φωνάξει την αλήθεια – «ο βασιλιάς είναι γυμνός»! Κοντολογίς, να επαναλάβει τον σπαραγμό του Μακρυγιάννη: «Αν μας έλεγε κανένας αυτήνη τη λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα πη πατρίδα, τι θα ειπή θρησκεία, τι θα ειπή φιλοτιμία, αρετή, τιμιότη».

ΠΗΓΗ

Χρήστος Γιανναράς. Ιστοσελίδα: Χάρισμα Φίλων

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Καθολική μέχρι στιγμής η αποτυχία περιορισμού της πανδημίας και των βαρύτατων συνεπειών της στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Αποτυχία που πιστοποιεί ότι ο κορωνοϊός «σκέφτεται» ταχύτερα από τους επιστήμονες, δρα επίσης ταχύτερα από τους πολιτικούς και φέρεται εξυπνότερα από τα μικρά ή και μεγάλα τμήματα των κοινωνιών που παραμένουν καθηλωμένα στον συνωμοσιολογικό ανορθολογισμό. Επιπλέον, ο νέος ιός, όπως όλο του το σόι, είναι περισσότερο δημοκράτης από πολιτειακά συστήματα αυτοπροσδιοριζόμενα σαν δημοκρατικά. 

Μπορεί να έχει κάποιες ηλικιακές προτιμήσεις ή να διεισδύει ευκολότερα σε στρατόπεδα που ευφημίζονται σαν «δομές φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων, αυτό όμως δεν του στερεί το κύριο γνώρισμά του: πλήττει τους πάντες, ακόμα και τους αρνητές της ίδιας της ύπαρξής του ή της χρήσης μάσκας, όπως αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιο Ράντοβιτς. Σφόδρα αντίθετος στη χρήση μάσκας ο κορυφαίος επίσκοπος της σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (δεν ξέρω πάντως αν τα επιχειρήματά του ήταν εφάμιλλα όσων μετέρχονται οι ημέτεροι ταλιμπανόδοξοι), μολύνθηκε από τον (όχι εκδικητικό, απλώς απροσωπόληπτο) κορωνοϊό και πέθανε. Και χιλιάδες πιστοί (του) συνωστίστηκαν στην κηδεία του, στην Ποντγκόριτσα, δίχως μάσκα. Και ασπάστηκαν τη σορό του. Βέβαιοι ότι «η πίστις σώζει», αδιαφόρησαν για τις εκκλήσεις των γιατρών του νοσοκομείου στο οποίο πέθανε ο Αμφιλόχιος. Ισως και να τους χαρακτήρισαν «όργανα του Εωσφόρου», αφού τόλμησαν να αποκαλέσουν «φωλιά της νόσου» το φέρετρο και να αξιώσουν να καλυφθεί.

Αν η φονικότητα του ιού είναι δημοκρατική, ισοκρατική μάλλον, τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι θα είναι δημοκρατική και η διανομή των εμβολίων, όταν με το καλό περάσουν τα στάδια δοκιμασίας. Κάθε άλλο παρά υπερβολικός ή φιλολογικός είναι ο φόβος ότι, όπως συμβαίνει και με τα πολύ ισχυρά και τα πολύ ακριβά φάρμακα, δεν θα φτάσουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, ώστε να επωφεληθούν οι πάντες, ανεξαρτήτως εθνικότητας και εισοδήματος.

Αυτή η πικρή εμπειρία έχει ήδη ευαισθητοποιήσει οργανισμούς με την οικουμενικότητα αποτυπωμένη στον τίτλο τους, τον ΟΗΕ και τον ΠΟΥ, και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Δεν διαθέτουν φυσικά μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν να επιβάλουν τη θέλησή τους. Eίναι λοιπόν υποχρεωμένοι να μείνουν στις εκκλήσεις και στις προειδοποιήσεις. Απλό το μήνυμα: Ο,τι ακριβώς απαιτείται για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η οικουμενική ηθική και λογική, μια και το διοξείδιο του άνθρακα δεν εμποδίζεται από σύνορα και τελωνεία, απαιτείται και για την αντιμετώπιση του ιού. Ούτε κι αυτός ανακόπτεται από τα σύνορα.

Στις αρχές Ιουνίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι ένα μελλοντικό εμβόλιο πρέπει να θεωρείται «παγκόσμιο κοινό αγαθό, προσβάσιμο σε όλους». Στα μέσα του Σεπτέμβρη έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Oxfam γνωστοποιούσε ότι μια ομάδα πλούσιων χωρών, η οποία αντιπροσωπεύει μόλις το 13% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχει προαγοράσει τις μισές από τις δόσεις μελλοντικών εμβολίων κατά της COVID-19. Η Oxfam, που επικρίνει σταθερά τη μονοπωλιακή ισχύ της φαρμακοβιομηχανίας, ζητάει να επενδυθεί το δημόσιο χρήμα σε φάρμακα και εμβόλια άνευ δικαιωμάτων, διαθέσιμα σε όλες τις χώρες σε τιμή κόστους. Στις 25 Οκτωβρίου ο διευθυντής του ΠΟΥ απηύθυνε έκκληση για παγκόσμια αλληλεγγύη στη διανομή κάθε εμβολίου που θα παραχθεί στο μέλλον. 

Μιλώντας, μέσω τηλεδιάσκεψης, στην έναρξη των εργασιών μιας Παγκόσμιας Συνόδου για την Υγεία, στο Βερολίνο, ο Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους αποσαφήνισε ότι «το μοναδικό μέσο για να ξεπεραστεί η πανδημία είναι να διασφαλίσουμε ότι οι φτωχότερες χώρες θα έχουν ίση πρόσβαση στο εμβόλιο». Αν τα εμβόλια δεν χαρακτηριστούν δημόσια αγαθά, μη υποκείμενα στους νόμους της αγοράς, προφανώς και θα υπερισχύσει ο νόμος του ισχυρότερου. Οι ισχυρές χώρες, που έχουν φροντίσει να καπαρώσουν μεγάλες ποσότητες με προαγορές ή με χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, θα μοιραστούν, κατά τη δύναμή τους, τη μερίδα του λέοντος. Οι αδύναμοι ας εξασθενήσουν ακόμα περισσότερο. 

Στους ισχυρούς, με κραυγαλέα πάντως τη μεταξύ τους ανισοκατανομή δύναμης, ανήκουν και τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στα τέλη Οκτωβρίου, πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Reuters, αξιωματούχοι της Ενωσης ομολόγησαν ότι πριν έρθει το 2022 δεν θα είναι εφικτός ο εμβολιασμός και των 450.000.000 πολιτών της – οπότε μπορούμε να φανταστούμε τη μοίρα των λαών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Ινδίας. Η ανεπάρκεια εμβολίων οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμβουλεύσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να καταρτίσουν σχέδια εμβολιασμού με προτεραιότητα στις ευάλωτες ομάδες και στους εργαζόμενους στην Υγεία, οι οποίοι πληρώνουν ήδη βαρύ κόστος, διεθνώς. Παραπλήσια είναι η πρόταση της κυβερνητικής επιτροπής στη Μεγάλη Βρετανία: να εμβολιαστούν πρώτα οι τρόφιμοι οίκων ευγηρίας (άλλος ένας ευφημισμός δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε πανευρωπαϊκά), οι άνω των ογδόντα ετών και το νοσηλευτικό προσωπικό. Οι ελληνικοί σχεδιασμοί παραμένουν άγνωστοι. Περίεργο.

Η συναίνεση πάντως ως προς τους δικαιούχους προτεραιότητας στο εμβόλιο εξαντλείται εκεί: νοσηλευτικό προσωπικό και ευπαθείς ομάδες – οπότε κάθε χώρα θα έχει να αντιμετωπίσει, σαν επιπλέον πρόβλημα, τους πονηρούς που θα πλαστογραφήσουν την ηλικία τους ή το επάγγελμά τους, για να βρεθούν ανάμεσα στους τυχερούς. Επειτα, όμως, με ποια κριτήρια θα γίνει η διαλογή; Πώς θα αποφασιστεί ποιοι αξίζει να σωθούν και ποιοι είναι περιττοί, περίπου σαν τους έρμους που «βγαίνουν από την πρίζα» –μα ναι, «το υγειονομικό μας σύστημα είναι θωρακισμένο»–, ώστε να χρησιμοποιηθούν οι κάθε είδους πόροι προς σωτηρίαν άλλων με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης; 

Οι Γραφές, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος με μπόλικες «ταινίες καταστροφής» έχουν ήδη κάνει τις προτάσεις τους. Στο θρίλερ «Contagion», του 2011, οι εμβολιαστέοι προκρίνονται από μια λοταρία με βάση την ημερομηνία γέννησης. Στο κατακλυσμιαίο «2012», του 2009, οι τυχεροί που θα επιβιβαστούν στις επί των Ιμαλαΐων κατασκευαζόμενες σωστικές «Κιβωτούς» είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, που έχουν το προνόμιο να προστατεύονται από τον σκηνοθέτη, οι 400.000 που προκρίθηκαν χάρη στο εξαιρετικό γονιδιακό απόθεμά τους και όσοι είχαν παραπανίσιο ένα δισ. ευρώ για να προαγοράσουν μια θέση στο μέλλον. 

Να τη πάλι η ελεύθερη αγορά. Η οποία ωστόσο «είναι ανίκανη να θεραπεύσει τις πιο δεινές ανάγκες της ανθρωπότητας, όπως απέδειξε η πανδημία». Οχι, δεν είναι απόσπασμα από άγνωστη, προφητική εκδοχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Καρλ Μαρξ. Ο Πάπας Φραγκίσκος τα λέει αυτά, στην πρόσφατη εγκύκλιό του «Fratelli Tutti». Και κάτι αναρχοκομμουνιστικότερο, επίσης δικό του: «Η χριστιανική παράδοση δεν αναγνώρισε ποτέ ως απόλυτο ή απαραβίαστο το δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία». Μα τι διαβάζει;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο κορωνοϊός, απειλή εφιαλτική για την ανθρωπότητα σύμπασα, χωρίς εξαιρέσεις. Αγγιξε τον πλανητάρχη, καταπόνησε τον Βρετανό πρωθυπουργό, ταπείνωσε πολλές διεθνείς διασημότητες. Και θερίζει κάθε μέρα χιλιάδες ανθρώπινες, μοναδικές και ανεπανάληπτες υπάρξεις. Ούτε ο πλούτος, ούτε η εξουσιαστική ισχύς, ούτε η φήμη και οι επιφανείς τίτλοι μπορούν να αναχαιτίσουν την άγρια επιβουλή. Εφιάλτης θανάτου βασανιστικού και προθανάτιας, ανελέητης μοναξιάς, της πιο απόλυτης. Ούτε βλέμμα ούτε νεύμα για να ακουμπήσει κάπου η (έτσι και αλλιώς ασυντρόφευτη) αγωνία του τέλους.

Η πανανθρώπινη εμπειρία του άγριου τρόμου της απειλής δικαιολογεί ως επιγέννημα (διαχρονικό και πανανθρώπινο) την πλασματική θρησκευτικότητα. Είναι αδήριτη αναγκαιότητα, ορμέμφυτη στη φύση του ανθρώπου, η θρησκεία: Να γαντζωθεί ο άνθρωπος σε μια υπερβατική ελπίδα ότι μπορεί και να νικηθεί η νομοτέλεια, να γίνει πιθανό το αδύνατο.

Ποια είναι τα όπλα της θρησκείας, πώς επιβάλλεται στον άνθρωπο; Όπλα της είναι «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος», βεβαιώνει ο Ντοστογιέφσκυ. Και τα τρία μαζί μπορούν να χαρίσουν στον άνθρωπο ελπίδα, πέρα από τη λογική και τις αισθητές βεβαιότητες. Γιατί όμως ο Χριστιανός Ντοστογιέφσκυ, καύχημα της Εκκλησίας, βεβαιώνει ταυτόχρονα ότι «το θαύμα, το μυστήριο και το κύρος» είναι «οι τρεις δυνάμεις του κακού» στον κόσμο και στην Ιστορία; Γιατί «δυνάμεις του κακού» τα όπλα της θρησκείας;

Επειδή, εξηγεί ο Ντοστογιέφσκυ, «μόλις ο άνθρωπος αρνηθεί το θαύμα, θα αρνηθεί παρευθύς και τον Θεό… Δεν ζητάει τόσο τον Θεό όσο τα θαύματα… δεν έχει τη δύναμη να μείνει δίχως θαύματα, δημιουργεί αμέσως για τον εαυτό του θαύματα τσαρλατάνων».

Και προχωράει την ανάλυσή του ο Ντοστογιέφσκυ: «Δεν κατέβηκε ο Χριστός από τον σταυρό όταν τον προκαλούσαν περιγελώντας τον και λοιδορώντας τον οι σταυρωτές του. Δεν κατέβηκε, επειδή δεν θέλησε να υποδουλώσει τον άνθρωπο με το θαύμα. Ήθελε την ελεύθερη πίστη – εμπιστοσύνη του ανθρώπου… Αξία έχει η ελευθερία της απόφασης: η αγάπη, όχι το μυστήριο ούτε το κύρος. Στο μυστήριο και στο κύρος υποτάσσεσαι τυφλά, υποχρεωτικά, ακόμα και ενάντια στη συνείδησή σου». («Αδελφοί Καραμάζοφ» 2, 5, V).

Αν ο Χριστός κατέβαινε από τον σταυρό, θα έπαυε να υπάρχει άνθρωπος, ύπαρξη ελεύθερη να πει «ναι» ή «όχι» στην Αιτιώδη Αρχή της, στον πλαστουργό της. Η ιλιγγιώδης μεγαλοσύνη του ανθρώπου είναι, ακριβώς, η υπαρκτική ελευθερία του, η αυτοπροαίρετη κατάφαση ή απόρριψη του τριαδικού πρωτοτύπου της ζωής – του Θεού που δεν «έχει» αγάπη, αλλά «είναι» αγάπη, υπάρχει όχι ως αιτιώδης αναγκαιότητα, αλλά ως ελευθερία προσώπου, «πατρική», «υική», «παρακλητική».

Ο Ντοστογιέφσκυ είναι ακατανόητος στη σημερινή ελλαδική κοινωνία, διότι η Εκκλησία έχει πάψει, πολλές δεκαετίες τώρα, να είναι τρόπος της ύπαρξης και θέλει να είναι μόνο μια διδαχή συμπεριφοράς. Υποκύπτοντας στον κυρίαρχο εκπροτεσταντισμό (στα πλαίσια του μικρονοϊκού, μιμητικού «εξευρωπαϊσμού» της ελλαδικής κοινωνίας) η ελλαδική Εκκλησία σαρκώνει έναν διδακτισμό και νομικισμό, που κραυγάζει τη μακάβρια αλλοτρίωσή της, την ολοκληρωτική θρησκειοποίησή της. Παντού κήρυγμα, κήρυγμα, ιδεολογικές ντιρεχτίβες και δεοντολογία συμπεριφοράς, πανομοιότυπα όπως στο ΚΚΕ. Μοιάζει να έχει ολότελα ξεχαστεί ότι η γνώση στην Εκκλησία κατορθώνεται με την εμπειρία μετοχής, «ανεπαισθήτως»: όπως η γνώση της μητρικής αγάπης, της πατρικής προστασίας, της συναρπαγής του έρωτα, όπως η εκ-στατική προφάνεια της Τέχνης. Στην Εκκλησία δεν έχει θέση η κατοχύρωση του εγώ με αρεταλογική ορθοπραξία, με βαθμολογούμενη – μετρητή πειθάρχηση σε νόμους και εντολές, η καμουφλαρισμένη έπαρση του τηρητή νομικών διατάξεων. Είναι «βασιλεία του Θεού» η Εκκλησία, όπου μας «προάγουν» (χειραγωγούν) οι τελώνες, οι πόρνες, οι ληστές, πρωτοπόροι της αυτοπαραίτησης, όχι προσκοπάκια της «καλής πράξης κάθε μέρα».

Ζούμε μια δραματική δοκιμασία σήμερα, στους ναούς της ελλαδικής επικράτειας, πληρώνουμε τίμημα ακριβό θρησκειοποίησης του εκκλησιαστικού γεγονότος:

Πολλοί, πάρα πολλοί από τους εκκλησιαζόμενους, έχουν αρράγιστη την (ψυχολογική) βεβαιότητα ότι ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας δεν είναι δυνατό να μεταδίδουν τον θανατηφόρο ιό COVID-19, τον «κορωνοϊό». Έχουν ακούσει αναρίθμητα κηρύγματα «χριστιανικής» συμπεριφοράς, αλλά μάλλον δεν άκουσαν ποτέ τίποτα για τον τρόπο ύπαρξης που συνιστά την Εκκλησία.

Δεν πληροφορήθηκαν ποτέ ότι ο «καθαγιασμός» του άρτου και του οίνου στην Ευχαριστία δεν μεταβάλλει την κτιστή φύση σε άκτιστη, αλλάζει τον τρόπο της ύπαρξης. Το υλικό σώμα (σάρκα και αίμα) του ιστορικού Ιησού δεν «μετουσιώθηκε» σε άκτιστο – τη θεωρία της «μετουσίωσης» (transubstantiatio) την εφεύρε η φιλοσοφικά υπανάπτυκτη, πρώιμη μεσαιωνική Δύση, που έκανε από τον άρτο «όστια». Η Εκκλησία πάντοτε μαρτυρεί και κηρύττει ότι το υλικό σώμα του Χριστού σάρκωσε τον τρόπο της υπαρκτικής ελευθερίας του Ακτίστου. Ο άρτος και ο οίνος της Ευχαριστίας δεν «μεταλλάσσονται» μαγικά σε άφθαρτη ύλη. Πραγματώνουν, ως φθαρτή ύλη, τον τρόπο (αγαπητική κένωση) της υπαρκτικής ελευθερίας.

Αυτά με τη γραφίδα ενός αναρμόδιου, χωρίς το παραμικρό κύρος, με το ρίσκο να αδικεί ή να ζημιώνει τα όσα τον υπερβαίνουν. Θα προσθέσω ωστόσο, μια έκκληση: Ας βρισκόταν ένας, έστω μοναδικός και ασυντρόφευτος επίσκοπος, όχι «παιδαγωγός», που να επαναφέρει τη λειτουργική πρακτική των πρώτων χριστιανικών αιώνων: Να κοινωνούν οι πιστοί με τεμάχιο εμβαπτισμένου στον οίνο άρτου, που ο λειτουργός θα αποθέτει με λαβίδα στην παλάμη τους.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Όταν μια κοινωνία ζει με εντυπώσεις, όχι με πληροφόρηση, οι συνέπειες δεν είναι βλαβερές, δυσφορικές, ψιλοτυραννικές, είναι κυριολεκτικά ανθρωποφαγικές. Οι εντυπώσεις υποκαθιστούν και ακυρώνουν τις λειτουργίες της σκέψης, της κρίσης, του εμπειρικού ελέγχου, αλλοτριώνουν τον νοήμονα άνθρωπο σε μικρονοϊκό, άκρως βουλιμικό καταπότη. Ευκολότατα (και δολιότατα) οι εντυπώσεις κατασκευάζονται, προκειμένου να υπηρετηθούν ορέξεις, συμφέροντα, ναρκισσισμοί. Συνιστά η κατασκευή τους έντεχνη παραπληροφόρηση, α-νόητες «πεποιθήσεις», τυφλές «βεβαιότητες», σκληρυμένες εμμονές.

Για χάρη των εντυπώσεων η συλλογικότητα χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, γίνεται άθυρμα των επαγγελματιών κατασκευής ψευδαισθήσεων. Το εμπόριο, η πολιτική, οι δοσοληψίες, το Δίκαιο, οι θεσμοί, η θρησκευτικότητα υποτάσσονται στα επινοήματα και στις πρακτικές του εντυπωσιασμού. Την εξουσία σήμερα (πολιτική, οικονομική, ιδεολογική) τη μονοπωλούν οι ιδιοκτήτες «μέσων πληροφόρησης»: τους εξαγοράζει οποιαδήποτε κυβέρνηση (με 8 εκατομμύρια ευρώ, λ.χ., για επικαιρική ενημέρωση αυτοπροστασίας του πληθυσμού από τον «κορωνοϊό»)! Και οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ με τη σειρά τους αγοράζουν εξαθλιωμένη από την ανεργία νεολαία, ανατριχιαστικά αγράμματη, άγλωσση (άρα και άσκεφτη) που εναλλάσσει, αναγκασμένη από το φάσμα της πείνας, το «ντελίβερι» με τη δημοσιογραφία.

Από το νηπιαγωγείο και ως το τέλος της ζωής μας, το τι «πρέπει» να πληροφορηθούμε και να εμπεδώσουμε, το αποφασίζουν κάποιοι μανιακοί της εξουσίας δικηγορίσκοι ή με όποιο άλλο συμβατικό πτυχίο λανσάρονται για πρόκληση εντυπώσεων και μόνο, φανερά απαίδευτοι, προκλητικά αμοραλιστές, αδιάντροπα μηδενιστές. Όμως επιδέξιοι στο να προκαλούν εντυπώσεις. Να εξαγγέλλουν διθυραμβικά «Ριζικές αλλαγές στα ΑΕΙ», «νέο τοπίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση», «εισαγωγή νέων επιστημονικών πεδίων» – και ούτε λέξη για τον παγιωμένο αναχρονισμό «παραδόσεις-εξετάσεις», τα μηχανεύματα της κυρίαρχης αντιγραφής, τα κραυγαλέα σκάνδαλα αναξιοκρατίας στις καθηγητικές εκλογές.

Μια κοινωνία που ζει σαν μονόδρομο την παγίδευση στις εντυπώσεις, με έντεχνα κατασκευασμένη την «πληροφόρηση», χάνει «ανεπαισθήτως» την επαφή με την πραγματικότητα, τη συνείδηση-επίγνωση τι είναι πραγματικό και τι πλαστό και ψεύτικο. Διαβάζει δημόσιους κομπασμούς περιώνυμων διαχειριστών δοτής εξουσίας για τον εύδιο ομόφυλο γάμο τους – και λογαριάζει φυσικό το αφύσικο ονομάζοντάς το: «δικαίωμα». Απονέμει σωρηδόν βραβεία σε δήθεν ποιητές και τάχα λογοτέχνες, τους καταξιώνει στις «πανελλήνιες» εξετάσεις των εφήβων σαν πρότυπα σκέψης και έκφρασης, αλλ’ όταν ξεμπροστιάζονται οι «επιφανείς» ως λογοκλόποι παραχαράκτες, δεν παραιτείται κανένας, δεν λογοδοτεί κανένας δημόσιος λειτουργός.

Άλλο παράδειγμα («εικονικό» αυτό, κάθε συσχετισμός με υπαρκτά πρόσωπα και ενεργήματα αποκλείεται): Δήμαρχος μεγαλούπολης «πεζοδρομεί» αιφνίδια τις κεντρικές κυκλοφοριακές αρτηρίες της πόλης «του». Χωρίς δημοψήφισμα (γιατί να έχει γνώμη η πλεμπάγια;), αλλά και χωρίς στοιχειώδη προετοιμασία εναλλακτικών μέτρων προστασίας του κοινωνικού αγαθού της συγκοινωνίας. Τα ΜΜΕ θριαμβολογούν (συντεταγμένα) για την «επιτυχία» του δημάρχου, ενώ η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών γίνεται κόλαση. Ούτε που ξεμύτισε το ερώτημα ή ο καγχασμός για την επονομασία της τερατωδίας «μεγάλος περίπατος»: Ποιος δημότης, με σώας τας φρένας, θα επιλέξει για την αναψυχή του σαν «περίπατο» έναν μπογιατισμένο διάδρομο κεντρικής λεωφόρου, δίπλα σε εκατοντάδες φρακαρισμένα οχήματα, με κόλαση εξατμίσεων;

Είπαμε: οι εντυπώσεις υποκαθιστούν στεγανά την πραγματικότητα της ζωής μας. Είναι το πιο δυσδιάκριτο εφεύρημα επιβολής κάθε ολοκληρωτισμού. Ωχριούν οι πανηγυρισμοί και οι αυτοδιαφημιστικές επιδείξεις μικρονοϊκών στρατιωτικών δικτατόρων, σε σχέση με τους κρετινικούς κομπασμούς των χρυσοπληρωμένων ΜΜΕ που εξυμνούν τον «μεγάλο περίπατο» της τριτοκοσμικής ξιπασιάς. Από τότε που έγινε δεκτή και η Ελλάδα στην Ε.Ε., και ξεριζώθηκαν αναρίθμητα λιόδεντρα ή τεμαχίστηκαν εκατοντάδες υπέροχα ψαροκάικα για να «συντονιστούμε» με τον κεντρικό σχεδιασμό παραγωγικής πολιτικής των Βρυξελλών, από τότε οι ρεαλιστές διέβλεπαν ευκρινέστατα: «Σε είκοσι χρόνια οι Έλληνες θα ζουν μόνο από τον τουρισμό, Έλληνας θα σημαίνει γκαρσόνι: αυτόν που νοικιάζει και το κρεβάτι του, εκδίδει και τη γυναίκα του»!

Χρειάστηκαν τα διπλάσια χρόνια για να πεισθούμε οι μωροί και τυφλοί Ευρωμανιακοί ότι εκείνη η πρόβλεψη ήταν ένας στημένος σχεδιασμός. Σε χρόνο ρεκόρ έκλεισαν ή πουλήθηκαν σε ξένους όλες (και ήταν πολλές) οι βιομηχανίες και βιοτεχνίες της χώρας, όλα τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, το οδικό δίκτυο, τα τρένα – βάλαμε ενέχυρο για 99 χρόνια και όλα τα «τιμαλφή» της χώρας. Κρατήσαμε μια κωμική καύχηση για το απώτατο παρελθόν μας, εντελώς απρόσιτο στη δική μας καλλιέργεια και κωμικά περιθωριοποιημένο στα σχολειά μας.

Όταν εκραγεί ο πανικός, θα είναι πολύ αργά για οτιδήποτε.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του GIORGIO AGAMBEN· φιλοσόφου και συγγραφέα

«Ο μιαρός! ούστ! ούστ! Διώξτε μακριά τον μιαρό!», Alessandro Manzoni, Οι αρραβωνιασμένοι

Μια από τις πιο απάνθρωπες συνέπειες του πανικού που επιδιώκεται με κάθε τρόπο να εξαπλωθεί στην Ιταλία με την ευκαιρία της επονομαζόμενης επιδημίας του κορωνοϊού είναι απτή στην ίδια ιδέα της μόλυνσης, βάσει της οποίας διαμορφώθηκαν τα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση. Η ιδέα αυτή, η οποία ήταν ξένη προς την ιατρική του Ιπποκράτη, είχε τον πρώτο ανύποπτο πρόδρομό της κατά τη διάρκεια των λοιμών που κατέστρεψαν ορισμένες ιταλικές πόλεις μεταξύ του 1500 και του 1600. Αυτή είναι η μορφή του μιαρού, του πανουκλιασμένου, που αποθανατίζεται από τον Manzoni τόσο στο μυθιστόρημά του, όσο και στο δοκίμιο για την Ιστορία της μιαρής στήλης. Μια μιλανέζικη “κραυγή” για την πανούκλα του 1576, τους περιγράφει κατ ‘αυτόν τον τρόπο, καλώντας τους πολίτες να τους καταγγείλουν:

“Έχοντας ενημερωθεί από τον κυβερνήτη ότι μερικοί άνθρωποι με λιγοστό ζήλο φιλανθρωπίας προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να τρομάξουν τους ανθρώπους και τους κατοίκους αυτής της πόλης του Μιλάνου και να τους παρακινήσουν σε κάποια αναταραχή, αλείφουν με ουσίες που λέγεται ότι είναι λοιμώδεις και μολυσματικές, τις πόρτες και τις κλειδαριές των σπιτιών και τις γωνιές των συνοικιών αυτής της πόλης και άλλες περιοχές, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να συμβαίνουν πολλά ανάρμοστα και να παρατηρείται όχι μικρή αλλοίωση στις σχέσεις των ανθρώπων, περισσότερο μάλιστα σε όσους πείθονται εύκολα να πιστεύουν τέτοια πράγματα, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τάξης, κατάστασης, βαθμού, ας εννοήσει για λογαριασμό του ότι μέσα σε σαράντα ημέρες θα είναι εφικτό να εντοπίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν ευνοήσει, βοηθήσει ή πληροφορηθεί για αυτήν την υβριστική πράξη, αν θα του δοθούν πεντακόσια σκούντα … »

Με δεδομένες  τις αναντίρρητες, διαφοποιήσεις οι πρόσφατες αποφάσεις (οι οποίες ελήφθησαν από την κυβέρνηση με διατάγματα που θα θέλαμε να ελπίζουμε –  ματαίως ωστόσο- ότι δεν θα επιβεβαιωθούν από το κοινοβούλιο με νόμο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας) μετατρέπουν πραγματικά το κάθε άτομο σε δυνητικό μολυσματικό φορέα, ακριβώς όπως εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν στην τρομοκρατία, υπολαμβάνουν κάθε πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη.  Η αναλογία είναι τόσο ξεκάθαρη, ώστε ο δυνητικός μολυσματικός φορέας που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τιμωρείται με φυλακή. Ιδιαίτερα αποτρόπαιη είναι η μορφή του υγιούς ή πρώιμου φορέα, ο οποίος μολύνει μια πληθώρα ατόμων χωρίς να είναι κανένας σε θέση να αμυνθεί εναντίον του, όπως κάποιος θα μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του από έναν πραγματικό μολυσματικό φορέα.

Ακόμη πιο λυπηρός από τους περιορισμούς των ελευθεριών, που συνεπάγονται οι πρόσφατες αποφάσεις, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο εκφυλισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που δύνανται αυτές να προκαλέσουν. Ο άλλος άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, ακόμα και ένας αγαπημένος, δεν πρέπει να πλησιαστεί ή να αγγιχθεί και μάλιστα προκρίνεται να τεθεί, ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον, μια απόσταση, που σύμφωνα με ορισμένους είναι ένα μέτρο, αλλά σύμφωνα με τις τελευταίες υποδείξεις των λεγόμενων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να είναι 4,5 μέτρα (ενδιαφέροντα τα πενήντα εκατοστά!). Η έννοια του πλησίον έχει καταργηθεί. Είναι δυνατόν, δεδομένης της ηθικής ασυνέπειας των κυβερνώντων, αυτές οι αποφάσεις να απευθύνονται σε εκείνους που τις εκλαμβάνουν και τις εφαρμόζουν με τον ίδιο φόβο που είναι θεμιτό να προκαλέσουν, αλλά είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς ότι η κατάσταση που δημιουργούν είναι ακριβώς εκείνη που όποιος μας κυβερνά προσπάθησε -όχι λίγες φορές- να πραγματοποιήσει: τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά, να πάψουμε, μια και καλή, να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα, να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

Διασαφηνίσεις

Ένας Ιταλός δημοσιογράφος καταπιάστηκε, σύμφωνα με την καλή συνήθεια του επαγγέλματός του, να παραμορφώσει και να παραποιήσει τις σκέψεις μου για τη σύγχυση, ηθικής τάξεως, στην οποία η επιδημία ρίχνει τη χώρα, όπου δεν έχουμε πλέον σεβασμό ούτε για τους νεκρούς. Όπως ακριβώς δεν κρίνει απαραίτητο να αναφέρει το όνομά του, δεν μπαίνει ομοίως στον κόπο να διορθώσει τα αυτονόητα και δεδομένα που διατυπώνει με έκδηλες χειριστικές προθέσεις. Όποιος θέλει  μπορεί να διαβάσει το κείμενο του άρθρου μου με τίτλο: “Μολυσματική νόσος” στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Δημοσιεύω εδώ ορισμένες άλλες σκέψεις, οι οποίες, παρά τη σαφήνεια τους, πιθανότατα θα παραποιηθούν και αυτές.

Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, αλλά φανερώνει πολλά πράγματα που προσποιούμαστε ότι δεν βλέπαμε. Το πρώτο πράγμα που αποκαλύπτει το κύμα πανικού που παραλύει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο να αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή -και ο φόβος της απώλειάς της- δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. Τα άλλα ανθρώπινα όντα, όπως στον λοιμό που περιγράφεται από τον Manzoni, θεωρούνται τώρα μόνον ως πιθανοί μολυσματικοί φορείς (“πανουκλιασμένοι”), οι οποίοι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και οι οποίοι πρέπει να διατηρούνται σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου. Οι νεκροί – οι νεκροί μας – δεν έχουν δικαίωμα σε κηδεία και δεν μας είναι σαφές τι συμβαίνει στα πτώματα των αγαπημένων μας. Η έννοια του πλησίον ακυρώνεται και είναι περίεργο ότι οι εκκλησίες σωπαίνουν γι ‘αυτό. Τι γίνονται οι ανθρώπινες σχέσεις σε μια χώρα που συνηθίζει να ζει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να γνωρίζει κανείς για πόσο καιρό; Και τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;

Το άλλο πράγμα, όχι λιγότερο ανησυχητικό από το πρώτο, που η επιδημία καθιστά ολοφάνερο είναι ότι η έκτακτη κατάσταση, στην οποία οι κυβερνήσεις μάς έχουν συνηθίσει εδώ και καιρό, έχει γίνει πραγματικά η φυσιολογική κατάσταση. Υπήρξαν πιο σοβαρές επιδημίες στο παρελθόν, αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να δηλώσει γι ‘αυτό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως η σημερινή, η οποία μας εμποδίζει ακόμη και τη μετακίνηση. Οι άνθρωποι έχουν τόσο εθιστεί να ζουν σε συνθήκες πολυετούς κρίσης και πολυετούς έκτακτης ανάγκης που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή τους έχει μειωθεί σε καθαρά βιολογική κατάσταση και έχει χάσει κάθε διάσταση όχι μόνο κοινωνική και πολιτική, αλλά και ανθρώπινη και συναισθηματική. Μια κοινωνία που ζει διηνεκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι μια ελεύθερη κοινωνία. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ελευθερία στους λεγόμενους «λόγους ασφαλείας» και, ως εκ τούτου, καταδικάστηκε να ζήσει σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου και ανασφάλειας.

Δεν μας εκπλήσσει που αναφορικά με τον ιό μιλάμε για πόλεμο. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μας υποχρεώνουν να ζούμε σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αλλά ένας πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό, που μπορεί να κρύβεται σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, είναι ο πιο παράλογος των πολέμων. Είναι, μάλιστα, ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι έξω, είναι μέσα μας.

Εκείνο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι τόσο ή όχι μόνο το παρόν, αλλά το μετά. Ακριβώς όπως οι πόλεμοι έχουν αφήσει μια σειρά δυσοίωνων και επιτευγμάτων ως κληρονομιά στην ειρήνη, από αγκαθωτά σύρματα έως πυρηνικούς σταθμούς, είναι πολύ πιθανό ότι θα καταβληθούν προσπάθειες να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την έκτακτη ανάγκη για την υγεία, τα πειράματα που οι κυβερνήσεις δεν είχαν πραγματοποιήσει πρωτύτερα, ώστε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά ή, μια και καλή πλέον, να πάψουμε να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα και να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Το πρόβλημα το ζούμε όλοι κατάσαρκα. Το ξέρουμε, ξέρουμε όλοι και τη λύση του. Κανένας μας δεν τολμάει να πει τη λύση. Όπως σε αποτυχημένο γάμο κανένας δεν μιλάει για διαζύγιο, στον καρκίνο κανένας δεν μιλάει για θάνατο. Συνεχίζουμε να διχογνωμούμε παθιασμένοι για το πρόβλημα, ενώ ξέρουμε τη λύση. Όπως στη δικτατορία: πολυσέλιδες οι εφημερίδες, καμιά δεν ονομάτιζε το πρόβλημα, οι δημόσιοι αγορητές το ίδιο.

Τότε μίλησε ο Σεφέρης. Με γλώσσα άλλη, «έξω από τα πολιτικά του τόπου» (Δήλωση, 28.3.1969). Ονομάτισε «δικτατορικές καταστάσεις» και τις όρισε σαν «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά». Προμήνυσε την «τραγωδία που περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος» και σίγουρα δεν εννοούσε μόνο τη βίαιη αποκοπή της Κύπρου από τον ενιαίο κορμό της ελληνικής ιστορικής παρουσίας.

Σήμερα δεν υπάρχει Σεφέρης για να σπάσει τη σιωπή, και αν υπήρχε, τη γλώσσα του την έχει αχρηστέψει, την κάνει ακατανόητη, ο διακομματικός «προοδευτικός» μηδενισμός της μεταπολίτευσης – ίδια «ελώδη, στεκάμενα νερά», από τον Λευτέρη Βερυβάκη ώς τη Νίκη Κεραμέως. Συνεχίζουμε ανέκφραστοι να ζούμε το πρόβλημα, διαιωνίζουμε την «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης» σαν αναπότρεπτη μοίρα ή ριζικό.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες μέρες ή εβδομάδες (όσο ορίσουν τα «μέσα») το λέμε «φορολογικό». Στη συνέχεια το μετονομάζουμε σε «ασφαλιστικό». Μετά σε «μεταναστευτικό». Ύστερα, σε πρόβλημα «εθνικής άμυνας». Και τα χρόνια κυλάνε, με μια καινούργια τραγωδία να περιμένει σε κάποια απρόβλεπτη στιγμή, που όλοι την απευχόμαστε και όλοι την προετοιμάζουμε με την αδράνεια ή την ανημπόρια μας.

Κάθε Έλληνας πολίτης με στοιχειώδη νοημοσύνη, προσπαθεί να μειώσει με τεχνάσματα ή να αποφύγει εντελώς την καταβολή φόρου. Φράσεις όπως: «με απόδειξη, εκατό, χωρίς απόδειξη, σαράντα» συνοδεύουν τις περισσότερες δοσοληψίες.

Οι δυνάστες μας, στο καθεστώς της κομματοκρατίας, προσπαθούν να «πατάξουν» τη φοροδιαφυγή, με αυξημένους ελέγχους, αστυνομικές μεθοδεύσεις. Ταιριάζει κι εδώ ο βιβλικός χαρακτηρισμός: «μωροί και τυφλοί»: Δεν καταλαβαίνουν, επειδή δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι η φοροδιαφυγή είναι λογικά τετράγωνη αυτοάμυνα. Θα πλήρωναν οι πολίτες ολοπρόθυμα τους φόρους τους, αν ήταν φανερό και ψηλαφητό ότι οι φόροι ξαναγυρίζουν στον πολίτη ως υπηρεσίες μέσω των θεσμών – λειτουργιών του κράτους. Ότι χρηματοδοτούν οι φόροι την ηλεκτροδότησή μας, την ύδρευση, τις συγκοινωνίες, την καθαριότητα των οικισμών, σχολειά για τα οποία να καμαρώνουμε, πανεπιστήμια να τα ’χουμε καύχημα.

Σήμερα οι πολίτες ξέρουμε ότι οι φόροι είναι ωμή ληστεία που υπηρετεί, προκλητικά και χυδαία, το πελατειακό κράτος των κομμάτων: Αναρίθμητους αυθαίρετους διορισμούς στο Δημόσιο (εξαγορασμένη ψηφοθηρία), διαπλοκή της εξουσίας με έναν δαιδαλώδη υπόκοσμο εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου. Όλα τα κοινωνικά λειτουργήματα έχουν παραδοθεί στην αδηφαγία της ιδιωτικής κερδοσκοπίας: το ηλεκτρικό, το πετρέλαιο, οι δρόμοι, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα τρένα, το ταχυδρομείο, η πληροφόρηση – όλα τα χρειώδη του βίου ο πολίτης πρέπει να τα αγοράσει, οπότε οι φόροι που απαιτεί το κράτος είναι μόνο «κεφαλικοί», χαράτσι για να του επιτρέπει η εξουσία να υπάρχει.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες άλλες μέρες ή εβδομάδες το λέμε «ασφαλιστικό»: Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού πληρώνεται από το κρατικό ταμείο, δήθεν υπάλληλοι ή δήθεν συνταξιούχοι, επειδή εφάπαξ πούλησαν την ψήφο τους σε κάποιον αετονύχη πολιτευτή. Το «κράτος» δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει ούτε καν τις κατάφωρες αδικίες – για εργασία δεκαπέντε χρόνων (ή και λιγότερων) συνταξιοδοτούνται μυριάδες επί τριάντα, σαράντα, σαράντα πέντε χρόνια. Δίχως στοιχειώδη, έστω, δικαιοκρισία: Αξιωματικός, για δεκαετίες στο χαράκωμα και στις προφυλακές ή πανεπιστημιακοί που εκλέχθηκαν καθηγητές στην τέταρτη ή πέμπτη δεκαετία του βίου τους, έχουν πολλοστημόριο της σύνταξης κλητήρα της Βουλής ή υπαλλήλου της άλλοτε «Ολυμπιακής», της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, του ΟΣΕ ή κρατικών Τραπεζών.

Ένα το πρόβλημα, αλλά πολυώνυμο – για κάποια περίοδο το λέμε «εθνική άμυνα». Μας έτυχε γείτονας λαός, σήμερα κάπου ογδόντα εκατομμύρια, που θέλησε και πέτυχε κάποτε να μας απωθήσει στο περιθώριο της Ιστορίας για τέσσερις ολόκληρους αιώνες. Και το ελάχιστο κρατίδιο που ξαναχτίσαμε το πριονίζει αδιάκοπα και το απειλεί αναιδέστατα. Εξάλειψε τον Ελληνισμό από την πανάρχαια μικρασιατική του κοιτίδα, τον ξερίζωσε από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Ιμβρο, την Τένεδο, τη Βόρεια Κύπρο, απέσπασε θρασύτατα συγκυριαρχία στο πέλαγος, στον αέρα, στις βραχονησίδες του Αιγαίου.

Απέναντι σε απειροελάχιστο ενδεχόμενο ανάλογης απειλής, οι πολίτες Ελβετοί ανανεώνουν τη στρατιωτική τους εξάσκηση κάθε χρόνο, από τα δεκαοχτώ ώς τα πενήντα τους, συντηρώντας στο σπίτι τους τον οπλισμό που τους παρέχεται – είναι η πιο ετοιμοπόλεμη κοινωνία της Ευρώπης, και γι’ αυτό απόλεμη. Στη σημερινή Ελλάδα, με καθημερινές και θρασύτατες τις απειλές της Τουρκίας, η στρατιωτική θητεία έχει εξευτελιστεί σε κωμικής διάρκειας (κι όμως απεχθέστατο) μπελά – είμαστε ίσως η πιο τυφλά εθελόδουλη κοινωνία της Ευρώπης.

Το πρόβλημα πολύπτυχο, αλλά ένα: Η κομματοκρατία.

ΠΗΓΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μπήκε στον καινούργιο χρόνο η ζωή μας, ζούμε στο 2020. Ο συλλογικός μας χαρακτήρας και η καλλιέργειά μας δεν μας αφήνουν περιθώρια να βλέπουμε κατάματα την πραγματικότητα – δεν την αντέχουμε. Αυτό το ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, κομματάνθρωποι και τηλεπερσόνες. Έτσι, εκλείπει εντελώς η κοινωνική αυτοκριτική, η αναγνώριση λαθών, άρα και οι ρεαλιστικές προοπτικές.

Σταματάμε σε αστοχίες χειρισμών, κρίνουμε και τις επικαιρικές στραβοτιμονιές, εκεί τελειώνει ο δημόσιος προβληματισμός μας. Η μάζα (λέξη ταπεινωτική αλλά δυστυχώς ρεαλιστική) προτιμάει το ψέμα, αρκεί να είναι ευφραντικό: να ζει με «εντυπώσεις», όχι με πιστοποιήσεις.

Αυτό είναι που ξέρουν καλά οι δυνάστες μας, θύματα και αυτοί, αλλά της αυτοχειρίας τους. Το δικό τους ντοπάρισμα θέλει διαφορετικό αφιόνι, πανάκριβο, και η στέρησή του βασανιστική: δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς δημοσιότητα. Το αποδείχνουν, άθελά τους, δέκα χρόνια τώρα που ο τόπος ρημάζει, λαφυραγωγείται χυδαία από τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα, η νεολαία φεύγει, η στέρηση και η ανελπιστία συντρίβουν το δυναμικότερο κομμάτι του πληθυσμού. Όμως οι κομματικές αντιμαχίες συνεχίζονται ερήμην της τρομακτικής συμφοράς και με αναστήματα όλο και πιο ασήμαντα έως και σπιθαμιαία.

Καίριος παράγων γι’ αυτή τη δραματική, ανέλπιδη έκπτωση είναι, κατά το «κοινό αίσθημα», η θεσμοποιημένη ατιμωρησία και τα ΜΜΕ: Η έγκαιρη και σκόπιμη μεσολάβηση πρωτόγονης νομοθεσίας που αμνηστεύει, σε ελάχιστο χρόνο, εξόφθαλμα εγκλήματα πρωθυπουργών και υπουργών, επιτρέπει, προκλητικότατα, να δημοσιεύουν άρθρα, να κάνουν βαρύγδουπες δηλώσεις και να μας δίνουν αφ’ υψηλού συμβουλές «πολιτικοί» ένοχοι, τουλάχιστον για τον εξωφρενικό δανεισμό της χώρας. Κατάφωρα ένοχοι για εξαγορά ψήφων με αντάλλαγμα τον διορισμό στο Δημόσιο εκατοντάδων χιλιάδων περιττών υπαλλήλων. Ένοχοι για παραγραφές χρεών του κόμματός τους. Για εύνοια (καταστροφική της δημόσιας οικονομίας) σε μεγιστάνες του πλούτου. Ατιμωρησία για τους υπουργούς με ακέραιη την ενοχή που η υποχρεωτική σχολική Παιδεία παράγει κάθε χρόνο ποσοστό, πολύ πάνω από 50%, λειτουργικώς αναλφαβήτων.

Δεύτερος παράγων για τη δραματικά ανέλπιδη έκπτωση του Ελληνισμού και του ελλαδικού κρατιδίου, είναι, στην κοινή πια συνείδηση, τα ΜΜΕ. Δεν χρειάζεται ανάλυση, τα ΜΜΕ στη σημερινή Ελλάδα είναι κοινή ντροπή. Τα μη κρατικά κανάλια έχουν μεταβληθεί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σε μικρομάγαζα ευτελισμένου γιουσουρούμ – πουλάνε κοφτερά μαχαίρια και μαλακές παντούφλες, ματογυάλια, βερνίκια και εσώρουχα, θαυματουργές αλοιφές και πάσης χρήσεως ράφια, μαζί με αναρίθμητες άλλες άθλιες μικροπραμάτειες. Είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που έχει παραδώσει τη ραδιοτηλεοπτική πληροφόρηση και την ψυχαγωγία των πολιτών στην πιο φτηνιάρικη αγοραία ασυδοσία, σε λιανοπουλητές της «ευκαιρίας».

Όσα κανάλια έχουν Δελτία «Ειδήσεων» και όσες εφημερίδες επιβιώνουν μέσα στην πλημμυρίδα των «λειτουργικώς αναλφαβήτων», μιλάνε για την εκρηκτική δυναμική του τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού, τις εξωφρενικές επεκτατικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, το σοβαρό ενδεχόμενο να χαθούν για την Ελλάδα νησιά πανάρχαιης ελληνικής καταγωγής ή και χερσαία εδάφη. Όμως δεν μοιάζει να διερωτάται κανείς: με ποιο ψυχολογικό σθένος, με ποιο «ηθικό» (φρόνημα και αυταπάρνηση) θα υπερασπίσουμε οι σημερινοί Ελληνώνυμοι τη γη μας και τις θάλασσές μας;

Σαράντα χρόνια τώρα, οι «προοδευτικές δυνάμεις» έχουν μεθοδικά ξεριζώσει από το σχολείο και από την κωμική (λίγων μηνών) στρατιωτική θητεία κάθε εκτίμηση και αξιολόγηση της ελληνικότητας (γλώσσας, Ιστορίας, Τέχνης που πήγασε από την εμπειρία της μεταφυσικής, όχι από ιδεολογίες). Το ΠΑΣΟΚ εμπέδωσε στην Παιδεία τον «προοδευτικό» μηδενισμό – πήγαινε πακέτο με τον πολιτικό αμοραλισμό του. Η Ν.Δ. πιθήκιζε πάντοτε το ΠΑΣΟΚ και πλειοδότησε στον αφελληνισμό της ελλαδικής κοινωνίας, τρέμοντας μη χαρακτηριστεί «Ακροδεξιά». Ο ΣΥΡΙΖΑ, μεθοδικός στην πανουργία, ξερίζωσε «σύριζα» (εκ βαθέων) κάθε βιωματική συνέχεια πατρίδας. Ο πατριωτισμός ταυτίζεται πια με κόμματα «της πλάκας».

Λογικά πιθανότερο μοιάζει, ότι σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, σε οποιοδήποτε σημείο της κρατικής εδαφικής μας υπόστασης, η αντίδραση των Ελλαδιτών θα είναι επανάληψη του υποδείγματος των Ελληνοκυπρίων: Θα επιβιβαστούν στα Ι.Χ. τους και θα φύγουν, για να εγκατασταθούν στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αυτό οι Τούρκοι το ξέρουν και τα ευρωπαϊκά μας ινδάλματα έκδηλα το ποθούν. Ο «πόθος» τους δεν μοιάζει άσχετος και με τη στελέχωση των υπουργείων Παιδείας και Εξωτερικών – η σύνθεση των κυβερνήσεων αντανακλά τις «φιλοευρωπαϊκές» προτεραιότητες, καθόλου την αγωνία ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού.

Εξάλλου, τα πατρογονικά χωράφια, ακόμα και αρχοντόσπιτα στα χωριά δεν γοητεύουν όσο ένα «τριάρι» ή και «δυάρι» στην ατιμασμένη βάναυσα και τερατοπλασμένη Αττική. Η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα (το χωριό) πνίγηκε μεθοδικά και αφανίστηκε με απαίτηση των ευρωπαϊκών «αγορών». Οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» καταστρέψανε, επίσης μεθοδικά, τη γλώσσα και στρέβλωσαν εξαμβλωματικά τη διδασκαλία της Ιστορίας. Το σχολείο έγινε θανατερά χρηστικό, βαρετό συμπλήρωμα ή υποκατάστατο του κερδοσκοπικού φροντιστηρίου.

Το όραμα του Κοραή και των Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν μια Ελλάδα «πολιτισμικό» προτεκτοράτο της «πεφωτισμένης» Ευρώπης, περιορισμένο στα εδάφη που φέρουν αρχαιοελληνικά ονόματα: Αθήνα, Ελευσίνα, Θήβα, Μυκήνες, άντε και Δελφοί. Κυρίως, να κοπεί ο λώρος που συνέδεε τους Έλληνες με την «Πόλη και την Αγιά-Σοφιά», την αυτοκρατορική μνήμη και αρχοντιά.

Μοιάζει το όραμα να πλησιάζει στην πραγμάτωσή του.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ