ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται από τις κοινωνίες η πανδημία του κορονοϊού θέτει κάποιους προβληματισμούς

Ενώ τον πρώτο καιρό της πανδημίας οι θεωρίες συνωμοσίας επικεντρώνονταν στην προέλευση του ιού, δηλαδή αν αποτελούσε εργαστηριακό παρασκεύασμα και όπλο βιολογικού πολέμου στη συνέχεια πέρασαν στον κατά πόσο αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία και κυρίως τους λόγους που κρίθηκε ως πανδημία η εξάπλωσή του. Τόσο οι αναφερόμενοι θάνατοι θεωρούνταν πλαστοί όσο και η επιβολή μέτρων lockdown ως μια παγκόσμια πλεκτάνη των illuminati ενάντια στις κοινωνικές μάζες. Και όλα αυτά, όλως τυχαίως, συνέπεσαν την ίδια χρονική περίοδο με τα πρώτα δείγματα οικονομικής ύφεσης που εμφανίστηκαν από τα lockdown.

Και όσο η πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας αποφαίνεται για την σοβαρότητα του κινδύνου του ιού ωστόσο υπάρχουν μέλη αυτής της κοινότητας που αμφισβητούν την επίσημη αυτή τοποθέτηση των θεσμικών οργάνων τόσο του ΠΟΥ όσο και των εκάστοτε κρατικών μηχανισμών που υιοθετούν τις απόψεις του για μέτρα προφύλαξης της δημόσιας υγείας και της διασποράς ενός άγνωστου για την επιστημονική κοινότητα ιού.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, εντούτοις, πως οι περισσότεροι από τους αρνητές του ιού προέρχονται από διάφορα κέντρα συνωμοσιολογιών που κατά καιρούς δραστηριοποιούνται και σε άλλα πεδία εκτός του κορονοϊού (ούφο, κλιματικές αλλαγές κλπ).

Και τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα όταν αυτές οι αληθοφανείς απόψεις ή απόψεις που παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια, διαδίδονται στα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου αναπτύσσεται ένας χωρίς όρια και μέτρο διάλογος ανάμεσα σε διάφορους ανευθυνουπεύθυνους. Σε τέτοιους διαλόγους, που μερικές φορές λαμβάνουν παροξυσμικά χαρακτηριστικά, εμπλέκονται διάφοροι κοινωνικής προέλευσης άνθρωποι. Από γιατρούς μη-λοιμωξιολόγους διαφόρων άλλων ειδικεύσεων έως και μηχανοδηγοί, γυμναστές, αισθητικοί, τραγουδιστές, ιδιοκτήτες τουριστικών μονάδων κ.λπ.

Κάθε τέτοια συζήτηση έχει αφετηρία συζήτησης ένα γεγονός ή είδηση –προερχόμενα από συγκεκριμένα κέντρα προπαγάνδισης- που διαδίδονται μέσω διαδικτύου και πάνω σε αυτές αναπτύσσεται και εξελίσσεται η όλη συζήτηση που προφανώς έχει ως κοινό, πάντα, αποτέλεσμα και συμπέρασμα την άρνηση και την αντίσταση απέναντι στα επιβαλλόμενα μέτρα περιορισμού της πανδημίας. Η στάση αυτή, από όσους την υιοθετούν, εκλαμβάνεται ως αντίσταση και αντίδραση απέναντι στην επιβαλλόμενη Νέα Τάξη.

Τα χαρακτηριστικά των αρνητών, επίσης, έχουν αρκούντως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το παζλ συνθέτει κοινωνικούς και πολιτικούς χώρους εκ διαμέτρου –τουλάχιστον αυτοαποκαλούμενων- αντίθετων οι οποίοι τυχαία συγκλίνουν ή ομονοούν στην κοινή διαπίστωση: Πως κάτι τρέχει με την υπόθεση του κορονοϊού.

Οι Αντιφά και ο αυτοαποκαλούμενος «αντιεξουσιαστικός» χώρος από την πλευρά του εξηγεί αυτή την παγκόσμια εκστρατεία κατά του ιού ως το νέο μέτρο καταστολής των δικαιωμάτων τους. Μέσα σε αυτήν την αντίθεσή τους και το μπαχαλοηδές του μυαλού τους εμπλέκουν τα εθνοαποδομητικά χαρακτηριστικά τους και όλους τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς: οικογένεια, θρησκεία, πατριαρχία, μητριαρχία, πατρίδες και ότι άλλο μπορεί να τους καταπιέζει ή τουλάχιστον να φαντασιώνονται πως τους καταπιέζει.

Οι «προοδευτικοί» αριστερόστροφοι, αριστερογενείς, αριστεροκρατούντες, προερχόμενοι κυρίως από μεσαία στρώματα, από την πλευρά τους έχοντας τη γνωστή ονείρωξη ενός κόσμου χωρίς σύνορα και πατρίδες θεωρούν την πανδημία ως τη νέα σκευωρία που έχουν στήσει οι κρατικές μηχανές για να επαναφέρουν τον δηλητηριώδη εθνικισμό και να τους στερήσουν το δικαίωμα να ταξιδεύουν  ελεύθεροι στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, να ξεσαλώνουν στα «προοδευτικά» πάρτι τους και φυσικά το δικαίωμα στους υπόλοιπους και όχι σε αυτούς να εργάζονται στις τουριστικές ή όποιες άλλες μεταπρατικές επιχειρήσεις τους.

Μαζί με όλους αυτούς εμπλέκονται και άνθρωποι από τον πατριωτικό χώρο φτάνοντας μέχρι την ακροδεξιά και πιστούς της εκκλησίας. Αφενός εκείνοι του πατριωτικού χώρου θεωρούν πως η πανδημία αποτελεί σχέδιο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου να ελέγξει τον άνθρωπο, να αποσυντονίσει τα έθνη και τις οικονομίες για να επιβάλει τη νέα τάξη. Από την άλλη κάποιοι προερχόμενοι από τον ορθόδοξο χώρο πρεσβεύουν πως ο Αντίχριστος είναι πλέον εδώ και επιβάλλει με τον τρόπο του την κυριαρχία του.

Για να ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν, εν συντομία: Για τους αριστερίζοντες και τους Αντιφά, η πανδημία είναι σχέδιο του εθνοποιημένου κεφαλαίου για αντεπίθεση στην ελευθερία της παγκοσμιοποίησης που στόχο έχει τα ατομικά δικαιώματά τους και μόνο βέβαια﮲ γι’ αυτούς που προέρχονται από τον πατριωτικό χώρο αποτελεί σχέδιο της παγκοσμιοποίησης για εξάλειψη των εθνικών κοινωνιών και οικονομιών, ενώ τέλος για κάποιους που διακηρύττουν την ορθόδοξη ομολογία πίστεως, είναι σχέδιο του σατανά για κυριαρχία επί της γης. Και όλοι αυτοί οι αντιθετικοί χώροι συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: Εναντιώνονται στα νέα εμβόλια που με κάποιο τρόπο θέλουν να ελέγξουν τις κοινωνίες και να δημιουργήσουν μια οργουελιανή κοινωνία οδηγώντας στον μετάνθρωπο από την μία ή στο σατανά από την άλλη.

Δεν λησμονούμε, όμως, πως ανάμεσα σε όλους αυτούς τους «αφελείς» είναι όσοι συνειδητά και ωφελιμιστικά υποκινούν τέτοιες συνωμοσιολογίες περιβάλλοντάς τες με ιδεολογικούς μανδύες μόνο και μόνο επειδή οι περιορισμοί της πανδημίας πλήττουν ιδία οικονομικά συμφέροντα [1]. Αυτοί, βέβαια, είναι οι πλέον διαπρύσιοι κήρυκες της εκστρατείας κατά των περιοριστικών μέτρων. Είναι αυτοί που τροφοδοτούν την κοινή γνώμη με κάθε λογής θεωρίες συνομωσίας και αυτοί που φροντίζουν να τις επενδύουν με ιδεολογικό περίβλημα παρόλα που οι κύριοι εκφραστές εκπόνησης αυτών των θεωριών είναι ακροδεξιοί, τραμπικοί, μεγαλοεπιχειρηματικοί παράγοντες, φασίστες ή ανήκουν σε ομάδες συνωμοσιολογών ή σε κινήματα αντι-εμβολιασμού. Είναι αυτοί που θεωρούν την κοινή γνώμη κτήμα τους και τη χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης ή αντίστασης για να πετύχουν τον απώτερο στόχο τους που δεν είναι άλλος από το να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις τους. Ουαί υμίν, γραμματείς και φαρισαίοι και υποκριτές.

Δεν είναι πρώτη φορά, ωστόσο, που οι κοινωνίες μπροστά σε καθολικά γεγονότα σοκ αντιδρούν με αυτό τον τρόπο. Δεν είναι τυχαίο που αυτές οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες έχουν αφετηρία το Μεσαίωνα και γι’ αυτό το λόγο βαφτίζονται μεσσιανισμοί.

Ήταν στις 13 Ιουνίου του 1233 που ο Πάπας Γρηγόριος ο 9ος εξέδωσε παπικό βούλευμα «Vox in Roma» με το οποίο ανακήρυττε ως αιτία του κακού τις γάτες [2]. Οι γάτες κατά το βούλευμα, ήταν εωσφορικά πλάσματα τα οποία είχε κυριεύσει το πνεύμα του σατανά. Και κύριο μέλημα του Ποντίφικα ήταν να κατανικηθεί ο εωσφορισμός άρα οι φορείς αυτού που απλά σήμαινε: θάνατος στις γάτες.

Το διάταγμα επιδόθηκε στον βασιλιά Ερρίκο Ζ’ της Γερμανίας, γιο του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Φρειδερίκο Β’ Χοχενστάουφεν προκειμένου να εφαρμοστεί άμεσα.

Ακολούθησε μια ανελέητη και άνευ προηγούμενου γενοκτονία του συμπαθέστατου αιλουροειδούς. Το μόνο που δεν είχε σκεφτεί ο πάνσοφος Πάπας ήταν πως ως αποτέλεσμα της εξόντωσης των γατών ήταν να αυξηθούν τα ποντίκια με αποτέλεσμα τη μεταφορά  του βακτηρίου της πανώλouς στον άνθρωπο η οποία θέρισε τη γηραιά ήπειρο και όχι μόνο.

Ο συνολικός ανθρώπινος απολογισμός της, υπολογίζεται σε 100 έως 200 εκατομμύρια νεκρούς στην Ευρώπη, στην Ασία και στη βόρεια Αφρική. Μάλιστα εκτιμάται ότι μείωσε τότε τον παγκόσμιο πληθυσμό από 450 εκατομμύρια σε 350 – 375 εκατομμύρια.

Μην ξεχνούμε την εκστρατεία του Μάο να εξοντώσει τα σπουργίτια, τα οποία, ο σοφός τιμονιέρης, θεωρούσε αιτία για τη καταστροφή των σιτηρών [3].

Αποτέλεσμα της εκστρατείας εξόντωσης των σπουργιτιών που έγινε το 1958 ήταν την επόμενη χρονιά να αυξηθούν οι ακρίδες και τα έντομα σε τέτοιο σημείο που η καταστροφή των σιτηρών ήταν ολοκληρωτική. Επακολούθησε ο μεγάλος λιμός του 1959-60 όπου επισήμως, πέθαναν 15 εκατομμύρια άνθρωποι. Ωστόσο, κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι οι θάνατοι ήταν πολύ περισσότεροι, ίσως 45 ή ακόμη και 78 εκατομμύρια.

Δύο είναι τα διδάγματα που μπορούμε να συνάγουμε:

Στο λυκαυγές του 21ου αιώνα, όσο κι αν ο άνθρωπος εξελίσσεται τεχνολογικά, από την άλλη αυτό δεν συνεπάγεται την κοινωνική εξέλιξη και πρόοδό του. Αντιθέτως όσο παραμένει υπόδουλος ενός στυγνού οικονομισμού που τον υπερκαθορίζει τότε σε κάθε μεγάλο γεγονός, το οποίο διαταράσσει αυτές τις βεβαιότητες, αναζητά την λύση των προβλημάτων σε μεταφυσικές σκοτεινές δυνάμεις, υποχθόνιους κύκλους που εξυφαίνονται την καταστροφή του. Για να παραφράσουμε μια φράση του Μαρξ: Ο ίδιος ο άνθρωπος θα φτιάξει το σχοινί που θα κρεμαστεί.

Το μόνο που φοβάται ή αδυνατεί να συνειδητοποιήσει είναι πως είναι ο ίδιος και οι εντάσεις του παγκοσμιοποιημένου μοντέλου του, που αποτελούν την αιτία των καταστροφών του. Κάτι αντίστοιχο θα απαιτούσε, άλλωστε, μια συνεπή και εκ θεμελίων κριτική του μοντέλου ανάπτυξης, μια συνολική απάντηση και όραμα για μια διαφορετική κοινωνία.  

Η συνωμοσιολογία που αναπτύσσεται γύρω από την πανδημία γίνεται επικίνδυνη όταν χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα της κρίσης για να επηρεάσει την κοινή γνώμη σε μια «αντίσταση» που το μόνο αποτέλεσμα είναι εκ των πραγμάτων η αύξηση των κρουσμάτων και ο θάνατος όλο και περισσότερων συνανθρώπων μας. Η υιοθέτηση τέτοιων αντιλήψεων, όσο κι αν χρησιμοποιούν ως πρόσχημα την προστασία του ανθρώπου, είναι άκρως επικίνδυνες  για τη Δημόσια Υγεία, αντι-ουμανιστικές και αντιεπιστημονικές.

ΠΗΓΕΣ

Αντώνης Σπυρόπουλος, Covid-19 και θεωρίες συνομωσίας, ardin-rixi.gr, 10/05/20.

Βαγγέλης Τριάντης, Όταν οι εκκλησία θανάτωνε τις γάτες και προκαλούσε εκατομμύρια θανάτους από πανώλη, Documento News, 16/03/20.

«Να θανατωθούν όλα τα σπουργίτια». Πώς η εκστρατεία του Μάο Τσε Τουνγκ για την εξόντωση των πουλιών που έτρωγαν τα σιτηρά, οδήγησε στον μεγάλο λιμό με εκατομμύρια νεκρούς στην Κίνα… Μηχανή του Χρόνου.

ΠΗΓΗ

ΑΡΔΗΝ – ΡΗΞΗ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ), μπροστά στην πολιτικά αλλά και συμβολικά φαιδρή απόφαση του Τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο το 1934 ήταν «παράνομη», ξαναορθώνει τον «αποκαλυπτικό» και υβριστικό του λόγο, όχι από ενδιαφέρον για το ίδιο το γεγονός, αλλά ως αφορμή για να δηλητηριάσει την κοινή γνώμη και να πλήξει τους στόχους του: το μάθημα των θρησκευτικών, το προπτυχιακό πρόγραμμα της Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το άνοιγμα στην επιστημονική γνώση και κατανόηση της θρησκευτικής διαφορετικότητας, καθώς και ορισμένα άλλα θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, σπιλώνοντας, όπως το συνηθίζει, πρόσωπα και πράγματα. Δεν ασκούν εποικοδομητική κριτική, γνώρισμα κάθε δημοκρατικής συμπεριφοράς, αλλά πολεμική μισαλλοδοξίας, υποκαθιστώντας εγωιστικά θεσμούς Πολιτείας και Εκκλησίας, τάσσοντας τους εαυτούς τους υπεράνω αρχών και θεσμών ως κριτές της Οικουμένης. Μια νοοτροπία ολοκληρωτισμού. 

Συγκεκριμένα, μετονομάζει σκοπίμως και διαστρεβλωτικά την Εισαγωγική Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών σε «Ισλαμικό Τμήμα», ενώ δεν πρόκειται ούτε για Τμήμα πόσο δε μάλλον για «Ισλαμικό», αλλά για ένα ανεξάρτητο επιστημονικό πρόγραμμα προπτυχιακών σπουδών εντός του Τμήματος Θεολογίας. Η Κατεύθυνση Μουσουλμανικών Σπουδών δεν προορίζεται για τους φοιτητές της Θεολογίας, μια επίσης σκόπιμη εκ μέρους τους παρερμηνεία για να συγκινήσουν τους ευσεβείς και τους ευαίσθητους ανθρώπους, αλλά απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε νέο και νέα, θρησκευόμενο και μη, που επιθυμεί να γνωρίσει επιστημονικά τους πολιτισμούς του κόσμου, και ειδικώς το Ισλάμ, την ποικιλία των πολιτιστικών και θρησκευτικών του εκφράσεων και τις γλώσσες των κειμένων του, την αραβική και περσική πρωτίστως, καθώς και τους δια βίου διαλόγους των Εκκλησιών της Ανατολής με τους μουσουλμάνους. Η επιστημονική αυτή προσέγγιση των άλλων πολιτισμών και θρησκειών αποτελεί αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης στα πλείστα πανεπιστήμια του κόσμου, ακόμη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα μουσουλμανικών πλειοψηφικώς χωρών. 

Αν κάποια από τα μέλη της ΠΕΘ δεν ήταν «συνάδελφοι» στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, θα λέγαμε πως πιθανώς παρανοούν εν αγνοία τους το επιστημονικό εγχείρημα των μουσουλμανικών σπουδών, το οποίο, παρά τη συνεχή πολεμική, προχώρησε και βρίσκεται στην ολοκλήρωση της πρώτης τετραετίας του. Πρόκειται όμως για μέλη της Θεολογικής Σχολής. 

Με λύπη ερχόμαστε ξανά αντιμέτωποι με την εσκεμμένη κατασυκοφάντηση και πολεμική τους. Οι διασυνδέσεις που κάνουν και οι οποίες στηρίζονται στην απόλυτη διαστρέβλωση δεδομένων, προθέσεων και επιχειρημάτων είναι επιζήμιες και επικίνδυνες τόσο ακαδημαϊκά όσο και εθνικά. Δεν κατανοούν ότι ανατινάσσουν τον ίδιο τον εαυτό τους και τη Θεολογία, κλείνοντας τη χώρα σε έναν ατέρμονα και σκοτεινό θρησκευτικό φονταμενταλισμό, που στερεί την ειρήνη από την καρδιά και το φως από τη νόηση. Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ πιστό στην ακαδημαϊκή του ταυτότητα και προοπτική, αλλά και στην κλήση του διαλόγου, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του Χριστιανισμού, με την ίδρυση της Εισαγωγικής Κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών, στοχεύει στην περαιτέρω μελέτη και κατανόηση του θρησκευτικού φαινομένου. Άμεσο αποτέλεσμα η ουσιαστική συμβολή στην ειρηνική και δημιουργική συνύπαρξη των μελών των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων του τόπου μας, όπως αυτή εκφράζεται από το ξεχωριστό και μοναδικό παράδειγμα της Θράκης, από όπου προέρχονται πλέον πολλοί από τους φοιτητές της Κατεύθυνσης των Μουσουλμανικών Σπουδών μας, αλλά και διδάσκοντες, όπως ο Μουφτής της Κομοτηνής Dr. Τζιχάντ Χαλήλ, του οποίου οι πρόσφατες δηλώσεις για το θέμα της Αγιά Σοφιάς δείχνουν την ποιότητα της εργασίας που συντελείται στο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας, το ΑΠΘ. Ως εκ τούτου, ως επιστήμονες θεολόγοι οφείλουμε να καταδείξουμε τη συκοφαντία και τον επικίνδυνο για τη χώρα και τη θεολογία λόγο της ΠΕΘ, ο οποίος πέραν των υπολοίπων, εξαιρέτως της αλήθειας, στερείται του πιο πολύτιμου αγαθού /συστατικού της χριστιανικής πίστης: την Αγάπη.

ΠΗΓΕΣ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΠΘ. Τμήμα Θεολογίας

Θρησκευτική Εκπαίδευση



Λήψη αρχείου

ΤΑ ΝΕΑ, (20/06/2020)

Τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΛΚΟΥ

Ἡ σύσταση τοῦ κ. Μπαμπινιώτη στόν κ. Τσιόδρα νά χρησιμοποιῇ ἀντί τοῦ lockdown τόν ὅρο «ἀπαγορευτικό», ἡ ἀμηχανία τοῦ πρωθυπουργοῦ γιά τήν χρήση ἑνός ἀμετάφραστου ὅρου ὅπως silver economy,[1] ἡ ἀναφορά τοῦ ὑφυπουργοῦ Πολιτικῆς Προστασίας σέ ὁμάδες high risk καί low risk κ.λπ., ἀποτελοῦν ἐνδείξεις γιά ἕνα μεῖζον πρόβλημα πού χρήζει συντονισμένης ἀντιμετώπισης, καί πού εἶναι ἡ μαζική εἰσροή ἀμετάφραστων ὅρων στήν γλῶσσα μας.
Εἶναι ἑπομένως φανερό ὅτι χρειάζεται ἡ σύσταση ἑνός -ὄχι ἀπαραιτήτως πολυμελοῦς- ὀργάνου πού νά ἀναλαμβάνῃ τό ἔργο τῆς μεταγλώτισσης τῶν νέων ὅρων, ὅταν ἀκόμα δέν ἔχουν διαδοθῆ ἐν εἴδει κορωνοϊοῦ στήν κοινωνία, ὁπότε εἶναι δύσκολο -ἄν καί ὄχι ἀδύνατο- νά τούς ἀποσύρῃ κανείς ἀπό τήν κυκλοφορία.
Ἡ διευθέτηση αὐτή δέν εἶναι οὔτε χρηματοβόρα οὔτε μοχθοβόρα, θά ἔλεγα μάλιστα ὅτι μπορεῖ νά βασισθῇ στήν δραστηριότητα ἑνός καί μόνο ἀτόμου πού νά διαθέτῃ εὐαισθησία, γνώση καί φαντασία, καί νά ὑπηρετῇ στό κέντρο τῆς ἐξακτίνωσης τῶν νέων ὅρων (τ.ἔ. τήν ἑλληνική ραδιοτηλεόραση). Ἐλπίζω πώς τό ἄτομο μέ τά ἀπαραίτητα αὐτά προσόντα θά ἀνήκῃ ἤδη στό προσωπικό τῆς ΕΡΤ –διότι ἄν δέν ὑπάρχῃ εἶναι καιρός νά πᾶμε νά πνιγοῦμε ὁμαδικῶς-, ὁπότε τό μόνο πού ἔχει νά κάνῃ ἡ κυβέρνηση εἶναι νά ὁρίσῃ ἕναν ὑπεύθυνο μεταγλώττισης νέων ὅρων καί ὁ ὁποιοσδήποτε κυβερνητικός φορέας νά ἀπευθύνεται σ᾿ αὐτόν καί νά λαμβάνῃ τήν ἀπάντηση αὐθημερόν.
Σέ περίπτωση πού ὑπάρχει μεταφραστική ἀμηχανία, θά εἶναι δυνατόν ὁ ὑπεύθυνος μεταγλώττισης νά προστρέχῃ στίς συμβουλές καμμιά δεκαριά «εἰδικῶν», πού θά εἶναι διατεθειμένοι νά διατυπώσουν τήν γνώμη τους – ἀμισθί βεβαίως. Ἄς κάνουμε κάτι γιά τήν γλῶσσα μας, ὅσο εἶναι ἀκόμα καιρός, γιατί οἱ δυσοίωνες ἐξελίξεις τείνουν νά πάρουν τήν μορφή χιονοστιβάδας.

[1] Ὁ ὅρος, κατά τήν ταπεινή μου ἄποψη, θά μποροῦσε νά μεταγλωττισθῇ ὡς «πρεσβοικονομία», ὁ ὅρος silver tourism ὡς «πρεσβυτουρισμός» κ.λπ., πρβλ. πρέσβυς, πρεσβύτης (= γέρων).

ΠΗΓΗ

ΑΡΔΗΝ

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ / Δρ.  Θεολογίας – Συγγραφέα – ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα. Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] και [εδώ]

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ· πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου

Μπορεί να συναγάγει κανείς ότι, σε μία τέτοια κρίση με πολυσήμαντες διαστάσεις, όπως αυτή που έφερε η επιδημία την οποία επικαλείται η πολιτική ηγεσία -και βεβαίως πολύ σωστά- για να ζητήσει τη συλλογική μας ευθύνη και συστράτευση, αντιφάσκει με τα μηνύματα που μας εξέπεμψε με την αφορμή της 25ης Μαρτίου που ήταν πολύ διχαστικά. Και αυτό μου προκαλεί μία σημαντική απορία. Πρώτα πρώτα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν διχαστικό πολιτικό λόγο που εστιάζεται σε αυτό που θα έπρεπε να ενώνει τους Έλληνες (όπως και οποιονδήποτε άλλο λαό), δηλαδή στην πολιτισμική του συνοχή και στην ιστορικότητά της. Επιπλέον δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μόνο από τους πολιτειακούς παράγοντες. Πρόκειται για μία ομοβροντία διχαστικών λόγων από την πολιτειακή ηγεσία, την κυβέρνηση, την προεδρία και την αντιπολίτευση. Η κυρία Σακελαροπούλου ως πρόεδρος, στον πρώτο της δημόσιο λόγο, μας μίλησε για έναν «νέο πατριωτισμό». Πώς τον αντιλαμβάνεται; Τι ενοχλεί άραγε από τον «παλαιό πατριωτισμό» και τι περιέχει άραγε ο νέος; Να υποθέσω ότι στον «νέο πατριωτισμό» περιλαμβάνεται και η ψήφο της που απάλλαξε τον κύριο Παπακωνσταντίνου για μία καίριας σημασίας υπόθεση που αφορούσε το δημόσιο συμφέρον; Και ποιο ρώτησε αλήθεια για να εξαγγείλει την αναθεώρηση του πατριωτικού προτάγματος της κοινωνίας; Είναι υπεράνω του νόμου κατά το Σύνταγμα. Να υποθέσω ότι είναι και υπεράνω του λαού;  Ο κύριος πρωθυπουργός, από την πλευρά του, ο οποίος δικαίως εξελέγη διότι εφέρετο να εκφράζει και νομίζω με πολιτισμικό πρόσημο σημαντικά διαφορετικό από εκείνο του κυρίου Τσίπρα, μια διαφορετική οπτική του εθνικού συμφέροντος, διαπιστώνεται ότι σε ένα καίριο ζήτημα όπως η εθνική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, συμπίπτει απολύτως με τον πρώην πρωθυπουργό; Πώς θα διακριθεί λοιπόν ο πολιτικός του λόγος όταν ταυτίζεται σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά την ιστορική περιέργεια αλλά τον πυρήνα της οπτικής του για το μέλλον της χώρας; Το να αναγνωρίσει κανείς ότι υπήρξε ελληνικό έθνος πριν από το νεοελληνικό κράτος και ως εκ τούτου το έθνος συγκρότησε το νεοελληνικό κράτος, ή, αντιθέτως, ότι το κράτος συγκρότησε το έθνος γιατί δεν υπήρχε πριν ελληνικό έθνος αλλά μόνο ελληνόφωνοι, έχει τεράστια σημασία για το σήμερα. Πέραν αυτού αυτοί που διακονούν τα μηρυκάσματα αυτά πρέπει να μας εξηγήσουν γιατί επαναστάτησαν οι Έλληνες αφού δεν είχαν έθνος και κατ’επέκταση συνείδηση συλλογικής ελευθερίας. Δεν επαναστατεί κανείς ξέρετε, για να αλλάξει το σημείο του… καφενέ. Δεν του αρέσει στην μία πλευρά και θέλει να πάει στην άλλη. Επαναστατεί κανείς για μείζονα ζητήματα. Και, όλοι αυτοί που αρνούνται την εθνική αιτία της επανάστασης όφειλαν να γνωρίζουν ότι χύθηκε πολύ αίμα στο όνομα του έθνους της κοινωνίας. Το ερώτημα λοιπόν, έχει διπλή τεράστια σημασία. Πρώτα πρώτα, είναι ανεπίτρεπτο να το λέει κανείς, στο μέτρο που αυτή καθεαυτή η άποψη αυτή συνιστά λογοκρισία έναντι των ιστορικών πηγών που δεν παύουν διαχρονικά να διακηρύσσουν την εθνική ταυτότητα και την βούληση του συνόλου των Ελλήνων για ελευθερία. Να υποθέσω άραγε ότι όλες οι διακηρύξεις οι σχετικές με την επανάσταση αναφέρονται στο έθνος και στον πόθο της απελευθέρωσης; Επιπλέον η διατύπωση ότι το 1821 «συγκροτήσαμε έθνος» είναι ανεπίτρεπτη ως διχαστική αφού η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και των πνευματικών του ταγών αποδέχονται ότι οι Έλληνες προεπαναστατικά συγκροτούσαν έθνος και επαναστάτησαν για να συγκροτήσουν κράτος. Από πού αντλεί το δικαίωμα ο πρωθυπουργός της χώρας να έρθει αντιμέτωπος, να προσβάλει ουσιαστικά τον ελληνικό λαό και τις κληρονομιές του. Και για ποιο λόγο το έπραξε άραγε αυτό; Μήπως δεν γνωρίζει έστω ότι το ζήτημα αυτό δίχασε επί μακρόν τα τελευταία χρόνια τον ελληνικό κόσμο καθώς η επιλογή της μιας ή τη άλλης άποψης εμπεριείχε κρίσιμες επιλογές για το μέλλον της χώρας; Αν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οφείλετο στην άγνοια του πρωθυπουργού. Προφανώς δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ιστορία, είναι υποχρεωμένος όμως να διαλέγεται με την ιστορία. Είναι υποχρεωμένος να διαλέγεται με τους πραγματικούς δημιουργούς της ιστορίας και όχι να συντάσσεται με το μέρος μιας μειοψηφικής μερίδας ιδεολόγων της ιστορίας η οποία κατά έναν περίεργο, για όσους δεν γνωρίζουν, τρόπο μολονότι μειοψηφία, περιφέρεται με όλες τις καταστάσεις στην περίμετρο της εξουσίας. Το να εκφέρεις τον λόγο της ως πρωθυπουργός σημαίνει ότι αποδέχεσαι και το διατακτικό της το οποίο είναι γνωστό στους παρεπιδημούντες στη χώρα αυτή ποια θέση της επιφυλάσσει ή με πόση σφοδρότητα αντιμάχεται την ελληνική κοινωνία. Είναι κρίσιμες οι μέρες που περνάει η χώρα για να προσεγγίζει με αυτόν τον ακραίο διχαστικό και οπωσδήποτε ανεπίτρεπτο εξ επόψεως σκοπούμενης πολιτικής λόγο. Όπως είπα, εάν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό θα μπορούσε να έχει διαφύγει της προσοχής. Σε ό,τι με αφορά ωστόσο δεν περιήλθε στην αντίληψή μου μια διάψευση εκ μέρους του πρωθυπουργού ή του περιβάλλοντός του. Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι εγγράφεται σε έναν συνδυασμό παραδοχών του ιδίου, που κορυφαία αποτελεί η απόφασή του να συγκροτήσει την επιτροπή για τον εορτασμό της 200σιοστής επετείου από την επανάσταση με γνώμονα την αρχή της ενιαίας σκέψης. Η οποία κατά σύμπτωση δεν κρύβει ότι διακονεί με όρους ενιαίας σκέψης μηρικασμούς ιδεολογικών σκοπιμοτήτων που αντιλέγουν προς την αντίληψη ότι το κράτος δημιούργησε το έθνος  που προάγει επομένως ελληνική ιστορική πραγματικότητα και κατατείνουν στο να δικαιώσουν δύο σημαντικά ζητήματα: Πρώτα πρώτα την ιδεολογία του ηγεμόνα, αυτού που κατήργησε την ελληνική σημειολογία της εξέλιξης και πράγματι τον μείζονα ελληνισμό προκειμένου να δικαιώσει το νεοελληνικό κράτος και τα πεπραγμένα του. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, θα δοξάσουν το κράτος το οποίο με τις πολιτικές του ακύρωσε την εθνική ολοκλήρωση και κατέλυσε τον ελληνικό κόσμο της εποχής με κορυφαία πράξη του την εξαφάνιση του μικρασιατικού ελληνισμού. Με τα χέρια ελεύθερα πια θα πανηγυρίσουν διότι χάρη στο κράτος το ελληνικό έθνος έφθασε τα σύνορά του έως τον Έβρο. Η επιλογή αυτή έχει και μια άλλη εξίσου συγκαιρική σημασία. Από τη στιγμή που αποσυνδέει κανείς την ελλαδική κοινωνία από τις κληρονομιές της καταργείται το συγκριτικό προηγούμενο. Εφεξής η σύγκριση των πεπραγμένων του νεοελληνικού κράτους δεν θα γίνει με τον μείζονα ελληνισμό αλλά με το ομόλογο δυτικό κράτος. Και προφανώς στο κλίμα αυτό θα εμφανισθεί δικαιωμένο στην άποψη ότι για τα κακώς κείμενα φταίει αποκλειστικά η ελληνική κοινωνία. Έτσι παρακάμπτεται και κάτι συνταρακτικά σημαντικό. Το γεγονός ότι αποφεύγει να απολογηθεί για την κατάργηση των κοινών με τα οποία έζησε και μεγαλούργησε ο ελληνισμός από την αρχαιότητα και συνακόλουθα της δημοκρατίας. Διαφορετικά πώς θα εξηγήσει κανείς ότι η κατάλυση της δημοκρατίας στο όνομα της ανωτερότητας μιας καθόλα κατοχικής απολυταρχίας. Με τον ίδιο τρόπο που διακηρύσσουν ως προσαρτήματα του δυτικού διαφωτισμού ότι η σημερινή εκλόγιμη μοναρχία είναι ανώτερη της δημοκρατίας που ο ελληνικός κόσμος βίωνε αδιάπτωτα μέχρι την είσοδο του στο «κράτος έθνος.

Αλλά, το δεύτερο και κυριότερο θέμα ξέρετε είναι αυτό που συνέχεται με τις προεκτάσεις της αναθεωρητικής και όλως διχαστικής αυτής επιλογής που διακινεί η ίδια η πολιτική ηγεσία: Το γεγονός ότι αυτό έχει τεράστια σημασία για τις πολιτικές του σήμερα, την ιδέα που έχει η πολιτική ηγεσία για τη χώρα! Αν όντως επιλέξουμε την ιστόρηση του έθνους δια του κράτους σημαίνει ότι σκοπεύουμε να συνεχίσουμε την αποδόμηση της κοινωνικής και κατά τούτο της πολιτισμικής συνοχής της χώρας και την συρρίκνωσή του λαού της. Δηλαδή, όχι μόνο δεν αποκομήσαμε τα αναγκαία διδάγματα από τις καταστροφές που συσσώρευσε το κράτος των Αθηνών στον ελληνισμό αλλά παραμένει δεσμευμένο στην ίδια γραμμή πλεύσης. Εάν εμείνουμε στην πολιτική αυτή επιλογή μπορούμε με βεβαιότητα να συνομολογήσουμε ότι στο τέλος αυτού του αιώνα δεν θα υπάρχουν Έλληνες στην ελλαδική χώρα. Διότι, αυτό το κράτος που από την Πελοπόννησο έφτασε ως τον Έβρο όπως μας λένε, είναι αυτό το οποίο όχι μόνο αρνήθηκε την εθνική ολοκλήρωση αλλά και συνέβαλε τα μέγιστα στην εξαέρωση του μείζονος ελληνισμού. Αν θελήσουμε να δούμε τι ήταν ο ελληνικός κόσμος μέχρι το κατώφλι του 20ου αιώνα και πού κατήντησε σήμερα αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον ελληνικό εφοπλισμό σήμερα, και συγχρόνως να διερωτηθούμε πώς συμβαίνει αυτός να διατηρεί αυτή τη  θέση υπό διεθνώς ανταγωνιστικές συνθήκες και στην Ελλάδα να μην υπάρχει ούτε ένα ναυπηγείο. Μήπως επειδή διέφυγε από τις δαγκάνες του νεοελληνικού κράτους; Ας μας εξηγήσουν λοιπόν τι σημαίνει αυτό και τότε θα δούμε τι δηλώνει η πρόθεση να ιστορήσουμε το έθνος δια του κράτους. Ωστόσο για την τεράστια σημασία που έχει το διακύβευμα αυτό για την ελληνική κοινωνία αρκεί να αναλογισθούμε γιατί αποδοκιμάσθηκε ο Τσίπρας στις τελευταίες εκλογές. Για τις Πρέσπες προφανώς. Δηλαδή για το γεγονός ότι εχθρευόμενος τις πραγματολογικές παρακαταθήκες της ελληνικής κοινωνίας και έχοντας ως σκοπό του να κοντύνει (γιατί αυτό είναι το διατακτικό του) την εθνική πολιτισμική αναφορά των Ελλήνων με όχημα την υιοθέτηση του εθνικισμού των γειτόνων προκάλεσε το δημόσιο αίσθημα. Εάν λοιπόν ο Τσίπρας αποδοκιμάσθηκε στις πολιτικές του και η διάδοχος κυβέρνηση σπεύδει να τις ακολουθήσει προς τι η αλλαγή του αυθεντικού διακινητή τους;  Προκαλεί πάντως απορία ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε το διχαστικό επιχείρημα σε μια περίοδο που βρισκόμαστε σε μία πανδημία, σε ένα καθεστώς αναγκαστικής συστράτευσης των Ελλήνων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] 

Του GIORGIO AGAMBEN· φιλοσόφου και συγγραφέα

«Ο μιαρός! ούστ! ούστ! Διώξτε μακριά τον μιαρό!», Alessandro Manzoni, Οι αρραβωνιασμένοι

Μια από τις πιο απάνθρωπες συνέπειες του πανικού που επιδιώκεται με κάθε τρόπο να εξαπλωθεί στην Ιταλία με την ευκαιρία της επονομαζόμενης επιδημίας του κορωνοϊού είναι απτή στην ίδια ιδέα της μόλυνσης, βάσει της οποίας διαμορφώθηκαν τα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση. Η ιδέα αυτή, η οποία ήταν ξένη προς την ιατρική του Ιπποκράτη, είχε τον πρώτο ανύποπτο πρόδρομό της κατά τη διάρκεια των λοιμών που κατέστρεψαν ορισμένες ιταλικές πόλεις μεταξύ του 1500 και του 1600. Αυτή είναι η μορφή του μιαρού, του πανουκλιασμένου, που αποθανατίζεται από τον Manzoni τόσο στο μυθιστόρημά του, όσο και στο δοκίμιο για την Ιστορία της μιαρής στήλης. Μια μιλανέζικη “κραυγή” για την πανούκλα του 1576, τους περιγράφει κατ ‘αυτόν τον τρόπο, καλώντας τους πολίτες να τους καταγγείλουν:

“Έχοντας ενημερωθεί από τον κυβερνήτη ότι μερικοί άνθρωποι με λιγοστό ζήλο φιλανθρωπίας προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να τρομάξουν τους ανθρώπους και τους κατοίκους αυτής της πόλης του Μιλάνου και να τους παρακινήσουν σε κάποια αναταραχή, αλείφουν με ουσίες που λέγεται ότι είναι λοιμώδεις και μολυσματικές, τις πόρτες και τις κλειδαριές των σπιτιών και τις γωνιές των συνοικιών αυτής της πόλης και άλλες περιοχές, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να συμβαίνουν πολλά ανάρμοστα και να παρατηρείται όχι μικρή αλλοίωση στις σχέσεις των ανθρώπων, περισσότερο μάλιστα σε όσους πείθονται εύκολα να πιστεύουν τέτοια πράγματα, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τάξης, κατάστασης, βαθμού, ας εννοήσει για λογαριασμό του ότι μέσα σε σαράντα ημέρες θα είναι εφικτό να εντοπίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν ευνοήσει, βοηθήσει ή πληροφορηθεί για αυτήν την υβριστική πράξη, αν θα του δοθούν πεντακόσια σκούντα … »

Με δεδομένες  τις αναντίρρητες, διαφοποιήσεις οι πρόσφατες αποφάσεις (οι οποίες ελήφθησαν από την κυβέρνηση με διατάγματα που θα θέλαμε να ελπίζουμε –  ματαίως ωστόσο- ότι δεν θα επιβεβαιωθούν από το κοινοβούλιο με νόμο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας) μετατρέπουν πραγματικά το κάθε άτομο σε δυνητικό μολυσματικό φορέα, ακριβώς όπως εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν στην τρομοκρατία, υπολαμβάνουν κάθε πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη.  Η αναλογία είναι τόσο ξεκάθαρη, ώστε ο δυνητικός μολυσματικός φορέας που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τιμωρείται με φυλακή. Ιδιαίτερα αποτρόπαιη είναι η μορφή του υγιούς ή πρώιμου φορέα, ο οποίος μολύνει μια πληθώρα ατόμων χωρίς να είναι κανένας σε θέση να αμυνθεί εναντίον του, όπως κάποιος θα μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του από έναν πραγματικό μολυσματικό φορέα.

Ακόμη πιο λυπηρός από τους περιορισμούς των ελευθεριών, που συνεπάγονται οι πρόσφατες αποφάσεις, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο εκφυλισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που δύνανται αυτές να προκαλέσουν. Ο άλλος άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, ακόμα και ένας αγαπημένος, δεν πρέπει να πλησιαστεί ή να αγγιχθεί και μάλιστα προκρίνεται να τεθεί, ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον, μια απόσταση, που σύμφωνα με ορισμένους είναι ένα μέτρο, αλλά σύμφωνα με τις τελευταίες υποδείξεις των λεγόμενων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να είναι 4,5 μέτρα (ενδιαφέροντα τα πενήντα εκατοστά!). Η έννοια του πλησίον έχει καταργηθεί. Είναι δυνατόν, δεδομένης της ηθικής ασυνέπειας των κυβερνώντων, αυτές οι αποφάσεις να απευθύνονται σε εκείνους που τις εκλαμβάνουν και τις εφαρμόζουν με τον ίδιο φόβο που είναι θεμιτό να προκαλέσουν, αλλά είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς ότι η κατάσταση που δημιουργούν είναι ακριβώς εκείνη που όποιος μας κυβερνά προσπάθησε -όχι λίγες φορές- να πραγματοποιήσει: τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά, να πάψουμε, μια και καλή, να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα, να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

Διασαφηνίσεις

Ένας Ιταλός δημοσιογράφος καταπιάστηκε, σύμφωνα με την καλή συνήθεια του επαγγέλματός του, να παραμορφώσει και να παραποιήσει τις σκέψεις μου για τη σύγχυση, ηθικής τάξεως, στην οποία η επιδημία ρίχνει τη χώρα, όπου δεν έχουμε πλέον σεβασμό ούτε για τους νεκρούς. Όπως ακριβώς δεν κρίνει απαραίτητο να αναφέρει το όνομά του, δεν μπαίνει ομοίως στον κόπο να διορθώσει τα αυτονόητα και δεδομένα που διατυπώνει με έκδηλες χειριστικές προθέσεις. Όποιος θέλει  μπορεί να διαβάσει το κείμενο του άρθρου μου με τίτλο: “Μολυσματική νόσος” στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Δημοσιεύω εδώ ορισμένες άλλες σκέψεις, οι οποίες, παρά τη σαφήνεια τους, πιθανότατα θα παραποιηθούν και αυτές.

Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, αλλά φανερώνει πολλά πράγματα που προσποιούμαστε ότι δεν βλέπαμε. Το πρώτο πράγμα που αποκαλύπτει το κύμα πανικού που παραλύει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο να αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή -και ο φόβος της απώλειάς της- δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. Τα άλλα ανθρώπινα όντα, όπως στον λοιμό που περιγράφεται από τον Manzoni, θεωρούνται τώρα μόνον ως πιθανοί μολυσματικοί φορείς (“πανουκλιασμένοι”), οι οποίοι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και οι οποίοι πρέπει να διατηρούνται σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου. Οι νεκροί – οι νεκροί μας – δεν έχουν δικαίωμα σε κηδεία και δεν μας είναι σαφές τι συμβαίνει στα πτώματα των αγαπημένων μας. Η έννοια του πλησίον ακυρώνεται και είναι περίεργο ότι οι εκκλησίες σωπαίνουν γι ‘αυτό. Τι γίνονται οι ανθρώπινες σχέσεις σε μια χώρα που συνηθίζει να ζει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να γνωρίζει κανείς για πόσο καιρό; Και τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;

Το άλλο πράγμα, όχι λιγότερο ανησυχητικό από το πρώτο, που η επιδημία καθιστά ολοφάνερο είναι ότι η έκτακτη κατάσταση, στην οποία οι κυβερνήσεις μάς έχουν συνηθίσει εδώ και καιρό, έχει γίνει πραγματικά η φυσιολογική κατάσταση. Υπήρξαν πιο σοβαρές επιδημίες στο παρελθόν, αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να δηλώσει γι ‘αυτό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως η σημερινή, η οποία μας εμποδίζει ακόμη και τη μετακίνηση. Οι άνθρωποι έχουν τόσο εθιστεί να ζουν σε συνθήκες πολυετούς κρίσης και πολυετούς έκτακτης ανάγκης που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή τους έχει μειωθεί σε καθαρά βιολογική κατάσταση και έχει χάσει κάθε διάσταση όχι μόνο κοινωνική και πολιτική, αλλά και ανθρώπινη και συναισθηματική. Μια κοινωνία που ζει διηνεκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι μια ελεύθερη κοινωνία. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ελευθερία στους λεγόμενους «λόγους ασφαλείας» και, ως εκ τούτου, καταδικάστηκε να ζήσει σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου και ανασφάλειας.

Δεν μας εκπλήσσει που αναφορικά με τον ιό μιλάμε για πόλεμο. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μας υποχρεώνουν να ζούμε σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αλλά ένας πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό, που μπορεί να κρύβεται σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, είναι ο πιο παράλογος των πολέμων. Είναι, μάλιστα, ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι έξω, είναι μέσα μας.

Εκείνο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι τόσο ή όχι μόνο το παρόν, αλλά το μετά. Ακριβώς όπως οι πόλεμοι έχουν αφήσει μια σειρά δυσοίωνων και επιτευγμάτων ως κληρονομιά στην ειρήνη, από αγκαθωτά σύρματα έως πυρηνικούς σταθμούς, είναι πολύ πιθανό ότι θα καταβληθούν προσπάθειες να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την έκτακτη ανάγκη για την υγεία, τα πειράματα που οι κυβερνήσεις δεν είχαν πραγματοποιήσει πρωτύτερα, ώστε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά ή, μια και καλή πλέον, να πάψουμε να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα και να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΜΑΡΙΟΥ ΜΠΕΓΖΟΥ· τέως Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η επιδημία του κορονοϊού επιβάλλει σωρεία προληπτικών μέτρων αποφυγής της ανθρώπινης επαφής: χειραψίες, ασπασμοί, χειροφιλήματα, προσκυνήσεις, συνωστισμός σε ναούς. Αυτό πλήττει το εκκλησίασμα κάθε θρησκεύματος που συν-ευρίσκεται σε δημόσιο χώρο λατρείας. Ο ανίερος ιός γίνεται ιερός! Λόγω της Μ. Τεσσαρακοστής οι χριστιανοί συνωστίζονται σε ναούς εβδομαδιαίως περισσότερες φορές από ο,τι συνήθως, τόσο σε πρωινές όσο και σε βραδινές ώρες (λειτουργίες, ακολουθίες, λιτανείες, εορτές).

Ιατρικώς συνιστάται η αποφυγή του εκκλησιασμού λόγω συνωστισμού. Απαγορεύονται χαιρετισμοί (επαφή πρόσωπο με πρόσωπο), εναγκαλισμοί, χειραψίες, ασπασμοί (εικόνων ή προσώπων). Αποτρέπεται η μετάληψη της Θείας Κοινωνίας με το ίδιο μέσο (κουταλάκι, «κοχλιάριον» ή «λαβίδα» εκκλησιαστικώς αποκαλούμενη, και «μανδήλιον» σπογγίσματος).

Όλα αυτά πλήττουν την αυτοσυνειδησία των πιστών ανθρώπων και γεννούν διχασμό συνειδήσεων. Σε φυσικό, εμπειρικό κι ανθρώπινο επίπεδο κατανοούνται όλες οι απαγορεύσεις επιστημονικώς, ιατρικώς και υγειονομικώς. Σε μεταφυσικό, υπερβατικό και υπαρξιακό επίπεδο εξανίσταται η συνείδηση κάθε πιστού. Επίσης δυσανασχετούν οι άθρησκοι (όχι απαραιτήτως άθεοι, αλλά σίγουρα δύσπιστοι συμπολίτες μας) με την θρησκευτική περιφρόνηση της προληπτικής ιατρικής. Η δικαιολογημένη (παρότι υπερβολική ίσως σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις) αντίδρασή τους διατυπώνεται ως ειρωνεία, σκώμμα, αποτροπιασμός και χλευασμός («χριστιανοταλιμπανισμός»).

Ο απολογητικός αντίλογος των πιστών είναι το παράδειγμα της δισχιλιετούς πανανθρώπινης εμπειρίας από την ορθόδοξη πρακτική της θείας κοινωνίας. Για αιώνες σε όλα τα νοσοκομεία, φθισιατρεία, λοιμοκαθαρτήρια και λεπροκομεία οι πιστοί μεταλαμβάνουν αδιατάρακτα. Οι ιερείς «καταλύουν» την θεία κοινωνία (καθαρίζουν τα σκεύη, κατεσθίουν και καταπίνουν το περιεχόμενό τους) χωρίς ποτέ να έχει αναφερθεί κι ούτε να έχει συμβεί μετάδοση νοσήματος.

Το γεγονός εκλαμβάνεται θαυματουργικά από τους χριστιανούς κι ερμηνεύεται εκκλησιολογικά από τους θεολόγους. Οι άθρησκοι δυσπιστούν υποψιαζόμενοι αποσιώπηση των ενδεχομένων κρουσμάτων και δυσανασχετούν με την κατά την κρίση τους «ευπιστία» ή «θρησκοληψία» των πιστών συνανθρώπων μας.

Θεμελιώδες κριτήριο οφείλει να είναι η ατομική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη. Ελευθερία και ευθύνη «παντρεύονται» στην δημοκρατία μας: υπεύθυνη ελευθερία και ελεύθερη ευθύνη.

Πρέπει να αντιμετωπίζεται η προληπτική ιατρική απαγόρευση με αίσθημα προσωπικής ευθύνης, κοινωνικής αυτοσυνειδησίας και κοσμοθεωρητικής (θεολογικής ή / και ιδεολογικής) αντίληψης για την επιδημία. Καθένας συνάνθρωπος μας πράττει αυτό που νομίζει χωρίς να κρίνει τον άλλο και δίχως να κρίνεται από αυτόν: «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» – «συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην;» (Καινή Διαθήκη).

Αποφεύγονται μειωτικοί χαρακτηρισμοί («χριστιανοταλιμπάν») και υποτιμητικοί αφορισμοί («αντίχριστοι»). Δοκιμάζεται από καθένα / καθεμιά όποιος τρόπος κρίνεται λυσιτελής, αποτελεσματικός κι αποδοτικός για την αποτροπή κρουσμάτων τηρώντας ταυτόχρονα και διατηρώντας, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, τις προσωπικές πεποιθήσεις, μεταφυσικές αντιλήψεις και κοσμοθεωρητικές πίστεις μας, είτε θεολογικά είτε ιδεολογικά.

ΠΗΓΗ

Άωτον

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πρέπει να είναι ψυχοφθόρος μαζοχισμός να είσαι αρχιτέκτονας με συνείδηση εργολάβου οικοδομών, γιατρός με συνείδηση κομψού χρηματολάγνου, δάσκαλος αργυρώνητος με καλοστημένα «ιδιαίτερα», πολιτικός υποταγμένος στον υπόκοσμο του άνομου πλούτου και του δημοσιογραφικού αμοραλισμού. Και η δυστυχέστερη από όλες τις άλλες περίπτωση: να είσαι επίσκοπος με συνείδηση κορυφαίου στην υπαλληλία εξυπηρέτησης των «θρησκευτικών αναγκών του λαού».

Να το ξαναπούμε, κι ας είναι χιλιοειπωμένο ή σκόπιμα στρεβλωμένο: Η Εκκλησία βρίσκεται στους αντίποδες της θρησκείας, πρόκειται για αλληλοαναιρούμενες έννοιες. Η θρησκεία είναι ατομοκεντρικό γεγονός, θωρακίζει το εγώ με μεταφυσικές πεποιθήσεις, ναρκισσιστική πειθαρχία σε νομικές διατάξεις, παρέχει ψυχολογική ευεξία προσδοκίας ότι το εγώ θα επιβιώσει σε ατέρμονα γραμμικό χρόνο. Η Εκκλησία είναι αυτό που δηλώνει καταγωγικά η ελληνική της ονομασία: Μια κλήση-σε-σχέση (εκ-καλώ) αγαπητικής ελευθερίας. Όχι να υπάρχεις και επιπλέον να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες της ιδιοτέλειας.

Να υπάρχεις με τον τρόπο της Τριαδικής Αιτιώδους Αρχής τού υπάρχειν, η οποία «αγάπη εστί». Τα ονόματα «Πατήρ», «Υιός», «Παράκλητος» δηλώνουν την ύπαρξη ως σχέση, ως ελευθερία αγάπης.

Για την «εκκλησία των πολιτών» στην Αρχαία Ελλάδα «κριτήριον αληθείας», δηλαδή αθανασίας της ύπαρξης, ήταν ο «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος): η λογική αρμονία των σχέσεων, η συμπαντική ευταξία και κοσμιότητα. Για τους Χριστιανούς είναι η ελευθερία της αγάπης, το άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Η αναζήτηση να πραγματωθεί ο «κατ’ αλήθειαν» τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας: την πόλιν και τους θεσμούς της, το θάμβος της αρχιτεκτονικής, την τραγωδία, το «άγαλμα» στη γλυπτική. Η ίδια αναζήτηση αλήθειας των χριστιανών Ελλήνων γέννησε τον πολιτισμό της κοινότητας – ενορίας, την αρχιτεκτονική των «κεκλιμένων ουρανών» (θόλων-ημιθολίων-τόξων), τη συνέχιση της τραγωδίας στην ευχαριστιακή δραματουργία και του αρχαιοελληνικού άσματος στο «βυζαντινό» μέλος.

Για λόγους ιστορικά ευκρινείς και με καταλύτη την κοσμογονική αλλαγή στην πληθυσμική σύνθεση των ευρωπαϊκών περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον 4ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανακόπηκε και εξαρθρώθηκε η συναρμογή του ελληνικού και του χριστιανικού «παραδείγματος». Οι βαρβαρικοί εισβολείς «εκχριστιανίστηκαν», δηλαδή προσάρμοσαν το εκκλησιαστικό γεγονός στις δικές τους απαιτήσεις για «θρησκεία». Ο θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός στη Δύση έδωσε, στον μεσαίωνα, θαυμαστά δείγματα Τέχνης – τεχνικής με θρησκευτική έμπνευση και μαστορική επιδεξιότητα, αλλά η καισαρική διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία είχε πια χαθεί.

Ο Ελληνισμός, όταν, ύστερα από τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας, κατόρθωσε να ελευθερώσει ένα ελάχιστο τμήμα από τις κοιτίδες του πολιτισμού του, επιβίωσε για δώδεκα μόλις χρόνια με μια ανεξαρτησία δραματικά εμφυλιοπολεμική. Η αποτυχία λειτούργησε ταχύτατα ως πρόσχημα, για να καταστεί το κρατίδιο με τον Όθωνα, τοπικό προτεκτοράτο των δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων, με τους θεσμούς και τις λειτουργίες του παθητικές απομιμήσεις του ευρωπαϊκού πρωτοτύπου. Κατεπειγόντως η Εκκλησία αυτοανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» σε ρόλο κρατικής θρησκείας, μετασχηματίστηκε σε χρηστικό κρατικό θεσμό, με απόλυτη προτεραιότητα την ηθικιστική ωφελιμοθηρία, το νοησιαρχικό προπαγανδιστικό κήρυγμα.

Έτσι διολισθήσαμε στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, στη ριζική αλλοτρίωσή του. Χάθηκε η συνείδηση μετοχής σε σώμα: ενορίας – κοινότητας. Η πίστη έπαψε να σημαίνει εμπιστοσύνη, σημαίνει ατομικές «πεποιθήσεις» ή (το ευκολότερο) υποταγή στις ντιρεχτίβες μιας «αυθεντίας». Η αρετή είναι ατομικό κατόρθωμα (οπωσδήποτε χρηστικό) και η αλήθεια μια εξουσιαστικά εγγυημένη γνώση. Σήμερα πια, στο ελλαδικό κρατίδιο, η Εκκλησία, μαζί με το ΚΚΕ, είναι οι δυο πανομοιότυποι θεσμοί με την ίδια εμπιστοσύνη στην ιδεολογική πειθαρχία και απόλυτη προτεραιότητα της διάνοιας και της χρηστικής ωφελιμότητας των δογμάτων.

Στην Ελλάδα σήμερα οι επίσκοποι στο σύνολό τους (οι εξαιρέσεις σπάνιες) δείχνουν να καταλαβαίνουν το λειτούργημά τους ως αξίωμα πρωτοκλασάτου προπαγανδιστή – συγγενεύουν περισσότερο με τη λογική των opinion makers και των υπερασπιστών ενός ιδεολογικού «αλαθήτου». Αντιλαμβάνονται την «πατρότητα» που ευαγγελίζεται η Εκκλησία, σαν στοργικό «ύφος», στην κηρυγματική τους φλυαρία, την αφ’ υψηλού παροχή συμβουλών συμπεριφοράς.

Ο μανιώδης πληθωρισμός του κηρύγματος είναι η εξόφθαλμη βεβαίωση του εκπροτεσταντισμού της Εκκλησίας στην Ελλάδα. Κήρυγμα-κήρυγμα-κήρυγμα, καταιγισμός ωφελιμολογίας – όλα αρχίζουν και τελειώνουν στην κατα-νόηση και στο συναίσθημα, ακριβώς όπως και στο ΚΚΕ. Δεν αρκεί η προφορική κενολογία, υπάρχει και η έντυπη (εκατοντάδες χιλιάδες κηρυγματικά φυλλάδια η «Φωνή Κυρίου», κάθε Κυριακή), μαζί και το περιοδικό που απαραίτητα κάθε Μητρόπολη εκδίδει – εκεί τα ιδεολογικά «ψυχωφέλιμα» μοιράζονται τις σελίδες με αναρίθμητες επιδεικτικές φωτογραφικές απαθανατίσεις του τοπικού επισκόπου.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι, χωρίς έστω και τη μικροαστική σοβαρότητα. Ποιος κορωνοϊός θα μπορέσει ποτέ να συγκλονίσει την «ηγετική» τους υπεροψία και να τους υποψιάσει για το χάρισμα της πατρότητας;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ